Ανάπτυξη από ποιον, για ποιον και πώς;

κοινωνία / Κατερίνα Θανοπούλου, Περιφερειακή Σύμβουλος Αττικής / 05.03.2018

Είναι μάλλον φανερό ότι μετατοπιζόμαστε σε μια «νέα» εποχή. Ήδη οι κεντρικοί πολιτικοί κύκλοι, προσπαθώντας να χειραγωγήσουν σταδιακά και την κοινή γνώμη, δημιουργούν ένα μπλόκο σύμπνοιας ως προς τη μνημονιακή συμφιλίωση, δηλαδή ως προς την κεντρική πολιτική στόχευση, κατ’ επιταγή των δανειστών, ότι τα μνημόνια, τα προαπαιτούμενα και οι όροι είναι ένα γεγονός και οι προσπάθειες αφορούν την «καλύτερη» δυνατή διαχείριση.

Χρειάζονται και έναν συνολικό επικοινωνιακό σχεδιασμό, το νέο όραμα της ανάπτυξης που ευαγγελίζονται για τη χώρα. Έχουν, βεβαίως, προηγηθεί δύο αναγκαίοι πυλώνες για να στηριχτεί και να μπορέσει να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική. 
Ο πρώτος είναι η σταδιακή φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού πολιτών, με την ταυτόχρονη διάλυση του μηχανισμού προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων και του προνοιακού κράτους και τη συρρίκνωση ων μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 
Ο δεύτερος είναι η αποδυνάμωση του κράτους από τα βασικά εργαλεία παραγωγικής ανασυγκρότησης, από την ίδια τη δημόσια περιουσία, τις δημόσιες δομές και οργανισμούς σε καίριας σημασίας στρατηγικούς τομείς: ενέργεια, μεταφορές, λιμάνια... 
Οι ιδιωτικοποιήσεις και η «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας γίνονται με όρους απόλυτου ξεπουλήματος προς όφελος του ιδιώτη επενδυτή, στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της αποπληρωμής ενός χρέους απεχθούς και επαχθούς. 
Αυτή η μετατόπιση είναι αναπόφευκτο να εμφανίζεται και στην αυτοδιοίκηση, κυρίως στην αυτοδιοίκηση β’ βαθμού, μια και ο ίδιος ο ρόλος της έχει περισσότερα πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται πιο άμεσα με την κεντρική διοίκηση και με εμφανέστατο παράδειγμα την Περιφέρεια Αττικής, τη μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας και με αρχή φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση και τις ασκούμενες πολιτικές της. 
Οι όποιες αρχικές αντιδράσεις ή και διεκδικήσεις έχουν δώσει τη θέση τους σε μια απόλυτα προσαρμοσμένη, από την πλειοψηφία της Περιφέρειας, πολιτική στα κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις -αρμοδιότητά της- σε περιβαλλοντικές μελέτες ή και στρατηγικούς σχεδιασμούς, σε θέματα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης δημόσιων χώρων και σε θέματα ελεύθερων χώρων και πάρκων, σε θέματα ρεμάτων, αξιοποίησης υδάτινων πόρων και αντιπλημμυρικής προστασίας. Ακόμα και η αρνητική απόφαση για τη ΣΜΠΕ του Ελληνικού έγινε εκ των υστέρων και αφού είχαν ολοκληρωθεί οι όποιες διαβουλεύσεις.
Το βέβαιο είναι ότι η χρονιά ξεκίνησε με ρυθμούς τάχιστης προσαρμογής στην εφαρμοσμένη πολιτική. Πλέον σε κάθε περιφερειακό συμβούλιο έρχονται προς συζήτηση μείζονος κεντρικής πολιτικής σημασίας ζητήματα, Ελληνικό, Φαληρικός όρμος, Ν. Φιλαδέλφεια –λίγο πριν είχε προηγηθεί ο Αστέρας– και έπεται συνέχεια. 
Το κεντρικό πρόταγμα σε όλες τις αποφάσεις είναι η υιοθέτηση του μοντέλου των ιδιωτικοποιήσεων, με τεράστια κέρδη για τον ιδιώτη-επενδυτή και για τη μικρή κάστα εχόντων. Το νέο Ντουμπάι για τους έχοντες και κατέχοντες στο παράκτιο μέτωπο, με περιφραγμένες μεζονέτες, ουρανοξύστες εμπορικών δραστηριοτήτων -με ψήγματα πολιτισμού και αρχαιοτήτων-, καζίνο και μαρίνες, δρομολογείται. Και στο σχέδιο αυτό θα είναι δεδομένη η αλλαγή σε όλο το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, με το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την αλλαγή των εμπορικών δραστηριοτήτων στις περιοχές, τους νεο-εργαζόμενους με χαμηλά μεροκάματα και ημιαπασχολούμενους –θέσεις που ονομάζονται νέες θέσεις εργασίας–, όπως είναι και δεδομένη η απουσία οποιουδήποτε ουσιαστικού και μακροπρόθεσμου οφέλους για τον πολίτη και τη χώρα και με σοβαρότατες επιπτώσεις στο περιβάλλον και το μικροκλίμα. 
Το Mall
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής τέτοιων πολιτικών είναι η Ακαδημία Πλάτωνα. Η ανέγερση του εμπορικού μεγαθηρίου mall, στο χώρο του πρώην εργοστασίου Μουζάκη, σε απόσταση αναπνοής από τον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος, θα γίνει σε μια έκταση περίπου 20 στρεμμάτων. Η αγορά είχε γίνει το 2007 από την πολυεθνική εταιρεία Artume, ευρωπαϊκό τμήμα του κολοσσού Blackrock. 
Η ανέγερση ενός μεγαθήριου «αναψυχής», με πλήρη εμπορικό χαρακτήρα, ακόμα και στα αρχαιολογικά εκθέματα, με τις διαδρομές που θα εφαρμοστούν εντός του αρχαιολογικού χώρου και τα συνολικά σχέδια που εκτείνονται μέχρι και το ΚΤΕΛ, δείχνουν ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους της πολυεθνικής και των μελλοντικών συνεργατών της σε βάρος του κατοίκου, του μικροεπιχειρηματία αλλά και συνολικά της ίδιας  της χώρας, που παραχωρεί ως «αυλή» του mall  έναν από τους ιστορικότερους αρχαιολογικούς χώρους της.
Μπορεί να υπάρξει πραγματική αναβάθμιση του Αρχαιολογικού Χώρου, με προστασία και ανάδειξη της μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής του αξίας, ανοιχτό στους πολίτες και την καθημερινότητα των κατοίκων. Επιβάλλεται να ανεγερθεί το Μουσείο της Πόλης των Αθηνών και να προχωρήσει η πολεοδομική ανάπλαση της περιοχής του Βιομηχανικού Πάρκου (ΒΙΟΠΑ), με χρήσεις συμβατές προς τα μοναδικά χαρακτηριστικά που προσδίδει ο αρχαιολογικός χώρος στην περιοχή.
Επιβάλλεται να προστατευτεί ο δημόσιος χώρος πρασίνου και να γίνει πνεύμονας και ζωντανό κύτταρο αναψυχής και πολιτισμού.
Στο ίδιο μήκος, αν και μέσα από την οπτική του «οπαδικού και φανατικού αθλητισμού», κινείται και η ανέγερση του γηπέδου της ΑΕΚ, στο χώρο του Αλσους, μέσα στον αστικό ιστό, με αυτούς τους όρους παραχώρησης στην ΠΑΕ, με αυτούς τους συντελεστές δόμησης και τις κλίμακες, με αυτές τις οικονομικές δημόσιες στηρίξεις στον ιδιώτη. Η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, για την οποία την προηγούμενη βδομάδα γνωμοδότησε θετικά η περιφέρεια, της υπογειοποίησης των οδών Πατριάρχου Κωνσταντίνου και Φωκών, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, όπου χρηματοδοτείται από το Δημόσιο ένα συνοδό έργο του γηπέδου μιας ΑΕ που δεν είναι αναγκαίο για την περιοχή και θα επιφέρει και νέα προβλήματα. Η κοινή γνώμη και εδώ χειραγωγείται και πολλές φορές εκφοβίζεται σε ένα δίλημμα ψεύτικο, που αφορά την ύπαρξη ή όχι ενός γηπέδου, ενώ το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι ένα γήπεδο για τον πολίτη, για τις επαγγελματικές αλλά και για τις ερασιτεχνικές ομάδες, που η ανέγερσή του δεν θα είχε κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και κυκλοφοριακές καταστροφικές συνέπειες.
Τι μπορούμε να κάνουμε;
Η απάντηση θα μπορούσε να είναι απλή. Στρατευόμαστε ενάντια σε αυτές τις πολιτικές και την υποτιθέμενη ανάπτυξη, προτείνοντας ένα νέο μοντέλο ανατροπής, εξόδου, παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης για τον πολίτη από τον πολίτη, με ανεξαρτησία, αξιοπρέπεια και σεβασμό στο περιβάλλον, με στόχο τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. 
Η συνειδητή επιλογή του πολίτη να υπερασπιστεί έναν άλλον δρόμο, ένα διαφορετικό μοντέλο, και όχι η αυθόρμητη ή η ενστικτώδης αντίδραση (που μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες πολιτικές ατραπούς εθνικοφασιστικών μοντέλων), είναι καθοριστικός παράγοντας, γιατί μπορεί να τροφοδοτήσει αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις, χωρίς φόβους, αδιέξοδα και μονόδρομους υποταγής.
Οι κινηματικές δράσεις υπεράσπισης των δημόσιων αγαθών, του δημόσιου πλούτου και των ελεύθερων χώρων, συνδέοντας το μερικό ή και τοπικό με το συνολικό και γενικό πολιτικό πλαίσιο, μπορούν να δημιουργήσουν ρήγματα ικανά και αναγκαία για την ανατροπή αυτού του μοντέλου λιτότητας για τους πολλούς και ανάπτυξης για τους λίγους. 
Τα μετωπικά χαρακτηριστικά ρευμάτων –που θα πρέπει να επανασυζητηθούν– με συναντήσεις και συμπλεύσεις στη βάση και όχι στην κορυφή, σε μια προσπάθεια εξήγησης της εποχής και των αναγκών, μπορούν να δημιουργήσουν ένα λαϊκό ποτάμι ρήξης και προστασίας, αντίδρασης και οικοδόμησης. 
Η αυτοδιοίκηση και οι μετέχοντες σε αυτήν ως εκφραστές της λαϊκής βούλησης θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν, να ξαναβρούν τα χαρακτηριστικά του λαϊκού ελέγχου, της συνδιαμόρφωσης, της συμμετοχής, τα χαρακτηριστικά του τοπικού σε συνάρτηση με το κεντρικό-πολιτικό σε μια διαρκή διεκδίκηση, ενεργοποίηση και αφύπνιση, ενάντια στις νεοφιλελεύθερες, αντιλαϊκές, μνημονιακές πολιτικές.
Ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος και σκληρός, γιατί το σύστημα βρίσκει εφεδρείες και αναδιατάξεις, χειραγωγώντας, μετακινώντας, τάζοντας, απειλώντας, δίνοντας ξεροκόμματα και ελπίδες. Σε αυτό μπορούμε να αντιδράσουμε ξεπερνώντας την πρόσκαιρη και ατομική επιβίωση ή και ευημερία και προτάσσοντας τη συλλογική συνείδηση και την ουσιαστική αλλαγή για τις μελλοντικές γενιές.