«Η ΚΕ εκτιμά ότι η γενική πολιτική γραμμή που δόθηκε η εκλογική μάχη ανταποκρινόταν στο χαρακτήρα της κρίσης, της διεξόδου που είχε ανάγκη ο λαός, σε συνθήκες που προοιωνίζονταν νέα αντεργατικά αντιλαϊκά μέτρα, ανεξάρτητα των όποιων χειρισμών θα γίνονταν από τη νέα κυβέρνηση, η οποία θα προέκυπτε». Απόσπασμα από την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τις εκλογικές αναμετρήσεις της 6ης Μάη και της 17ης Ιούνη («Ριζοσπάστης», 11/7).

Ένα μήνα μετά τις εκλογές και ενώ η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ επιτίθεται με κάθε μέσο σε ό,τι έχει απομείνει στα φτωχά στρώματα, η ηγεσία του ΚΚΕ ανερυθρίαστα επιμένει στην πολιτική που υπέσκαψε τη δυνατότητα ανατροπής των μνημονίων και το γκρέμισμα των μνημονιακών κομμάτων από την κυβερνητική εξουσία. Και στην τελική απόφαση επαναλαμβάνονται οι εκτιμήσεις της αρχικής απόφασης. Το αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη χαρακτηρίζεται αρνητικό. Παρά τις αναφορές στα ποσοστά ΝΔ και Χρυσής Αυγής, το «κύριο πρόβλημα» εντοπίζεται στο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ.

Επιχειρείται μια τεράστια αντιστροφή της πραγματικότητας. Η ενίσχυση του σχηματισμού της ενωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς παρουσιάζεται σχεδόν ως επιλογή του αστικού συστήματος. Όπως γράφεται: «είναι σαφής η επιδίωξη να ανακοπεί κάθε τάση λαϊκής χειραφέτησης, να συγκροτηθεί ένα νέο δίπολο με βάση τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ». Η ηγεσία του ΚΚΕ μένει έκθετη –μάλλον δεν τη νοιάζει– στο εργατικό-λαϊκό δυναμικό που, κόντρα στην τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς και στα εκβιαστικά διλήμματα της κυρίαρχης τάξης εντός και εκτός Ελλάδας, άντεξε και πάλεψε για την υπεράσπιση της ζωής του.

Η υποτίμηση του κόσμου και των αγώνων του φαίνεται και στις αναφορές για το επίπεδο του κινήματος. Αν και στη δεύτερη απόφαση αποφεύγεται η ισοπεδωτική κριτική της πρώτης, παρόλα αυτά επισημαίνεται η ρηχή συνειδητοποίησή του.

Αξίζει να σταθούμε στις αυτοκριτικές παρατηρήσεις, γιατί είναι αποκαλυπτικές. Στο ζήτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς το ΚΚΕ βρέθηκε αντιμέτωπο με το απλό ερώτημα των μελών του: Γιατί επιμένει στην ισχυροποίηση των κοινοβουλευτικών ποσοστών του και αρνείται το σχηματισμό κυβέρνησης της Αριστεράς και την αξιοποίηση της δύναμης του κόμματος εκλογικής, πολιτικής, οργανωτικής, ώστε να την επηρεάσει; Πολλά εξηγούνται με την αδύναμη προπαγάνδα. Η ΚΕ και το ΠΓ υποβάλλονται σε αυστηρή αυτοκριτική. Η αλήθεια όμως λέγεται παρακάτω: «η προπαγάνδα του κόμματος δεν είναι ζωντανή… δε βγαίνουν μέσα από τις εξελίξεις στο κίνημα». Και πώς να βγουν, όταν το πολιτικό δυναμικό των αγωνιστών του ΚΚΕ κρατιέται έξω από κοινές μάχες, έξω από τις εμπειρίες και άρα τη δοκιμασία της πολιτικής.

Αντίστοιχα είναι τα προβλήματα και στην παρέμβαση στο νεολαιίστικο κίνημα. Πώς να εκπαιδευτεί η ΚΝΕ, όταν η «γραμμή» ήταν η καταδίκη της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008, η αποχή από το κίνημα των πλατειών. Και πώς αυτή να διαπαιδαγωγηθεί, όταν το σύνθημα του 38ου Φεστιβάλ της ΚΝΕ είναι ατυχής συρραφή στίχων του Γκόρκι και του Μπρεχτ: «Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται… Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία!».

Όμως η πιο εντυπωσιακή αυτοκριτική της ΚΕ είναι αυτή που κάνει στο σημείο 4, μετά τα περί σωστής πολιτικής γραμμής. «Αρχικά είχε εντοπισθεί η μείωση της επιρροής του ΠΑΣΟΚ υπέρ της ΔΗΜΑΡ που όμως δεν ασκούσε επίδραση στο χώρο του ΚΚΕ, πράγμα που επιβεβαιωνόταν από τις δημοσκοπήσεις. Δεκαπέντε μέρες πριν την εκλογική αναμέτρηση εντοπίσθηκε η απότομη στροφή προς το ΣΥΡΙΖΑ…» (εδώ βέβαια δεν λέγεται τίποτα για την κορύφωση του πολέμου ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ).

Τα ερωτήματα είναι απλά. Η ηγεσία του ΚΚΕ ασκεί πολιτική με βάση τις δημοσκοπήσεις; Οι δυνάμεις του κόμματος έχουν σχέση με τις διεργασίες που γίνονται στο εργατικό κίνημα; Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, όπως και παλιότερες ηγεσίες του, προσπαθεί με την αυτοκριτική να απορροφήσει τους κραδασμούς. Δεν θα το κατορθώσει. Η όξυνση της κρίσης και της ταξικής πόλωσης δεν επιτρέπει την εύκολη διαφυγή στη δήθεν ιδεολογική καθαρότητα.

Η απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ προειδοποιεί –και σωστά– για την προσπάθεια του αστικού συστήματος να βρει εναλλακτικές λύσεις. Στο ΣΥΡΙΖΑ δεχόμαστε την προειδοποίηση, για την ακρίβεια τη βάζει η πραγματικότητα και πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά και να συνεχίσουμε επιμένοντας ενωτικά, ριζοσπαστικά, μαχητικά.

Το ίδιο όμως ισχύει και για το ΚΚΕ. Τα μέλη του δεν πρέπει να δεχθούν να είναι τμήμα μιας ιστορικής ήττας για την εργατική τάξη και την Αριστερά.