Απαισιοδοξία για τις προοπτικές του παγκόσμιου καπιταλισμού

Εκθέσεις, πυκνή αρθρογραφία, δηλώσεις κ.λπ. από κάθε είδους εκπροσώπους των αγορών συνόδευσε τη συνάντηση των τριών κεντρικών τραπεζιτών του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ (του  Ντράγκι της ΕΕ, της Γέλεν των ΗΠΑ και του Κουρόντα της Ιαπωνίας) στο Τζάκσον Χόουλ στις ΗΠΑ πριν από λίγες μέρες – σε ένα είδος διαλόγου και «ζύμωσης» μεταξύ των εκπροσώπων της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παραδόξως, αυτός ο διάλογος βαρύνεται με έκδηλη απαισιοδοξία για τις προοπτικές των διεθνών αγορών, προφητείες για επερχόμενο «κραχ», νευρικότητα για τις συνέπειες των επιλογών των κεντρικών τραπεζιτών όσον αφορά τα επιτόκια, αγνωστικισμό για «ανεξήγητα φαινόμενα», αλλά και χτυπήματα «κάτω από τη μέση». 
Δείγμα της νευρικότητας, το γεγονός ότι οι Ντράγκι και Γέλεν στις επίσημες δηλώσεις τους εξαπέλυσαν… επίθεση κατά σημαντικών πλευρών της οικονομικής ατζέντας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, κατά παράβαση των ειωθότων και κάθε έννοιας διπλωματικού τακτ…
«Δηλητηριασμένη» αισιοδοξία
Όλα αυτά μοιάζουν παράδοξα μέσα σε ένα κλίμα όπου οι προβλέψεις όλων των ιθυνόντων χάραξης πολιτικής για την παγκόσμια ανάπτυξη είναι αισιόδοξες. Πράγματι, ακόμη και το πολύ συγκρατημένο όσον αφορά τις εκτιμήσεις και προβλέψεις του ΔΝΤ, προβλέπει «ευρεία ανάκαμψη» της παγκόσμιας οικονομίας, «για πρώτη φορά εδώ και μία δεκαετία» - με την έννοια ότι, για πρώτη φορά ύστερα από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, η ανάκαμψη αφορά ταυτόχρονα τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Ευρώπη αλλά και την Ιαπωνία (οι δύο τελευταίες ήταν «κολλημένες» σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας ή αναιμικής ανάπτυξης). Οι φόβοι που κυριάρχησαν στο διάστημα μεταξύ των μέσων του 2015 και του φθινοπώρου του 2016, ότι η κρίση στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες οικονομίες (χώρες BRICKS) θα πυροδοτήσει νέο γύρο γενικευμένης κρίσης δεν επαληθεύτηκαν, αντίθετα η κατάσταση στις αναπτυσσόμενες οικονομίες σταθεροποιήθηκε και το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι αυτές από τα τέλη του 2016 συμβάλλουν πλέον θετικά στην αύξηση του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου αλλά και στους παγκόσμιους ρυθμούς ανάπτυξης. 
Παρ’ όλα αυτά, η αισιοδοξία τελειώνει εδώ. Από δω και πέρα, αρχίζουν οι δυσμενείς προβλέψεις, η έκφραση φόβων, οι προφητείες περί επερχόμενου «κραχ», η δήλωση πλήρους αδυναμίας να εξηγηθούν «ανεξήγητα φαινόμενα», όπως η διαρκής καθήλωση της παραγωγικότητας και πάνω απ’ όλα το «ανεξήγητο» του επίμονα χαμηλού πληθωρισμού. Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού προσώρας έχει ξεπεραστεί, αλλά ο πληθωρισμός δεν ακολουθεί την αναμενόμενη λόγω της «ευρείας ανάκαμψης» ανοδική πορεία. 
Νευρικότητα
Ο κοινός παρονομαστής εκθέσεων, άρθρων και δηλώσεων είναι τούτος:
• Διαπιστώνεται γενικευμένη ανάκαμψη με μέτριους ρυθμούς ανάπτυξης (που στις ΗΠΑ δεν μπορούν να ξεπεράσουν δυναμικά το 2% και στην Ευρώπη κινούνται μεσοσταθμικά λίγο πάνω από το 1,5%) και έχει ξεπεραστεί ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού. 
• Ωστόσο, κατά ανεξήγητο τρόπο, ο πληθωρισμός μένει κολλημένος σε χαμηλά επίπεδα – δείγμα ότι «κάτι δεν πάει καλά». 
• Επίσης, η παραγωγικότητα είναι σε πολύ χαμηλές πτήσεις.
• Δέκα χρόνια ύστερα από το ξέσπασμα της κρίσης, τα κρατικά χρέη, αλλά και το συνολικό χρέος (υπολογίζοντας και το ιδιωτικό, επιχειρήσεων και νοικοκυριών) έχουν αυξηθεί θεαματικά, αποτελώντας «βόμβα» στα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας. 
• Οι (γεω)πολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν, τροφοδοτούμενοι πλέον και από τον ναρκισσισμό (!) και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς του νέου πλανητάρχη.
• Λόγω της «ευρείας ανάκαμψης» αλλά και της υπερτίμησης («φούσκες») των αγορών, οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι υποχρεωμένοι να προχωρήσουν στην αύξηση των επιτοκίων, αλλά οι μέτριοι ρυθμοί ανάπτυξης και ο χαμηλός πληθωρισμός επιβάλλουν αυτό να γίνει «συγκρατημένα», για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ασταθής ανάκαμψη.
• Η αύξηση των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών, ύστερα από μία δεκαετία μειώσεων και παραμονής τους σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει μεγάλη νευρικότητα ή και «κραχ» στις αγορές, ξαναβυθίζοντας την παγκόσμια οικονομία. 
Είναι φανερό ότι σε αυτό τον κατάλογο των ζητημάτων που συνοψίζονται σε ένα μεγάλο «ναι μεν αλλά», η πλάστιγγα γέρνει προς το «αλλά»… 
Φτηνό χρήμα
Για να αποτρέψουν την πλήρη κατάρρευση των αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας, οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της ΕΕ και της Ιαπωνίας αύξησαν θεαματικά τους ισολογισμούς τους στα χρόνια ύστερα από το 2008, «κόβοντας χρήμα» και διοχετεύοντας στην αγορά τεράστιες ποσότητες ρευστότητας – πάνω από 15 τρισ. δολάρια! Αγοράζοντας κάθε είδους ομόλογα (όχι μόνο κρατικά αλλά και εταιρειών, όχι μόνο υψηλής αλλά και χαμηλής αξιολόγησης) και μειώνοντας τα επιτόκια στο μηδέν, στήριξαν τις τράπεζες αλλά και τον επιχειρηματικό τομέα. Αυτό κράτησε τα επιτόκια τόσο των κρατικών όσο και εταιρικών ομολόγων χαμηλά, αποσόβησε κρατικές και εταιρικές χρεοκοπίες, διευκόλυνε το δανεισμό και «γέμισε τον κόσμο» με φτηνό χρήμα. 
Όμως, όλο αυτό είχε το κόστος του:
Η τεράστια ρευστότητα που πλημμύρισε τις αγορές αλλά και τεράστιες μάζες κερδών που δεν βρίσκουν ευκαιρίες υψηλής κερδοφορίας στον καθαυτό παραγωγικό τομέα (αυτή είναι η συνέπεια και το αποτέλεσμα ταυτόχρονα των αναιμικών ή μέτριων ρυθμών ανάπτυξης), κατευθύνθηκαν σε επενδύσεις σε μετοχές, ομόλογα, αλλά και παράγωγα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι ότι δημιουργήθηκαν τεράστιες «φούσκες» τόσο στα ομόλογα όσο και -κυρίως- στα χρηματιστήρια. Οι βασικοί δείκτες που χρησιμοποιούν οι αναλυτές των αγορών και δείχνουν αν οι αγορές είναι υπερτιμημένες, είναι σε επίπεδα ανάλογα ή και υψηλότερα με τις περιόδους πριν από την κατάρρευση των μετοχών υψηλής τεχνολογίας το 2001 («κραχ» των dotcom) και πριν από την κρίση του 2008. 
Ενθαρρυμένες από την υψηλή στήριξη των κεντρικών τραπεζών, οι τράπεζες έχουν ήδη μεγάλη έκθεση στους ισολογισμούς τους σε μη ρευστοποιήσιμους τίτλους - έναν υποψήφιο «πυροκροτητή» μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης που μπορεί να προσβάλει τον κεντρικό «νευρώνα» του: την εμπιστοσύνη στον διακανονισμό και την πληρωμή, «με τον επακόλουθο κίνδυνο «αιφνίδιας διακοπής” για τις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συναλλαγές, τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια αγορά».
Η προσπάθεια να γίνει κάπως πιο αυστηρό το πλαίσιο για τον επίσημο τραπεζικό τομέα οδήγησε σε υπερδιόγκωση του σκιώδους, «ανεπίσημου» χρηματο-οικονομικού τομέα. Εκεί, η αναζήτηση υψηλών αποδόσεων οδηγεί σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου μέσα από πολύπλοκα παράγωγα προϊόντα. 
Οι πολύ χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων (εξαιτίας των αθρόων αγορών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες και των πολύ χαμηλών -σχεδόν μηδενικών- επιτοκίων) και η κοινή πεποίθηση ότι οι χρηματιστηριακές αγορές είναι υπερτιμημένες και άρα δεν υπόσχονται πλέον μεγάλες αποδόσεις, οδηγεί σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Πλέον αγοράζονται ομόλογα Αργεντινής, Αιγύπτου, ακόμη και χωρών της… υποσαχάριας Αφρικής. Όσο για τα εξωτικά παράγωγα «καλούδια», στη θέση των περιβόητων CDOs που πυροδότησαν την κρίση του 2008, τώρα έχουμε τα CLOs. 
Ο Frank Partnoy, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο, σε πρόσφατο άρθρο του συνόψισε την κατάσταση ως εξής:
«Το χρηματοοικονομικό τοπίο είναι γνώριμο, υλικό ταινιών όπως το Inside Job και το The Big Short. Τραπεζίτες με πτυχία πυρηνικής φυσικής αγοράζουν δισεκατομμύρια δολάρια δανείων υψηλού ρίσκου και τα επανασυσκευάζουν σε πολύπλοκες επενδύσεις με πολλαπλά επίπεδα χρέους. 
Οι οίκοι αξιολόγησης αξιολογούν το ανώτερο επίπεδο ως ΑΑΑ. Οι θεσμικοί επενδυτές, μεταξύ των οποίων τα ασφαλιστικά ταμεία και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, σπεύδουν να αγοράσουν αυτές τις χωρίς ρίσκο επενδύσεις που προσφέρουν ταυτόχρονα και υψηλές αποδόσεις. Η ένταση κορυφώνεται.
Αλλά η χρονιά δεν είναι το 2006 ή το 2007. Είμαστε στο σήμερα»...
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που δημοσκόπηση που διεξήγαγε στα μέσα Αυγούστου η Bank of America Merrill Lynch μεταξύ διαχειριστών επενδυτών κεφαλαίων-μεγαθηρίων της παγκόσμιας αγοράς, οι οποίοι διαχειρίζονται κεφάλαια ύψους 540 δισ. δολαρίων, έδειξε ότι σχεδόν 1 στους 2 επενδυτές που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση (ποσοστό 46%) πιστεύει πως οι χρηματιστηριακές αγορές είναι υπερτιμημένες. Οι εκτιμήσεις για το εύρος της χρηματιστηριακής πτώσης κυμαίνονται μεταξύ 10% και… 63%! 
Αυτό που μπήκε σε κρίση το 2008 ήταν όχι ειδικώς οι υπερτιμημένες αγορές, αλλά ένα καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης επικράτησης σαν απάντηση στην κρίση του 1972-73, η οποία σήμανε το τέλος του μεταπολεμικού «οικονομικού θαύματος» και της κεϊνσιανής διαχείρισης που το συνόδευσε. Και αυτό που απειλείται τώρα, δεν είναι η σχεδόν βέβαιη «διόρθωση» στα χρηματιστήρια και τις αγορές ομολόγων, αλλά τα νέα κύματα αστάθειας και οι νέες ρωγμές που αυτό θα δημιουργήσει στο οικοδόμημα της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης».