Ο όρος «μέτωπο» γίνεται κυρίαρχος στο λεξιλόγιο της Αριστεράς και όχι μόνο. Η εξήγηση βρίσκεται στο βάθεμα της κρίσης και της ταξικής αντιπαράθεσης. Στην παράδοση της Αριστεράς αναπτύχθηκαν και δοκιμάστηκαν δύο λογικές «μετώπων», δύο τακτικές. Αυτή του Ενιαίου Μετώπου και εκείνη των Λαϊκών Μετώπων. Η δεύτερη καθόρισε την πολιτική των Κομμουνιστικών Κομμάτων από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά. Παντού οδήγησε σε οδυνηρές ήττες. Γι’ αυτό σήμερα πρέπει να απορριφθεί η όποια αναβίωσή της.

Ο κατάλογος των γεγονότων στα οποία εφαρμόστηκε η τακτική των Λαϊκών Μετώπων είναι πραγματικά μακρύς. Από το ΕΑΜ μέχρι την ΕΔΑ που τόσο συχνά ακούγονται το τελευταίο διάστημα. Από την Ισπανική Επανάσταση του ’36 μέχρι τη Χιλή του ’73. Και άλλα μικρότερης εμβέλειας. Παρά τις διαφορές μεταξύ τους, από χώρα σε χώρα και από περίοδο σε περίοδο, το μοτίβο είναι ίδιο. Μεγάλη κοινωνική και πολιτική κρίση. Εργατικά κινήματα μαζικά και μαχητικά που έφτασαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την κυρίαρχη τάξη, που έβαλαν –όπως το εννοούσαν– το αίτημα για μια μεγάλη «αλλαγή», για μια άλλη κοινωνία.

Παντού στην ηγεσία αυτών των κινημάτων ήταν –λόγω των δεσμών που είχαν με τα εργατικά κινήματα– Κομουνιστικά Κόμματα που όμως δεν ήθελαν να βάλουν το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Πάντα άνοιγε ο δρόμος για μια ριζική αλλαγή ή και για τη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά γι’ αυτά τα κόμματα η στιγμή «δεν ήταν ώριμη» και τα καθήκοντα ήταν διαφορετικά.

Στο ίδιο διάστημα, οι «από πάνω» έβρισκαν το χρόνο για να ανασυνταχθούν και να επαναθεμελιώσουν την εξουσία τους. Πάλι ανάλογα με τις συνθήκες, αυτό γινόταν με σφαγές των κινημάτων και της Αριστεράς ή με πιο «ομαλούς» τρόπους. Σ’ αυτό το άρθρο θα καταπιαστούμε με κάποιες από αυτές τις μεγάλες «στιγμές», τις μεγάλες ευκαιρίες που δεν είχαν το νικηφόρο τέλος που τους άξιζε.

Ξεκινάμε, εξηγώντας τι έλεγε η τακτική των Λαϊκών Μετώπων, πώς και γιατί επικράτησε.
 

Η τακτική των Λαϊκών Μετώπων

Η τακτική των Λαϊκών Μετώπων αποφασίστηκε επίσημα στο 7ο συνέδριο της 3ης Διεθνούς το Μάρτη του 1935, αλλά είχε αρχίσει από πιο νωρίς να είναι η γραμμή των Κομουνιστικών Κομμάτων. Ήταν η εποχή που η Μεγάλη Ύφεση του 1929 είχε περάσει τον Ατλαντικό και χτυπούσε τις χώρες της Ευρώπης.

Οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονταν και όλα έδειχναν ότι ένας δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ετοιμαζόταν. Στη Γερμανία το ναζιστικό κράτος ήταν γεγονός. Στη Ρωσία η σταλινική αντεπανάσταση είχε επικρατήσει. Η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» καθόριζε τα όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της Ρωσίας, την εξωτερική πολιτική του ΚΚΣΕ και υπαγόρευε τις αποφάσεις στην Κομιντέρν.

Από το 1928 ως το 1934 η πολιτική της σταλινικής ηγεσίας της Κομιντέρν ήταν αυτή της λεγόμενης «τρίτης περιόδου». Σύμφωνα με αυτήν ο καπιταλισμός βρισκόταν στην τρίτη και τελευταία περίοδό του και η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν άμεσο καθήκον. Όποιος δεν ενστερνιζόταν αυτές τις εκτιμήσεις ήταν «αντικειμενικά ή υποκειμενικά» όργανο του ταξικού εχθρού και χαρακτηριζόταν σοσιαλφασίστας ή τροτσκιστοφασίστας. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής ήταν τραγικά: Ήττα των ισχυρών κομουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων από τους Ναζί στη Γερμανία, απομόνωση των ΚΚ από την εργατική βάση των Σοσιαλιστικών Κομμάτων.

 

Μετά το 1934 ο ακραίος σεχταρισμός αντικαταστάθηκε από τη δεξιά τακτική των Λαϊκών Μετώπων. Αυτή όριζε συνεργασία ακόμα και με αστικά κόμματα για να εμποδιστεί –τάχα– ο πόλεμος. Η σοσιαλιστική επανάσταση, όχι μόνο σταμάτησε να είναι στην ημερήσια διάταξη, αλλά έπρεπε να προκύψει μετά από στάδια. Στο πρώτο θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν μισοφεουδαρχικά υπολείμματα, οι αδύναμες καπιταλιστικές οικονομίες να ξεπεράσουν την «εξάρτηση» από τις ισχυρότερες, να υπάρξει μια «δημοκρατική» ανάπτυξη του καπιταλισμού και μετά κάποτε θα ερχόταν η ώρα του σοσιαλισμού.

Η πολιτική ταίριαζε απόλυτα με τα διπλωματικά συμφέροντα της τότε ΕΣΣΔ. Ο Χίτλερ προετοιμαζόταν για πόλεμο και ο Στάλιν αναζητούσε στρατιωτικές συμμαχίες με τις τότε κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρώπης: τη Βρετανία και τη Γαλλία.

Ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις της Μόσχας, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αντιδρούσαν στον ακραίο σεχταρισμό της «τρίτης περιόδου». Η νίκη του Χίτλερ μέσα στη Γερμανία και η ενίσχυση φασιστικών κομμάτων σε άλλες χώρες δημιουργούσαν ένα ισχυρό ρεύμα υπέρ της ενότητας μέσα στις τάξεις του εργατικού κινήματος. Τα Κομουνιστικά Κόμματα, που είχαν βάση μέσα στην εργατική τάξη, δέχονταν την πίεση της ενωτικής διάθεσης.

Σε αυτά τα γεγονότα πάτησε η πολιτική των Λαϊκών Μετώπων, χωρίς να γίνεται αντιληπτό –εκτός από το «μέτωπο» και την επιθυμία για συγκέντρωση δυνάμεων– πως δεν είχε τίποτα κοινό με την τακτική του Ενιαίου Μετώπου. Το 3ο και το 4ο συνέδριο της 3ης Διεθνούς της εποχής του Λένιν και του Τρότσκι είχαν προσδιορίσει το περιεχόμενο και τους στόχους της. Δεν ήταν μια πολιτική ταξικής συνεργασίας και πλατιών συμμαχιών με αστικά κόμματα. Γιατί σε κάθε στιγμή τα συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι διαμετρικά αντίθετα με εκείνα της αστικής τάξης. Η ενότητα στη δράση αφορούσε στους εργαζόμενους, στην ανάγκη να απαντήσουν στις επιθέσεις που δέχονται από την κυρίαρχη τάξη. Είχε σαν στόχο την ανάπτυξη των αγώνων και ταυτόχρονα το κέρδισμα των εργαζομένων από τις ρεφορμιστικές ιδέες στη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Γι’ αυτό και απαιτούσε την πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια των ΚΚ. Δεν ήταν ούτε η πολιτική της συγκράτησης των εργατικών αγώνων, ούτε ο αυτοπεριορισμός των ΚΚ σε μια κατάσταση ιδεολογικής και πολιτικής «υποτέλειας».
 

Γαλλία 1936: Οι καταλήψεις των εργοστασίων και το Λαϊκό Μέτωπο

Το 1936 οι δυνατότητες για μια εργατική επανάσταση που θα μπορούσε να απλωθεί σε όλη την Ευρώπη και να βάλει φραγμό στο φασισμό και τον πόλεμο ήταν υπαρκτές. Η ισπανική επανάσταση ήταν η κορυφαία έκφρασή τους. Δεν ήταν το μόνο μεγάλο γεγονός. Το κύμα των εργοστασιακών καταλήψεων στη Γαλλία το 1936 έχει ξεχωριστή θέση.
Το 1931 βρήκε τη Γαλλία βυθισμένη στην οικονομική κρίση. Ανεργία, κλεισίματα εργοστασίων, πτώση των πραγματικών μισθών, κατάρρευση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Η οικονομική κρίση εξελισσόταν σε βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Croix de Feu, μια φασιστική οργάνωση, χρησιμοποιώντας εθνικιστική και αντικοινοβουλευτική προπαγάνδα, στήνοντας παραστρατιωτικές ομάδες και έχοντας την οικονομική στήριξη αρκετών μεγαλοκαπιταλιστών, κέρδιζε έδαφος.

Τα κόμματα που είχαν ισχυρή επιρροή στην εργατική τάξη ήταν το Σοσιαλιστικό (SFIO) και το Κομουνιστικό (PCF). Ενιαία εργατική συνομοσπονδία δεν υπήρχε. Το ΣΚ έλεγχε την CGT και το ΚΚ την CGT-U. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα μιλούσε για τη «μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία», αλλά στην πράξη η αντιπολίτευσή του ήταν τόσο υποτονική, που η ηγεσία του συχνά βρισκόταν αντιμέτωπη με την οργή μελών και οπαδών του. Το Κομουνιστικό Κόμμα και η CGT-U ακολουθούσαν πιστά τη γραμμή της «τρίτης περιόδου».

Στις 6 Φλεβάρη του 1934 οι φασιστικές οργανώσεις οργάνωσαν επίθεση στη βουλή. Ακολούθησε σκληρή σύγκρουση που κατέληξε σε 13 νεκρούς και 300 σοβαρά τραυματισμένους. Η απαίτηση του κόσμου να γίνει κάτι ενάντια στους φασίστες γιγαντώθηκε. Η σοσιαλδημοκρατική ομοσπονδία CGT αναγκάστηκε να καλέσει σε μαζική απεργία και διαδήλωση στις 12 Φλεβάρη. Η κομουνιστική CGT-U, μετά από μια οξεία αντιπαράθεση στην κορυφή της, υιοθέτησε το κάλεσμα. Η απεργία είχε τεράστια συμμετοχή, νεκρώνοντας τα πάντα. Στο Παρίσι οι ξεχωριστές διαδηλώσεις των δύο οργανώσεων τελικά ενώθηκαν.

Η πίεση για ενιαίο μέτωπο αυξήθηκε. Διστακτικά η ηγεσία του ΚΚΓ άρχισε να «στρίβει», έχοντας και την έγκριση του Στάλιν. Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος δεχόταν και αυτή πίεση από τη βάση της. Τον Ιούλη του 1934 τα δύο κόμματα υπέγραψαν κοινό σύμφωνο. Λίγο μετά ξεκίνησαν συνομιλίες για την ένωση των εργατικών συνομοσπονδιών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το αντιφασιστικό μέτωπο αφορούσε κόμματα που είχαν δεσμούς με την εργατική τάξη, που αναφέρονταν –με όποιο τρόπο το έκαναν– στα δικά της ταξικά συμφέροντα και το σοσιαλισμό.

Όμως τον Οκτώβρη ο Μορίς Τορέζ –ο γενικός γραμματέας του ΚΚΓ– πρότεινε τη συμμετοχή των Ριζοσπαστών, του κύριου αστικού κόμματος του κέντρου, και κάποιων μικρότερων ομάδων.

Έτσι γεννήθηκε το Λαϊκό Μέτωπο, εγκαινιάζοντας την τακτική εκλογικών και όχι μόνο συμμαχιών, με περιεχόμενο ένα αόριστο προοδευτικό πρόγραμμα, το οποίο, ανεξάρτητα από φρασεολογία και παραλλαγές, στο κέντρο του είχε τα συμφέροντα της «χώρας» και όχι των εργατών. Στις εκλογές που έγιναν τον Απρίλη-Μάη 1936 (δύο γύροι), το Λαϊκό Μέτωπο κέρδισε εύκολα τις εκλογές.

Το σοσιαλιστικό και το κομουνιστικό κόμμα αύξησαν τις ψήφους τους. Οι Ριζοσπάστες, όπως και η Δεξιά, έχασαν έδαφος. Πρωθυπουργός έγινε ο πρόεδρος του ΣΚ, Λεόν Μπλουμ. Το ΚΚΓ δεν πήρε υπουργεία, για να μην τρομάξουν οι αστοί σύμμαχοι, αλλά και να μπορεί να παίζει το ρόλο της συγκράτησης των αγώνων. Κάτι που χρειάστηκε σύντομα, όταν οι ηγέτες του Λαϊκού Μετώπου βρέθηκαν μπροστά σε εξελίξεις που δεν περίμεναν.

Οι εργάτες θεώρησαν, σωστά, την εκλογική επιτυχία δική τους νίκη και, με την αυτοπεποίθηση που τους έδωσε, προχώρησαν γρήγορα για να επιβάλλουν τις διεκδικήσεις τους. Ο Ιούνης του ’36 ήταν ο μήνας της μεγάλης έκρηξης των απεργιών και των καταλήψεων. Αυτό το κύμα ξεκίνησε από τη μεταλλοβιομηχανία Λατεκοέρ στην Τουλούζ, ακολούθησαν τα εργοστάσια της χαλυβουργίας στη Λυόν και στο τέλος του μήνα 35.000 εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο της Ρενό στα περίχωρα του Παρισιού. Σύντομα και αλλού ανοργάνωτοι εργάτες, χωρίς προηγούμενη εμπειρία, κατέλαβαν το χώρο δουλειάς τους. Τα αιτήματα στην αρχή ήταν οι αυξήσεις στους μισθούς και το σταμάτημα των απολύσεων. Γρήγορα όμως το κύμα των καταλήψεων έβαλε αιτήματα για εργατικό έλεγχο και κρατικοποιήσεις, απαιτώντας ριζικές αλλαγές.

Ο Τρότσκι, παρακολουθώντας τα γεγονότα, έγραφε: «Τα πάντα είναι δυνατόν να γίνουν». Ήταν η ώρα που ένα επαναστατικό κόμμα θα γενίκευε τους αγώνες των εργατών με στόχο την εργατική εξουσία. Όμως το Γαλλικό ΚΚ δεν ήταν πλέον ένα επαναστατικό κόμμα. Τη στιγμή που η αστική τάξη ήταν τρομοκρατημένη, η «L’ Humanite»,  η εφημερίδα του ΚΚΓ, έγραφε: «Το κύμα των απεργιών μπορεί να σταματήσει πολύ γρήγορα, αν υπάρξει μεγαλύτερη κατανόηση από την εργοδοσία, έτσι ώστε να μη συνεχιστούν τα προβλήματα στην παραγωγική διαδικασία». Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου έβγαζε τη μία ανακοίνωση μετά την άλλη, με τις οποίες υποσχόταν ότι θα ικανοποιηθούν τα αιτήματα.

Οι εργάτες συνέχισαν να απεργούν, οι καταλήψεις δεν σταματούσαν. Κάτω από αυτή την πίεση, υπογράφηκε η συμφωνία της Ματινιόν. Αυτή προέβλεπε αυξήσεις και αναγνώριση των συνδικάτων και των εκπροσώπων τους σε κάθε εργοστάσιο, νίκες εντυπωσιακές για την εποχή, ενώ για πρώτη φορά στην ιστορία του εργατικού κινήματος κατακτήθηκαν η πληρωμένη άδεια για διακοπές και η βδομάδα των 40 εργάσιμων ωρών.

Σε πολλούς χώρους οι εργάτες διεκδικούσαν περισσότερα από αυτά που είχαν υπογραφεί. Το ΚΚΓ, που πριν δυο χρόνια μιλούσε –τελείως άκαιρα– για «επαναστατικούς αγώνες και σοβιέτ παντού», θεωρείτο από τους εργάτες, που μόλις είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί, ως το πραγματικό «κόκκινο» κόμμα. Τα μέλη του αυξήθηκαν στις 100.000. Αυτό το κύρος το χρησιμοποίησε για να σταματήσει το κίνημα.

Ο Τορέζ διακήρυξε: «Αυτή τη στιγμή δεν μπαίνει θέμα για την εργατική τάξη και το κόμμα να διεκδικήσει την εξουσία… Πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κλείνουμε μια απεργία, όταν τα αιτήματά της έχουν ικανοποιηθεί. Όμως, ακόμα περισσότερο πρέπει να γνωρίζουμε πώς να δεχόμαστε ένα συμβιβασμό, έστω και αν δεν έχουν ικανοποιηθεί όλα τα αιτήματα».

Το απεργιακό κύμα υποχώρησε. Οι διάφοροι θεσμοί και επιτροπές διαιτησίας εμπόδισαν τις συλλογικές συμβάσεις και η συμφωνία της Ματινιόν μεταφράστηκε όπως συνέφερε την εργοδοσία. Η αστική τάξη ανέκτησε τις δυνάμεις της και σε αυτό η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου έδωσε πολύτιμη βοήθεια. Η οικονομική πολιτική της εξάλειψε τις κατακτήσεις του Ιούνη του 1936. Οι συνεχείς υποτιμήσεις του φράγκου –στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας»– οδήγησαν το 1938 τις λιανικές τιμές να είναι κατά 47% υψηλότερες απ’ τις αντίστοιχες του 1936. Παράλληλα υλοποίησε ένα τεράστιο πρόγραμμα εξοπλισμών, αφαιρώντας κάθε πόρο για κοινωνικές δαπάνες. Νωρίτερα το ΚΚΓ είχε προτείνει ένα γαλλικό μέτωπο με τη συμμετοχή του κάθε αντιγερμανού που άφηνε, στο όνομα της άμυνας της πατρίδας, τα περιθώρια για ακόμα πλατύτερες συνεργασίες.

Οι απολύσεις και οι διαθεσιμότητες εργατών βρέθηκαν στην ημερήσια διάταξη. Ο Μπλουμ, για να ικανοποιήσει τη δεξιά, έφτασε να καταστέλλει διαδηλώσεις της Αριστεράς ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις. Ακόμα χειρότερα, η κυβέρνηση αρνήθηκε να βοηθήσει με εξοπλισμό την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Ισπανίας και την επανάσταση που είχε ήδη ξεσπάσει.

Η αστική τάξη όμως δεν ήταν ικανοποιημένη. Τελικά κατόρθωσε να οδηγήσει σε πτώση την κυβέρνηση Μπλουμ τον Ιούνη του 1937. Οι εργάτες αντιμετώπισαν με αδιαφορία την πτώση της κυβέρνησής «τους». Ακολούθησαν διάφορες κυβερνήσεις Ριζοσπαστών και Σοσιαλιστικών και στο τέλος κυβερνήσεις με τη συμμετοχή της Δεξιάς, η οποία πήρε και την ψήφο εμπιστοσύνης των Κομουνιστών.

Οι εργάτες προσπάθησαν να αντισταθούν στην αντεπίθεση των αφεντικών. Όμως επειδή το προηγούμενο διάστημα οι ηγεσίες τους είχαν αποφύγει κάθε σύγκρουση, η κούραση και η σύγχυση είχαν διαπεράσει τις γραμμές τους.
Η CGT αναγκάστηκε να κηρύξει απεργία στις 30 Νοέμβρη 1938, ορίζοντας όμως ότι δεν θα γίνουν καταλήψεις και διαδηλώσεις. Αυτή ήταν μια μεγάλη αποτυχία που είχε σαν αποτέλεσμα ταπεινώσεις και διώξεις για τους πιο ενεργούς εργάτες. Λίγο νωρίτερα το ΚΚΓ είχε αποσύρει την εμπιστοσύνη του στην τότε κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, γιατί είχαν αλλάξει οι συμμαχίες της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1939, μια ημιφασιστική κυβέρνηση, πατώντας στους συμβιβασμούς και τα ξεπουλήματα της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, κήρυξε εκτός νόμου το ΚΚΓ.
 

Η δεκαετία του ’30 στην Ελλάδα

Όσοι αναφέρονται στο ΕΑΜ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξεχνούν πολλά. Ξεχνούν σε ποιους παράγοντες πάτησε η γιγάντωσή του. Ξεχνούν επίσης ποια πολιτική οδήγησε σε ήττα την Αντίσταση, την «επανάσταση που χάθηκε». Πολλές από τις απαντήσεις βρίσκονται στα όσα εξελίχθηκαν στη δεκαετία του ’30.

Το 1932 το εργατικό κίνημα αρχίζει να αναρρώνει. Η εργατική τάξη μεγαλώνει και ξαναβρίσκει την αυτοπεποίθησή της. Οι απεργίες και διαδηλώσεις πληθαίνουν. Το 1932 γίνονται 199 απεργίες, με συμμετοχή 80.000 εργατών. Το 1934 έγιναν περίπου 400 απεργίες και 10 αγροτικές κινητοποιήσεις. Συμμετείχαν πάνω από 150.000 εργάτες και αγρότες. Νούμερα εντυπωσιακά για τον τότε πληθυσμό. Καπνεργάτες –το «βαρύ πυροβολικό» της εργατικής τάξης εκείνη την εποχή– ναυτεργάτες, σταφιδεργάτες, νηματουργοί. Η Πελοπόννησος σαρώνεται από το κίνημα των αγροτών σταφιδοπαραγωγών. Εκτός από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, το κύμα εξαπλώνεται στην Καβάλα, την Καλαμάτα, το Ηράκλειο Κρήτης.

Οι εργάτες εξεγείρονται ενάντια στα άθλια μεροκάματα και τις εξοντωτικές συνθήκες δουλειάς, οι αγρότες ενάντια στις μεθόδους που τους πνίγουν στα χρέη. Συχνά οι απεργιακοί αγώνες έρχονται σε σύγκρουση με τους μηχανισμούς καταστολής του αστικού κράτους, το στρατό και την αστυνομία.

Αναμφισβήτητα το μεγάλο εργατικό γεγονός είναι ο Μάης του ’36 στη Θεσσαλονίκη. Η απεργία των καπνεργατών ξεκίνησε στις 22 Απρίλη. Οι απεργιακές φρουρές τους χτυπιούνται από την αστυνομία. Σε ένδειξη συμπαράστασης βγαίνουν σε απεργία και άλλοι κλάδοι. Στις 9 Μάη, στη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης, η αστυνομία ανοίγει πυρ και δολοφονεί 12 εργάτες και εργάτριες.

Μετά απ’ αυτό η απεργία απλώνεται σε όλη τη Θεσσαλονίκη, η πόλη περνάει ουσιαστικά στα χέρια της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής. Χρειάστηκε να επιστρατευθεί το Γ’ Σώμα Στρατού, αλλά αυτό που εμπόδισε την «επίσημη κατάλυση των αρχών» ήταν οι πυροσβεστικές παρεμβάσεις των βουλευτών του κόμματος των Φιλελευθέρων και του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ). Οι δολοφονίες υποχρεώνουν τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ να κηρύξουν γενική απεργία στις 13/5.

Όπως υπογραμμίζει ο Δ. Λιβιεράτος: «Στις 13 Μάη 1936, η απεργία είναι γενική και πρωτοφανής για τα ελληνικά χρονικά. Απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και επηρέασε πολύ πλατύτερα στρώματα πληθυσμού από την εργατική τάξη. Η επιτυχία της πανεργατικής απεργίας έδειξε ότι τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης θα μπορούσαν να είναι η απαρχή άλλων εξελίξεων».

Τι ήταν αυτό που εμπόδισε τις άλλες εξελίξεις;

Το ΚΚΕ στα προηγούμενα χρόνια είχε γνωρίσει μεγάλη οργανωτική ανάπτυξη. Η ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου ήταν το γόνιμο έδαφος. Όμως και το ίδιο είχε κάνει μια τεράστια προσπάθεια, επικεντρώνοντας την προσοχή του στο εργατικό κίνημα. Τα μέλη του ήταν στην πρώτη γραμμή των αγώνων του εργατικού κινήματος, είχε κυριολεκτικά δεθεί με αυτό. Όμως αυτές οι επιτυχίες συνοδεύονταν από μια τελείως λάθος στρατηγική.

Στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Γενάρη του 1934, είχε αποφασιστεί ότι η επανάσταση στην Ελλάδα θα είχε αστικό-δημοκρατικό χαρακτήρα και όχι σοσιαλιστικό. Η θεωρία των σταδίων, όριζε τα εξής: Οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για το σοσιαλισμό, η εργατική τάξη έπρεπε πρώτα να εξαλείψει τα «μισοφεουδαρχικά κατάλοιπα» της κοινωνίας, να σπάσει την «εξάρτηση» της εθνικής οικονομίας από το ξένο κεφάλαιο. Αφού γίνονταν και όταν γίνονταν όλα αυτά, θα μπορούσε η εργατική τάξη να διεκδικήσει για λογαριασμό της την εξουσία. Αυτή η στρατηγική όμως χρειαζόταν και την αντίστοιχη τακτική. Έτσι, βρήκε την εφαρμογή της στην τακτική των Λαϊκών Μετώπων.
Οι εκλογές του Γενάρη του 1936 δεν έδωσαν κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Έτσι το «παλλαϊκό μέτωπο», δηλαδή η συμμαχία του ΚΚΕ με τον εαυτό του, έκανε μια συμφωνία με τους Φιλελεύθερους. Το περιβόητο Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα.

Το ΚΚΕ θα ψήφιζε τον βενιζελικό υποψήφιο για πρόεδρο της βουλής και την κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν, με αντάλλαγμα την υλοποίηση ενός μίνιμουμ προγράμματος: μείωση της τιμής του ψωμιού, κατάργηση της προσωποκράτησης για χρέη προς το δημόσιο, κατάργηση του νόμου του Ιδιώνυμου, καταπολέμηση κάθε φασιστικής τάσης. Το πρόγραμμα ήταν τόσο μίνιμουμ, που δύσκολα ξεχώριζε από το πρόγραμμα των Φιλελεύθερων και κυρίως πολύ πίσω από όσα είχε διεκδικήσει και θα μπορούσε να επιβάλει η επέκταση της γενικής απεργίας της Θεσσαλονίκης.

Η κατάληξη ήταν το ίδιο «αποτελεσματική» όπως αυτή του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία. Το ΚΚΕ τήρησε τις υποσχέσεις του και αυτοπεριορίστηκε. Όχι όμως και το Φιλελεύθερο Κόμμα. Η κυβέρνηση, που αναδείχθηκε, είχε αντιπρόεδρο τον Μεταξά με τη στήριξη των Φιλελεύθερων. Ακόμα και τον Ιούνη, ο «μεγάλος αρχηγός» Ν. Ζαχαριάδης επικρότησε δημόσια το Σύμφωνο ως μια θετική εμπειρία που έφραζε το δρόμο για μια δικτατορία.

Στις 4 Αυγούστου ο Μεταξάς ανακήρυξη τη δικτατορία του και ο Ζαχαριάδης βρέθηκε στην εξορία της Ακροναυπλίας μαζί με μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, αλλά και της τροτσκιστικής αντιπολίτευσης. Τα ξερονήσια και οι φυλακές γέμισαν με χιλιάδες αγωνιστές. Ο «γύψος» μπήκε και οι διώξεις της μεταξικής δικτατορίας ακινητοποίησαν το εργατικό και το αγροτικό κίνημα.

Όμως η μαχητικότητα και η ριζοσπαστικοποίηση της δεκαετίας του ’30 άφησε πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη. Στη «μαγιά» αυτή πάτησε το εργατικό ΕΑΜ και έτσι πρόκυψε η μεγάλη συμμετοχή των αγροτών στην Αντίσταση. Ο κεντρικός ρόλος του ΚΚΕ στο ΕΑΜ οφείλεται στην αναγνώριση που είχε κατακτήσει εκείνη την περίοδο. Όμως η στρατηγική και τακτική του καταδίκασε το μεγαλειώδες κίνημα της Αντίστασης σε συντριβή.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος, βασισμένος στη «Διαρκή Επανάσταση» του Τρότσκι και στην παράδοση των Μπολσεβίκων, προειδοποίησε με τα γραπτά του και δυστυχώς επιβεβαιώθηκε.

Το βιβλίο του «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση» παραμένει ακόμα επίκαιρο και βάση για μια μαρξιστική ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και το ρόλο της εργατικής τάξης. Το κείμενό του για τα Λαϊκά Μέτωπα ήταν «προφητικό» για την κατάληξή τους στη Γαλλία, την Ισπανία και την Ελλάδα.
 

Κινήματα αντίστασης. Εθνική ενότητα και παραγωγική ανασυγκρότηση

Η πολιτική των Λαϊκών Μετώπων καθόρισε την εξέλιξη όλων των κινημάτων αντίστασης στην Ευρώπη. Στην Ιταλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο –στην καρδιά του τότε ανεπτυγμένου καπιταλισμού της Ευρώπης– απελευθέρωναν πόλεις από τους ναζί, συγκρούονταν με τον αγγλικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τις «δικές τους» άρχουσες τάξεις. Οι δυνατότητες για μια έκβαση αντίστοιχη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή νίκη των εργατικών επαναστάσεων, ήταν χειροπιαστή. Τα ΚΚ περιόρισαν τους στόχους τους στην κοινοβουλευτική τους ενίσχυση που δήθεν θα βοηθούσε στην «ωρίμανση των συνθηκών». Οι αστικές τάξεις αναγκάστηκαν να τα δεχτούν σε κυβερνήσεις. Όμως, όταν σταθεροποίησαν την κατάσταση προς όφελός τους, τα έδιωξαν.

Χαρακτηριστική των υποχωρήσεων ήταν η φράση του Μ. Τορέζ για τη  συμμετοχή του ΚΚΓ στην «προσωρινή κυβέρνηση» του Ντε Γκολ: «ένα κράτος, μία αστυνομία, ένας στρατός».

Αυτά στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να συμβούν. Η Ελλάδα ήταν ο «αδύναμος κρίκος» στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ο αστικός κρατικός μηχανισμός είχε καταρρεύσει. Η αστική τάξη δεν διέθετε εφεδρείες τύπου Ντε Γκολ. Οι βιομήχανοι φοβόντουσαν να λειτουργήσουν τα εργοστάσιά τους λόγω της «κομουνιστικής απειλής». Χρειάζονταν οπωσδήποτε τα αγγλικά στρατεύματα, όχι γιατί ήταν ξενόδουλοι, αλλά γιατί δεν μπορούσαν αλλιώς να τα βγάλουν πέρα με τη συντριπτική υπεροχή του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Το ΚΚΕ στην ηγεσία αυτού του κινήματος ήταν εγκλωβισμένο σε δύο ισχυρότατες αντιθετικές πιέσεις. Από τη μια ήταν η επιθετικότητα της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών συμμάχων της. Από την άλλη το κίνημα προχωρούσε πολύ, διεκδικώντας να γίνει πραγματικότητα η «λαοκρατία», να μπει «ο λαός στην εξουσία». Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, η συγκρότηση κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και η πολιτική της εθνικής ενότητας που γινόταν πραγματικότητα, προκαλούσαν ανοιχτές αμφισβητήσεις και αντιπαραθέσεις στον κόσμο του ΕΑΜ. Δεν έβρισκαν όμως εναλλακτική διέξοδο, αφού στα αριστερά του ΚΚΕ δεν υπήρχε άλλη οργάνωση.

Μια πτυχή, που δεν είναι τόσο γνωστή, είναι όσα συνέβησαν το Νοέμβρη του ’44, λίγο πριν από τα «δεκεμβριανά». Η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» πήρε μέτρα για τη σταθεροποίηση της δραχμής. Αυτή ήταν η ευκαιρία για τους βιομήχανους να κατεβάσουν τα μεροκάματα. Οι μισθοί πείνας ίσχυσαν και για το δημόσιο. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο Αλ. Σβώλος, στέλεχος του ΕΑΜ, και Υπουργός Εργασίας ο Μιλ. Πορφυρογένης, στέλεχος του ΚΚΕ. Οι εργάτες αντέδρασαν οργανώνοντας καθημερινά πορείες από τα εργοστάσια στο κέντρο της Αθήνας. Ο Β. Μπαρτζιώτας, γραμματέας τότε της ΚΟΑ του ΚΚΕ, περιγράφει: «Δεκάδες χιλιάδες εργάτες περνούσαν έξω από τα γραφεία… τέτοιες δυσκολίες περνούσαμε τότε».

Ο Κ. Θέος, επικεφαλής της ΓΣΕΕ, στέλεχος και αυτός του ΚΚΕ, προσπαθούσε να υποστηρίξει τη νομισματική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης. Διαβεβαίωνε ότι «ο εργατικός κόσμος είναι έτοιμος να συμβάλει με όλες του τις δυνάμεις στην ανασυγκρότηση», ότι ο αγώνας ενάντια στην κατοχή «δεν είχε σαν επιδίωξη να κάνει προνομιούχο τάξη την εργατική». Οι εργάτες πάντως δεν περίμεναν. Με τη στήριξη των σωματείων τους, καταλάμβαναν και έβαζαν μπροστά κλειστά εργοστάσια, συνεχίζοντας τις διαδηλώσεις τους για τα μεροκάματά τους. Έτσι, στα τέλη του Νοέμβρη ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε μια χλιαρή κριτική για τα μέτρα και η εφημερίδα του ΕΑΜ, η «Ελεύθερη Ελλάδα», απείλησε με επίταξη εργοστασίων.

Για πολλά χρόνια μετά, το ΚΚΕ συνέχισε να βάζει σαν στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Το βιβλίο του Α. Μπάτση για τη βαριά βιομηχανία ήταν «ευαγγέλιο» για τους αριστερούς και το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΔΑ.

Ούτε τότε η Αριστερά είχε και πολύ περισσότερο σήμερα δεν έχει τον παραμικρό λόγο να βάζει στον εαυτό της τέτοια καθήκοντα.

 

Κεντροαριστερά

Η τελευταία φορά που η τακτική των Λαϊκών Μετώπων δοκιμάστηκε και οδήγησε σε τραγική ήττα ήταν η Χιλή του ’71-’73. Η κυβέρνηση «Λαϊκής Ενότητας», με πρωθυπουργό τον Σαλβαδόρ Αλιέντε, ήταν μια συμμαχία του Σοσιαλιστικού, του Κομουνιστικού και άλλων μικρότερων κομμάτων. Μετά από δύο χρόνια με σκληρές ταξικές και πολιτικές μάχες –απεργίες, καταλήψεις, λοκ-άουτ, εκλογές– το πείραμα του ειρηνικού δρόμου για το σοσιαλισμό έληξε με ένα αιματηρό πραξικόπημα.

Το τεράστιο λαϊκό κίνημα είχε φτάσει να στήνει μορφές δυαδικής εξουσίας. Η μεγάλη ευκαιρία χάθηκε, όχι γιατί η κυβέρνηση της Αριστεράς προχώρησε πολύ, αλλά γιατί προχώρησε λίγο. Το ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα έβγαλαν τα κόμματα του ρεύματος του ευρωκομουνισμού. Με «πρωτοπόρο» το Ιταλικό ΚΚ, κήρυξαν την πολιτική του «ιστορικού συμβιβασμού». Συμμετείχαν σε κυβερνήσεις, μπήκαν και αυτά στον «κόπο» της παραγωγικής ανασυγκρότησης, καταλήγοντας να στηρίζουν προγράμματα λιτότητας.

Η εικόνα της σημερινής ιταλικής Αριστεράς ξεκινά από τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση εκείνης της περιόδου.
Στη Γαλλία του ’81 το κοινό σύμφωνο του Σοσιαλιστικού-Κομουνιστικού Κόμματος, αν και έκφραζε την επιθυμία του κινήματος για αλλαγή, γρήγορα έγινε πρόγραμμα νεοφιλελευθερισμού. Το ΚΚΓ έγινε συνώνυμο της κεντροαριστεράς και της αποτυχίας της.

Στην Ελλάδα τα δύο ΚΚ –το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ.– εφάρμοσαν τη λογική των σταδίων με διαφορετικές εκδοχές. Τελικά το 1989, ως Ενιαίος Συνασπισμός, ανέλαβαν το καθήκον της «κάθαρσης» των σκανδάλων, σχηματίζοντας κυβερνήσεις συνεργασίας με τη Δεξιά και αργότερα με το ΠΑΣΟΚ.
 

Σήμερα

Η πίεση για τη δημιουργία μετώπου, ώστε να αντιμετωπιστεί η ακραία επίθεση που οργανώνουν κυρίαρχη τάξη, ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ, είναι πραγματικά ισχυρή. Έγινε ισχυρότερη μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου, που κατανοήθηκε από τους εργαζόμενους, και σωστά, ως το «μαύρο μέτωπο» των από πάνω.

Η ενότητα στη δράση είναι αυτονόητο καθήκον για όποιον θέλει να παλέψει πραγματικά.

Αυτό δεν σημαίνει τη διάχυση σε πλατιά μέτωπα που δήθεν θα φέρουν πιο γρήγορα αποτελέσματα.  Η οδυνηρή εμπειρία των Λαϊκών Μετώπων μας βοηθά να απαντήσουμε στα δύσκολα ζητήματα τακτικής. Η Αριστερά οφείλει να κάνει τις επιλογές της, παίρνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, το συγκεκριμένο συσχετισμό, παραμένοντας όμως προσηλωμένη στο στόχο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και του σοσιαλισμού. Σήμερα, στη βαθιά διεθνή κρίση του αναπτυγμένου καπιταλισμού, αυτό δεν μπορεί να μπαίνει σε αμφισβήτηση.

Η Αριστερά οφείλει να θεωρεί τον εαυτό της δεσμευμένο στα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Σε ένα πρόγραμμα πάλης που θα εξασφαλίζει πόρους για την ανακούφιση των εργαζομένων και των φτωχών στρωμάτων, χωρίς μεν και αλλά.

Οφείλει να θυμάται και να υπογραμμίζει σε όλους τους τόνους ότι οι προηγούμενες επιτυχίες της «χώρας», δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού  –η ΟΝΕ, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, οι επενδύσεις στα Βαλκάνια– πάτησαν στην εκμετάλλευση και τις σκληρές θυσίες των εργαζομένων. Ότι θα κάνει καθετί που περνά από το χέρι της, για να πληρώσουν την κρίση αυτοί που τη δημιούργησαν: οι καπιταλιστές.

Τέλος, στην επιλογή των πολιτικών συμμαχιών της πρέπει να παίρνει υπόψη της ποιοι μίλησαν και αντιστάθηκαν έγκαιρα, γιατί η σημερινή καταστροφή προετοιμαζόταν χρόνια από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Με βάση αυτά τα κριτήρια πρέπει να απορριφθούν και το αντικατοχικό μέτωπο που προτείνουν δυνάμεις της Αριστεράς και το αντιμνημονιακό όπως το ορίζει η ηγεσία του ΣΥΝ. Και μαζί τους, τα αντιτροϊκανά ή αντιμνημονιακά στάδια της «εθνικής ανασυγκρότησης» ή της «αναθέρμανσης της οικονομίας» που μένουν πολύ πίσω από τις απαιτήσεις και δυνατότητες του εργατικού κινήματος.

Τα αιτήματα που απαντούν στις σημερινές ανάγκες και ανοίγουν το δρόμο για την κοινωνική απελευθέρωση και το σοσιαλισμό, μπορούν να στηριχθούν μόνο στη συμπαράταξη της Αριστεράς. Παρά τις υπαρκτές δυσκολίες για τη συγκρότησή της, είναι το μόνο μέτωπο που μπορεί να απαντήσει στο πραγματικό διακύβευμα της εποχής μας: Το «ή εμείς ή αυτοί».
 

Βιβλιογραφία

1. Ντάνκαν Χάλας: «Κομιντέρν», εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία.
2. Δημ. Λιβιεράτου: «Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα, 1932-1936»,  εκδόσεις Κομμούνα.
3. Παντελή Πουλιόπουλου: «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα».
4. Παντελή Πουλιόπουλου: «Τα Λαϊκά Μέτωπα και η προλεταριακή πολιτική».
5. Βασ. Μπαρτζιώτα: «Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
6. Γ. Κουκουλέ: «Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι ξένες επεμβάσεις», εκδόσεις Οδυσσέας.
7. Λέανδρου Μπόλαρη: «Αντίσταση, η επανάσταση που χάθηκε», εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.
8. Εφημερίδα «Εργατική Αριστερά», φύλλα 243, 253, 256, 260.
9. Περιοδικό «Διεθνιστική Αριστερά», τεύχη 14,15,18.