Το κυνήγι της «πειρατείας» από τις βιομηχανίες παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού, αλλά και λογισμικού, δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πεδίο στο οποίο διεξάγεται η «μάχη» και το οποίο δεν είναι άλλο από το διαδίκτυο, αλλά και τα όπλα που χρησιμοποιούνται, νομικά και τεχνολογικά. Οι επιχειρούμενες παρεμβάσεις, τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τις ίδιες τις εταιρείες, στoχεύουν, όπως ισχυρίζονται, στην αποκατάσταση της τάξης και την προστασία της πνευματικής δημιουργίας, ενώ παράλληλα ανοίγουν πόλεμο στα δικαιώματα των χρηστών και στην ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφορία. Το παρόν άρθρο προσπαθεί να πάρει θέση στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί.

Ορισμοί και ιστορία

Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με αυτό που ονομάζεται πνευματική ιδιοκτησία και συγκεκριμένα με το copyright (πνευματικά δικαιώματα) και τις πατέντες (διπλώματα ευρεσιτεχνίας)[1]. Οι δύο παραπάνω μορφές πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν αντικείμενο διαμάχης και αντιπαραθέσεων. Διαφέρουν μεταξύ τους στο εύρος της κάλυψης την οποία παρέχουν. Οι πατέντες ισχύουν για συγκεκριμένες εφαρμογές μιας ιδέας και παρέχουν μια ευρεία κάλυψη. Κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την ίδια ιδέα ακόμα και αν την ανακαλύψει ανεξάρτητα, χωρίς άδεια από τον κάτοχό της, ενώ ο χρόνος που διαρκεί μια πατέντα είναι στις περισσότερες χώρες 20 χρόνια.

Το copyright είναι στενότερο, προστατεύοντας μόνο τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες μιας αφήγησης (ενός βιβλίου, μουσικού έργου, κινηματογραφικής ταινίας κ.λπ.). Επίσης έχει μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος από τις πατέντες, η οποία είναι ίση με τη διάρκεια της ζωής του δημιουργού συν 50 χρόνια, ενώ για τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχει επεκταθεί κατά 20 ακόμα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί στα πνευματικά δικαιώματα που δεν ισχύουν στις πατέντες και επιτρέπουν τη μερική αντιγραφή και μεταπώληση των έργων, ακόμα και χωρίς την άδεια του κατόχου των δικαιωμάτων, αν πρόκειται για «δίκαια χρήση»[2].

Η ιδέα των πατεντών δεν είναι καινούργια. Οι ρίζες τους βρίσκονται στις βασιλικές «litterae patentes» (ανοιχτές επιστολές), οι οποίες παραχωρούσαν αποκλειστικά δικαιώματα σε ορισμένους. Οι αστικές κυβερνήσεις τελικά πήραν τη θέση των μοναρχών και η νομοθεσία για τις πατέντες εξελίχθηκε με το χρόνο, αλλά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, που ορίζουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δεν έχουν αλλάξει.

Συνοπτικά, ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι ένα μονοπώλιο που παραχωρείται για περιορισμένο χρόνο από μια κυβέρνηση στο όνομα των πολιτών της.

Η δημιουργία του μορφώματος των πνευματικών δικαιωμάτων και η νομική τους προστασία είναι σχετικά πρόσφατη και ανάγεται στο 18ο αιώνα. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κάποια προνόμια και παλαιότερα, αυτά αφορούσαν την προστασία του τυπογράφου (προστασία της οικονομικής επένδυσης) από ανατυπώσεις φιλολογικών και μουσικών έργων από τρίτους και όχι την προστασία του δημιουργού. Πρώτος νόμος που αναγνώρισε δικαίωμα στο δημιουργό ήταν ο αγγλικός «Act for the Encouragement of Learning, by vesting the Copies of Printed Books in the Authors or purchasers of such Copies, during the Times therein mentioned» (Act 8 Anne C 19) του 1709, ο οποίος απένειμε αποκλειστικό δικαίωμα στο δημιουργό επί του έργου του, διάρκειας 14 ετών από τη δημοσίευση του έργου, με δυνατότητα παράτασης για άλλα τόσα, εφόσον ζούσε ακόμη. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο δημιουργός αποκτά θεμελιώδες δικαίωμα στο έργο του, το οποίο ο νόμος οφείλει να προστατεύσει. Ως συνέπεια αυτής της αντίληψης θεσπίστηκαν δύο νόμοι το 1791 και το 1793 αντίστοιχα. Στη συνέχεια, κατά το 19ο αιώνα υιοθετήθηκαν σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη συναφείς νομοθεσίες, ενώ πολλοί (κυρίως Γάλλοι) διανοούμενοι και λογοτέχνες κατέβαλαν προσπάθειες ενίσχυσης και εμπέδωσης του θεσμού. Η διεθνής αυτή τάση αναγνώρισης και προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας οδήγησε το 1886 στην υπογραφή της Διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης, καθιστώντας την πνευματική ιδιοκτησία αντικείμενο διεθνούς προστασίας[3].

Η νομοθεσία για την πνευματική ιδιοκτησία δημιουργεί μονοπώλια πάνω στις ιδέες. Σύμφωνα με τους υπερασπιστές της, αυτό είναι ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου να υπάρχει κίνητρο για τη δημιουργία και την καινοτομία. Είναι όμως έτσι; Από την άλλη υπάρχει το ζήτημα της πρόσβασης για την κοινωνία στη γνώση και την πνευματική δημιουργία. Εξασφαλίζεται αυτή με τους νόμους της πνευματικής ιδιοκτησίας και, αν όχι, με ποιο κόστος. Όμως αυτά θα τα δούμε στη συνέχεια.

Δημιουργία του διαδικτύου

Το διαδίκτυο έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε, διαβάζουμε, ενημερωνόμαστε. Ακόμα και αυτό το άρθρο θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να γραφτεί χωρίς αυτή τη δυνατότητα συγκέντρωσης πηγών, ειδήσεων και διαφορετικών απόψεων γύρω από το θέμα, με άμεσο τρόπο. Πρόκειται σίγουρα για μια καινοτομία ή για την ακρίβεια για ένα σύνολο καινοτομιών. Και όμως, τι ρόλο έπαιξε η νομοθεσία για την πνευματική ιδιοκτησία στα πρώτα και αλματώδη βήματα της δημιουργίας του;

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με πόρους του προγράμματος ARPA (Advanced Research Project Agency) του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, δημιουργείται το πρώτο δίκτυο με σκοπό να συνδέσει το υπουργείο με στρατιωτικούς ερευνητικούς οργανισμούς και να αποτελέσει ένα πείραμα για τη μελέτη της αξιόπιστης λειτουργίας των δικτύων. Σε αυτή τη φάση δημιουργείται μια νέα τεχνολογία, γνωστή σαν μεταγωγή πακέτων (packet switching), σύμφωνα με την οποία τα προς μετάδοση δεδομένα κόβονται σε πακέτα και πολλοί χρήστες μπορούν να μοιραστούν την ίδια επικοινωνιακή γραμμή. Το παραπάνω σύστημα θα επέτρεπε σε υπολογιστές να μοιράζονται δεδομένα και σε ερευνητές να υλοποιήσουν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Τη δεκαετία του ’70 και προκειμένου να ξεπεραστούν οι διαφορετικοί τρόποι που χρησιμοποιεί κάθε δίκτυο για να διακινεί τα δεδομένα του, δημιουργείται ένα νέο πρωτόκολλο, το Internet Protocol (IP-Πρωτόκολλο Διαδικτύωσης), από τo οποίo θα πάρει αργότερα το όνομά του το Internet. Επίσης, σχεδιάζεται μια άλλη τεχνική για τον έλεγχο της μετάδοσης των δεδομένων, το Transmission Control Protocol (TCP-Πρωτόκολλο Ελέγχου Μετάδοσης)[4].

Το πρωτόκολλο TCP/IP (δηλ. ο συνδυασμός των TCP και IP) αποτελεί ακόμη και σήμερα τη βάση του διαδικτύου. Η έκδοση του λειτουργικού συστήματος Berkeley UNIX, το οποίο περιλαμβάνει το TCP/IP, συντέλεσε στη γρήγορη εξάπλωση της διαδικτύωσης των υπολογιστών. Σε αυτά τα πρώτα βήματα της ανάπτυξης του διαδικτύου το χαρακτηριστικό ήταν από τη μία η αδιαφορία για την πνευματική ιδιοκτησία και από την άλλη η υιοθέτηση ανοιχτών προτύπων. Όχι μόνο οι πατέντες δεν έπαιξαν ρόλο σε αυτή την περίοδο, αλλά επίσης ελάχιστο ρόλο έπαιξαν και τα πνευματικά δικαιώματα του λογισμικού που χρησιμοποιούνταν. Παρότι πολλά από τα προγράμματα προστατεύονταν από πνευματικά δικαιώματα, αυτά δεν γίνονταν σεβαστά και οι προγραμματιστές αντέγραφαν, τροποποιούσαν και μοίραζαν τις βελτιωμένες εκδοχές των προγραμμάτων. Και μάλιστα κανείς δεν ενδιαφερόταν να κάνει μηνύσεις για να προστατεύσει την πνευματική του ιδιοκτησία, καθώς αυτό ήταν μια πολλή διαδεδομένη πρακτική. 
Τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης της πληροφορικής και του διαδικτύου αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ότι η πνευματική ιδιοκτησία δεν είναι η αιτία για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Τα γραφικά περιβάλλοντα, τα εικονίδια και τα κουμπιά, οι βάσεις δεδομένων, οι επεξεργαστές κειμένου, οι γλώσσες προγραμματισμού, όλες αυτές οι σημαντικές εφευρέσεις, που συνέβησαν εκείνη την περίοδο, δεν είχαν το πλεονέκτημα της προστασίας της πατέντας. Αν είχε συμβεί αυτό, όπως σίγουρα θα γινόταν αν εφευρίσκονταν σήμερα, η πρόοδος του λογισμικού θα ήταν μηδαμινή. Σύμφωνα με τον Bill Gates, ιδρυτή της Microsoft: «Αν ο κόσμος είχε καταλάβει πόσες πατέντες θα μπορούσαν να έχουν κατοχυρωθεί, όταν οι περισσότερες από τις σημερινές ιδέες ανακαλύφθηκαν, η βιομηχανία λογισμικού σήμερα θα βρισκόταν σε πλήρη στασιμότητα».
Αυτό άρχισε να αλλάζει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και αυτός ήταν ο λόγος ανάπτυξης του ανοιχτού λογισμικού.

Ανοιχτό λογισμικό

Η καλύτερη απόδειξη ότι το copyright και οι πατέντες δεν χρειάζονται για να εξασφαλίσουν την καινοτομία είναι η ύπαρξη ενός μέρους της βιομηχανίας λογισμικού που δεν χρησιμοποιεί κανένα από τα δύο και παρ’ όλα αυτά αναπτύσσεται και κερδίζει. Συχνά αυτό το λογισμικό διανέμεται κάτω από μια άδεια η οποία είναι το αντίθετο του copyright. Στις περισσότερες περιπτώσεις αναγκάζει εκείνους που επιθυμούν να το πουλήσουν να επιτρέπουν στους ανταγωνιστές την αντιγραφή του. Αυτή η άδεια copyleft είναι μια εθελοντική δέσμευση ενάντια στο μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο λόγος είναι απλός. Αν δεν υπάρχει αυτή η δέσμευση, η δημιουργία καινούργιου λογισμικού είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, καθώς θα σκοντάφτει πάνω σε πατέντες τις οποίες έχουν ήδη κατοχυρώσει μεγάλες εταιρείες του χώρου. Όπως το περιγράφει ο Richard Stallman, πρωτοπόρος του Κινήματος του Ελεύθερου Λογισμικού, στο κείμενό του «Πολεμώντας τις πατέντες λογισμικού - Μεμονωμένα και ομαδικά»:

«Οι πατέντες (ή αλλιώς ευρεσιτεχνίες) λογισμικού είναι παρόμοιες με τις νάρκες. Κάθε σχεδιαστική απόφαση κουβαλά το ρίσκο της αντιμετώπισης μιας πατέντας, κάτι που μπορεί να καταστρέψει το έργο σας. Η ανάπτυξη ενός μεγάλου και σύνθετου προγράμματος συνοδεύεται από ένα συνδυασμό πολλών ιδεών, συχνά εκατοντάδων ή χιλιάδων. Σε μια χώρα που υποστηρίζει τις πατέντες λογισμικού, πιθανόν ένα σημαντικό τμήμα των ιδεών του προγράμματός σας να είναι ήδη πατενταρισμένο από διάφορες εταιρείες. Ίσως εκατοντάδες πατέντες να καλύπτουν τμήματα του προγράμματός σας. Σε σχετική έρευνα που διεξήχθη το έτος 2004, βρέθηκαν περίπου 300 αμερικάνικες πατέντες που επικάλυπταν τμήματα ενός μόνο προγράμματος. Είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί μια τέτοιου είδους έρευνα κι έτσι πρόκειται για τη μοναδική»[5]. 

Το αμερικάνικο γραφείο πατεντών εκδίδει περίπου εκατό χιλιάδες πατέντες λογισμικού κάθε χρόνο με παραδείγματα πατεντών όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο, ο αυτόματος ορθογραφικός έλεγχος μιας λέξης μετά την πληκτρολόγηση του space και άλλες συνήθειες των χρηστών των υπολογιστών και του διαδικτύου. Υπάρχουν αρκετές νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ που κατέχουν πατέντες λογισμικού, χωρίς να ασχολούνται με τη δημιουργία προγραμμάτων.

Το ανοιχτό λογισμικό εκτός από απάντηση στην παράνοια των πατεντών λογισμικού, αποτελεί και μια εναλλακτική λύση στο πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη και καινοτομία χωρίς αυτές. Και δεν πρόκειται για κάτι περιορισμένο σε μερικά μόνο πεδία της πληροφορικής. Αντίθετα το εντυπωσιακό με το ανοιχτό λογισμικό είναι το πόσο διαδεδομένο είναι. Όποιος χρησιμοποιεί το internet, είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιεί ανοιχτό λογισμικό. Μπορεί κάποιος να χαρακτηρίζει τον εαυτό του σαν χρήστη Windows ή Macintosh, όμως είναι ταυτόχρονα και χρήστης Linux. Κάθε φορά που κάνει μια αναζήτηση στο Google, το αίτημά του επεξεργάζεται ένα λογισμικό ανοιχτού κώδικα γραμμένο από τον Linus Torvalds. Εκτός αυτού υπάρχουν λειτουργικά συστήματα ανοιχτού κώδικα όπως το GNU/Linux, ενώ ακόμα και ένα σημαντικό μέρος του κώδικα των Macintosh είναι ανοιχτό λογισμικό. Τα πεδία εφαρμογής λογισμικού ανοιχτού κώδικα είναι πολλά. Από βάσεις δεδομένων, γλώσσες προγραμματισμού, λογισμικό εξυπηρετητών διαδικτύου (webservers) μέχρι εφαρμογές γραφείου και λογισμικό για κινητά και φορητές συσκευές.

 

Πνευματικά δικαιώματα

Αν οι πατέντες αποδεικνύεται ότι έχουν καταστροφικές συνέπειες στην έρευνα και την ανάπτυξη, τα πνευματικά δικαιώματα φαίνονται λιγότερο απειλητικά. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι καθόλου έτσι. Όπως και στην περίπτωση των πατεντών, γεννιούνται δύο ερωτήματα: Πρώτο, πόσο προστατεύει τα δικαιώματα των δημιουργών και δεύτερο, και όχι άσχετο από το προηγούμενο, πόσο εξασφαλίζει την ελευθερία πρόσβασης στα πνευματικά έργα.

Πριν από μερικά χρόνια τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη επεκτάθηκε η διάρκεια της ισχύος των πνευματικών δικαιωμάτων κατά 20 ακόμα χρόνια και μάλιστα όχι μόνο για τα καινούργια έργα, αλλά και για τα παλαιότερα. Πόσο ακριβώς ωφέλησε τους δημιουργούς αυτή η επέκταση; Στην πραγματικότητα η οικονομική αξία αυτής της επέκτασης είναι μηδαμινή για τους δημιουργούς που βρίσκονται εν ζωή. Οικονομολόγοι υπολογίζουν τα παραπάνω έσοδα στο αστρονομικό ποσοστό του 0.33%[6].Και όμως αυτό που έχει μικρή αξία για τους δημιουργούς, έχει τεράστια για τις μεγάλες εταιρείες που διαθέτουν τα δικαιώματα για ταινίες, μουσικά τραγούδια ή βιβλία. Μπορούν για μια εικοσαετία ακόμα να κερδοσκοπούν χωρίς να παράγουν ή να προσφέρουν απολύτως τίποτα στην πνευματική παραγωγή. Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα αυτής της νομοθεσίας.

Ένα από τα επιχειρήματα για την επιβολή των πνευματικών δικαιωμάτων είναι ότι επιτρέπει τη διάθεση της πνευματικής δημιουργίας και αυξάνει την πρόσβαση σε αυτά. Πόσο όμως ισχύει αυτό. Η επέκταση της πνευματικής ιδιοκτησίας ακόμα και για τις μεγάλες εταιρείες ενδιαφέρει όσον αφορά τα εμπορικά εκμεταλλεύσιμα έργα, αυτά δηλαδή που πενήντα ή εβδομήντα χρόνια μετά από τη δημιουργία τους εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και να έχουν πωλήσεις. Όμως μαζί με αυτά «κλειδώνονται» στα συρτάρια και χιλιάδες έργα που παρά το γεγονός ότι είναι αξιόλογα και θα μπορούσαν να έχουν εκδοθεί από μικρότερους παραγωγούς δεν φτάνουν σε μας. Σε αυτά τα έργα μπορούν να προστεθούν και τα έργα που έχουν μείνει «ορφανά», δηλαδή δεν είναι δυνατό να βρεθεί ο ιδιοκτήτης των δικαιωμάτων, όμως παρ’ όλα αυτά προστατεύονται από το νόμο και δεν μπορούν να εκδοθούν. Με αυτό τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής δημιουργίας μένει έκτος πρόσβασης.

Προφανώς και οι καλλιτέχνες ή οι δημιουργοί πνευματικού έργου πρέπει με κάποιο τρόπο να πληρωθούν. Όμως εξασφαλίζει αυτό το σύστημα των πνευματικών δικαιωμάτων ότι τα χρήματα πηγαίνουν σε αυτούς και όχι στους μάνατζερ και τις πολυεθνικές; Υπάρχει ένα γεγονός που συχνά παραγνωρίζεται: Ακόμα και οι επιτυχημένοι καλλιτέχνες κερδίζουν μόλις 45.000 δολάρια το χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή οι πολυεθνικές βγάζουν εκατομμύρια από τη δουλειά αυτών των καλλιτεχνών. Μάλιστα σε μια χρονική περίοδο που το κόστος παραγωγής και διάθεσης των πνευματικών έργων πέφτει, αυτό δεν σημαίνει αντίστοιχα και μειώσεις στις τιμές τους. Αυτά είναι τα οφέλη της μονοπωλιακής εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων, που προσφέρουν οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία.

Ομότιμα δίκτυα  και διαμοιρασμός αρχείων

Πόσο συχνό είναι να δανείζει κανείς σε φίλους ένα βιβλίο που του άρεσε; Και αυτός με τη σειρά του σε κάποιον άλλο, μέχρι να έχουν χαθεί τα ίχνη του, όταν το ζητήσει πίσω; Πολύ ωραία όλα αυτά, όμως σύμφωνα με το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία είναι παράνομα. Όλοι αυτοί είναι παράνομοι, γιατί μοιράζονται το ίδιο βιβλίο, αντί να αγοράσουν ένα καινούργιο. Είναι πειρατές και κλέφτες και θα πρέπει να τους απαγγελθούν κατηγορίες. Αν μείνουμε συνεπείς σε αυτή την ιδέα, είναι περίεργο που ανεχόμαστε τις δημόσιες βιβλιοθήκες, όπου οι άνθρωποι ενθαρρύνονται να μοιραστούν το ίδιο αντίτυπο, αντί να αγοράζουν ο καθένας το δικό του. Πρόκειται σίγουρα για μια οργανωμένη μορφή πειρατείας.

Αυτό που έκαναν οι παρέες ή οι βιβλιοθήκες, γίνεται στην εποχή του ίντερνετ με τα ομότιμα δίκτυα ή αλλιώς δίκτυα peer to peer. Πρόκειται για δίκτυα που επιτρέπουν την ανταλλαγή αρχείων μεταξύ των χρηστών μέσω του ίντερνετ. Και παρά το γεγονός ότι ένα μέρος αυτών των αρχείων δεν υπόκειται στους περιορισμούς των νόμων για την πνευματική ιδιοκτησία, ποινικοποιείται η ίδια η χρήση τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της σελίδας του gamato.info που επέτρεπε στους χρήστες να επικοινωνούν μεταξύ τους και να αναζητούν αρχεία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της αστυνομίας «στα πλαίσια του γενικότερου σχεδιασμού για την πάταξη του φαινομένου της «πειρατείας μέσω Διαδικτύου», διενεργήθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε Αθήνα, Λάρισα, Πέλλα και Θεσσαλονίκη, όπου σχηματίστηκαν δικογραφίες για έντεκα (11) ημεδαπούς, από τους οποίους συνελήφθησαν οι έξι (6), κατηγορούμενοι για το Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Στο Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Αθηνών προσήλθε εκπρόσωπος της Εταιρίας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (ΕΠΟE) και υπέβαλλε μήνυση κατά των διαχειριστών ιστοσελίδας, οι οποίοι από κοινού ανέβαζαν (upload) στο ίντερνετ και στη συνέχεια διαμοίραζαν, χωρίς την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων εταιρειών, παράνομο ψηφιακό υλικό (τραγούδια, ταινίες και παιχνίδια) στην ιστοσελίδα «www.gamato.info την οποία και είχαν τη δυνατότητα να τροποποιούν και να υποστηρίζουν τεχνικά».

Είχε προηγηθεί το κλείσιμο μια σειράς τέτοιων δικτύων στο εξωτερικό. Το κλείσιμο του Napster το 2001 ήταν μια πρώτη επίθεση κλίμακας στα p2p δίκτυα. Ακολούθησε το Kazaa έχοντας παρόμοια μοίρα, με την επιβολή λογοκρισίας στην αναζήτηση μουσικής (3.000 απαγορευμένες λέξεις...), ενώ πρόσφατα το Pirate Bay, ο πιο δημοφιλής torrent tracker, οδηγήθηκε στα σουηδικά δικαστήρια και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για ένα χρόνο και αποζημίωση 3,5 εκατ. δολαρίων στους διαχειριστές του.

Πίσω από αυτές τις διώξεις βρίσκεται η Recording Industry Association of Americas η οποία μετράει ήδη 17.000 αγωγές ενάντια σε χρήστες p2p. Μεταξύ τους έφηβοι που καταδικάζονται σε ποινές χιλιάδων δολαρίων, επειδή ανταλλάσουν την αγαπημένη τους μουσική. Πέρα από την πειρατεία ή μη, αυτό που επιβάλλεται είναι περιορισμός των ελευθεριών των χρηστών του internet στο όνομα της προστασίας του μονοπωλίου της.

Το 1998 ψηφίστηκε από τη Γερουσία των ΗΠΑ το Digital Millennium Copyright Act (DMCA). Σύμφωνα με το νόμο αυτό, ποινικοποιείται όχι μόνο η παράνομη αντιγραφή-τροποποίηση-διακίνηση ενός έργου, αλλά και η παραγωγή προϊόντων (hardware, software ή απλά manual), που θα μπορούσαν να βοηθήσουν κάποιον ή κάποια να παραβεί τα αποκλειστικά δικαιώματα που απορρέουν από το copyright. Ένα πραγματικό κυνήγι μαγισσών ξεκίνησε από τότε.  

Αποτέλεσμα αυτής της νομοθεσίας είναι η πρακτική των εταιρειών και των διαχειριστών πνευματικών δικαιωμάτων να «κλειδώνουν» τα αρχεία που πουλούν μέσω τεχνολογιών DRM (Digital Rights Managment) σε μια προσπάθεια να «προστατεύσουν» τα έργα πνευματικής ιδιοκτησίας. Παράδειγμα τέτοιας τεχνολογίας είναι το Content Scrambling System (CSS), το οποίο χρησιμοποιήθηκε στα DVD, όπως και το κλείδωμα των αρχείων τα οποία κατεβάζουν οι χρήστες από το ηλεκτρονικό κατάστημα iTunes της Apple. Με αυτό τον τρόπο δεν επιτρέπεται, για παράδειγμα, η αντιγραφή του αρχείου πάνω από εφτά φορές ή η αναπαραγωγή του με μη εγκεκριμένο λογισμικό. Έτσι ακόμα και αν έχει κάποιος αγοράσει ένα αρχείο μουσικής, δεν έχει έλεγχο πάνω σε αυτό. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να πουλήσει σε κάποιον άλλο χρήστη το τραγούδι που αγόρασε online. Παρότι υπήρξε μια πολύ διαδεδομένη πρακτική από τις μεγαλύτερες εταιρείες, μετά από την κατακραυγή και την πτώση των πωλήσεων οι περισσότερες από αυτές αναγκάστηκαν να προσφέρουν προϊόντα ελεύθερα από τεχνολογίες DRM.

Τι γίνεται, αν κάποιος θέλει να ξεκλειδώσει τα αρχεία που έχει αγοράσει νόμιμα, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει όπου και όπως νομίζει; Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να το κάνει νόμιμα. Σε μια σειρά περιπτώσεων καταδικάστηκαν προγραμματιστές, επειδή έσπασαν αυτούς τους περιορισμούς. Για παράδειγμα ο Ρώσος προγραμματιστής Dmitry Sklyarov, τον Ιούλιο του 2001, φυλακίστηκε για κάποιες εβδομάδες και τέθηκε υπό περιορισμό για πέντε μήνες στις ΗΠΑ, μετά από ομιλία του σε επιστημονική διάσκεψη στο Las Vegas. Το έγκλημά του ήταν ότι εργαζόταν σε μια επιχείρηση στη Ρωσία, η οποία παρήγαγε ένα πρόγραμμα, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να σπάσει την κωδικοποίηση που είχε κάνει η Adobe σε ηλεκτρονικά βιβλία που διέθετε και να μετατρέψει τα βιβλία σε μορφή PDF…[7]

Η κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί

Οι  περιορισμοί, που επιβάλλονται από τους νόμους για την πνευματική ιδιοκτησία, έχουν οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που υποτίθεται προωθούν. Έχουν βάλει σημαντικά εμπόδια στη δημιουργία, περιορίζουν τις ελευθερίες των χρηστών που υποτίθεται ότι προστατεύουν και χρηματοδοτούν όχι τους δημιουργούς, αλλά τις μεγάλες εταιρείες οπτικοακουστικού υλικού. Υπάρχουν τραγελαφικά παραδείγματα στα οποία μας έχει οδηγήσει αυτή η νομοθεσία και η επέκτασή της τα τελευταία χρόνια. Χρήστες που ανεβάζουν βίντεο στο youtube, στα οποία παίζουν το αγαπημένο τους τραγούδι με την κιθάρα τους, αναγκάζονται να τα κατεβάσουν για να μην πάνε στα δικαστήρια για καταπάτηση πνευματικών δικαιωμάτων. Συγκροτήματα όπως οι Public Announcement καταδικάστηκαν σε πρόστιμα ύψους χιλιάδων δολαρίων, γιατί χρησιμοποίησαν ένα ρεφρέν τραγουδιού που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα[8]. Τεχνολογίες στοχοποιούνται όπως τα δίκτυα peer to peer και το bittorrent. Οι παροχείς συνδέσεων στο internet εξαναγκάζονται να δημοσιεύουν τα προσωπικά δεδομένα των πελατών τους, προκειμένου να τους ασκηθούν μηνύσεις για καταπάτηση πνευματικών δικαιωμάτων. Ακόμα και νόμοι που προβλέπουν τη διακοπή των συνδέσεων στο internet, όσων χρηστών κατεβάζουν παράνομα αρχεία από το internet, ψηφίζονται με πρωτοβουλία των κυβερνήσεων, όπως αυτή της Γαλλίας.

Παράλληλα είναι φανερή η αδυναμία όλων αυτών των περιορισμών και των νόμων να φέρουν πρακτικό αποτέλεσμα. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι παρά τις διώξεις της «πειρατείας» αυτή αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς και για κάθε σελίδα ή υπηρεσία που κλείνει, ανοίγει σύντομα μια άλλη. Ενώ ο «νόμος» και η «επίσημη ηθική» επιβάλλει ότι είναι αδίκημα, ο περισσότερος κόσμος συνεχώς αντιγράφει ψηφιακά και μη έργα για μη εμπορική χρήση, χωρίς καμία τύψη.

Οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία όχι μόνο αποτελούν εμπόδιο για τη δημιουργία και την ευημερία των κοινωνιών, αλλά απειλούν και τις ελευθερίες μας. Και γι’ αυτό απαιτείται η κατάργησή τους. Το ποιος θα επικρατήσει σε αυτή τη μάχη μεταξύ των συμφερόντων τω μονοπωλίων και της ίδιας της κοινωνίας είναι κάτι που μας αφορά όλους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στην πραγματικότητα υπάρχει και ένας τρίτος τύπος πνευματικής ιδιοκτησίας, το λεγόμενο σήμα κατατεθέν (trademark), το οποίο όμως εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό από τα πνευματικά δικαιώματα και τις πατέντες και δεν θα ασχοληθούμε με αυτό.
2. Με τον όρο αυτό περιγράφεται η χρήση των έργων για διδασκαλία, κριτική, σχολιασμό, έρευνα κ.λπ.
3. http://el.wikipedia.org/wiki/Πνευματική_ιδιοκτησία
4. http://www2.uth.gr/main/help/help-desk/internet/internet3.html
5. Richard Stallman. http://www.gnu.org/philosophy/fighting-software-patents.el.html
6. Michele Boldrin and David K. Levine, Against Intellectual Monopoly.
7. Στο http://ar8ro.blogspot.com/2007/01/blog-post_28.html
8. Στις 4 Νοεμβρίου, το συγκρότημα Public Announcement καταδικάστηκε σε πρόστιμο 88.980 δολαρίων, γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη dog και το στίχο «Bow wow wow, yippie yo, yippie yea» ενός τραγουδιού του George Klinton του 1998.