Το παρόν άρθρο αποτελεί προδημοσίευση-διασκευή ενός κεφαλαίου από μια έκδοση με θέμα την καπιταλιστική κρίση που θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις της ΔΕΑ. Ένα ακόμα κεφάλαιο, με τίτλο «Η Αριστερά απέναντι στην κρίση», είναι διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφη.

Στην Ελλάδα όλη η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο ζήτημα του κρατικού χρέους και του ελλείμματος, παρουσιάζοντας το πρόβλημα λες και πρόκειται για «εθνική ιδιαιτερότητα», σχεδόν άσχετο από τη διεθνή καπιταλιστική κρίση, ενώ οι καπιταλιστές, αντί για υπαίτιοι, εμφανίζονται σαν αναξιοπαθούντα «θύματα» ή και σωτήρες (όπως ο Σάλλας μετά την πρόταση εξαγοράς του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδας έναντι πινακίου φακής).

Η κυρίαρχη προπαγάνδα, που μας βομβαρδίζει από το πρωί μέχρι το βράδυ, αποδίδει την κρίση πρώτα και κύρια στο «τεράστιο και σπάταλο κράτος» που υποτίθεται «πνίγει την υγιή ιδιωτική οικονομία», στην «έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας που δεν παράγει τίποτα», στα «προνόμια των εργαζομένων, που καταναλώνουν περισσότερο από όσο παράγουν» κ.λπ. Και βέβαια μετά την παρουσίαση της κρίσης σαν «εθνική συμφορά» που «μας αφορά όλους και λίγο πολύ φταίμε όλοι», ακολουθεί το κάλεσμα για τον «νέο πατριωτισμό» που απαιτείται, υποτίθεται, να δείξουμε «όλοι», υπομένοντας τις θυσίες του μνημονίου και της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής, για να «βγάλουμε τη χώρα μας από την κρίση και να την κάνουμε ανταγωνιστική και συνεπώς εθνικά ανεξάρτητη».

Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από ξεδιάντροπα ψέματα. Ας αρχίσουμε με τα παραμύθια των «εθνικών παθογενειών» για να καταλήξουμε στην απόδειξη ότι η κρίση της Ελλάδας είναι μέρος της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης και ακριβώς γι’ αυτό δεν έχει γιατρειά χωρίς σύγκρουση με τον καπιταλισμό.

 

Το ψέμα του «υπέρογκου κράτους»

Είναι ψέμα ότι στην Ελλάδα το κράτος είναι «υπέρογκο». Μια ματιά στα στοιχεία της Eurostat αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Η συνολική συμμετοχή του κράτους στην οικονομία (κεντρική κυβέρνηση, ΟΤΑ, δημόσιες επιχειρήσεις, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.) βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο της Ε.Ε. Στις μεν συνολικές δαπάνες το ελληνικό κράτος αγγίζει σχεδόν το μέσο όρο της Ε.Ε. Στις δαπάνες αυτές συμπεριλαμβάνονται οι τεράστιες δαπάνες των κατασταλτικών μηχανισμών (στρατός και αστυνομία). Στην Ελλάδα οι στρατιωτικές δαπάνες κυμαίνονται στο 3-4% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση και είναι από τις μεγαλύτερες, σε αναλογία πληθυσμού, δαπάνες στον πλανήτη (για παράδειγμα η Ελλάδα είναι δεύτερη σε στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μέσα στο ΝΑΤΟ, πίσω μόνο από τις ΗΠΑ, και το ποσοστό αυτό είναι τριπλάσιο από της Γερμανίας)[1].

Χωρίς τη σπατάλη των εξοπλισμών, οι συνολικές δαπάνες του ελληνικού δημοσίου θα βρίσκονταν αρκετά κάτω του μέσου όρου της Ε.Ε. Στα πάσης φύσεως κρατικά έσοδα, μάλιστα, η σύγκριση είναι ακόμα πιο χαρακτηριστική, αφού αυτά υπολείπονται κατά 4-5% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το μέσο όρο της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Ο Γ.Α. Παπανδρέου λέει ότι θέλει να κάνει την Ελλάδα «Δανία του Νότου». Ε, λοιπόν, στη Δανία το κράτος είναι πολύ πιο «υπέρογκο», αφού συμμετέχει στην οικονομία κατά 55% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα μόλις 45% στα έξοδα και μόλις 40% στα έσοδα[2].

Σε όλες τις χώρες της Ε.Ε., τα δημόσια έξοδα υπερβαίνουν τα έσοδα. Αν υπάρχει μια ελληνική «ιδιαιτερότητα» αυτή είναι ότι στην Ελλάδα η ψαλίδα μεταξύ εξόδων-εσόδων του κράτους είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Αυτή η ψαλίδα δεν οφείλεται σε ανικανότητα, αλλά στην πιο επιθετική, σε σχέση με άλλες χώρες, πολιτική επιδότησης του κεφαλαίου από το κράτος (μείωση της φορολογίας στα κέρδη, φοροαπαλλαγές, φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή κ.λπ.).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, «η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα (35,1%, 2007) αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25 χωρών (36,4%, 2006), ενώ η πραγματική φορολόγηση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε. των 25 (15,9% για την Ελλάδα, έναντι 33,0% στην Ε.Ε.-25)[3]. Το πρόβλημα  δεν είναι δηλαδή ότι το κράτος ξοδεύει πολλά, αλλά ότι εισπράττει πολύ λίγα.

Τη δεκαετία 1999-2008, οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ξεπερνούσαν το 4% κατά μέσο όρο (ο δεύτερος υψηλότερος ρυθμός στην ευρωζώνη) και το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 50%[4]. Λογική συνέπεια θα ήταν να πέσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά χάρις σε αυτή τη συστηματική υστέρηση των εσόδων σε σχέση με τα έξοδα, το χρέος συνέχισε να αυξάνεται σε απόλυτα νούμερα και παρέμεινε σε ποσοστά κοντά στο 110% του ΑΕΠ.

Η πρόσφατη απογραφή των μισθοδοτούμενων από το δημόσιο, αποκάλυψε και τον τελευταίο «πυλώνα» του ψεύδους περί «σπάταλου κράτους»: Οι 768.009 υπάλληλοι πάσης φύσεως, που πληρώνονται από το ελληνικό δημόσιο, αποτελούν λιγότερο από το 7% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας. Την ίδια στιγμή στη Βρετανία, τη χώρα με το «λιγότερο κράτος» στην Ευρώπη, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι 6.090.000, δηλαδή σχεδόν 10% του πληθυσμού[5].

Σε συγκριτική μελέτη, με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 2003 το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα σε σχέση με το συνολικό εργατικό δυναμικό ήταν στο 11,4%, πολύ κάτω από το μέσο όρο στην Ε.Ε. που κυμαινόταν στο 17% και ελάχιστο σε σχέση με χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία που έφτανε το 30%[6]. Πάλι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στους συνολικά μισθοδοτούμενους από το δημόσιο στην Ελλάδα περιλαμβάνεται ένας τεράστιος συγκριτικά αριθμός από αστυνομικούς (στην Ελλάδα αντιστοιχεί ένας αστυνομικός για κάθε 200 κατοίκους, όταν στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η αντιστοιχία είναι ένας προς 350) και στρατιωτικούς (το ελληνικό δημόσιο μισθοδοτεί τόσους στρατηγούς όσους και οι ΗΠΑ)[7].

Στατιστικά στοιχεία για το πόσους παπάδες μισθοδοτεί το ελληνικό κράτος σε σύγκριση με άλλες χώρες δεν υπάρχουν, αλλά είναι σίγουρο ότι και σε αυτή την κατηγορία το ελληνικό κράτος θα είναι πρωταθλητής στην Ε.Ε. Οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα λοιπόν δεν είναι καθόλου «υπεράριθμοι». Αντίθετα, ειδικά σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, το κοινωνικό κράτος γενικότερα, οι ελλείψεις προσωπικού είναι τεράστιες.

«Παραγωγική βάση» και «ανταγωνιστικότητα»

Η δεύτερη παθογένεια της ελληνικής οικονομίας, η οποία υποτίθεται ευθύνεται για την κρίση, είναι η «έλλειψη παραγωγικής βάσης και ανταγωνιστικότητας» ή αλλιώς, όπως «εκλαϊκεύεται» από τα ΜΜΕ, το ότι «δεν παράγουμε τίποτα». Όμως ούτε η μικρή «παραγωγική βάση» (η βιομηχανική παραγωγή δηλαδή), ούτε τα εμπορικά ελλείμματα (δηλαδή οι λιγότερες εξαγωγές σε σχέση με τις εισαγωγές) από μόνα τους παράγουν κρίση και δημόσια χρέη. Αν ήταν έτσι, τότε κάθε χώρα που η οικονομία της στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες και λιγότερο στη βιομηχανία θα έπρεπε να βρίσκεται σε μόνιμη κρίση: από τη μικρή Κύπρο μέχρι το Λουξεμβούργο  και από τη Μεγάλη Βρετανία μέχρι ακόμα και τις ίδιες τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν έλλειμμα στο εμπορικό τους ισοζύγιο από το 1976 συνεχώς μέχρι σήμερα[8]. Και ανάποδα, αν ίσχυε αυτή η λογική, τότε  χώρες με βιομηχανική βάση και ισχυρές εξαγωγές θα έπρεπε να μην είχαν προβλήματα κρίσης και χρέους. Κι όμως το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στον πλανήτη, που ξεπερνάει το 200% του ΑΕΠ, το έχει η Ιαπωνία, μια κατεξοχήν βιομηχανική και εξαγωγική χώρα, της οποίας η οικονομία βρίσκεται σε κρίση και στασιμότητα εδώ και δύο δεκαετίες.

Επιπλέον, η περιβόητη «ανταγωνιστικότητα», όπως μετράται από το –ιδιωτικό– World Economic Forum (WEF), είναι σε μεγάλο βαθμό μια απάτη, όπως και οι μετρήσεις των διαφόρων Moody's, που υποτίθεται μετράνε την πιστοληπτική ικανότητα χωρών και επιχειρήσεων και έβαζαν άριστα στη Leeman Brothers λίγες μέρες πριν χρεοκοπήσει. Τέτοιου είδους μετρήσεις της ανταγωνιστικότητας μετράνε κυρίως την εφαρμογή μέτρων «απελευθέρωσης των αγορών» και όχι την πραγματική δυναμική της οικονομίας μιας χώρας. Η προπαγάνδα, που ακούμε καθημερινά, είναι ότι «χωρίς βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν θα μπορέσουμε να έχουμε ανάπτυξη». Ε, λοιπόν, τα ίδια τα στοιχεία των διεθνών οργανισμών δείχνουν ότι η «ανταγωνιστικότητα», όπως τη μετράει το WEF, δεν έχει την παραμικρή σχέση με την ανάπτυξη.

Αν συγκρίνουμε τους πίνακες του WEF με την ανάπτυξη διαφόρων χωρών, όπως καταμετράται από την Παγκόσμια Τράπεζα την τελευταία δεκαπενταετία, βλέπουμε τα εξής εκπληκτικά: Τη δεκαπενταετία 1994-2008, η 1η στην κατάταξη «ανταγωνιστικότητας» Ελβετία είχε συνολική πραγματική αύξηση του ΑΕΠ 28%, η 5η στην κατάταξη Γερμανία είχε συνολική αύξηση του ΑΕΠ 23% και η 6η στην κατάταξη Ιαπωνία είχε το ίδιο διάστημα συνολική ανάπτυξη μόλις 18%. Αντίθετα η 29η στην κατάταξη Ιρλανδία είχε συνολική ανάπτυξη 146% και η 81η στην κατάταξη Ελλάδα είχε συνολική πραγματική αύξηση του ΑΕΠ 66%[9].

Όσο για την «παραγωγική βάση», σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, η βιομηχανία στην Ελλάδα συμμετέχει στη συνολική οικονομία σε παρόμοιο βαθμό με οικονομίες όπως της Γαλλίας, της Βρετανίας ακόμα και των ΗΠΑ. Κανείς βέβαια δεν διανοείται στην Ελλάδα να ισχυριστεί ότι οι χώρες αυτές «δεν παράγουν τίποτα». Κι από την άλλη, στις χώρες με την πιο μεγάλη συμμετοχή της βιομηχανίας στην οικονομία τους, φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις η Ρουμανία και η Ουγγαρία, οι χώρες που χτυπήθηκαν πρώτες από την κρίση και προσέφυγαν στο Δ.Ν.Τ. πριν δύο χρόνια[10].

Ο ελληνικός καπιταλισμός

Και πέρα από τις στατιστικές, η πραγματικότητα δείχνει ότι υπάρχει σημαντική βιομηχανία με μερικές εταιρίες να αποτελούν μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις.

«Κατασκευαστικές εταιρείες: Ένας ισχυρός και σύγχρονος καπιταλιστικός κλάδος, που δραστηριοποιείται επίσης με επιτυχία και στο εξωτερικό. Ελληνικές κατασκευαστικές κατασκευάζουν από διυλιστήρια στη Σ. Αραβία, αυτοκινητόδρομους στην Πολωνία, οικιστικά συγκροτήματα στη Ρωσία, κάθε λογής δημόσια και ιδιωτικά έργα σε όλη την έκταση των Βαλκανίων... Στην Ελλάδα εδρεύει η INTRALOT, δεύτερη εταιρεία στον κόσμο στον τομέα τυχερών παιχνιδιών. Όλα της τα τερματικά και άλλα μηχανήματα, αλλά και το λογισμικό, είναι ελληνικής τεχνολογίας και παράγονται από την INTRACOM των 2.500 εργαζομένων. Η 3Ε COCA COLA είναι η δεύτερη σε κύκλο εργασιών μετά την πρώτη στις ΗΠΑ. Ελληνικής ιδιοκτησίας και με εργοστάσια σε πάνω από 30 χώρες, με πάνω από 30 εταιρείες σε χώρες με συνολικό πληθυσμό περίπου 500 εκατ. ανθρώπων. Οι ελληνικές χαλυβουργίες παράγουν πάνω από 2,5 εκατ. τόνους χάλυβα το χρόνο, καλύπτοντας τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, αλλά και εξάγοντας στο εξωτερικό. Αναφέρουμε το συγκρότημα της ΒΙΟΧΑΛΚΟ με 90 εταιρείες σε πολλές χώρες. Η τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ βρίσκεται σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και οι ΗΠΑ, παράγοντας τσιμέντο από 7 εργοστάσια. Αλλά και επιχειρήσεις με ισχυρή μετοχική συμμετοχή του Δημοσίου δραστηριοποιούνται σε πολλές χώρες και κατέχουν δεκάδες άλλες επιχειρήσεις. Αναφέρουμε τον ΟΤΕ (κατέχει πολλές εταιρείες τηλεπικοινωνιών - τηλεφωνίας σε όλα τα Βαλκάνια), τα ΕΛΠΕ κ.λπ. Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημασία του ενεργειακού κλάδου, με την παρουσία της ΔΕΗ, της ΔΕΠΑ, της ΔΕΣΦΑ κ.λπ., αλλά και με τη συμμετοχή σε σημαντικά ενεργειακά δίκτυα πετρελαίου και φυσικού αερίου»[11].
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε επίσης την ισχυρή βιομηχανία τροφίμων με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Vivartia (κατέχει τη ΔΕΛΤΑ, την CHIPITA, τα GOODY’S και τα FLOCAFE, τον ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΘΗ και άλλες μικρότερες εταιρίες, ενώ πρόσφατα εξαγόρασε και τη ΜΕΒΓΑΛ), με 27 εργοστάσια και παρουσία σε 30 χώρες.

Είναι αλήθεια ότι η ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη των δεκαετιών του ’50 και του ’60 στην Ελλάδα «φρέναρε» από τη δεκαετία του ’80 και μετά και κάποιοι τομείς παρήκμασαν (με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την κλωστοϋφαντουργία και τα ναυπηγεία). Αλλά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, ήταν μια διαδικασία που συνέβη λίγο πολύ σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Επιπλέον, αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν εξακολουθεί να ελέγχει κρίσιμους και μεγάλους βιομηχανικούς τομείς στην Ελλάδα. Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα τις δυο τελευταίες δεκαετίες, επεκτάθηκε ραγδαία στην ευρύτερη περιοχή με πολλές χιλιάδες επιχειρήσεις και με παρουσία στις Βαλκανικές χώρες, την Ανατολική Ευρώπη, τη Ρωσία, την Ουκρανία, την Τουρκία, την Αίγυπτο κ.α. Ανάμεσα σ’ αυτές τις επιχειρήσεις είναι και πολλές που έκλεισαν τα εργοστάσιά τους στην Ελλάδα και μετεγκαταστάθηκαν σε άλλες χώρες (πολλές από αυτές είχαν πάρει στο μεταξύ κρατικές επιδοτήσεις με βάση τον αναπτυξιακό νόμο.)

Επιπλέον υπάρχουν τομείς όπου ο ελληνικός καπιταλισμός διαθέτει τεράστια δύναμη. «Πρωταθλητές» αναδεικνύονται φυσικά οι Έλληνες εφοπλιστές[12] με το μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Τετρακόσες περίπου οικογένειες, μακριά συνήθως από τα φώτα της δημοσιότητας, έχουν συσσωρεύσει και συνεχίζουν να συσσωρεύουν τεράστιο πλούτο, έχοντας 56 νομοθετημένες φοροαπαλλαγές από το ελληνικό κράτος[13]. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2010 οι επενδύσεις για εξαγορές μεταχειρισμένων και ναυπηγήσεις νέων πλοίων έφτασαν τα 10 δισ. δολάρια (ποσό μεγαλύτερο από τις ετήσιες δαπάνες για την παιδεία)[14]. Τα κέρδη τους, εκτός από την επέκταση του στόλου τους, τα επενδύουν και μέσα στην Ελλάδα, κυρίως σε τραπεζικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. «Το 2009, τα έσοδα σε ξένο συνάλλαγμα από την παροχή ναυτιλιακών υπηρεσιών ανήλθαν σε 13.552 εκατ. ευρώ (συγκρινόμενα με 19.188 εκατ. ευρώ το 2008), αντιπροσωπεύοντας το 5,68% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και καλύπτοντας 30,58% του εμπορικού ελλείμματος της Ελλάδας»[15].

Ο τομέας που γνώρισε τεράστια ανάπτυξη την τελευταία 20ετία είναι ο χρηματοπιστωτικός. Τα κέρδη των τραπεζών έσπασαν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο τα τελευταία χρόνια, πράγμα που οδήγησε στην γιγάντωσή τους και στην επέκτασή τους στην ευρύτερη περιοχή σε ένα βαθμό πρωτοφανή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το ενεργητικό, δηλαδή η συνολική περιουσία, των τραπεζών, εκτινάχτηκε από 233 δισ. το 2000, στα 579 δισ. ευρώ το 2009, αύξηση 248%[16].

Ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου των τραπεζών εξασφαλίζεται από την επέκτασή τους στην ευρύτερη περιοχή, η οποία έχει πάρει φρενήρεις ρυθμούς, ειδικά την τελευταία δεκαετία. «Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο Ιανουαρίου- Μαρτίου 2010 τα συνολικά καθαρά κέρδη από το εξωτερικό της Εθνικής, της Εurobank, της Αlpha Βank και της Πειραιώς ξεπέρασαν τα 190 εκατ. ευρώ, τα συνολικά κέρδη των αντίστοιχων ομίλων περιορίστηκαν στα 34 εκατ. ευρώ, εξαιτίας των αρνητικών αποτελεσμάτων που κατέγραψαν στην εγχώρια αγορά»[17]. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της επεκτατικότητας και της ισχύος των τραπεζών στην ευρύτερη περιοχή ήταν το γεγονός ότι η Εθνική τράπεζα εξαγόρασε την Finansbank στην Τουρκία (έναντι 5,1 δισ. ευρώ) και όχι το αντίστροφο.

Το ότι η Ελλάδα εισάγει περισσότερα προϊόντα από όσα εξάγει είναι γεγονός. Όμως αυτό είναι η μισή αλήθεια. Η Ελλάδα μπορεί να μην εξάγει πολλά προϊόντα, όμως εξάγει κεφάλαια –με ρυθμό αύξησης 50% το χρόνο[18]– και εισάγει κέρδη, ακριβώς όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες.

«Όπως προκύπτει από τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η Ελλάδα κατέχει υψηλή θέση στην παγκόσμια κατάταξη εκροών Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (ΞΑΕ). Το μεγαλύτερο μέρος των εκροών ΞΑΕ της Ελλάδας κατευθύνεται κυρίως προς τις χώρες της Βαλκανικής (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, ΠΓ∆ της Μακεδονίας και την Ο∆ της Γιουγκοσλαβίας), αλλά και στις αγορές της Β. Αφρικής (πχ. Αίγυπτος) και των ΗΠΑ. Το 2000 δε, για πρώτη φορά, η αξία των ελληνικών επενδύσεων στο εξωτερικό ξεπέρασε αυτή των εισροών. Η Ελλάδα, έχοντας την πιο αναπτυγμένη οικονομία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και όντας η μόνη χώρα της περιοχής που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2007, απέκτησε προβάδισμα έναντι αφενός όλων των άλλων χωρών των Βαλκανίων και αφετέρου έναντι των εταίρων της στην ΕΕ. Διαδραματίζει έτσι έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής»[19].
Η εξαγωγή κεφαλαίων και η εισροή κερδών από το εξωτερικό γίνονται συνεπώς βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα με ραγδαίους αυξητικούς ρυθμούς. Ένα σημαντικό μέρος των προϊόντων που εισάγονται και καταναλώνονται στην Ελλάδα, έχουν παραχθεί πιθανότατα από ελληνικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Συσσώρευση πλούτου και συσσώρευση φτώχειας

Οι εργαζόμενοι σε τίποτα δεν ωφελούνται από όλη αυτή τη συσσώρευση πλούτου. Το παραμύθι περί «προνομιούχων εργαζόμενων που καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν» είναι ίσως το πιο προκλητικό από όλα τα ψέματα που ακούμε. Ακόμα και οι επίσημες στατικές της Eurostat επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζουν από πρώτο χέρι οι εργαζόμενοι που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα καθημερινά. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα έχει φτάσει στο 88% του μέσου όρου της ευρωζώνης και η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται αντίστοιχα στο 93,5%. Κι όμως οι μέσοι μισθοί στην Ελλάδα βρίσκονται στο 73% των αντίστοιχων της ευρωζώνης, ενώ οι συντάξεις στο 55%. Ο δε κατώτερος μισθός, με τον οποίο αμείβεται ένα όλο και αυξανόμενο κομμάτι εργαζομένων, φτάνει μόλις το 51%[20].

Με βάση το συνολικό ΑΕΠ, αλλά και με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Ελλάδα κατατάσσεται  μέσα στις πλουσιότερες 30 χώρες του κόσμου[21]. Όλος αυτός ο πλούτος των Ελλήνων καπιταλιστών αποκρύπτεται συστηματικά από την κυρίαρχη προπαγάνδα. Ο λόγος είναι απλός. Στα εναγώνια ερωτήματα του απλού κόσμου «αν υπάρχουν λεφτά» και «ποιος έκλεψε τα λεφτά», τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ, υπηρετώντας τα μεγάλα αφεντικά τους, θέλουν να εξαφανίσουν ταχυδακτυλουργικά το ρόλο των Ελλήνων καπιταλιστών, να προφυλάξουν τον τεράστιο πλούτο τους από την οργή και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, να διοχετεύσουν αυτή την οργή σε σχετικά ανώδυνες για το σύστημα αιτίες, όπως η διαφθορά των πολιτικών. Όμως οι μίζες που πήραν κάποιοι πολιτικοί είναι κάποια ελάχιστα ψίχουλα μπροστά στον πακτωλό των δισεκατομμυρίων που χάρισε ή επιδότησε το κράτος στους καπιταλιστές (μέσω του κρατικού χρέους) για να τους βοηθήσει να συσσωρεύσουν αυτό τον τεράστιο πλούτο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, αναφέρουμε ότι μόνο το ποσό που ξόδεψε η Εθνική Τράπεζα για την εξαγορά της Finansbank στην Τουρκία, θα έφτανε για να παίρνουν μίζα 1 εκατ. ευρώ το χρόνο και οι 300 βουλευτές για 17 χρόνια. Είναι προφανές ότι οι καπιταλιστές δεν είναι τόσο ανοιχτοχέρηδες στους πολιτικούς τους υπηρέτες.
Όπως σε όλο τον κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα, αυτοί που έκλεψαν τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, είναι οι καπιταλιστές. Και τον έκλεψαν νόμιμα, γιατί έτσι είναι το καπιταλιστικό σύστημα: σωρεύει πλούτο στους λίγους και φτώχεια στους πολλούς. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι κοντά στα 24.000 ευρώ. Με άλλα λόγια σε μια τετραμελή οικογένεια αντιστοιχεί ετήσιος πλούτος σχεδόν 100.000 ευρώ. Αν αναλογιστούμε με τι εισοδήματα βγάζει το χρόνο μια μέση εργατική οικογένεια, τότε μπορούμε να καταλάβουμε το μέγεθος της κλοπής του κοινωνικού πλούτου από μια ελάχιστη μειοψηφία.

Είπαμε ήδη ότι ένας λόγος που η κυρίαρχη προπαγάνδα αποκρύβει τον πλούτο που έχουν συσσωρεύσει οι καπιταλιστές, είναι για να κρύψει το «πού υπάρχουν τα λεφτά». Υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος: Να κρύψουν ότι η οικονομική κρίση, στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, έχει αιτία ακριβώς τον τρόπο που συσσωρεύεται ο πλούτος μέσα στον καπιταλισμό σαν ένα διεθνές σύστημα στο οποίο η Ελλάδα είναι πλήρως ενταγμένη. Να κρύψουν ότι η «στρέβλωση» της ελληνικής οικονομίας είναι η ίδια «στρέβλωση» που έχει βάλει όλο τον κόσμο σε μια τεράστια κρίση. Και αυτή η στρέβλωση δεν είναι άλλη από τον καπιταλιστικό τρόπο που είναι οργανωμένες οι σημερινές κοινωνίες. Να κρύψουν ότι ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο άδικος, αλλά και αδιέξοδος. Να κρύψουν ότι το κυνήγι του κέρδους κάποια στιγμή οδηγεί την κοινωνία στην κρίση και την καταστροφή.

Οι «εθνικές ιδιαιτερότητες», το χρέος και η διεθνής κρίση

Αν φταίγανε κάποιες «ιδιαιτερότητες» και «στρεβλώσεις» της ελληνικής οικονομίας, γιατί η κρίση ήρθε τώρα και όχι πριν χρόνια; Η απάντηση είναι απλή: Η δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού ήταν που επέτρεπε τη διατήρηση του χρέους σε υψηλά επίπεδα από το 1996 έως το 2008 (υπολογιζόταν κοντά στο 100% του ΑΕΠ με βάση τα «μαγειρεμένα» στατιστικά στοιχεία, αλλά στην πραγματικότητα βρισκόταν κοντά στο 110% του ΑΕΠ), χωρίς οι διεθνείς και εγχώριοι πιστωτές του ελληνικού κράτους να «ανησυχούν» για τη «μικρή παραγωγική βάση της Ελλάδας». Προφανώς οι τραπεζίτες δεν είναι τόσο βλάκες που δεν έβλεπαν τις υποτιθέμενες «στρεβλώσεις» της ελληνικής οικονομίας, ούτε «παραπλανήθηκαν» από τα «μαγειρεμένα» στατιστικά στοιχεία. Απλούστατα έβλεπαν έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους καπιταλισμούς στην ευρωζώνη.

Αν κάτι άλλαξε απότομα με την πρόσφατη κρίση χρέους, δεν είναι ούτε η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, ούτε η «ανταγωνιστικότητα», ούτε το έλλειμμα εισαγωγών-εξαγωγών (αντίθετα αυτό μειώθηκε λόγω της ύφεσης), ούτε το ύψος του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταβλήθηκε τόσο σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Αυτό που άλλαξε ήταν ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση χτύπησε άσχημα τον ελληνικό καπιταλισμό, αλλά και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων στην οποία έχει επεκταθεί.

Η ύφεση είχε άμεσα αποτελέσματα. Το πρώτο ήταν η κατάρρευση των κρατικών εσόδων, η αύξηση των δαπανών (28 δισ. πήραν σε ρευστό και εγγυήσεις μόνο οι τράπεζες) και η συνακόλουθη εκτίναξη του ελλείμματος του 2009. Σε συνδυασμό με τη μείωση του ΑΕΠ λόγω της ύφεσης, αυτό σημαίνει ότι το χρέος (ως ποσοστό του ΑΕΠ) έχασε τη σταθερότητα που είχε την τελευταία δεκαπενταετία και απέκτησε απότομη και εκρηκτικά ανοδική δυναμική. Μάλιστα αυτή η ανοδική πορεία προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί λόγω της διάρκειας της ύφεσης. Το ίδιο το μνημόνιο, που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με την «τρόικα» ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ, προβλέπει ότι το χρέος, παρόλη την εξοντωτική λιτότητα, θα φτάσει το 150% στο τέλος του 2014.

Η ύφεση αυτή θα μπορούσε να έχει προσωρινό χαρακτήρα, αν η διεθνής οικονομία πήγαινε καλά. Όμως, μέσα στη γενικευμένη κρίση του καπιταλισμού διεθνώς, η προοπτική επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στην ανάκαμψη γίνεται περισσότερο επισφαλής. Με δυο λόγια, αυτό που άλλαξε και οδήγησε στην κρίση χρέους δεν είναι τόσο το χρέος του παρελθόντος όσο τα αυξημένα ελλείμματα και το χρέος που προβλέπεται να συσσωρευτεί στο μέλλον. Δεν είναι οι «στρεβλώσεις», αλλά οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας που, από αναπτυσσόμενη, βυθίζεται στην ύφεση και αυτό επιδρά άμεσα στην ικανότητα του ελληνικού κράτους να μπορεί να κάνει το χρέος διαχειρίσιμο για τα επόμενα χρόνια.

Η ελληνική κρίση δεν είναι λοιπόν ιδιαιτερότητα, αλλά μέρος της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σχεδόν σε όλες τις χώρες τα τελευταία 30 χρόνια, σαν αποτέλεσμα της συστηματικής επιδότησης των κερδών από τα κράτη. Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, έκανε παγκόσμιο επίσης το πρόβλημα της απότομης αύξησης των κρατικών ελλειμμάτων και χρεών λόγω της ύφεσης, αλλά και λόγω των τεράστιων πακέτων διάσωσης στις τράπεζες και στις άλλες μεγάλες επιχειρήσεις, που κινδύνευαν με χρεοκοπία.

Όπως έγραφαν χαρακτηριστικά οι «Financial Times», στις 10 Φλεβάρη του 2010: «Ξεκίνησε στην Αθήνα. Εξαπλώνεται στη Λισαβόνα και στη Μαδρίτη. Αλλά θα ήταν θανάσιμο λάθος να υποθέσουμε ότι η κρίση χρέους θα μείνει περιορισμένη στις πιο αδύνατες οικονομίες της ευρωζώνης. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι περισσότερο από ένα μεσογειακό πρόβλημα με ένα αγροτικό ακρωνύμιο [PIGS]. Πρόκειται για μια κρίση των δημοσίων οικονομικών του δυτικού κόσμου»[22].

Τα ποσά που θα δανειστούν τα κράτη το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ πιο αυξημένα από ό,τι στο παρελθόν, οδηγώντας έτσι σε μια διεθνή αυξημένη ζήτηση κεφαλαίων, που θα πρέπει να κατευθυνθούν σε κρατικά ομόλογα ανά τον κόσμο. Αν συνυπολογίσουμε ότι, παρά τη διάσωσή τους από τα κράτη, οι τράπεζες εξακολουθούν να κατέχουν πολλά «τοξικά» ομόλογα, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τον πανικό των «αγορών», που έβλεπαν να αυξάνεται το ρίσκο της αγοράς κρατικών ομολόγων, τα οποία πιθανόν δεν θα αποπληρωθούν ποτέ, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες οικονομίες διεθνώς.

Αυτό οδήγησε, την άνοιξη του 2009, στην άνοδο των σπρεντ στην Ελλάδα και ακολούθως στην Πορτογαλία και την Ισπανία, στην άνοδο των διατραπεζικών επιτοκίων στην Ευρώπη όπως και με την τραπεζική κρίση του 2008, στον πανικό για το ευρώ που άρχισε να πέφτει με γρήγορους ρυθμούς. Η πιθανή κατάρρευση της Ελλάδας δεν ήταν ένα τοπικό πρόβλημα «εθνικών ιδιαιτεροτήτων» το οποίο, αν εκείνη πτώχευε, θα περιοριζόταν σε «εθνικές» και μόνο συνέπειες. Η ελληνική κρίση είναι ένα ακραίο δείγμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της μετάλλαξής της σε διεθνή κρίση κρατικών ελλειμμάτων και χρεών, η οποία, αν αφηνόταν στην τύχη της, κινδύνευε να έχει μια επίδραση ντόμινο καταρχήν στο ευρώ και στην ευρωπαϊκή οικονομία και στη συνέχεια και στην παγκόσμια, πολύ χειρότερη από την επίδραση που είχε η χρεοκοπία της Λήμαν Μπράδερς το 2008. 

Η ίδια η δημιουργία του πακέτου διάσωσης και του μνημονίου, που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με την τρόικα, είναι αποτέλεσμα αυτής της αλληλεξάρτησης της ελληνικής με τη διεθνή κρίση. Ήταν μια διάσωση που την επιδίωξε πρώτα και κύρια η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική άρχουσα τάξη τη στηρίζει με νύχια και δόντια. Αντίθετα, διάφορες χώρες, με επικεφαλής τη Γερμανία, στην αρχή αρνούνταν να συμμετέχουν στη διάσωση της Ελλάδας, οδηγώντας σε τριγμούς τη συνοχή του Γαλλογερμανικού άξονα, την ίδια την καρδιά της ευρωζώνης και τη σταθερότητα του ευρώ.

Μνημόνιο: Στην υπηρεσία του κεφαλαίου σε Ελλάδα και Ευρώπη

Το μνημόνιο σηματοδοτεί μια πραγματική χούντα των «αγορών», σηματοδοτεί το ξεμπρόστιασμα της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας», αφού η εκλεγμένη κυβέρνηση εφαρμόζει την αντίθετη πολιτική από αυτή για την οποία δεσμεύτηκε προεκλογικά και σε συνεργασία με μη εκλεγμένους «τεχνοκράτες» παίρνει αποφάσεις ζωής και θανάτου για τους εργαζόμενους. Όμως είναι ψέμα ο ισχυρισμός της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου ότι όλα γίνονται «επειδή χρωστάμε και συνεπώς πρέπει να ακούμε αυτούς που μας δανείζουν». Η κήρυξη «στρατιωτικού νόμου» ενάντια στους εργαζόμενους έγινε πρώτα και κύρια από την ντόπια άρχουσα τάξη, από την τριπλή πολιτική συνεννόηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, με τη συνεργασία φυσικά των «ξένων» εταίρων τους.

Το μνημόνιο κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΚΤ είναι ο μόνος δρόμος που έχουν οι ελληνικές πολυεθνικές να υπερασπίσουν το διεθνή ιμπεριαλιστικό τους ρόλο, που περιγράψαμε προηγουμένως. Μια χρεοκοπία του ελληνικού κράτους θα σήμαινε όχι μόνο απώλειες για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά και για τις ελληνικές, που κατέχουν ελληνικά κρατικά ομόλογα αξίας 48 δισ.[23]. Μια χρεοκοπία των ελληνικών τραπεζών θα σήμαινε στην πορεία ραγδαία υποβάθμιση του μεγάλου κεφαλαίου και του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρύτερη περιοχή και στο διεθνή ανταγωνισμό. Γι’ αυτό και η άρχουσα τάξη επιδίωξε με ένταση τη δημιουργία του λεγόμενου «μηχανισμού στήριξης».

Ήταν μια κίνηση παραχώρησης στο ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο, που έχει την ευκαιρία να περισώσει τη δύναμή του μέσα στην κρίση, και όχι μια κίνηση επιβολής ενάντια στα συμφέροντά του. Βέβαια δεν ήταν μια «αλτρουιστική» κίνηση «κοινοτικής αλληλεγγύης». Οι δανειστές σίγουρα θα διεκδικήσουν ανταλλάγματα (χαρακτηριστική είναι η πίεση για την πώληση μονάδων της ΔΕΗ προς όφελος των γερμανικών και των γαλλικών εταιριών ενέργειας) και σίγουρα η ελληνική άρχουσα τάξη θα αμυνθεί (χαρακτηριστική είναι η πίεση για τη συγχώνευση τραπεζών, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος «αφελληνισμού» του τραπεζικού συστήματος).

Η υπεράσπιση των μεγάλων καπιταλιστικών συμφερόντων είναι το μόνο πεδίο «διαπραγμάτευσης» και ανταγωνισμού ανάμεσα στην ελληνική άρχουσα τάξη και τις αντίστοιχες τάξεις στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα συμφωνούν απόλυτα να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους καταρχήν και κατά δεύτερον στα μεσαία στρώματα: Η κρίση, σε συνδυασμό με τα μέτρα του μνημονίου, θα σημάνει ένα μεγάλο χτύπημα στα μικροαστικά στρώματα, στους αυτοαπασχολούμενους, στο μικρό και μεσαίο κεφάλαιο, θα σημάνει χρεοκοπίες, εξαγορές, συγχωνεύσεις, πάντα προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. 

Αλλά και για τους καπιταλιστές στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, η δημιουργία του μηχανισμού στήριξης ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, γι’ αυτό υποχρεώθηκαν σε στροφή στη μέχρι τώρα πολιτική τους. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη λογική, όποιος αποτυγχάνει, πρέπει να χρεοκοπεί, ώστε να αφήνεται έδαφος στην «αγορά» να λειτουργήσει με τις εναπομείνασες «υγιείς δυνάμεις».

Η ίδια η συνθήκη του Μάαστριχτ απαγορεύσει την ανάληψη χρέους ενός κράτους από ένα άλλο. Ωστόσο, κόντρα στα νεοφιλελεύθερα δόγματα, δημιουργήθηκε ο «μηχανισμός στήριξης», αρχικά για την Ελλάδα και στη συνέχεια για όλη την Ευρώπη, με το κολοσσιαίο ποσό των 750 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκανε στροφή 180 μοιρών και άρχισε να αγοράζει κρατικά ομόλογα της Ελλάδας και άλλων «επικίνδυνων» χωρών, τυπώνοντας στην ουσία φρέσκο χρήμα και επιτρέποντας έτσι από τη μια στις τράπεζες να ξεφορτωθούν πιθανά «τοξικά» ομόλογα, ενώ από την άλλη αποδεχόταν την έμμεση μετατροπή των επιμέρους εθνικών χρεών σε ευρωπαϊκό χρέος.
Η πολιτική της Ε.Ε. έχει στόχο την υπεράσπιση του ευρώ, τη διάσωση των τραπεζιτών και γενικότερα των συμφερόντων των καπιταλιστών τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή η πολιτική δεν έχει καμιά πιθανότητα να οδηγήσει σε διέξοδο από την κρίση του συστήματος και πολύ περισσότερο δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να εμφανιστεί «φως στο τούνελ» για τους εργαζόμενους. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο της Ελλάδας, αλλά διεθνές και ιδιαίτερα έντονο στην ευρωζώνη. Όπως γράφουν χαρακτηριστικά οι «Financial Times»:

«Την περασμένη Παρασκευή (3/9/2010), τα σπρεντ ήταν 3,4% για την Ιρλανδία, 9,4% για την Ελλάδα, 3,4% για την Πορτογαλία και 1,7% για την Ισπανία[24]. (...) Με τα ομόλογα των 10ετών ομολόγων σε αυτά τα επίπεδα –σχεδόν 6%– η Ιρλανδία οδηγείται στη χρεοκοπία. Για να το αποφύγει αυτό, η Ιρλανδία χρειάζεται να δημιουργήσει θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μέλλον. Αλλά πιστεύουμε πραγματικά ότι μπορεί να επαναληφθεί το «θαύμα» της κελτικής τίγρης; Δεν ήταν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική φούσκα εγγενές χαρακτηριστικό αυτού του μοντέλου;

»(...) Στην Ελλάδα, το πρόγραμμα προσαρμογής πηγαίνει καλά... (αλλά) η οικονομική εξυγίανση είναι μακριά από το να είναι εξασφαλισμένη. Δεν έχω δει μέχρι στιγμής μια ρεαλιστική εκτίμηση για μια πορεία που να προβλέπει τη σταθεροποίηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ σε ένα υποφερτό επίπεδο. Αντιθέτως, οι αισιόδοξοι έχουν την τάση να ποντάρουν σε μια μεγάλη –πάνω από τον μέσο όρο– μελλοντική ανάπτυξη, χωρίς να εξηγούν ακριβώς από πού θα προέλθει αυτή η ανάπτυξη»[25].

Οι καπιταλιστές δεν έχουν καμιά ιδέα για το πώς θα ξεπεραστεί η κρίση, γιατί απλούστατα η κρίση είναι εγγενής στο σύστημα. Προσπαθούν απλά να εμποδίσουν την κρίση να πάρει δραματικά χαρακτηριστικά, όπως τη δεκαετία του ’30. Η κρίση των κρατικών χρεών μπορεί να οδηγήσει στην είσοδο και άλλων χωρών στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης», όπως της Ελλάδας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ένα πολύ πιθανό σενάριο είναι επίσης η παράταση του «μηχανισμού στήριξης» και φυσικά του μνημονίου και μετά την τριετία που τελειώνει ο τωρινός δανεισμός της τρόικας. Επίσης, οι άρχουσες τάξεις προετοιμάζονται ακόμα και για το ενδεχόμενο «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» κάποιων χωρών, γι’ αυτό και η ΕΚΤ αγοράζει τα κρατικά ομόλογα, ώστε να προστατέψει τις τράπεζες από τα «τοξικά» χρέη σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Από την άλλη, οι άρχουσες τάξεις έχουν απόλυτα ξεκάθαρο για το ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα της κρίσης: οι εργαζόμενοι πρέπει να θυσιαστούν, ώστε να προστατευτεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Ο φόβος ότι η κρίση χρέους απειλεί όλη την Ευρώπη, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, οδηγεί τις κυβερνήσεις σε μέτρα λιτότητας για να περιορίσουν τα ελλείμματα και να σταματήσουν την ανοδική πορεία των κρατικών χρεών. Η επίθεση στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα είναι κοινή και συντονισμένη σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες (ακόμα και σε αυτές εκτός ευρώ, όπως η Βρετανία). Στην ουσία ένα άτυπο «μνημόνιο» λιτότητας επιβάλλεται από τις κυβερνήσεις ενάντια στους εργαζόμενους σε όλο το δυτικό κόσμο.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κάμερον δικαιολόγησε τα μέτρα λιτότητας, που πήρε, ως εξής: «Σε όλο τον κόσμο, οι λαοί και οι κυβερνήσεις τους έχουν σημάνει συναγερμό για τους κινδύνους που σημαίνει ο μη έλεγχος των χρεών τους. Και η Βρετανία πρέπει να είναι μέρος αυτού του διεθνούς ρεύματος... Η χώρα πληρώνει το τίμημα για το γεγονός ότι το μέγεθος του δημόσιου τομέα έχει εκτροχιασθεί σε σχέση με αυτό του ιδιωτικού τομέα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν μείνει αλώβητοι από τις σκληρές πραγματικότητες της ύφεσης, ενώ όλοι οι υπόλοιποι πληρώνουν το τίμημα» [26].

Είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που δείχνει όχι μόνο το διεθνή χαρακτήρα της κρίσης χρέους, αλλά και την απίστευτη ομοιότητα στην προπαγάνδα των κυβερνήσεων, που ρίχνουν την ευθύνη στους εργαζόμενους, στο «σπάταλο κράτος» και στις «εθνικές ιδιαιτερότητες» των οικονομιών των χωρών τους.

Σοσιαλιστική διέξοδος

Συνοψίζοντας, η ελληνική οικονομία έχει παρόμοιες «στρεβλώσεις» με τις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού: ανάπτυξη στηριγμένη στη γιγάντωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στη φούσκα της «οικονομίας του χρέους» (κρατικού και ιδιωτικού), γιγάντωση των κρατικών χρεών ως αποτέλεσμα των επιδοτήσεων προς το κεφάλαιο, εξαγωγή κεφαλαίων και ιμπεριαλιστική επέκταση στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η κρίση που χτυπάει την ελληνική οικονομία, δεν είναι «εθνική ιδιαιτερότητα», αλλά κομμάτι της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν έχει καμιά πιθανότητα να ξεπεραστεί με μέτρα «εθνικού» χαρακτήρα είτε με μέτρα «διεθνούς συνεργασίας». Είναι κρίση αδιέξοδη, όσο το κριτήριο του κέρδους θα είναι η κινητήριος δύναμη της οικονομίας. Ακόμα και στην περίπτωση που μια πρόσκαιρη ανάκαμψη δώσει ανάσα στο σύστημα, αυτή θα συνεχίσει να γίνεται πάνω στις πλάτες των εργαζομένων, με μια λιτότητα χωρίς τέλος, αλλά με όλο και μεγαλύτερη αγριότητα.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κρις Χάρμαν:

«Η κρίση είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το σύστημα στηρίζεται πάνω σε μια μεγάλη αντίφαση. Υπάρχει μια τεράστια αλληλεξάρτηση των ανθρώπων από τη μια άκρη του κόσμου μέχρι την άλλη, μέσω του παγκόσμιου συστήματος της παραγωγής, για να παράγονται και να διανέμονται τα αγαθά που χρειάζονται για την επιβίωσή μας, αλλά ο έλεγχος βρίσκεται στα χέρια αντίπαλων προνομιούχων ομάδων, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να εκμεταλλεύονται όλους εμάς τους υπόλοιπους. Υπάρχει μόνο μια απάντηση σε αυτό: να παλέψουμε για να περάσει ο έλεγχος των μέσων της παραγωγής του πλούτου στα χέρια της κοινωνικής πλειοψηφίας του κόσμου, έτσι ώστε η συνεργασία για την παραγωγή των αγαθών, που έχουμε ανάγκη, να αντικαταστήσει τον ανταγωνισμό για το κέρδος. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να συγχρονιστούν η κατανάλωση και η επένδυση και να σταματήσουν οι κρίσεις της υπερπαραγωγής. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να δώσουμε τέλος στον παραλογισμό της φτώχειας μέσα στην αφθονία, της “ανάγκης” να καταναλώνουν οι άνθρωποι λιγότερο, επειδή έχουν παραχθεί πάρα πολλά. Μόνο έτσι μπορούμε να αντικαταστήσουμε με το δημοκρατικό προγραμματισμό το παρανοϊκό τζογάρισμα πάνω στα σπίτια, τις δουλειές και τα χρέη των ανθρώπων. Για να απαλλαγούμε οριστικά από τις κρίσεις του καπιταλισμού, με λίγα λόγια, θα πρέπει να απαλλαγούμε από τον ίδιο τον καπιταλισμό»[27].

Δεν υπάρχει ένας εύκολος, σταδιακός τρόπος να γίνει αυτό. Και ένας από τους βασικούς λόγους, που δεν το επιτρέπει αυτό, είναι η οικονομική πραγματικότητα. Στις δεκαετίες της μεταπολεμικής «χρυσής εποχής» του καπιταλισμού, γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη κόμματα που υπόσχονταν αυτή τη σταδιακή αλλαγή προς όφελος των εργαζομένων με διαδοχικές μεταρρυθμίσεις (σοσιαλδημοκρατία). Η πολιτική αυτή είχε αποτελέσματα εκείνη την εποχή: βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, δημιουργία του κοινωνικού κράτους κ.λπ. Όμως ήταν εφικτή όχι γιατί άλλαζε τον καπιταλισμό, αλλά γιατί δεν τον έβλαπτε σημαντικά και από ορισμένες πλευρές τον ωφελούσε κιόλας. Η κερδοφορία του συστήματος παρέμεινε αλώβητη και η οικονομία συνέχιζε την ανοδική της πορεία. Όμως, όταν οι κρίσεις έκαναν την επανεμφάνισή τους τη δεκαετία του ’70, όταν ο καπιταλισμός μπήκε σε μια πορεία παρακμής, η πολιτική αυτή έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Οι μεταρρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων έρχονταν πλέον σε όλο και πιο ευθεία αντιπαράθεση με την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Όλες οι αριστερές κυβερνήσεις (συχνά με τη συμμετοχή ή την ανοχή των κομουνιστικών κομμάτων) βρέθηκαν αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με τη σκληρή πραγματικότητα ότι η οικονομία δεν δουλεύει και δεν αναπτύσσεται, αν οι καπιταλιστές δεν βγάζουν κέρδη. Το δίλημμα ήταν αμείλικτο. Ή θα έπρεπε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό, ή θα έπρεπε να στραφούν ενάντια στους εργάτες για να αναστηλώσουν την κερδοφορία του συστήματος. Αρνούμενα από τη φύση τους να πάρουν το δρόμο της επανάστασης, τα κόμματα αυτά κατέληξαν υποστηρικτές της αντιλαϊκής πολιτικής, κατέληξαν να είναι, υποτίθεται, μεταρρυθμιστικά κόμματα, χωρίς να έχουν να προσφέρουν ούτε μια θετική μεταρρύθμιση υπέρ των εργαζομένων.

Προεκλογικά ο Γ. Παπανδρέου είχε πετάξει δημαγωγικά το σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» (χωρίς βέβαια να «διευκρινίσει» ότι αυτός υποστηρίζει τη βαρβαρότητα). Το δίλημμα αυτό είναι πραγματικό: Η πάλη για το σοσιαλισμό είναι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος από την κρίση που έχουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν είναι ένας «πατριωτικός» αγώνας για «να σώσουμε τη χώρα», να «ξε-στρεβλώσουμε την εθνική μας οικονομία», αλλά ένας ταξικός και διεθνιστικός αγώνας, μαζί με τους εργαζόμενους και των άλλων χωρών, που δεν μπορεί να έχει άλλο τελικό στόχο από την ανατροπή του καπιταλισμού.

Βέβαια όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι και λόγια του αέρα, αν δεν συνοδεύονται και από μια ρεαλιστική πολιτική που να ξεκινά από τη σημερινή, μη επαναστατική, πραγματικότητα. Όμως, πριν περάσουμε σε αυτό, αλλά και για να μπορούμε να διαμορφώσουμε μια ρεαλιστική σημερινή πολιτική, έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε ποιος είναι ο τελικός στόχος. Το ξεκαθάρισμα ότι μόνη ρεαλιστική διέξοδος είναι ο σοσιαλισμός έχει πολύ συγκεκριμένες πρακτικές συνέπειες.

Πρώτον, μπορεί να εξοπλίσει την Αριστερά, τους ενταγμένους, τους ανένταχτους, τους νέους αγωνιστές που ριζοσπαστικοποιούνται σήμερα, όλους αυτούς που αποτελούν την πρωτοπορία στους αγώνες των εργαζόμενων, με ένα σαφές όραμα, δημόσια διατυπωμένο στην κοινωνία, που να αποτελεί αντίπαλο δέος στην πολιτική του «μονόδρομου» στον οποίο μας οδηγεί η διατήρηση του καπιταλισμού εν μέσω κρίσης. Χωρίς τη διατύπωση ενός σοσιαλιστικού οράματος, που είναι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος από την κρίση, η Αριστερά θα παραμένει απλή δύναμη διαμαρτυρίας («που λέει μόνο όχι, αλλά χωρίς να έχει προτάσεις», όπως είναι η μόνιμη προπαγάνδα της άρχουσας τάξης). Το όραμα μιας άλλης κοινωνίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε η Αριστερά να μπορέσει να διεκδικήσει την ηγεμονία μέσα στην κοινωνία και να πείσει ότι αποτελεί δύναμη πραγματικής αλλαγής.

Δεύτερον, ξεκαθαρίζει την κατεύθυνση των διεκδικήσεών μας: Οι αγώνες και τα αιτήματα, για τα οποία παλεύουμε σήμερα, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα εποχή σταθερής βελτίωσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Στις συνθήκες της κρίσης δεν μπορούμε να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο, και τα κέρδη αλώβητα και τους εργαζόμενους εξασφαλισμένους. Καμιά πολιτική και πολύ περισσότερο καμιά αριστερή πολιτική δεν μπορεί να βγάλει τον καπιταλισμό από την εγγενή του κρίση. Τα μέτρα, οι διεκδικήσεις και οι αγώνες, που προτείνει η Αριστερά, μπορούν να έχουν ένα μόνο στόχο: να προστατέψουν, έστω προσωρινά και όσο είναι δυνατόν, τους εργαζόμενους από το να φορτωθούν το βάρος της κρίσης (έχοντας πλήρη συνείδηση ότι έτσι βλάπτουμε τους καπιταλιστές και την κερδοφορία της «εθνικής οικονομίας») και ταυτόχρονα μέσα από την πείρα αυτών των αγώνων, να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να φτάσουν στο επίπεδο της πάλης και της οργάνωσης, που απαιτείται, ώστε να γίνει εφικτή στο μέλλον η ανατροπή του καπιταλισμού.

Τρίτον, ξεκαθαρίζει το χαρακτήρα των σημερινών αγώνων. Τα τελευταία 30 χρόνια, οι άρχουσες τάξεις, αντιμέτωπες με την παρακμή του καπιταλισμού και την πτώση της κερδοφορίας τους, υποχρεώθηκαν σε μια συνεχή επιθετικότητα απέναντι στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Οι συνήθεις τρόποι συνδικαλιστικής διεκδίκησης, οι διαπραγματεύσεις και οι συμβολικές απεργίες, γίνονταν όλο και περισσότερο ανεπαρκείς και αναποτελεσματικοί. Χρειάστηκε η κλιμάκωση των αγώνων, η επανεμφάνιση μορφών πάλης όπως οι απεργίες διαρκείας και οι καταλήψεις, ώστε να υποχρεωθούν κάποιες φορές οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους σε αναδίπλωση. Μάλιστα οι όποιες νίκες είχαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία αμυντικό χαρακτήρα υπεράσπισης των κεκτημένων και όχι νέες κατακτήσεις. Με άλλα λόγια, η ταξική πάλη έπαιρνε όλο και πιο «άγριες» μορφές τα προηγούμενα χρόνια, τόσο από την πλευρά των αρχουσών τάξεων όσο και από την πλευρά του εργατικού και των άλλων κινημάτων (κυρίως της νεολαίας).

Στην περίοδο της ανοιχτής κρίσης όπως η σημερινή, αυτή η πραγματικότητα οξύνεται στον ύψιστο βαθμό, η ταξική πάλη παίρνει χαρακτήρα ανοιχτού και άγριου πολέμου. Το χτύπημα των εργαζομένων πλέον είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τους καπιταλιστές και τα κέρδη τους, γι’ αυτό και οι επιθέσεις τους αποκτούν ήδη πρωτοφανή αγριότητα. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη του κινήματος το επόμενο διάστημα δεν θα είναι «ομαλή», θα χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή ακραίων καταστάσεων, είτε κοινωνικής ακινησίας είτε κοινωνικών εκρήξεων. Σημαίνει ακόμα ότι και ο παραμικρός αγώνας υπεράσπισης των «κεκτημένων» αποκτά τεράστια σημασία, αφού αναπόφευκτα έρχεται σε σύγκρουση με τη συνολική πολιτική επίθεσης του κεφαλαίου, που υλοποιεί η κυβέρνηση. Ακόμα και για να διεκδικήσει ένας κλάδος εργαζομένων μια μικρή αύξηση ή, για παράδειγμα, τη μη ιδιωτικοποίηση των συγκοινωνιών, βρίσκεται αντιμέτωπος με τα κεντρικά διλήμματα που βάζει η κυβέρνηση και το σύστημα, όπως τι θα γίνει με το χρέος, τι θα γίνει με την «ανταγωνιστικότητα της χώρας» κ.λπ.

Μεταβατικές διεκδικήσεις

Συνεπώς, στην περίοδο της κρίσης δεν μπορούμε να στηρίξουμε ούτε τους στοιχειώδεις αμυντικούς αγώνες, χωρίς να έχουμε απαντήσεις στα διλήμματα που βάζει η κρίση του συστήματος. Τα «κεκτημένα» απειλούν την κερδοφορία του συστήματος και γι’ αυτό οι καπιταλιστές είναι αποφασισμένοι να τα γκρεμίσουν. Είναι υποχρεωτικό, συνεπώς, να συνδυάσουμε την άμυνα με επιθετικούς στόχους, που αφορούν την ίδια τη διεύθυνση της οικονομίας.

Τέτοιες διεκδικήσεις πρέπει να είναι:

1) Το μνημόνιο που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με την τρόικα Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ είναι μια συμφωνία των καπιταλιστών σε Ελλάδα και Ευρώπη για να σωθούν οι τράπεζες και τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου. Καμιά εξουσιοδότηση δεν έδωσαν οι εργαζόμενοι στην κυβέρνηση να υπογράψει αυτή τη βάρβαρη συμφωνία, καμιά δέσμευση, κανένα όφελος και καμιά υποχρέωση δεν έχουν να τη «σεβαστούν». Τα στοιχειώδη συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων επιβάλλουν την πάλη για την ανατροπή του μνημονίου και των μέτρων, που αυτό προβλέπει, εδώ και τώρα.

2) Απέναντι στο χρέος έχουμε να διακηρύξουμε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της χρόνιας επιδότησης των καπιταλιστών από το κράτος, ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν ωφεληθεί από το χρέος και δεν έχουν υποχρέωση να πληρώσουν ούτε ένα ευρώ. Οι πολιτικές λιτότητας για την εξυπηρέτηση του χρέους είναι ένας βασικός μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου. Διεκδικούμε να δημοσιευτούν άμεσα τα στοιχεία για την ταυτότητα αυτών που κατέχουν το χρέος, ώστε να δούμε σε ποιους «αναξιοπαθούντες» καπιταλιστές οφείλει το κράτος λεφτά. Κεντρικό μας αίτημα πρέπει να είναι η άμεση και μονομερής παύση πληρωμών του χρέους και η πάλη για την πλήρη διαγραφή του. Είναι ένα αίτημα που δεν έχει «εθνικό» χαρακτήρα, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Είναι μια διεκδίκηση αναγκαία για τους εργαζόμενους και στις άλλες χώρες, που στενάζουν κάτω από τα προγράμματα λιτότητας.

Η προπαγάνδα των καπιταλιστών στην Ευρώπη για παράδειγμα, πιστή στο δόγμα «διαίρει και βασίλευε», λέει στους Γερμανούς εργαζόμενους να μην αγωνίζονται ενάντια στους Γερμανούς καπιταλιστές και στα μέτρα λιτότητας της Μέρκελ, αφού «υπεύθυνη» είναι τάχα η «διάσωση των τεμπέληδων Ελλήνων που ζουν με δανεικά». Όμως δεν διεκδικούμε να καταργηθεί το ελληνικό χρέος για να το φορτωθούν οι Γερμανοί φορολογούμενοι, διεκδικούμε να καταργηθεί το κρατικό χρέος για όλες τις χώρες της Ευρώπης και να το φορτωθούν οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές που κερδίζουν από αυτό. Είναι ένα αίτημα που μπορεί να συνδέσει τους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στα αφεντικά της κάθε χώρας σε όλη την Ευρώπη και ακόμα παραπέρα.

Η κινδυνολογία ότι χρεοκοπία=καταστροφή είναι ψεύτικη. Τα κράτη δεν χρεοκοπούν όπως οι επιχειρήσεις ή οι ιδιώτες. Δεν υπάρχει καμιά εξουσία (εκτός από τον πόλεμο) που να επιβάλει κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ενός κράτους, αν αρνηθεί να πληρώσει τα χρέη του.
«Και πού θα βρεθούν τα λεφτά για να πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, χωρίς δανεισμό του κράτους;» είναι η προφανής ερώτηση των υπερασπιστών του μνημονίου και της ακολουθούμενης πολιτικής. Η απάντηση είναι ότι, με την παύση πληρωμών του χρέους, το έλλειμμα του προϋπολογισμού γίνεται ελάχιστο. Μια απλή αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων και η περικοπή των στρατιωτικών δαπανών, θα ήταν αρκετά για να ισοσκελισθούν τα έξοδα του κράτους με τα έσοδα. Με πρόσθετα μέτρα (βλέπε παρακάτω) θα υπήρχε και περίσσευμα για άμεσες παροχές.

3) Στην κινδυνολογία ότι αυτό θα οδηγήσει σε κατάρρευση το ευρώ, σε έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη κ.λπ., απαντάμε ότι ακόμα κι αν είναι πραγματική αυτή η πιθανότητα, οι εργαζόμενοι, και στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες, δεν ενδιαφέρονται αν θα πληρώνονται σε ευρώ, σε δραχμές, σε μάρκα ή σε ρούβλια. Ούτε οι χώρες που είναι εκτός ευρώ «καταστράφηκαν», ούτε οι χώρες που είναι εντός ευρώ «σώθηκαν». Αυτό που έχει σημασία είναι οι μισθοί να φτάνουν για να γεμίσει το καλάθι στο σουπερμάρκετ, για να μπορεί κάθε εργαζόμενος να ζει αξιοπρεπώς. Αυτό που έχει τελικά σημασία είναι η αγοραστική αξία των μισθών μας και όχι σε τι νόμισμα θα πληρωνόμαστε. Το παραμύθι ότι μέσα στην Ε.Ε. «θα τρώμε με χρυσά κουτάλια» τελείωσε.

Η ρήξη με τις πολιτικές της Ε.Ε. είναι αναγκαία προϋπόθεση για να υπερασπίσουμε τα δικαιώματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Το συμφέρον των εργαζομένων επιτάσσει λοιπόν καμιά θυσία για το ευρώ (ή για τη δραχμή ή για οποιοδήποτε άλλο νόμισμα). Είτε μέσα στην Ε.Ε. είτε έξω, αυτό που είναι καθοριστικό για τα συμφέροντα των εργαζομένων είναι να μπει χέρι στα κέρδη και στον πλούτο που έχουν συσσωρεύσει οι καπιταλιστές, σε όποιο νόμισμα κι αν αυτά εκφράζονται.

4) Οι τράπεζες είναι από τους βασικούς υπεύθυνους της κρίσης. Απομύζησαν τον πλούτο της κοινωνίας τα προηγούμενα χρόνια και γιγαντώθηκαν. Με το ξέσπασμα της κρίσης διασώθηκαν, ρουφώντας τεράστια ποσά από τα κράτη. Επιπλέον, για να εξασφαλίσουν την κερδοφορία τους, οδηγούν την οικονομία στην ασφυξία και στην καταστροφή μέσω του παγώματος των πιστώσεων και της τοκογλυφίας τόσο πάνω στο κρατικό χρέος όσο και στο ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων. Οι τράπεζες είναι από τους πιο παρασιτικούς τομείς μέσα στον καπιταλισμό: δεν παράγουν τίποτα, αλλά διαχειρίζονται τον πλούτο άλλων. Δεν υπάρχει κανένας λόγος τα παράσιτα αυτά να βγάζουν κέρδη και να συσσωρεύουν πλούτο. Πρέπει να πάψει άμεσα ο στόχος του τραπεζικού συστήματος να είναι η κερδοφορία και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο. Με την πλήρη κρατικοποίηση όλων των τραπεζών, με την απαίτηση από ένα κρατικό τραπεζικό σύστημα να διαγράψει τα χρέη των οικονομικά ασθενέστερων (π.χ. τα δάνεια πρώτης κατοικίας, τα καταναλωτικά δάνεια υπερχρεωμένων νοικοκυριών) και να διοχετεύει τους πόρους, που συγκεντρώνει, στην πραγματική οικονομία και όχι στον τζόγο του χρηματιστηρίου και στην επέκταση των τραπεζών στο εξωτερικό.

5) Όμως πέρα από τις τράπεζες, για να προστατευτούμε από την κρίση, είναι άμεσα απαραίτητος ο δημόσιος έλεγχος όλων των βασικών αγαθών, που χρειάζεται μια κοινωνία για να ζήσει. Αγαθά όπως η ενέργεια, το νερό, η επικοινωνία, η υγεία, η ασφάλιση, η παιδεία, η στέγαση και τα δημόσια έργα, η παραγωγή και διάθεση τροφίμων κ.ά., δεν μπορούν να αφεθούν, ειδικά στην περίοδο της κρίσης, στους νόμους της αγοράς και στην επιδίωξη του κέρδους, γιατί αυτό οδηγεί την κοινωνία στη βαρβαρότητα. Τόσα χρόνια, για παράδειγμα, ακούμε ότι «η αγορά και ο ανταγωνισμός» θα δώσουν «λύση» στην ακρίβεια των τροφίμων, αλλά τα καρτέλ ζουν και βασιλεύουν και μέσα στην κρίση συνεχίζουν να ανεβάζουν τις τιμές. Ε, λοιπόν, η λύση είναι απλή. Κρατικοποίηση των καρτέλ εδώ και τώρα.

Πρέπει λοιπόν άμεσα να διεκδικήσουμε το σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων, την επιστροφή όλων των ιδιωτικοποιημένων ΔΕΚΟ στο δημόσιο (και την κρατικοποίηση των επιχειρήσεων που εμφανίστηκαν στις μετέπειτα «απελευθερωμένες αγορές», όπως π.χ. στις τηλεπικοινωνίες), αλλά και την κρατικοποίηση επιπλέον τμημάτων του κεφαλαίου, που ελέγχουν αυτούς τους τομείς (φαρμακοβιομηχανία, ιδιωτική υγεία και ασφάλιση, βιομηχανίες τροφίμων και αλυσίδες σουπερμάρκετ, κατασκευαστικές εταιρίες, ακτοπλοΐα και ναυτικές μεταφορές...). Τέλος, απέναντι στην απειλή κλεισίματος μεγάλων επιχειρήσεων ως μη κερδοφόρες, ο μόνος τρόπος να υπερασπίσουμε την παραγωγική βάση που έχει ανάγκη η κοινωνία είναι η διεκδίκηση της κρατικοποίησης χωρίς αποζημίωση τέτοιων επιχειρήσεων. 

6) «Πού θα βρεθούν τα λεφτά» για μια τέτοια εκτεταμένη πολιτική κρατικοποιήσεων; Η απάντηση είναι απλή. Δεν χρειάζονται λεφτά, δεν οφείλουμε να δώσουμε ούτε ευρώ αποζημίωση στους τραπεζίτες και στους άλλους καπιταλιστές. Ο πλούτος, που κατέχουν, είναι φτιαγμένος και κλεμμένος από τη δουλειά των εργαζόμενων τόσα χρόνια. Είναι καιρός ο πλούτος αυτός να μπει στην υπηρεσία της κοινής ωφέλειας και όχι να χρησιμοποιείται εχθρικά προς την κοινωνία ή ακόμα και να καταστρέφεται, μόνο και μόνο επειδή το κεφάλαιο αντιμετωπίζει κρίση κερδοφορίας.

7) Δίπλα στα αιτήματα για κρατικοποίηση των τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων, προβάλλουμε το αίτημα του εργατικού ελέγχου σε αυτές. Δεν έχουμε καμιά εμπιστοσύνη ότι μια αστική κυβέρνηση θα βάλει στην υπηρεσία του λαϊκού συμφέροντος τις κρατικές επιχειρήσεις. Οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ μόλις πρόσφατα δήλωσαν την άρνησή τους στην αύξηση των τιμών του ρεύματος. Θέλουμε να έχουν τη δύναμη και να το επιβάλουν. Το να έχουν λόγο τα συνδικάτα και άλλα καινούρια όργανα εργατικού ελέγχου πάνω στη διεύθυνση των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων είναι απαραίτητος όρος, ώστε η πολιτική τους να τείνει προς την εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας και όχι προς το συμφέρον των καπιταλιστών. Ο έλεγχος των εργαζομένων στις τράπεζες για το πού κατευθύνονται τα χρήματα, είναι απαραίτητος όρος για να αποφευχθούν κερδοσκοπικά παιχνίδια και εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Τέτοιες και άλλες διεκδικήσεις, σε αυτή την κατεύθυνση, δεν αναστηλώνουν την κερδοφορία του συστήματος και συνεπώς δεν οδηγούν στο ξεπέρασμα της κρίσης του καπιταλισμού, ούτε στην Ελλάδα, ούτε διεθνώς. Δεν σημαίνουν επίσης τη δημιουργία σοσιαλιστικών νησίδων μέσα στον καπιταλισμό. Ο μόνο τρόπος να αποδώσουν πλήρως είναι όταν οι εργαζόμενοι χτίσουν τη δική τους εξουσία και αποκτήσουν την πλήρη έλεγχο όλης της οικονομίας και το σχεδιασμό της με βάση τις ανάγκες και όχι με βάση το κέρδος. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στο παρόν σύστημα που ζούμε (αν η πάλη των εργαζομένων καταφέρει να επιβάλλει έστω ένα μέρος τους), τέτοιου είδους μέτρα συνιστούν μερική, αλλά σημαντική «παραβίαση» της ιδιοκτησίας και του διευθυντικού δικαιώματος των καπιταλιστών πάνω στον κοινωνικό πλούτο. Συνιστούν ισχυροποίηση του ρόλου των εργαζομένων στη διεύθυνση της οικονομίας. Συνιστούν το απολύτως αναγκαίο «βέτο» που πρέπει να επιβάλλουν οι εργαζόμενοι στο σύστημα, ώστε να εμποδίσουμε τον καπιταλισμό να μας φορτώσει τις συνέπειες της κρίσης του.

Ο χαρακτήρας τέτοιων διεκδικήσεων είναι μεταβατικός: Απαντάνε στα διλήμματα της κυβέρνησης περί «μονόδρομου», διευκολύνουν και στηρίζουν τη συσπείρωση των εργαζομένων σε αγώνες με άμεσους και συγκεκριμένους στόχους, δίνουν τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να νιώσει, μέσα από την εμπειρία της στο σήμερα, ότι έχει τη δύναμη και την ικανότητα να απαλλάξει την κοινωνία από το τρελοκομείο του καπιταλισμού και να αναλάβει η ίδια τη διαχείριση της οικονομίας και της κοινωνίας. Τέτοιες διεκδικήσεις αποτελούν τη γέφυρα των σημερινών αγώνων μας με το όραμα του σοσιαλισμού.

Τέτοιες διεκδικήσεις σημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι και όλοι οι καταπιεσμένοι, απέναντι στον πόλεμο που μας έχει κηρύξει το κεφάλαιο, είμαστε υποχρεωμένοι να κηρύξουμε το δικό μας πόλεμο εναντίον του συστήματος. Στην περίοδο της κρίσης ισχύει το σύνθημα «ή αυτοί, ή εμείς»!

Ακόμα και για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε «συνήθη» αιτήματα, όπως αυξήσεις, προσλήψεις και όχι απολύσεις, σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε πόλεμο, τίποτα δεν θα μας παραχωρήσουν με «διάλογο» ή με συμβολικούς αγώνες διαμαρτυρίας. Χρειάζονται απεργίες διαρκείας, καταλήψεις, εργατικός ξεσηκωμός τελικά, για να καταφέρουμε να σταματήσουμε την αντεργατική επέλαση.

Επιτροπές Αγώνα

Δεν υπάρχει περίπτωση οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες να μπουν μπροστά σε τέτοιους αγώνες. Είναι τελείως απαραίτητο να χτιστούν επιτροπές αγώνα από πρωτοπόρους αγωνιστές μέσα στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στις σχολές και τα σχολεία. Επιτροπές αγώνα που να είναι αποφασισμένες να πάρουν το σκληρό δρόμο των αγώνων αντί για τον αδιέξοδο δρόμο του «διαλόγου». Επιτροπές αγώνα που να στηρίζονται πολιτικά σε ένα πρόγραμμα πάλης σαν αυτό που περιγράψαμε παραπάνω, ώστε να μπορούν να απαντάνε στα διλήμματα που μας βάζει το σύστημα.

Είναι ο μόνος τρόπος να αρχίσουμε να χτίζουμε μια εναλλακτική αγωνιστική ηγεσία των αγώνων μας, μέσα σε κάθε χώρο καταρχήν και στη συνέχεια σε ευρύτερο επίπεδο με το συντονισμό τέτοιων επιτροπών αγώνα. Μια εναλλακτική και πρωτοπόρα ηγεσία που να μπορεί να πιέσει τα συνδικάτα για δράση και ακόμα περισσότερο να μπορεί να αναλάβει την οργάνωση αγώνων ακόμα και ανεξάρτητα από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες στην πορεία.

Ζούμε τη μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σύστημα είναι γερασμένο και επικίνδυνο και οδηγεί την κοινωνία στην καταστροφή, όσο παρατείνεται η ύπαρξή του. Η κλιμάκωση της ταξικής πάλης, το χτίσιμο μιας Αριστεράς ικανής να μπει επικεφαλής στον αγώνα ενάντια στο σύστημα, είναι η μόνη διέξοδος από τη «φρίκη χωρίς τέλος» που μας επιφυλάσσει ο καπιταλισμός, όχι μόνο στο παρόν, αλλά και στο μέλλον. Είναι ένας δύσκολος και μακροχρόνιος αγώνας, θα έχει αμπώτηδες και παλίρροιες, θα έχει νίκες και ήττες, θα έχει κοινωνικές εκρήξεις και περιόδους αγωνιστικής ακινησίας. Είναι όμως η μόνη προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.SIPRI Military Expenditure Database,  http://milexdata.sipri.org/result.php4
2. Eurostat, http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/graph.do?tab=graph&plugin=1&pcode=t... και http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/graph.do?tab=graph&plugin=1&pcode=t...
3. Έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2010, http://www.inegsee.gr/ereynes-meletes/ekthesh/Ethsia-Ekthesh-2010-H-ellh...
4. Eurostat,  http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/graph.do?tab=graph&plugin=1&pcode=t...
5. Βρετανική στατιστική υπηρεσία, http://www.statistics.gov.uk/pdfdir/pse0610.pdf
6. http://129.3.20.41/eps/pe/papers/0507/0507011.pdf
7. wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/List_of_countries_by_size_of_police_forces και «Ελευθεροτυπία», http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=81771
8. US Census Bureau, http://www.census.gov/foreign-trade/statistics/historical/gands.pdf
9. World Economic Forum, http://www.weforum.org/documents/GCR10/Full%20rankings.pdf και Παγκόσμια τράπεζα, world development indicators, http://databank.worldbank.org/ddp/home.do
10. Παγκόσμια τράπεζα, world development indicators,   http://databank.worldbank.org/ddp/home.do
11. Δημήτρης Λιβιεράτος, http://tvxs.gr/node/62714
12. Πολλοί ισχυρίζονται ότι «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα» και ειδικά αυτό υποτίθεται ότι ισχύει στην περίπτωση των εφοπλιστών. Η άποψη αυτή υποστηρίζει ότι το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να «βάλει χέρι» στους εφοπλιστές, αφού αυτοί δεν το έχουν ανάγκη και μπορούν να έχουν τα πλοία τους σε σημαίες χωρών φορολογικών παραδείσων, όπως η Λιβερία. Όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι έχουν ανάγκη το ελληνικό κράτος και γι’ αυτό άλλωστε κρατούν ένα μεγάλο μέρος των πλοίων τους στην ελληνική σημαία. Δυο παραδείγματα για του λόγου το αληθές. Στις αρχές της δεκαετίας έγιναν δυο μεγάλα ναυάγια τάνκερ με τεράστιες οικολογικές καταστροφές και η αιτία ήταν η ανυπαρξία διπλού πυθμένα στα δεξαμενόπλοια αυτά. Η ελληνική κυβέρνηση, διαθέτοντας την ισχυρότερη ναυτιλία στην Ε.Ε., επέβαλε την παράταση της προθεσμίας απόσυρσης των μονοπύθμενων τάνκερ για 15 χρόνια αρχικά και στη συνέχεια (μετά και το δεύτερο ναυάγιο) για 10 χρόνια («Ελευθεροτυπία» 6/6/2003, http://archive.enet.gr/online/online_text/c=114,dt=06.06.2003,id=18166112). Μια δεύτερη απόδειξη ότι οι εφοπλιστές έχουν ανάγκη το κράτος οι εφοπλιστές, είναι οι ελληνικές φρεγάτες που περιπολούν στη θάλασσα της Σομαλίας για την προστασία των εμπορικών πλοίων από τους πειρατές. Ως γνωστόν η Λιβερία δεν διαθέτει φρεγάτες και δεν μπορεί να προστατέψει τους Έλληνες εφοπλιστές.
13. Ιός της «Ελευθεροτυπίας», http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100530.htm
14. «Ημερησία» 1/9/2010, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12336&subid=2&pubid=54453147
15. «Το Βήμα» 6/6/2010, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=16&artid=335865&dt=06/06/2010
16. «Ριζοσπάστης» 17/2/2010, http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=5505075&publDate=17/2/2010
17. «Το Βήμα» 30/5/2010, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=16&artid=334632&dt=30/05/2010#...
18. «Καθημερινή» 6/1/2007, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyepix_1_06/01/2007_21...
19.  Ι.Ο.Β.Ε. 19-6-2007, http://www.iobe.gr/index.asp?a_id=88&news_id=390
20.  «ΤΑ ΝΕΑ» 16/2/2010, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4560619&ct=3
21.  wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/List_of_countries_by_GDP_%28nominal%29 και http://en.wikipedia.org/wiki/List_of_countries_by_GDP_%28PPP%29_per_capita
22. Financial Times 10.02.2010, http://www.ft.com/cms/s/0/f90bca10-1679-11df-bf44-00144feab49a.html
23. «Ισοτιμία» 23/1/2010, http://www.isotimia.gr/default.asp?pid=24&ct=6&artid=80332
24. Το τελικό επιτόκιο δανεισμού των κρατών προκύπτει από την πρόσθεση του σπρεντ με το επιτόκιο δανεισμού της Γερμανίας, που την ίδια μέρα ήταν 2,3%.
25. Financial Times 5.09.2010 http://www.ft.com/cms/s/0/b11d2732-b915-11df-99be-00144feabdc0.html
26. «Guardian» 7/6/2010, http://www.guardian.co.uk/politics/2010/jun/07/cuts-change-british-way-o...
27. Κρις Χάρμαν, «Η νέα κρίση του καπιταλισμού», σελ. 61.