Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη προκάλεσε μια πρωτοφανή διάσταση απόψεων μέσα στην Αριστερά. Μια ιμπεριαλιστική επέμβαση που εμφανιζόταν να βοηθά ένα απελευθερωτικό κίνημα ήταν λογικό να δημιουργήσει σύγχυση. Στο ένα άκρο του φάσματος υπήρξαν δυνάμεις που, ξεκινώντας από την ανάγκη να υποστηριχθεί η εξέγερση, στήριξαν την επέμβαση, κλείνοντας τα μάτια στα κίνητρα των νατοϊκών, αλλά και τις συνέπειες που θα είχε η παρέμβασή τους στην περιοχή. Στο άλλο άκρο βρέθηκαν δυνάμεις που σωστά κατήγγειλαν την επέμβαση ως ιμπεριαλιστική, αλλά καταδικάζοντας τη λιβυκή εξέγερση ως δυτική συνωμοσία και στηρίζοντας, είτε σιωπηλά είτε ανοιχτά, το δικτατορικό καθεστώς του Καντάφι.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «International Socialist Review»

Εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια: Πάνος Πέτρου

 

Εισαγωγή

Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη προκάλεσε μια πρωτοφανή διάσταση απόψεων μέσα στην Αριστερά. Μια ιμπεριαλιστική επέμβαση που εμφανιζόταν να βοηθά ένα απελευθερωτικό κίνημα ήταν λογικό να δημιουργήσει σύγχυση. Στο ένα άκρο του φάσματος υπήρξαν δυνάμεις που, ξεκινώντας από την ανάγκη να υποστηριχθεί η εξέγερση, στήριξαν την επέμβαση, κλείνοντας τα μάτια στα κίνητρα των νατοϊκών, αλλά και τις συνέπειες που θα είχε η παρέμβασή τους στην περιοχή. Στο άλλο άκρο βρέθηκαν δυνάμεις που σωστά κατήγγειλαν την επέμβαση ως ιμπεριαλιστική, αλλά καταδικάζοντας τη λιβυκή εξέγερση ως δυτική συνωμοσία και στηρίζοντας, είτε σιωπηλά είτε ανοιχτά, το δικτατορικό καθεστώς του Καντάφι. Ανάμεσα στα δύο άκρα, μια σειρά οργανώσεις διεθνώς (ανάμεσά τους και η ΔΕΑ) υπερασπίστηκαν μια «δύσκολη», αλλά απολύτως αναγκαία θέση: Που καταδίκαζε την επέμβαση, αλλά δεν έτρεφε καμία αυταπάτη για το καθεστώς Καντάφι. Που αναδείκνυε πως η παρέμβαση του ΝΑΤΟ μπορεί να στρέφεται στρατιωτικά ενάντια στον Καντάφι, αλλά πολιτικά στο στόχαστρο έχει τις αραβικές εξεγέρσεις και της λιβυκής συμπεριλαμβανομένης.

 

 

Αυτή η συζήτηση πήρε διεθνή χαρακτηριστικά. Εδώ αναδημοσιεύουμε –σε συμπτυγμένη μορφή–  άρθρο του Lance Selfa, που δημοσιεύτηκε στο «International Socialism Review», περιοδικό της ISO, αδελφής οργάνωσης της ΔΕΑ στις ΗΠΑ.
Αν και γραμμένο στις ΗΠΑ, συμβάλλει στην εδώ συζήτηση, καθώς τα ζητήματα που προέκυψαν και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από όλες τις μεριές ήταν όμοια και στην ευρωπαϊκή και την ελληνική Αριστερά.

 

Μια μεγάλη μερίδα της ευρωπαϊκής Αριστεράς υποστήριξε το ψήφισμα του ΟΗΕ. Ανάμεσά τους ο πρόεδρος της Ευρωομάδας GUE, Λόταρ Μπίσκι, στέλεχος του Die Linke, ο Μελανσόν, βασικός εταίρος του ΚΚ Γαλλίας στο «Μέτωπο της Αριστεράς» και δύο ευρωβουλευτές από το πορτογαλικό Μπλόκο. Στην Ελλάδα, τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς ομόφωνα καταδίκασαν την επέμβαση. Άλλες αναγνωρίζοντας πως το ΝΑΤΟ μόνο ζημιά θα προκαλέσει στην προοπτική μιας ανεξάρτητης Λιβύης, άλλες από έναν πατριωτικό «αντιαμερικανισμό» και μια φιλικότητα προς τον Καντάφι. Όμως η μικρή έκταση των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων και οι συζητήσεις στο ίντερνετ έδειξαν πως για πολύ κόσμο του κινήματος και της «κοινωνικής» Αριστεράς η αντι-επεμβατική στάση δεν ήταν καθόλου δεδομένη.

Ο Selfa συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της κριτικής του στην υποστήριξη του ψηφίσματος του ΟΗΕ. Ήταν η βασική διαμάχη στις ΗΠΑ, όπου η «φιλελεύθερη» Αριστερά αναμενόμενα στήριξε την επέμβαση, αλλά υπήρξαν και πολύ σοβαροί αντι-ιμπεριαλιστές, όπως ο Gilbert Achcar, που υποστήριξαν το ψήφισμα του ΟΗΕ. Παράλληλα, γραμμένο από μια πολιτική σκοπιά στήριξης στην ειλικρινή επιθυμία των Λίβυων να απαλλαγούν από το καθεστώς Καντάφι, διαφοροποιείται ξεκάθαρα από όσους έσπευσαν να μετατρέψουν σε μια νύχτα το δικτάτορα σε «επικεφαλής αντι-ιμπεριαλιστικού πολέμου».

 

Τις τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, καθώς η κυβέρνηση του Μουαμάρ Καντάφι έτριζε, η αραβική επανάσταση έδειχνε έτοιμη να ανατρέψει έναν τρίτο δικτάτορα. Η λιβυκή επανάσταση ξέσπασε με την ίδια ενέργεια και μαχητικότητα που έδειξαν οι επαναστάσεις στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Η νεολαία μπήκε μπροστά στην εξέγερση, ενθαρρύνοντας πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού να κινητοποιηθούν. Για διάφορους ιστορικούς λόγους, η εναντίωση στον Καντάφι ήταν ισχυρότερη στις ανατολικές περιοχές της χώρας, όπου βρίσκονται τα πετρελαϊκά κοιτάσματα. Αν και οι διαδηλώσεις ξέσπασαν σε όλη τη χώρα, απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση και μαζικότητα στις ανατολικές πόλεις, τη Βεγγάζη και το Τομπρούκ. Η κινητοποίηση έδιωξε την αστυνομία από τους δρόμους και έδωσε τον έλεγχο πολλών πόλεων σε λαϊκές επιτροπές.

Αλλά ο Καντάφι ήταν αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τα βήματα του Μπεν Άλι και του Μουμπάρακ. Η κυβέρνηση Καντάφι, μέσα από τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις ασφαλείας, εξαπέλυσε μια θηριώδη καταστολή ενάντια στο κίνημα. Κανταφικές δυνάμεις πυροβόλησαν τα πλήθη και σκότωσαν εκατοντάδες ανθρώπους, στην προσπάθειά τους να ανακαταλάβουν τον έλεγχο των δρόμων της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων.

Η καταστολή (ή ο φόβος για το ίδιο τους το τομάρι, αν η επανάσταση θριάμβευε και βρίσκονταν στην ηττημένη πλευρά) οδήγησε δεκάδες Λίβυους αξιωματούχους να αυτομολήσουν προς τη μεριά της αντικανταφικής αντιπολίτευσης. Στα ανατολικά της χώρας, ολόκληρες στρατιωτικές μονάδες πέρασαν στο πλευρό της αντιπολίτευσης. Η λιβυκή εξέγερση μετατράπηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα σε μονάδες του λιβυκού στρατού και μισθοφόρους πιστούς στον Καντάφι από τη μία και έναν αντάρτικο στρατό αποτελούμενο από στασιαστές φαντάρους και εθελοντές από την άλλη.

Ως τις αρχές Μάρτη, δύο βασικοί πόλοι άρχισαν να αναδεικνύονται στο εσωτερικό της ετερογενούς λιβυκής αντιπολίτευσης: Ο ένας, με άξονα τους Νέους της 17 Φλεβάρη, τις λαϊκές επιτροπές και άλλες δυνάμεις που είχαν σχηματίσει τον πυρήνα των αρχικών μαζικών διαδηλώσεων. Και ένας δεύτερος, που περιλάμβανε στρατηγούς, πρώην μέλη της κυβέρνησης Καντάφι και άλλες προσωπικότητες της ντόπιας ελίτ που παραδοσιακά αντιπολιτεύονταν τον Καντάφι. Αυτή η δεύτερη ομάδα σχημάτισε τον πυρήνα του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (NTC).

Από την ίδρυσή του, το Συμβούλιο ζήτησε τη στήριξη των δυτικών ενάντια στον Καντάφι. Αρχικά συνάντησαν σκεπτικισμό. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας κατηγόρησε την αντιπολίτευση πως ενισχύει στοιχεία της Αλ Κάιντα. Από τη μεριά τους, οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν διακριτικά. Μια εσωτερική συζήτηση ξέσπασε μέσα στην κυβέρνηση Ομπάμα, καθώς επιχειρούσε να διακρίνει την κατεύθυνση της επανάστασης. Αν ο Καντάφι κατόρθωνε να συντρίψει την επανάσταση, οι ΗΠΑ θα τον κατήγγειλαν στα λόγια, ενώ θα τον συνέχαιραν μυστικά που έφραξε το δρόμο στην αραβική επανάσταση προτού αυτή εξαπλωθεί.

Αλλά, καθώς η έκβαση στη Λιβύη έδειχνε όλο και πιο αβέβαιη και η πιθανότητα ενός παρατεταμένου εμφυλίου πολέμου γινόταν όλο και πιο πιθανή, οι δυτικές χώρες αποφάσισαν να δράσουν. Μπροστάρης ήταν η Γαλλία, που αναγνώρισε τους αντάρτες ως νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης. Ο ισλαμόφοβος πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζί ξεκίνησε στηρίζοντας τα καλέσματα του Συμβουλίου για μια επικυρωμένη από τον ΟΗΕ «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πάνω από τη Λιβύη. Οι φιλελεύθεροι και από τις δυο μεριές του Ατλαντικού άρχισαν να χτυπάνε τα τύμπανα της «ανθρωπιστικής» στρατιωτικής επέμβασης. Σύντομα και άλλοι παλιοί αποικιοκράτες της Αφρικής, ανάμεσά τους η Βρετανία και η Ιταλία, άρχισαν να στηρίζουν την επέμβαση.

Αν και καθυστερημένη, η απόφαση των ΗΠΑ να στηρίξουν τελικά τη «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» του ΟΗΕ έγειρε την πλάστιγγα. Ο Πέπε Εσκομπάρ, ανταποκριτής των «Asia Times», μας παρείχε μια αξιόπιστη εξήγηση της απόφασης, βασισμένη στο ρεπορτάζ του από τον ΟΗΕ:

«Εισβάλετε στο Μπαχρέιν. Καθαρίζουμε τον Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη. Αυτή, εν συντομία, είναι η ουσία της συμφωνίας που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην κυβέρνηση Ομπάμα και τον Οίκο των Σαούντ. Δύο διπλωματικές πηγές στα Ηνωμένα Έθνη, ανεξάρτητες μεταξύ τους, επιβεβαίωσαν πως η Ουάσινγκτον, μέσω της υπ.Εξ. Χίλαρι Κλίντον, άναψε το πράσινο φως στη Σαουδική Αραβία να εισβάλει στο Μπαχρέιν και να συντρίψει το δημοκρατικό κίνημα στη γειτονιά της, με αντάλλαγμα τη θετική ψήφο του Αραβικού Συνδέσμου για την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη Λιβύη».

Η συνάντηση της Κλίντον με εκπροσώπους του Συμβουλίου στα τέλη Μάρτη μπορεί επίσης να βοήθησε στο να κερδηθεί η αμερικάνικη υποστήριξη στην επέμβαση. Το Συμβούλιο έχει ήδη ανακοινώσει δημόσια πως θα σεβαστεί όλα τα πετρελαϊκά συμβόλαια που έχει συνάψει ο Καντάφι. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε τι άλλες εγγυήσεις κατόρθωσε να αποσπάσει η Κλίντον από το Συμβούλιο.

Οι υποστηρικτικές της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πίεζαν για μια άμεση δράση, προκειμένου να αποτραπεί μια -προβλεπόμενη από τους ίδιους- σφαγή στη Βεγγάζη. Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να συμβεί στη Βεγγάζη. Αλλά ο Phyllis Bennis, σε ένα άρθρο στις 29 Μάρτη, που δημοσιεύτηκε στο ZNet ενάντια στη φιλο-επεμβατική θέση του ειδικού σε θέματα Μέσης Ανατολής Cole, παρουσίασε μια πολύ λογική απάντηση στα υστερικά σχόλια που αποτέλεσαν τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας υπέρ της επέμβασης:

«Τα τανκς του Καντάφι έχουν ήδη επιτεθεί στη Βεγγάζη και έχουν ήδη πεταχτεί έξω από τις ένοπλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης –γι’ αυτό ακριβώς τα τανκς ήταν έξω από την πόλη, όταν καταστράφηκαν από τα γαλλικά μαχητικά. Υπήρχε κίνδυνος στη Βεγγάζη και άλλα σημεία της χώρας; Φυσικά. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο πως η αντιπολίτευση, αν και χειρότερα εξοπλισμένη από τους κυβερνητικούς, δεν έχει τη δύναμη να αντεπιτεθεί. Έχουμε ήδη μάθει πολλά για στρατιωτικές δυνάμεις που αυτομόλησαν μαζί με τον οπλισμό τους –στην ανατολή προφανώς ο Καντάφι έχασε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει το στρατό του από πολύ νωρίς».

Αν αναρωτιόταν κανείς πώς είναι η «ανθρωπιστική επέμβαση» στην πραγματική ζωή, το ΝΑΤΟ δεν τον άφησε να περιμένει πολύ για να μάθει: Οι αρχικοί του βομβαρδισμοί από την πρώτη βδομάδα της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων ξεπέρασαν κατά πολύ τον υποτιθέμενο στόχο της προστασίας των Λίβυων αμάχων. Το ΝΑΤΟ χτύπησε στόχους σε όλη τη Λιβύη, αρκετούς μέσα στην πυκνοκατοικημένη Τρίπολη. Κατάφερε ακόμα και να σκοτώσει αποσπάσματα ανταρτών. Πίσω από τη ρητορική της ανθρωπιστικής επέμβασης, το ΝΑΤΟ διεξάγει έναν πόλεμο αλλαγής καθεστώτος. Και αν δεν κατορθώσει την έξοδο του δικτάτορα από την Τρίπολη, μπορεί και να ικανοποιηθεί με ένα φιλοδυτικό κρατίδιο στην ανατολή, όπου βρίσκονται τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Λιβύης.

Από τη μεριά του, το Μεταβατικό Συμβούλιο συνεχίζει να αποζητά τη στήριξη της Δύσης. Οι αντάρτες, τώρα υπό την καθοδήγηση του πρώην υπουργού Εσωτερικών του Καντάφι, στρατηγού Αμπντούλ Φατάχ Γιουνίς, συνεχίζουν να πιέζουν το ΝΑΤΟ να διεξάγει αεροπορικές επιχειρήσεις εκ μέρους τους.

Η «McClatchy Newspapers» ανέφερε πως ένας ακόμη πρώην αξιωματικός του στρατού, ο Καλιφά Χιφτέρ, έφυγε από τη Βιρτζίνια για να αναλάβει καθήκοντα ως νούμερο δύο του Γιουνίς στο στρατό της αντιπολίτευσης. Ο Χιφτέρ, που διοικούσε το λιβυκό στρατό στην επέμβαση στο Τσαντ τη δεκαετία του ’80 προτού έρθει σε ρήξη με τον Καντάφι, έχει ζήσει για δεκαετίες στις ΗΠΑ, δημιουργώντας βάσιμες υποψίες πως είναι άνθρωπος της CIA. Όποιες κι αν είναι οι διασυνδέσεις του Χιφτέρ με τη CIA, ξέρουμε πως η CIA έχει μεταβεί στη Λιβύη.

Ενώ γραφόταν αυτό το άρθρο, ο πόλεμος ανάμεσα στον Καντάφι και την αντιπολίτευση φαινόταν να βυθίζεται σε μια αδιέξοδη ισορροπία. Στις αρχές Απρίλη, ο υπουργός Εξωτερικών της Λιβύης αυτομόλησε στη Βρετανία. Με κάθε Λίβυο αξιωματούχο που περνά στην αντιπολίτευση, η Δύση προσθέτει στη λίστα της έναν ακόμη άνθρωπο «με τον οποίο μπορεί να συνεννοηθεί».

Η Αριστερά και η Λιβύη
Προφανώς, το μαζικό κίνημα αντίστασης στον Καντάφι εμπνεύστηκε αρχικά από τις επαναστάσεις που ανέτρεψαν τυράννους στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Καθώς ξεδιπλωνόταν ως η επόμενη φάση της αραβικής επανάστασης, έδειξε ξεκάθαρα πως το καθεστώς του Καντάφι δεν είχε απολύτως τίποτα που να αξίζει να το υπερασπιστεί κανείς. Η πρόκληση για την Αριστερά στη Δύση είναι να παρέχει υποστήριξη και αλληλεγγύη στο λαϊκό κίνημα ενάντια στη δικτατορία του Καντάφι, ενώ ταυτόχρονα θα αντιτίθεται στις προσπάθειες του δυτικού ιμπεριαλισμού να το εκτρέψει από τους στόχους του ή και να το συντρίψει, προσποιούμενος ότι παρεμβαίνει για να το στηρίξει. 

Δυστυχώς, μια μικρή μερίδα σχολιαστών στην Αριστερά στις ΗΠΑ, όπως οι εκδότες του «MRZine», το Κόμμα για το Σοσιαλισμό και την Ελευθερία και ο Γκλεν Φορντ του Black Agenda Report έχουν πάρει θέσεις που παρουσιάζουν διάφορους βαθμούς συμπάθειας προς τον Καντάφι (όπως έχουν κάνει και οι κρατικοί ηγέτες Ούγκο Τσάβες και Φιντέλ Κάστρο). Αυτή η τάση συνηθίζει να είναι επιφυλακτική, αν όχι ευθέως εχθρική, απέναντι στη λαϊκή αντίσταση στο καθεστώς του Καντάφι. Κάποιοι αριστεροί στη Δύση ίσως έχουν μπερδέψει την παλιά αντι-ιμπεριαλιστική και μισο-σοσιαλιστική ρητορεία του Καντάφι με μια πραγματική πιστοποίηση των προοδευτικών του προθέσεων. Αλλά τα θύματα των θαλάμων βασανιστηρίων του Καντάφι ξέρουν καλύτερα.

Το καθεστώς του ξεκίνησε να εφαρμόζει νεοφιλελεύθερα οικονομικά μέτρα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τα οποία σταμάτησαν προσωρινά τη δεκαετία του ’90, για να συνεχιστούν την τελευταία δεκαετία. Οι ξένες επενδύσεις στην πετρελαϊκή βιομηχανία από την Ιταλία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Κίνα ενθαρρύνθηκαν. Επιπλέον, οι αντι-ιμπεριαλιστικές περγαμηνές του Καντάφι εξαφανίστηκαν χρόνια πριν, καθώς υπήρξε βασικός (έστω και ασταθής) σύμμαχος της Δύσης στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Όπως σημειώνει ο Vijay Prashad σε μια ανάλυσή του, στις 22 Φλεβάρη στο «CounterPunch»:

«Μετά την 11η Σεπτέμβρη, ο Καντάφι πρόθυμα πρόσφερε την υποστήριξή του στις ΗΠΑ. Τον Οκτώβρη του 2002, ο υπουργός Εξωτερικών Μοχάμεντ Αμπντεραχμάν Τσαλγκάμ παραδέχτηκε πως η κυβέρνησή του συνεργαζόταν στενά με τις ΗΠΑ στις αντιτρομοκρατικές μεθόδους και λίγους μήνες αργότερα, ο διάδοχος του Καντάφι, Σαΐφ Αλ Ισλάμ Καντάφι μίλησε ένθερμα για τον πόλεμο του Μπους ενάντια στην τρομοκρατία. Ο Καντάφι θεωρούνταν ένας σύμμαχος αρκετά καλός, ώστε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις Γαλλία, Βρετανία και ΗΠΑ να πουλάνε όπλα στην κυβέρνησή του μέχρι και λίγες βδομάδες πριν επιβάλλουν τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων».

Πολύ μεγαλύτερο βάρος από τη μικρή φιλο-κανταφική πτέρυγα έχουν αυτοί που υποστήριξαν την επέμβαση των ΟΗΕ-ΝΑΤΟ. Η υποστήριξη για τη μία ή την άλλη μορφή δυτικής στρατιωτικής επέμβασης εξαπλώνεται σε σημαντικές προσωπικότητες της Αριστεράς και του αντιπολεμικού κινήματος. Ο Gilbert Achcar, ο βετεράνος σοσιαλιστής και αξιοσέβαστος ακαδημαϊκός –που έχει δημοσιεύσει αναρίθμητα άρθρα, συνεντεύξεις και βιβλία για τους αγώνες στη Μέση Ανατολή και σε αυτό το περιοδικό– κατέληξε σε μια συνέντευξη και ακολούθως σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο «ZNet»:

«Μπορεί οποιοσδήποτε ισχυρίζεται πως ανήκει στην Αριστερά να αγνοήσει την έκκληση του λιβυκού λαϊκού κινήματος για προστασία, έστω και με τα μέσα των ιμπεριαλιστών κλεφτών-μπάτσων, όταν το είδος της προστασίας που ζητάνε δεν είναι τέτοιο που θα επέτρεπε να χάσουν τον έλεγχο της χώρας τους; Φυσικά όχι, όπως καταλαβαίνω εγώ την Αριστερά».

Ανάλογα, ο Juan Cole πρόσθεσε τη φωνή του στα καλέσματα για υποστήριξη της επιβολής ζώνης απαγόρευσης πτήσεων από τον ΟΗΕ στη Λιβύη με ένα «Ανοιχτό Γράμμα στην Αριστερά για τη Λιβύη» στις 27 Μάρτη, στο οποίο κατήγγειλε τους ενάντιους στην επέμβαση ως αδιάφορους για την έκβαση του λιβυκού αγώνα. Ο Cole έφτασε στο σημείο να γράψει: «Χωρίς ντροπή υποστηρίζω το απελευθερωτικό κίνημα και χαίρομαι που η έγκριση της επέμβασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τους έσωσε από τη συντριβή».

Ο Achcar και ο Cole υποστήριξαν τη δυτική επέμβαση στη Λιβύη, έστω και περιορισμένη, για ανθρωπιστικούς λόγους και ασκούν κριτική σε όσους στην Αριστερά αντιτίθενται σε αυτή. Αλλά τα επιχειρήματά τους αγνοούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει η επίθεση στις δυνάμεις του Καντάφι –όπως και το μακρύ απολογισμό τέτοιων στρατιωτικών επεμβάσεων στο παρελθόν.
Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι ξεκίνησαν τη χρονιά με το καθεστώς του Καντάφι ως σύμμαχο στον «πόλεμο ενάντια στον τρομοκρατία» και τη Λιβύη ως εύφορο έδαφος για δυτικές επενδύσεις. Μέχρι πρόσφατα, ήταν πρόθυμοι να αποδεχτούν την εξουσία του Καντάφι στη Λιβύη, αδιαφορώντας για τη συντριβή της εξέγερσης εναντίον του. Μόνο όταν έγινε ορατή η απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και τη ροή πετρελαίου, η Δύση επενέβη.

Η δικαιολογία για την επέμβαση ήταν η έκκληση των αντιπάλων του Καντάφι για μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και άλλων στρατιωτικών δράσεων. Φυσικά, η δυτική επέμβαση έχει πολλά άλλα κίνητρα πέρα από τους ανθρωπιστικούς ισχυρισμούς της Απόφασης 1973: να διασφαλίσει τη ροή λιβυκού πετρελαίου, να αποτρέψει τη μαζική μετανάστευση Λίβυων στην Ευρώπη, να απαλλαγεί από ένα «αποτυχημένο κράτος» στη Λιβύη και να σταματήσει την αραβική επανάσταση, προτού αυτή ανατρέψει άλλον ένα δικτάτορα από μόνη της.

Αλλά ακόμα και αν η επέμβαση παίξει κάποιο ρόλο στην πτώση του Καντάφι –που δεν είναι σε καμία περίπτωση σίγουρο– όποιο καθεστώς έρθει στην εξουσία στη Λιβύη θα είναι συμβιβασμένο από την αρχή με την εξάρτησή του από τις δυτικές δυνάμεις, που δεν νοιάζονται για τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, αλλά για τη διατήρηση της σταθερότητας και της κυριαρχίας τους.
Η ιστορία των αμερικάνικων και ευρωπαϊκών «ανθρωπιστικών» επεμβάσεων έχει γεννήσει μόνο μεγαλύτερη βία και περισσότερη αδικία –στη Σομαλία, την Αϊτή, την πρώην Γιουγκοσλαβία και το Κόσσοβο, στο Ιράκ. Το φαινομενικά προοδευτικό κάλυμμα της εναντίωσης σε δικτάτορες (όλους τους οποίους η Δύση κάποτε υποστήριζε) δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός πως αυτές οι επιχειρήσεις προκάλεσαν καταστροφές.

Πώς πρέπει να απαντήσουν οι σοσιαλιστές;
Όπως υποστηρίχθηκε παραπάνω, οι σοσιαλιστές υποστηρίζουμε το λαϊκό ξεσηκωμό ενάντια στη δικτατορία του Καντάφι και δεν έχουμε καμία σχέση με τους υπερασπιστές του Καντάφι. Αλλά επίσης εναντιωνόμαστε στην επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων και άλλων μορφών δυτικής επέμβασης, γιατί, ενισχύοντας το ρόλο της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη λιβυκή επανάσταση, υποσκάπτουν τις προοπτικές πραγματικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αναλογιστείτε τη μοίρα που είχε το Κόσσοβο, για το οποίο το ΝΑΤΟ διεξήγαγε έναν «ανθρωπιστικό» πόλεμο το 1999.

Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το ΝΑΤΟ επέβαλλε μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη βοσνιακή πόλη Σρεμπένιτσα. Αυτό δεν εμπόδισε τη σφαγή χιλιάδων πολιτών από το σερβικό στρατό και τις φασιστικές συμμορίες που συνεργάζονταν μαζί του. Το ΝΑΤΟ χρησιμοποίησε την τραγωδία της Σρεμπένιτσα ως δικαιολογία για να ξεκινήσει την εκστρατεία βομβαρδισμών ενάντια στη Σερβία για 78 μέρες το 1999. Επίσημα, ο πόλεμος του ΝΑΤΟ επεδίωκε να προστατέψει Κοσσοβάρους πολίτες, που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο σφαγής από τις δυνάμεις του Μιλόσεβιτς.

Όμως οι βομβαρδισμοί στην πραγματικότητα ώθησαν τις σερβικές δυνάμεις να επιταχύνουν τις σφαγές. Χωρίς να αναφέρουμε τις εκατοντάδες –ή χιλιάδες, ίσως δε μάθουμε ποτέ– Σέρβων και Κοσσοβάρων αμάχων, που σκοτώθηκαν από νατοϊκές βόμβες.
Πάνω από μια δεκαετία μετά, το Κόσσοβο υπάρχει ως προτεκτοράτο του ΝΑΤΟ και φιλοξενεί το Camp Bondsteel, μια θηριώδη αμερικανική βάση με 7.000 στρατιώτες. Αν και το Κόσσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του το 2008, η πραγματική του κυβέρνηση είναι ένα μίγμα των καταλοίπων της Μεταβατικής Διοίκησης της Αποστολής του ΟΗΕ στο Κόσσοβο και της Αποστολής Επιβολής του Νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κόσσοβο. Αυτές οι δυνάμεις επέβλεψαν μια μαζική εκστρατεία ιδιωτικοποιήσεων, που ξεπούλησε πρώην κρατικές εταιρείες σε ευρωπαίους επενδυτές. Στο μεταξύ, η ανεργία βρίσκεται στο 40%, ενώ το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα εισπράττουν το μερίδιο του χρέους που είχε το Κόσσοβο ως μέλος της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Ο Achcar, ο Cole και άλλοι, που υποστηρίζουν την επέμβαση στη Λιβύη, κάνουν λάθος, όταν αγνοούν αυτή την ιστορία, ισχυριζόμενοι πως μια καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη θα φέρει διαφορετικό αποτέλεσμα αυτή τη φορά.

Οι υποστηρικτές της δυτικής επέμβασης ξεκινούν από την υπόθεση πως μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων από τη Δύση ήταν η μόνη διαθέσιμη επιλογή για τη λιβυκή αντιπολίτευση. Αλλά πρέπει να παραδεχτούν πως η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την αραβική επανάσταση περιορίζει τις επιλογές που προσφέρονται. Είναι γνωστό πως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επιλέξει να αρνηθούν τις περισσότερες από τις αρχικές απαιτήσεις του Συμβουλίου. Αλλά αποδέχτηκαν την πρότασή του για μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Με άλλα λόγια, η επισήμανση πως «δεν υπήρχε άλλη επιλογή» εκτός από τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων αποτελεί από μόνη της ένα συμβιβασμό για την ανεξαρτησία του λιβυκού κινήματος.

Στο σύντομο διάστημα μερικών βδομάδων, φαίνεται πως η λιβυκή αντιπολίτευση –ή τουλάχιστον τα μέλη του Συμβουλίου που η Δύση έχει αναδείξει ως συνομιλητές της– όλο και περισσότερο λειτουργεί ως κάλυμμα στην προσπάθεια της Δύσης να σταματήσει την αραβική επανάσταση και να διατηρήσει τη ροή του λιβυκού πετρελαίου. Η Δύση περιθωριοποιεί τις άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, από τη νεολαία ως τις κοινωνικές και τοπικές οργανώσεις.

Υπάρχει μια μακρά παράδοση αντι-ιμπεριαλιστικών κινημάτων που κάνουν προσωρινές συμμαχίες με διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η επέμβαση του γαλλικού ναυτικού επέβαλε την παράδοση των βρετανικών δυνάμεων στο Γιόρκταουν στην τελική μάχη για την αμερικανική ανεξαρτησία. Πράκτορες του Κάιζερ παρείχαν όπλα στο ιρλανδικό απελευθερωτικό κίνημα στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διάφορα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα στη Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία έπαιρναν στρατιωτική και πολιτική βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το κλειδί σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις ήταν πως τα απελευθερωτικά κινήματα: 1) Έδιναν έναν ιστορικά προοδευτικό και δίκαιο αγώνα για ελευθερία και 2) κατάφερναν να διατηρούν την ανεξάρτητη ταυτότητά τους που τους έκανε αυθεντικούς εκπροσώπους των καταπιεσμένων και όχι υποτακτικούς των σχεδίων των χορηγών τους. Πράγματι, στην εποχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα των αδέσμευτων, των πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένων κρατών, συχνά εκμεταλλευόταν τη διαμάχη των δύο μεγάλων αντιπάλων του Ψυχρού Πολέμου, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, στρέφοντας τον έναν ενάντια στον άλλο.

Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις στην ιστορία που οι εκπρόσωποι ενός δίκαιου αγώνα όντως αλλάζουν τη σχέση τους με τον ιμπεριαλισμό σε σχέση εξάρτησης και πολιτικής υποταγής. Μια τέτοια διαδικασία συνέβη στο Κόσσοβο, όπου η αντάρτικη δύναμη των Κοσσοβάρων Αλβανών, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κόσσοβου, μεταμορφώθηκε από την αντάρτικη ομάδα που κάποτε η αμερικανική κυβέρνηση καταδίκαζε ως «τρομοκρατική» σε ανιχνευτές για τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ. Μια παρόμοια εξέλιξη συνέβη με την αντισοβιετική αντιπολίτευση στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80. Αυτό που ξεκίνησε ως μια μαζική λαϊκή εξέγερση ενάντια στη σοβιετική κατοχή μετατράπηκε σε έναν «πληρεξούσιο» στρατό των ΗΠΑ ενάντια στην ΕΣΣΔ. Η συμμαχία CIA-Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν αρνούνταν να δώσουν όπλα και στήριξη σε οποιονδήποτε εκτός από τους πιο αντιδραστικούς ενόπλους, πολλοί από τους οποίους σήμερα είναι στην ηγεσία της Αλ Κάιντα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αυθεντικοί αντι-ιμπεριαλιστές, που θέλουν να υποστηρίξουν τους δίκαιους αγώνες ενάντια στην καταπίεση, έπρεπε να αποκαλύψουν τη διαφθορά των ηγετών της αντιπολίτευσης στα χέρια των ιμπεριαλιστών. Αν η επίσημη λιβυκή αντιπολίτευση έχει πάρει οριστικά το δρόμο της κοσσοβάρικης και της αφγανικής αντίστασης μένει να φανεί. Αλλά, όπως υποστηρίζει ο Βρετανός σοσιαλιστής Mike Marqusee στο άρθρο του «Σκέψεις για τη Λιβύη και τον φιλελεύθερο επεμβατισμό», αν η σημερινή επέμβαση πετύχει τους στόχους της, θα διασφαλίσει ότι

«αν πέσει ο Καντάφι, οι αντικαταστάτες του θα επιλεγούν από τη Δύση. Το νέο καθεστώς θα γεννηθεί εξαρτημένο από τις δυτικές δυνάμεις, που θα καθοδηγούν τις οικονομικές και εξωτερικές πολιτικές του ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Οι φιλελεύθεροι υποστηρικτές της επέμβασης θα πουν πως δεν ήθελαν αυτή την εξέλιξη, αλλά η πολιτική τους την κάνει αναπόφευκτη».

Η Λιβύη στο πλαίσιο της ευρύτερης περιοχής
Τα περισσότερα επιχειρήματα υπέρ της δυτικής επέμβασης συνοδεύονται από την ερώτηση σε όσους εναντιώνονται: «Τι θα κάνατε εσείς;». Αλλά το να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση μέσα στα στενά όρια στα οποία τίθεται –ως μια απάντηση σε μια άμεση κατάσταση όπως μια ενδεχόμενη επίθεση του λιβυκού στρατού στη Βεγγάζη– είναι ο λάθος τρόπος να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Η αφετηρία μας είναι πως η λιβυκή επανάσταση είναι κομμάτι του επαναστατικού κύματος που σαρώνει τον αραβικό και βορειοαφρικανικό κόσμο. Η επέμβαση των δυτικών δυνάμεων σε αυτή τη διαδικασία ισοδυναμεί με την εμφάνιση της αντεπανάστασης στην περιοχή. Αυτό δεν ισχύει μόνο γεωγραφικά (η Λιβύη βρίσκεται ανάμεσα στην Τυνησία και την Αίγυπτο), αλλά και πολιτικά. Οι υποστηρικτές της επέμβασης μας ζητάνε να πιστέψουμε πως η λιβυκή επανάσταση μπορεί να προχωρήσει με τη βοήθεια του βασικού υποστηρικτή και χρηματοδότη της αντεπανάστασης στην περιοχή!

Όπως σημείωσε ο Bennis σε ένα άρθρο του στις 24 Μάρτη στο Al-Jazeera online:
«Είναι ειρωνεία, ένας από τους λόγους που πολλοί άνθρωποι υποστήριξαν τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων ήταν ο φόβος πως, αν ο Καντάφι κατάφερνε να συντρίψει την εξέγερση του λιβυκού λαού και να διατηρηθεί στην εξουσία, θα έστελνε ένα καταστροφικό μήνυμα στους άλλους Άραβες δικτάτορες: Χρησιμοποιήστε στρατιωτική δύναμη και θα διατηρήσετε τη θέση σας. Αντίθετα, φαίνεται πως το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο: Ήταν μετά την επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων και την απόφαση χρήσης στρατιωτικών μέσων, ήταν καθώς αμερικανικά, βρετανικά, γαλλικά και άλλα αεροπλάνα και πλοία επιτίθονταν στη Λιβύη, που τα άλλα αραβικά καθεστώτα κλιμάκωσαν την καταστολή στα δικά τους δημοκρατικά κινήματα».

Η αμερικανική και δυτική υποκρισία είναι εμφανής. Ενώ οι επιθέσεις σε άμαχους πολίτες στη Λιβύη ήταν «αιτία πολέμου», οι ΗΠΑ ενέκριναν τη σαουδική εισβολή στο Μπαχρέιν για να υποστηρίξει τις επιθέσεις της εκεί μοναρχίας ενάντια στην αντιπολίτευση.
Η αντεπανάσταση λειτουργεί με μυστήριους τρόπους. Στην αρχή, η Δύση περίμενε, πιστεύοντας πως ο Καντάφι μπορούσε να συντρίψει την επανάσταση μόνος του. Αργότερα, δεν ήταν τόσο σίγουροι. Στην αρχή, δεν ήταν τόσο σίγουροι για τους αντάρτες. Τώρα οι δυτικές κυβερνήσεις προσπαθούν να τους εναγγαλιστούν.

Μια ανακοίνωση των Επαναστατών Σοσιαλιστών της Αιγύπτου στις 20 Μάρτη το θέτει σωστά:

«Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός χρησιμοποιεί διάφορους μηχανισμούς για να πετύχει το μοναδικό του στόχο, ο οποίος είναι να εξασφαλίσει πως τα αραβικά καθεστώτα θα παραμείνουν πιστά στην υποταγή στα μονοπώλια του παγκόσμιου καπιταλισμού και τις πολιτικές των αποικιοκρατών. Αυτό γίνεται εφικτό με τη συμμαχία των τάξεων που επωφελούνται από τη διατήρηση του παλιού καθεστώτος και που φοβούνται το άπλωμα της λαϊκής επανάστασης. Η επέμβαση παίρνει πολλές μορφές: Μέσα από την προπαγάνδα και τη χρήση αμφιλεγόμενων πηγών χρηματοδότησης που συνδέονται με την αμερικανική κυβέρνηση και εταιρείες που υποστηρίζουν τον αμερικανικό και σιωνιστικό ιμπεριαλισμό, όπως και μέσα από στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η εισβολή της Ασπίδας της Χερσονήσου στο Μπαχρέιν, η ανακοίνωση της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη, η επίσκεψη της Χίλαρι Κλίντον, οι βαλίτσες με δολάρια που εμφανίζονται κάτω από την πρόφαση της “υποστήριξης της δημοκρατίας” και της εξάπλωσης “δημοκρατικών ανησυχιών” είναι όλα κομμάτια του ίδιου σχεδίου. Αυτό δεν σημαίνει πως πρόκειται για “συνωμοσία”, αλλά υπάρχει φυσιολογικά μια στενή αλληλεξάρτηση συμφερόντων ανάμεσα σε συστήματα και κυβερνήσεις και τα διεθνή καπιταλιστικά μονοπώλια».

Οπότε, πρέπει να γυρίσουμε την ερώτηση «Τι θα κάνατε;» ανάποδα: Απέναντι σε αυτή την προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να «βραχυκυκλώσει» την επανάσταση, θα έπρεπε να μείνουμε στην άκρη και να μην κάνουμε τίποτα; Ή, ακόμα χειρότερα, να χειροκροτήσουμε την παρέμβαση της Αυτοκρατορίας; Όχι, απαιτούμε τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ. Απαιτούμε τη διακοπή της βοήθειας στη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη και το Μπαχρέιν και υποστηρίζουμε το βάθεμα των επαναστάσεων στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Και προς τις δυτικές δυνάμεις που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τους Λίβυους αμάχους, που αντιμετωπίζουν μια βίαιη δικτατορία, λέμε: «Καταργήστε τους αντιμεταναστευτικούς σας νόμους και δώστε άσυλο σε όποιον Λίβυο το θέλει!».

Αναγνωρίζουμε πως η μοίρα της λιβυκής επανάστασης είναι δεμένη με τη μοίρα της αραβικής επανάστασης. Μια πρόοδος των εξεγέρσεων στην Τυνησία, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν ή τη Συρία μπορεί να βοηθήσει το προχώρημα του αγώνα στη Λιβύη. Και η αναζωογόνηση της μαζικής δράσης στη Λιβύη μπορεί να γείρει την πλάστιγγα μέσα στην αντιπολίτευση ενάντια σε αυτούς που κάνουν συμφωνίες με τη Δύση και υπέρ αυτών που θέλουν πραγματική ελευθερία και ανεξαρτησία. Το μέλλον της αραβικής επανάστασης, στη Λιβύη και την υπόλοιπη περιοχή, δεν έχει γραφτεί ακόμα. Ενώνουμε τη φωνή μας με τους σοσιαλιστές στην Αίγυπτο που φωνάζουν:

Όχι στην ξένη επέμβαση.
Όχι στην αντεπανάσταση.
Ζήτω η επανάσταση των λαών.