Ένα και πλέον χρόνο μετά την ψήφιση του μνημονίου, τη μεγάλη απεργία της 5ης Μάη και μια σειρά από γενικές απεργίες και κλαδικές κινητοποιήσεις, ο απολογισμός για την αποτελεσματικότητα της αντίστασης είναι αντιφατικός: Τα συνδικάτα αποδείχτηκαν κατώτερα των περιστάσεων και δεν οργάνωσαν τους αγώνες για την ανατροπή των μέτρων. Η πραγματικότητα αυτή, μετά το τέλος της 48ωρης απεργίας στις 28-29 Ιούνη, την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και μπροστά στο νέο γύρο αναμέτρησης του εργατικού κινήματος με την κυβέρνηση, έχει ανοίξει μια έντονη συζήτηση για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.

Η ανεπάρκεια των συνδικάτων να απαντήσουν στην κυβερνητική επίθεση έχει σαν αποτέλεσμα είτε να τρέφονται απομονωτικές τακτικές τύπου ΠΑΜΕ, είτε να (επαν)εμφανίζονται απόψεις περί ιστορικής αδυναμίας των συνδικάτων να απαντήσουν στην παρούσα φάση και να δίνουν, επομένως, προτεραιότητα σε άλλες μορφές πολιτικής κινητοποίησης.

Πάλη μέσα στα συνδικάτα

Πρόκειται για εντελώς λάθος αντιμετωπίσεις. Τα συνδικάτα είναι οι συλλογικές εργατικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν από την αυγή του καπιταλισμού μέχρι σήμερα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, επειδή εξυπηρετούν μια αυθεντική ανάγκη: την υπεράσπιση και την προώθηση των εργατικών συμφερόντων στην αναπόφευκτη οικονομική και ταξική πάλη που διεξάγεται μέσα στον καπιταλισμό. Επομένως, αποτελούν μια μόνιμη δύναμη οργάνωσης των εργατικών συμφερόντων και αντίθεσης στην αυτορύθμιση της αγοράς στον καπιταλισμό, που είναι πάντοτε αναγκαία από την πλευρά των εργατικών συμφερόντων.
Αυτή είναι θέση αρχής που δεν αφορά μόνο το ένδοξο παρελθόν των συνδικάτων, αλλά την πιο πρόσφατη ιστορία τους στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές τους αδυναμίες.

Ο απεργιακός ξεσηκωμός του Γαλλικού Δεκέμβρη το 1995 ήταν ο σταθμός για την αναζωογόνηση του εργατικού κινήματος και για τη συγκρότηση του διεθνούς κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Στην Ευρώπη, η νεοφιλελεύθερη επέλαση της δεκαετίας του ’80 δεν κατάφερε να βάλει ταφόπλακα στο εργατικό κίνημα, καθώς σήμερα αναβιώνουν εργατικοί αγώνες και μαζικές διαδηλώσεις ακόμα και σε «δύσκολες» χώρες όπως η Βρετανία.

Αλλά και στις αραβικές επαναστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, ο ρόλος των συνδικάτων αποδείχτηκε καθοριστικός. Στην Τυνησία και την Αίγυπτο τα ανεξάρτητα συνδικάτα διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην ανατροπή του Μουμπάρακ. Οι απεργίες των εργατών στη Μαχάλα και την Αλεξάνδρεια λύγισαν το καθεστώς, καθώς δεν μπόρεσε να απομονώσει τη νεολαία και τον κόσμο της πλατείας Ταχρίρ.

Σε αντιδιαστολή με την εικόνα αυτή, η απουσία του οργανωμένου εργατικού κινήματος στην εξέγερση της Συρίας δίνει μεγαλύτερη δυνατότητα στο καθεστώς για θηριώδη καταστολή των κινητοποιήσεων. Στο Ουισκόνσιν των ΗΠΑ δόθηκε μια χωρίς προηγούμενο μάχη ενάντια στην προσπάθεια κατάργησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης: Οι δημόσιοι υπάλληλοι κατέλαβαν το τοπικό κοινοβούλιο της πρωτεύουσας Μάντισον, οι 14 βουλευτές  των Δημοκρατικών κατέφυγαν στο γειτονικό Ιλινόις, προκειμένου να αποφευχθεί η ψηφοφορία, ενώ οι διαδηλώσεις παρέλυσαν την πόλη και τα σχολεία.
Από τα τέλη του Μάη 2010, η Κίνα συγκλονίζεται από απεργίες σε θυγατρικές μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων, όπως οι ιαπωνικές αυτοκινητοβιομηχανίες Toyota και Honda. Σε δέκα βιομηχανικές κινεζικές επαρχίες και πόλεις η διοίκηση των επιχειρήσεων υποχρεώθηκε σε αύξηση του κατώτατου μισθού έως και 33%.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα συνδικάτα ήταν η ραχοκοκαλιά της αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη επίθεση τις δύο τελευταίες δεκαετίες, κατορθώνοντας να ανασχέσουν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που επεδίωκαν να επιβάλουν οι κυβερνήσεις από τη δεκαετία του ’90, και να διασώσουν από την απόλυτη υποβάθμιση μισθούς, συντάξεις, κοινωνική προστασία, εκπαίδευση και υγεία. 

Αλλά και στη σημερινή συγκυρία υπάρχουν παραδείγματα αντίστασης, με όποιες ανεπάρκειες τα χαρακτήρισαν:

* Οι τεράστιες γενικές απεργίες.
* Οι πρώτες απεργίες με διάρκεια που είδαμε στην ΕΘΕΛ, στους ναυτεργάτες και στα ΜΜΕ.
* Η δεκαήμερη κατάληψη του υπουργείου Υγείας από τους γιατρούς και οι επισχέσεις εργασίας  των υγειονομικών.
* Η συγκρότηση του συντονισμού πρωτοβουλιών ομοσπονδιών, σωματείων στην Αθήνα και σε πολλές πόλεις, ο συντονισμός των επιτροπών αγώνα στις γειτονιές με τα σωματεία ενάντια στα κλεισίματα και τις συγχωνεύσεις σχολείων και νοσοκομείων, η ανάπτυξη σωματείων και επιτροπών στους δύσκολους χώρους του ιδιωτικού τομέα και της επισφάλειας, όπως στην Εθνοντάτα, και οι μαχητικές μορφές πάλης με αποκλεισμούς των επιχειρήσεων, όπως στις Ταχυμεταφορές.
* Οι αγώνες των συμβασιούχων…

Πρόκειται για πολύτιμες παρακαταθήκες της εργατικής δράσης που μπορούν με καλύτερους όρους και με την αγωνιστική εφεδρεία του κινήματος των πλατειών να επιβάλουν στα συνδικάτα την κλιμάκωση των αγώνων με ακόμα πιο αποφασιστικά και συντονισμένα απεργιακά βήματα.

Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν όχι μόνο ότι τα συνδικάτα είναι μια υπαρκτή δύναμη αντίστασης, αλλά και ότι μπορούν να καθορίσουν, υπό προϋποθέσεις, τις πολιτικές εξελίξεις.

Άρα, οι αγωνιστές της Αριστεράς πρέπει να δρουν μέσα στις υπαρκτές μαζικές εργατικές οργανώσεις, μέσα στα συνδικάτα. Όμως πρέπει να δρουν με ειδικό τρόπο.

Ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία

Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αυταπάτης για το ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, για τις συνεχείς υποχωρήσεις της τα τελευταία 20 χρόνια, για τα εμπόδια που ορθώνει στην ανάπτυξη, το συντονισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων. Έτσι μπροστά στη μεγάλη και ξαφνική κλιμάκωση της κυβερνητικής επίθεσης, οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και των κλαδικών ομοσπονδιών αποδείχθηκε περίτρανα ότι είναι ανίκανες και ανήμπορες να αντισταθούν στη λαίλαπα των μνημονίων.
Αυτό φάνηκε στη γενική απεργία της 5ης Μάη του 2010, στην οποία εκδηλώθηκε ξεκάθαρα το δυναμικό ανατροπής του μνημονίου 1, όταν η εργατική διαδήλωση μετατράπηκε σε ένα τεράστιο παλλαϊκό συλλαλητήριο που έφτασε να πολιορκεί επί ώρες τη Βουλή, με μπροστάρη τον κόσμο των συνδικάτων. Όμως, κάτω και από την πίεση των γεγονότων στη Μαρφίν, οι γραφειοκρατικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ αρνήθηκαν να δώσουν συνέχεια με μια δυναμική κλιμάκωση.

Επόμενος σταθμός ήταν οι απεργίες στις συγκοινωνίες με χαρακτηριστικά μαχητικού συνδικαλισμού βάσης: Μαζικές γενικές συνελεύσεις που πολλές φορές πήγαν κόντρα στη διοίκηση του σωματείου και στην ουσία την έσυραν σε αγωνιστικές αποφάσεις, κάτι που οδήγησε στη διαγραφή του προέδρου της ΕΘΕΛ, Ν. Κουλουμπαρίτση, από την ΠΑΣΚΕ σαν ενδοτικού στις πιέσεις της βάσης. Πρωτοβουλίες συντονισμού συνελεύσεων και απεργιών όλων των εργαζομένων στις συγκοινωνίες της Αθήνας, που διαρκώς υπονόμευαν η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ. Συντονισμός με άλλους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, καθώς δύο φορές η πορεία των εργαζομένων της ΕΘΕΛ συναντήθηκε με τους καταληψίες του υπουργείου Υγείας με το κοινό σύνθημα «Υγεία-Παιδεία-Συγκοινωνία». Κοινές δράσεις με το μέτωπο αλληλεγγύης, που δημιουργήθηκε με τις Επιτροπές «Δεν Πληρώνω», ενάντια στην αύξηση του εισιτηρίου.

Οι γραφειοκράτες των συνδικάτων στις συγκοινωνίες και στη ΓΣΕΕ –που δεν κάλεσε ούτε μια στάση εργασίας για τα μάτια του κόσμου– αντί να στηρίξουν τον αγώνα αυτό, που συγκέντρωνε πραγματικές προϋποθέσεις νίκης, με τα στοιχειώδη μέτρα της αγωνιστικής παράδοσης των συνδικάτων (συντονισμένη απεργία διαρκείας σε όλες τις συγκοινωνίες, κάλεσμα για γενικές απεργίες, καμπάνια αλληλεγγύης στην κοινωνία, απεργιακό ταμείο κ.λπ.), υπέσκαψαν συστηματικά κάθε βήμα κλιμάκωσης του αγώνα.
Ανάλογα παραδείγματα είχαμε και σε άλλες ομοσπονδίες. Οι συμβασιούχοι του δημοσίου έκαναν δύο μεγάλες μαχητικές συγκεντρώσεις στον Άρειο Πάγο και οι συμβασιούχοι του Δήμου Αθηναίων έκαναν κατάληψη στο Δημαρχείο ενάντια στις απολύσεις, αλλά η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ και των κλαδικών ομοσπονδιών δεν έκαναν τίποτα για να υπάρξει ένα κοινό αγωνιστικό-απεργιακό μέτωπο με τους μόνιμους υπαλλήλους.

Στα νοσοκομεία η προκλητικά φιλοκυβερνητική ηγεσία της ΠΟΕΔΗΝ δεν έκανε τίποτα για να ενωθεί η απεργία και η δεκαήμερη κατάληψη του υπουργείου Υγείας με όλους τους εργαζόμενους στο ΕΣΥ ενάντια στο νόμο Λοβέρδου, όπως δεν έκανε και πάλι τίποτα για να συντονιστεί –και να διευρυνθεί το πλαίσιο αιτημάτων– το κίνημα των επισχέσεων εργασίας και των καθημερινών συνελεύσεων σε μια σειρά νοσοκομεία για την καταβολή των δεδουλευμένων.

Στην πρόσφατη μάχη ενάντια στο μεσοπρόθεσμο και ενώ είχαν την ευκαιρία με μαζικές κινητοποιήσεις να βοηθήσουν να συνδεθεί η οργή των εργαζομένων με τους «αγανακτισμένους» των πλατειών, το απέφυγαν.

Οι συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ σαμποτάρισαν ανοιχτά τη 48ωρη γενική απεργία που είχαν αναγκαστεί να καλέσουν από την πίεση του κόσμου και της Αριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μόνα εργατικά μπλοκ στη διαδήλωση της πρώτης μέρας της γενικής απεργίας στην Αθήνα ήταν της ΔΕΗ, της ΕΑΒ και της ΕΥΔΑΠ. Και αυτά με συμμετοχή κατώτερη των περιστάσεων.

Τη δεύτερη μέρα της απεργίας ήξεραν ότι η μάχη του Μεσοπρόθεσμου θα κριθεί από τη μαζική παρουσία κόσμου γύρω από τη Βουλή. Κι όμως δεν κάλεσαν στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, αλλά στην πλατεία Κλαυθμώνος στις 7 το απόγευμα, 5 ώρες δηλαδή μετά την προγραμματισμένη ώρα ψηφοφορίας. Τα ποσοστά συμμετοχής στην απεργία τη δεύτερη μέρα, στις ομοσπονδίες που ελέγχουν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, δεν ξεπέρασαν το 20%...

Για την επιτυχή έκβαση της αντίστασης και των αγώνων είναι απαραίτητο το ξεπέρασμα της αδράνειας και των συμβιβασμών από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Όμως αυτό το ξεπέρασμα δεν μπορεί να γίνει με άλματα, γιατί οι συνδικαλιστές δεν είναι απλά ένα ξεκομμένο σώμα γραφειοκρατών, «ένα τσιμπούρι που έχει κάτσει στο σβέρκο της εργατικής τάξης», αλλά ένα ιδιαίτερο στρώμα διαμεσολαβητών ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που διατηρεί επί σειρά ετών πλειοψηφικούς και στενούς δεσμούς με την εργατική βάση και δεν βασίζεται απλά είτε σε κάποιες μικροπαραχωρήσεις που πετυχαίνει, είτε στη σχέση της με τους εργοδότες, αλλά σε κάτι πολύ βαθύτερο και ανθεκτικό: εκπροσωπεί το μέσο όρο της εργατικής συνείδησης στις ομαλές συνθήκες της κυριαρχίας του καπιταλισμού.

Ο τρόπος για να ξεπεραστεί η αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι η κινητοποίηση της εργατικής βάσης, με την ενθάρρυνση και την οργάνωση διαδικασιών «από τα κάτω». Με τη στήριξη της κάθε μορφής εργατικής μαχητικότητας, όπως οι συνελεύσεις, οι επιτροπές, οι απεργιακές φρουρές κ.λπ. Με τον οριζόντιο συντονισμό συνελεύσεων, σωματείων και ομοσπονδιών. Με την προσπάθεια ανάδειξης νέων φυσικών ηγεσιών από τη βάση, σε σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατία. Όλα αυτά τα στοιχεία  έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται μέσα στη φάση της κρίσης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τη μια και την ανάπτυξη της εργατικής μαχητικότητας από την άλλη. Ο σπόρος έχει ήδη πέσει.

Κίνδυνοι  και ευκαιρίες στην κρίση

Από κανένα δεν αμφισβητείται ότι η κρίση λειτουργεί εξαιρετικά πιεστικά πάνω στον κόσμο της εργασίας και στα συνδικάτα, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

1. Η απειλή και ο φόβος για τους εργαζόμενους ότι θα  χάσουν τη δουλειά τους, ο εκβιασμός που τους αναγκάζει να δουλεύουν πολύ περισσότερο για να κρατήσουν ένα βασικό επίπεδο ζωής.
2. Η μάχη ενάντια στις επιθέσεις στο μισθό, τις απολύσεις κ.λπ. ξεφεύγει από τις επιμέρους κλαδικές και επιχειρησιακές διεκδικήσεις. Είναι μεγάλη, συνολική, πολιτική μάχη για την ανατροπή της κυβέρνησης και του μνημονίου.
3. Η αδυναμία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην ηγεσία των συνδικάτων να υπερασπίσει τις εργατικές κατακτήσεις με τις παραδοσιακές μορφές διαμεσολάβησης και τις σχέσεις με τα κόμματα εξουσίας  και άρα τίθεται το ζήτημα της αποτελεσματικότητας και της εμπιστοσύνης στα συνδικάτα συνολικά.

Όμως, για το επόμενο κρίσιμο διάστημα έχουν ήδη τεθεί οι βάσεις για την ανάπτυξη ενός πιο δυνατού εργατικού κινήματος,  με νέα ποιοτικά στοιχεία.

Η εμπειρία της εργατικής τάξης για την οργάνωση της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και το ξεπέρασμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας έχει προχωρήσει από τις επιμέρους μάχες στους εργασιακούς χώρους, αλλά κυρίως από τις κεντρικές μάχες με τις εννέα μαζικές και μαχητικές γενικές απεργίες, την  κλιμάκωση με τη 48ωρη, την τροφοδότηση και τη σύνδεση με το ριζοσπαστισμό της  πλατείας και τις απόπειρες για την περικύκλωση της Βουλής και την παραμονή στο χώρο παρά τη βάρβαρη αστυνομική καταστολή.

Όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι που έδωσαν τη μάχη μαζί με τους χιλιάδες κόσμου που πέρασαν για σαράντα και πλέον μέρες από τις πλατείες, μπορούν ενωμένοι να οργανώσουν άμεσα τη συνέχεια και την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων για τη μη εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου στους χώρους δουλειάς.

Σύνδεση των εργατικών αγώνων με τα κινήματα ανυπακοής και τα κινήματα διαμαρτυρίας, σύνδεση των κινημάτων με τους χώρους δουλειάς, π.χ. εισιτήρια και απεργία ΜΜΜ, χαράτσι στα νοσοκομεία και σύνδεση με τους αγώνες ενάντια στις συγχωνεύσεις και για τα δεδουλευμένα.

Σημαντικός είναι ο ρόλος και οι πρωτοβουλίες που μπορεί να πάρει η επιτροπή «Δεν χρωστάμε – Δεν πουλάμε – Δεν πληρώνουμε». Τα σωματεία και οι εργατικές παρατάξεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μαζί με τους αγωνιστές από χώρους και γειτονιές που δημιούργησαν την επιτροπή, χρειάζεται να δημιουργήσουν και να συντονίσουν αντίστοιχες πλατιές επιτροπές αγώνα στους χώρους δουλειάς.

Έχει προχωρήσει παρά πέρα η συζήτηση και η πολιτικοποίηση του εργατικού κινήματος που συμπυκνώθηκε πολύ πετυχημένα στο σύνθημα της επιτροπής σωματείων, κινήσεων και συνελεύσεων «Δεν χρωστάμε – Δεν πουλάμε – Δεν πληρώνουμε»: Από το να φύγει το μνημόνιο, στην άρνηση νομιμοποίησης και πληρωμής του χρέους. Από το να φύγει η κυβέρνηση και το σάπιο πολιτικό σύστημα, στην αναζήτηση εναλλακτικής λύσης. Έχει προχωρήσει δηλαδή η συζήτηση σε μαζικά ακροατήρια για πιο στρατηγικές λύσεις απέναντι στην κρίση.

Άρα χρειάζεται να ξεκινάμε από τα άμεσα αιτήματα υπεράσπισης των κατακτήσεων και να γίνεται η σύνδεση των επιμέρους με τα συνολικά εργατικά αιτήματα, να προβάλλονται πιο ξεκάθαρα και τολμηρά αιτήματα για την εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτισμού:

* Ανατροπή του μνημονίου, παύση πληρωμών στους πιστωτές (να χρηματοδοτηθούν οι επείγουσες εργατικές ανάγκες και όχι οι τοκογλύφοι), διαγραφή του χρέους.
* Κρατικοποίηση των τραπεζών και των κοινωφελών οργανισμών με εργατικό έλεγχο.
* Αναδιανομή του πλούτου με τη φορολογία του κεφαλαίου, της εκκλησίας κ.λπ. Να πληρώσουν οι πλούσιοι.
* Κατάργηση των εξοπλισμών.
* Όχι στο ευρωσύμφωνο, καμιά θυσία για το ευρώ.
* Ανατροπή της κυβέρνησης και κάθε μνημονιακής πολιτικής.

Οφείλουμε να θέσουμε πιο τολμηρά δύο επιπλέον σημεία: την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό μέσα στους εργατικούς χώρους. Τη διεκδίκηση για νομιμοποίηση των μεταναστών και ελεύθερη είσοδο-παραμονή-έξοδο από τη χώρα, καθώς και τη λήψη σχετικών πρωτοβουλιών από τα συνδικάτα.

Ο καπιταλισμός δεν δουλεύει, η σοσιαλδημοκρατία δεν δίνει διέξοδο. Η προοπτική της εργατικής δημοκρατίας με βάση τον προγραμματισμό των αναγκών είναι η μόνη «ρεαλιστική απάντηση».

Η Αριστερά όχι μόνο δεν πρέπει να διστάσει να ταυτιστεί με τέτοια αιτήματα, αλλά είναι επιτακτική ανάγκη να αρχίσει να προβάλλει με αποφασιστικό και συστηματικό τρόπο αιτήματα που συγκροτούν ένα πολιτικό εργατικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση και τη χρεοκοπία.

Οι δυνατότητες συμμαχιών, πρωτοβουλιών και της ενωτικής πολιτικής γίνονται μεγαλύτερες μετά το ρήγμα στην ΠΑΣΚΕ (αποχώρηση ΠΑΣΚΕ σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΤΑ, ένταξη της ΠΟΕ-ΟΤΑ στο συντονισμό πρωτοβάθμιων). Οι ηγεσίες των συνδικάτων γίνονται πιο ευάλωτες σε αγωνιστικές προτάσεις και πρωτοβουλίες σύγκρουσης με το μεσοπρόθεσμο και την κυβέρνηση. Δεν πρόκειται για ελιγμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά για προσπάθεια διάσωσης από την ίδια της την καταστροφή σαν στρώμα διαμεσολαβητών και την απόπειρα στοιχειώδους  αντιστοίχησής της με τις εργατικές διαθέσεις και άρα οι δυνατότητες της εργατικής αντίστασης και συγκρότησης μετώπου γίνονται μεγαλύτερες.

Η μετατόπιση της ΠΑΣΚΕ ΠΟΕ-ΟΤΑ οδήγησε την Ομοσπονδία των εργαζομένων στους δήμους να δώσει κάποια δείγματα για το πώς μπορούν να οργανωθούν τόσο κρίσιμες μάχες. Ξεκίνησε με καταλήψεις των ΧΥΤΑ μια μέρα πριν την έναρξη της 48ωρης και συνέχισε με την παρουσία της τη δεύτερη μέρα της γενικής απεργίας στα μπλόκα των αγανακτισμένων γύρω από τη Βουλή. Αντιμετώπισε την καταστολή της αστυνομίας, που τους χτύπησε τόσο στο ΧΥΤΑ Φυλής όσο και στο μπλόκο του Ευαγγελισμού, όπου βρίσκονταν μαζί με εργαζόμενους στα νοσοκομεία.

Το σωματείο εργαζομένων στο Μετρό είναι ένα δεύτερο παράδειγμα. Δεν ακολούθησαν την απεργία της ΠΑΣΚΕ στα ΜΜΜ κατά τη διάρκεια της 48ωρης και μετέφεραν τον κόσμο στο Σύνταγμα. Οι εργαζόμενοι του Μετρό έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό στην αντιμετώπιση όλων των έκτακτων περιστατικών (εκατοντάδες τραυματίες με ανοιγμένα κεφάλια, αναπνευστικά προβλήματα ευπαθών ομάδων κ.ά.), όταν τα ΜΑΤ μετέτρεψαν το σταθμό του Συντάγματος σε θάλαμο αερίων. 

Αυτά τα ρήγματα στην ηγεσία των συνδικάτων πρέπει να αξιοποιηθούν από τους αγωνιστές και τη ριζοσπαστική Αριστερά για συμμαχίες και διεύρυνση του μετώπου αντίστασης στο Μεσοπρόθεσμο και την κυβέρνηση.

Οι δυνατότητες ριζοσπαστικής ενωτικής δράσης με καλύτερους όρους φάνηκαν και στη στάση του ΠΑΜΕ, καθώς το Σύνταγμα και η 48ωρη αποδείχτηκαν σοβαρή δοκιμασία για την απομονωτική τακτική του. Όπως και στις 15 Ιούνη, έτσι και τώρα διάλεξε να μην εμπλακεί ο κόσμος που βαδίζει μαζί του στις πορείες, με τους αγανακτισμένους. Τηρεί λίγο καλύτερη στάση από το Δεκέμβρη του 2008 και δεν κατηγορεί ως προβοκάτορες τους αγανακτισμένους. Αυτό δίνει δυνατότητες στη ριζοσπαστική Αριστερά να συνδέσει τους «αγανακτισμένους» των χώρων εργασίας και των γειτονιών με τους αγανακτισμένους των πλατειών και να επιμείνει στην επιδίωξη κοινής δράσης με τους συνδικαλιστές και τους εργαζόμενους που ακολουθούν το ΠΑΜΕ.

Το στοίχημα που έχουμε να κερδίσουμε το επόμενο διάστημα θα είναι διπλό: Η διάχυτη κοινωνική οργή και τα κινήματα κοινωνικής διαμαρτυρίας να καταφέρουν να συγκροτηθούν σε δύναμη κοινωνικής ανατροπής με βάση στους χώρους εργασίας. Διεκδικώντας συνελεύσεις, οργανώνοντας δράσεις αντίστασης και διεκδίκησης, απεργίες, καταλήψεις και διαδηλώσεις με οργανωτή Επιτροπές Αγώνα.

Παράλληλα και ίσως ακόμα πιο σημαντικό είναι ένα δεύτερο καθήκον: Η επαναστατική Αριστερά –και η ΔΕΑ σαν τμήμα της– οφείλει να στηρίξει, να ενθαρρύνει, να συζητήσει και να κερδίσει πολιτικά τις νέες εργατικές πρωτοπορίες στις γραμμές της.