Στις σημερινές κρίσιμες στιγμές που ζούμε, αποτελούν πολύτιμο όπλο οι επαναστατικές παραδόσεις της Αριστεράς. Με αφορμή τη δολοφονία του Τρότσκι πριν από 71 χρόνια από έναν σταλινικό πράκτορα, αναδημοσιεύουμε άρθρο του Βρετανού μαρξιστή Duncan Hallas για τη ζωή και την επαναστατική κληρονομιά του Ρώσου επαναστάτη.

Μετάφραση: Μαίρη Λημόνη

 

Ο Duncan Hallas ήταν ηγετικό στέλεχος του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος και μεταξύ άλλων έχει γράψει τα βιβλία «Ο Μαρξισμός του Τρότσκι» (Haymarket, 2006) και «Η Κομιντέρν» (Haymarket, 2010). Αρχικά αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο «Socialist Worker» του SWP και ξανατυπώθηκε σε μπροσούρα το 1970.

 

Το Μάιο του 1940, ο Λέον Τρότσκι έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Ο Στάλιν επιθυμεί το θάνατό μου». Ήταν μια σωστή πρόβλεψη. Τρεις μήνες αργότερα, στο Κογιοακάν του Μεξικού, στις 20 Αυγούστου, ο σταλινικός πράκτορας Ραμόν Μερκαντέρ, αλλιώς Φρανκ Τζάκσον, κάρφωσε ένα σκεπάρνι στο κεφάλι του Τρότσκι. Η δολοφονία ήταν η τελευταία των μαζικών εκτελέσεων με τις οποίες η σταλινική γραφειοκρατία εξόντωσε την παλιά φρουρά των Μπολσεβίκων. Ο Ρίκοφ, ο αντικαταστάτης του Λένιν ως Γραμματέας του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων, τουφεκίστηκε. O Ζινόβιεφ, πρόεδρος της Κομουνιστικής Διεθνούς την περίοδο του Λένιν, τουφεκίστηκε. Οι Μπουχάριν και Πιατακόφ –«οι πιο ικανοί από τα νεότερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής» σύμφωνα με τη «Διαθήκη» του Λένιν– εκτελέστηκαν. Ο Ρακόφσκι και ο Ράντεκ εξοντώθηκαν επίσης. Δεκάδες χιλιάδες παλιά μέλη του κόμματος εξαφανίστηκαν για πάντα στα «στρατόπεδα συγκέντρωσης» της Αρκτικής. Οι αγωνιστές που έκαναν την Οκτωβριανή Επανάσταση κυριολεκτικά εξολοθρεύτηκαν.

Μόνο ένας από τους πρωταγωνιστές της περιόδου της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου επιβίωσε. Ο Ιωσήφ Στάλιν, ο άνθρωπος για τον οποίο ο Λένιν είχε προτείνει να απομακρυνθεί από τη θέση του Γενικού Γραμματέα, κυβερνούσε τώρα τη Ρωσία πιο αυταρχικά και από τον Ιβάν τον Τρομερό.

Η τελευταία αποτίμηση του Τρότσκι για τα γεγονότα αυτά γράφτηκε λίγο πριν τη δολοφονία του.

Ο σταλινισμός έπρεπε να εξοντώσει, πρώτα πολιτικά και μετά φυσικά, τα ηγετικά στελέχη των Μπολσεβίκων, ώστε να γίνει αυτό που είναι τώρα: εργαλείο των προνομιούχων, τροχοπέδη της ιστορικής εξέλιξης, παράγοντας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού.
Οι ελπίδες της Οκτωβριανής Επανάστασης θάφτηκαν από τη σταλινική τρομοκρατία. Δεν έγινε μια απλή αντεπανάσταση. Οι γαιοκτήμονες, οι καπιταλιστές και οι αριστοκράτες της τσαρικής εποχής δεν ανέκτησαν τις περιουσίες τους. Ο σταλινισμός δεν ίδρυσε κάποια δυναστεία και τα εξέχοντα μέλη της γραφειοκρατίας δεν απέκτησαν νόμιμους τίτλους στη «δημόσια» περιουσία.  Κι όμως, η εργατική τάξη, που είχε επίσημα ανακηρυχθεί ως η «κυρίαρχη τάξη», στερήθηκε όλα τα πολιτικά της δικαιώματα, ακόμη και τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν κερδηθεί στη διάρκεια του τσαρισμού.

Τα συνδικάτα έγιναν μηχανισμός πειθαρχίας των εργατών. Και τι πειθαρχία.  Στις 28 Δεκεμβρίου 1938, ο Στάλιν υπέγραψε ένα διάταγμα, το οποίο όριζε ότι «εργάτες ή υπάλληλοι που απουσιάζουν από τη δουλειά τους χωρίς άδεια ή διαπράξουν σοβαρές παραβάσεις των κανονισμών που διασφαλίζουν την εργασιακή πειθαρχία, θα υπόκεινται σε έξωση από την κατοικία τους μέσα σε δέκα μέρες και δεν θα τους παρέχεται καμία στέγη». Στους εργάτες του «εργατικού κράτους» επιβλήθηκαν συνθήκες που ίσχυαν το 19ο αιώνα, όταν αυτοί εξαρτιόνταν άμεσα από τα αφεντικά ακόμα και στο ζήτημα της στέγης!

Το ίδιο διάταγμα κατάργησε το δικαίωμα της πληρωμένης άδειας μετά από πεντέμισι μήνες εργασίας και αντιμετώπιζε τη μη τήρηση του ωραρίου ως εξής: «Ο εργάτης ή υπάλληλος που καθυστερεί να προσέλθει στην εργασία του, που διακόπτει για το μεσημεριανό διάλειμμα νωρίτερα ή γυρίζει αργότερα ή τεμπελιάζει στη διάρκεια του ωραρίου, υπόκειται σε διοικητικές κυρώσεις». Οι διευθυντές που δεν θα επέβαλλαν κυρώσεις «θεωρούνται οι ίδιοι υπόλογοι και θα απολύονται ή θα διώκονται». Όλα αυτά, βεβαίως, αφορούσαν τους «ελεύθερους» εργάτες. Για τους κατ’ εξακολούθηση παραβάτες υπήρχαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Καθιερώθηκαν και μεγάλες ανισότητες στους μισθούς. Φυσικά δεν έμπαινε θέμα διαπραγμάτευσης. Ίσχυσε γενικώς η πληρωμή με βάση την απόδοση. 

Οι προνομιούχοι γραφειοκράτες και διευθυντές έπαιρναν όλο και μεγαλύτερους μισθούς συν τα γνωστά οφέλη –αυτοκίνητα, εξοχικά σπίτια, δωρεάν διακοπές στην Κριμαία κ.ά.  Όπως είπε και ο Στάλιν: «Δεν πρέπει να παίζουμε με φράσεις περί ισότητας. Είναι σαν να παίζουμε με τη φωτιά». 

Από την πρώτη νικηφόρα εργατική επανάσταση αναπτύχθηκε μια κοινωνία που αναπαρήγαγε τις ανισότητες και την καταπίεση του καπιταλισμού και κυβερνιόταν από μια σκληρή δικτατορία, μια δικτατορία όχι του προλεταριάτου, αλλά σε βάρος του προλεταριάτου.

Ο Τρότσκι πέρασε τα τελευταία χρόνια της πολιτικής του ζωής πολεμώντας αυτή τη συντηρητική αναδίπλωση, την ανέλυσε, ερμήνευσε τις αιτίες της και πάλεψε να κρατήσει ζωντανή την επαναστατική σοσιαλιστική παράδοση απέναντι στην εξοντωτική πίεση του σταλινισμού στη Ρωσία και διεθνώς.

Ο Τρότσκι γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1879 και ήταν γιος ενός εβραίου αγρότη.  Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην τσαρική αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα η εργατική τάξη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Υπήρχε η υψηλή αριστοκρατία, αρκετοί χαμηλόβαθμοι αριστοκράτες που διηύθυναν το στρατό και την κρατική μηχανή, μια μεσαία τάξη εμπόρων, δικηγόρων, γιατρών κ.ά. και ένα τεράστιο πλήθος χωρικών.  Αυτή ήταν η σύνθεση της ρωσικής αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή και ο Τσάρος ασκούσε την εξουσία του το ίδιο απολυταρχικά όπως ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ είχε κυβερνήσει τη Γαλλία.

Δεν υπήρχαν κοινοβούλιο, ελευθερία του Τύπου, πολιτικές ελευθερίες, ισονομία. Μέχρι το 1861 η μεγάλη μάζα του ρωσικού λαού, οι χωρικοί, νομικά ήταν δουλοπάροικοι. Δεν μπορούσαν να φύγουν από το αγρόκτημα στο οποίο είχαν γεννηθεί και τα αφεντικά τους τους αγόραζαν και τους πούλαγαν μαζί με τη γη.

Η Ρωσία ήταν καθυστερημένη και μεσαιωνική. Τόσο καθυστερημένη, που έμοιαζε πολύ περισσότερο με τη Γαλλία πριν από τη μεγάλη επανάσταση του 1789 παρά με τις καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Αλλά η μεγάλη αλλαγή ερχόταν. Στα χρόνια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του Τρότσκι, η βιομηχανία αναπτυσσόταν γρήγορα στη Ρωσία, τροφοδοτούμενη από δάνεια και τεχνικούς από το εξωτερικό. Αναπτυσσόταν επίσης μια νέα καπιταλιστική τάξη, πιο αδύνατη απ’ αυτή στη Δύση, αλλά και μια αμιγώς βιομηχανική εργατική τάξη. Μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη αυτών των τάξεων θα σήμαινε και το τέλος του τσαρικού καθεστώτος.

Το 1895 ο τσαρικός υπουργός Οικονομικών έγραφε: «Ευτυχώς η Ρωσία δεν έχει μια εργατική τάξη όμοια μ’ αυτήν της Δύσης. Συνεπώς, δεν έχουμε εργατικό πρόβλημα». Ήταν ήδη ξεπερασμένος. Το 1887 υπήρχαν 103.000 μεταλλωρύχοι στη Ρωσία, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το 1897, ήταν 642.000.  Μέχρι το 1914 υπήρχαν 5.000.000 εργάτες σε έναν πληθυσμό 160.000.000.
Αυτή η νέα εργατική τάξη ανέπτυξε μια μαχητικότητα και κατέγραψε μαζικούς αγώνες που μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με την ηρωική περίοδο της βρετανικής εργατικής τάξης στις δεκαετίες του 1830 και 1840. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, ένα κύμα μαζικών απεργιών ταρακούνησε τα θεμέλια του τσαρισμού και οδήγησε στην έκρηξη του 1905.

Μια νέα μορφή αυτοκυβέρνησης της εργατικής τάξης, το «σοβιέτ» ή εργατικό συμβούλιο, επινοήθηκε από απλούς Ρώσους εργάτες. Για ένα διάστημα υπήρξε «δυαδική εξουσία», η εξουσία των οργανωμένων εργατών στα σοβιέτ αντιμέτωπη με την πανικόβλητη κυβέρνηση του Τσάρου.  Ολόκληρο το καθεστώς κλονιζόταν. Αλλά στο τέλος κατάφερε να επανακτήσει τον έλεγχο. Οι επαναστατημένοι εργάτες έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους χωρικούς, που συγκροτούσαν το στρατό και ήταν ακόμα πιστοί στον Τσάρο. Ακολούθησε αιματηρή καταστολή.

Ο Τρότσκι μεγάλωσε μαζί με το κίνημα. Όσο ήταν ακόμη στην εφηβεία έγινε μέλος του επαναστατικού Εργατικού Συνδικάτου της Νότιας Ρωσίας στο Νικολάγιεφ. Συνελήφθη το 1898 και κρατήθηκε σε διάφορες φυλακές μέχρι το 1900, οπότε και εξορίστηκε στη Σιβηρία.

Το καλοκαίρι του 1902 δραπέτευσε και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου βρέθηκε με τον Λένιν στο Λονδίνο. Μέχρι τότε ο Τρότσκι είχε γίνει μαρξιστής και αρκετά διάσημος συγγραφέας. Ο Λένιν τον καλοδέχτηκε και του πρότεινε να μπει στη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «΄Ισκρα», έντυπο του σοσιαλιστικού κόμματος που τυπωνόταν στο Λονδίνο και μεταφερόταν παράνομα στη Ρωσία.

Ο Πλεχάνοφ, το παλαιότερο μέλος της συντακτικής επιτροπής, ιδρυτικό μέλος του κόμματος και μελλοντικός Μενσεβίκος, άσκησε βέτο στην πρόταση του Λένιν. Η διάσπαση του ρωσικού σοσιαλιστικού κόμματος ήταν μόλις μερικούς μήνες μακριά και οι σχέσεις του Λένιν με μερικούς από τους συντάκτες ήταν ήδη τεταμένες.

Εκείνη την εποχή το κόμμα αποτελούσαν μια χούφτα εμιγκρέδες στο Λονδίνο, στη Ζυρίχη και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αρκετές παράνομες ομάδες εργατών και φοιτητών σε μερικά από τα βιομηχανικά κέντρα της Ρωσίας και εξόριστοι στη Σιβηρία.
Η διάσπαση έγινε στο Δεύτερο Συνέδριο που συγκλήθηκε το 1903 στις Βρυξέλλες και μετά στο Λονδίνο. Φαινομενικά, η αφορμή δόθηκε από ένα σχετικά ασήμαντο οργανωτικό ζήτημα, αλλά στην ουσία οι υποβόσκουσες διαφορές ήταν ζωτικής σημασίας.
Ο Λένιν και η ομάδα του (Μπολσεβίκοι, δηλαδή «η πλειοψηφία») υποστήριζαν ένα σφιχτά οργανωμένο επαναστατικό κόμμα, ικανό να επιβιώσει σε συνθήκες παρανομίας και καταστολής. Πίστευαν ότι μόνο η εργατική τάξη σε συμμαχία με τους χωρικούς μπορούσαν να ανατρέψουν τον τσαρισμό και «να τον αντικαταστήσουν με μια δημοκρατία στη βάση ενός δημοκρατικού συντάγματος, που θα εξασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή την άσκηση της κρατικής εξουσίας από μια νομοθετική συνέλευση που θα απαρτίζεται από εκπροσώπους του λαού». («Σχέδιο Προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας», Λένιν, 1902.)

Η μειοψηφία (Μενσεβίκοι) μετατοπίζονταν προς την άποψη ότι η ρωσική αστική τάξη μπορούσε να ηγηθεί αυτού του αγώνα και συνεπώς έκλινε προς μια πιο χαλαρή οργάνωση με νόμιμη και παράνομη δράση. Καμία πλευρά δεν πίστευε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν εφικτή σε μια χώρα τόσο καθυστερημένη και υπανάπτυκτη όσο η Ρωσία. Η επανάσταση θα γινόταν αργότερα, μετά την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη σε μια αστική δημοκρατία.

Το 1903 οι διαφορές δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες όσο έγιναν αργότερα. Δεν καταλάβαιναν όλοι τις επιπτώσεις των επιλογών τους. Ο Πλεχάνοφ, που αργότερα ηγήθηκε της πιο δεξιάς τάσης των Μενσεβίκων, υποστήριξε τον Λένιν. Ο Τρότσκι εναντιώθηκε. Ήταν μια απόφαση που αργότερα αποκάλεσε «το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου».

Το 1905 οι εξόριστοι επαναστάτες μπόρεσαν να γυρίσουν. Ο Τρότσκι, που τώρα ήταν Μενσεβίκος, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1905.  Προς το τέλος του χρόνου έγινε πρόεδρος του Σοβιέτ των Εργατικών Αντιπροσώπων της Πετρούπολης, που εκείνη την εποχή ήταν η πιο σημαντική εργατική οργάνωση της Ρωσίας. Η διάλυσή της από τον ανασυγκροτημένο στρατιωτικό και αστυνομικό μηχανισμό του Τσάρου ήταν το σημείο καμπής για την επανάσταση.

Ο Τρότσκι φυλακίστηκε ξανά. Αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου, στη δίκη προκάλεσε τον τσαρισμό, λέγοντας: «Η κυβέρνηση έχει αποκοπεί από το λαό εδώ και πολύ καιρό... Δεν έχουμε μια εθνική κυβέρνηση, αλλά έναν αυτόματο μηχανισμό μαζικών δολοφονιών». Το επαναστατικό κίνημα, που ακόμα σιγόκαιγε, έκανε την κυβέρνηση πολύ προσεχτική. Έτσι απαλλάχτηκε από τη βασική κατηγορία για υποκίνηση σε στάση. Όμως ο Τρότσκι και δεκατέσσερις συγκατηγορούμενοί του εξορίστηκαν στη Σιβηρία με ισόβια κάθειρξη και έχασαν όλα τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Στα χρόνια της αντεπανάστασης μετά το 1906, οι επαναστατικές οργανώσεις, κάτω από την ανελέητη καταδίωξη και καταστολή που ακολούθησε, συρρικνώθηκαν και διαλύθηκαν. Οι οργανώσεις των Μενσεβίκων στη Ρωσία κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν. Ακόμη και η μπολσεβίκικη ομάδα του Λένιν, που τώρα είχε διασπαστεί σε δύο τάσεις (με τον Λένιν στη δεξιά τάση), έμεινε η σκιά της αρχικής της δύναμης.

Στους κύκλους των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκαν σκληρές αντιπαραθέσεις. Ο Τρότσκι δραπέτευσε πάλι από τη Σιβηρία το 1907 και πολύ γρήγορα βρέθηκε σχεδόν απομονωμένος, αποθαρρημένος από τη δεξιά στροφή των Μενσεβίκων και ανήμπορος να ξεπεράσει την αντίθεσή του με τους Μπολσεβίκους.

Η μόνη θετική προσφορά του αυτά τα χρόνια ήταν η επεξεργασία της θεωρίας του για τη «διαρκή επανάσταση». Η κεντρική της ιδέα ήταν ότι η επερχόμενη επανάσταση στη Ρωσία δεν μπορούσε να σταματήσει στο στάδιο της «αστικής δημοκρατίας», αλλά θα εξελισσόταν σε προλεταριακή επανάσταση για την εργατική εξουσία και ή θα συνενωνόταν με εργατικές επαναστάσεις στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ή θα χανόταν.  Δεν διέφερε πολύ από την κατοπινή άποψη του Λένιν, αλλά η δυσπιστία και η αντιπάθεια του Τρότσκι για τον Λένιν τον εμπόδισαν να προσχωρήσει στους Μπολσεβίκους, τη μόνη πραγματικά επαναστατική οργάνωση.

Στις 4 Αυγούστου 1914, ο κόσμος άλλαξε. Ξέσπασε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που αναμενόταν από καιρό και οι ηγέτες των μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ξέχασαν το μαρξισμό και το διεθνισμό τους και παραδόθηκαν στις «εθνικές τους» κυβερνήσεις. Η Σοσιαλιστική Διεθνής διαλύθηκε.

Σε όλες τις εμπόλεμες χώρες το κίνημα διχάστηκε ανάμεσα σε αποστάτες και διεθνιστές. Το Σεπτέμβρη του 1915, τριάντα οχτώ εκπρόσωποι από έντεκα χώρες συναντήθηκαν στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας για να επαναβεβαιώσουν τις αρχές του διεθνούς σοσιαλισμού. Ο Τρότσκι έγραψε το διεθνιστικό μανιφέστο που εγκρίθηκε στο συνέδριο. Στο Τσίμερβαλντ υπήρχαν επαναστάτες και ειρηνιστές. Σύντομα διασπάστηκαν. Ο πυρήνας των επαναστατών έγινε ο προπομπός της Τρίτης (Κομουνιστικής) Διεθνούς.
Το επαναστατικό κίνημα μεγάλωνε σε όλα τα εμπόλεμα κράτη, αλλά η επανάσταση ξέσπασε τελικά στη Ρωσία. Το Φεβρουάριο του 1917 μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις έριξαν τον Τσάρο. Οι επαναστατημένοι εργάτες της Πετρούπολης –πολλοί απ’ αυτούς Μπολσεβίκοι– ηγήθηκαν του κινήματος.

Από την αρχή, οι ηγέτες των Σοβιέτ των εργατών, των χωρικών και των αντιπροσώπων των στρατιωτών ήταν σε θέση να ανατρέψουν την παραπαίουσα «Προσωρινή Κυβέρνηση» και να πάρουν την εξουσία. Αλλά δεν το έκαναν, γιατί στην πλειοψηφία τους ήταν Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες (το κόμμα των χωρικών), οι οποίοι πίστευαν ότι η «αστική δημοκρατία» ήταν απαραίτητη για να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός και έτσι να τεθεί η βάση για το σοσιαλισμό στο απώτερο μέλλον. Αυτό σήμαινε τη συνέχιση του πολέμου και την «πειθαρχία» των εργατών και των χωρικών.

Ακόμη και μερικοί Μπολσεβίκοι ταλαντεύτηκαν, όπως ο Κάμενεφ και ο Στάλιν, τα δύο μέλη της κεντρικής επιτροπής που είχαν δραπετεύσει από τη Σιβηρία για να αναλάβουν το κόμμα στην Πετρούπολη.  Όμως, όταν γύρισε ο Λένιν τον Απρίλιο, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση», «Ειρήνη, Γη και Ψωμί» ήταν τα συνθήματά του. Αν και αρχικά ήταν μειοψηφία στο ίδιο του το κόμμα, ο Λένιν κέρδισε πρώτα το κόμμα και στη συνέχεια τα περισσότερα Σοβιέτ με τις επαναστατικές του θέσεις. Στην ουσία ήταν ίδιες μ’ αυτές της «διαρκούς επανάστασης» του Τρότσκι και τον Ιούλιο, μαζί με μια ομάδα πρώην αριστερών Μενσεβίκων, ο Τρότσκι προσχώρησε στο κόμμα των Μπολσεβίκων.

Μέχρι το φθινόπωρο, η πλειοψηφία των εργατών υποστήριζε τους Μπολσεβίκους. Με το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», η Προσωρινή Κυβέρνηση ανετράπη. Στην Πετρούπολη δεν υπήρξε σχεδόν καμία αντίσταση.

Τα επόμενα χρόνια ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης αναγνώρισης και καταξίωσης για τον Τρότσκι. Πρώτα ως Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων και μετά ως Λαϊκός Επίτροπος Πολέμου, ήταν ο δεύτερος μετά τον Λένιν ηγέτης και εμψυχωτής της επανάστασης.

Αυτά ήταν τα χρόνια της επαναστατικής αισιοδοξίας. Όλα φαίνονταν εφικτά.  Αν και η κυβέρνηση των Σοβιέτ έπρεπε να δώσει σκληρή μάχη απέναντι στην κολοσσιαία εξωτερική επίθεση –οι στρατοί 14 ξένων δυνάμεων πολεμούσαν ενάντια στην επανάσταση– αλλά και ενάντια στο στρατό των Λευκών, που είχε εξωτερική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη, ολόκληρη η Ευρώπη έδειχνε να βρίσκεται στο χείλος της επανάστασης. Επαναστατική εξουσία των Σοβιέτ εγκαθιδρύθηκε στην Ουγγαρία, τη Βαυαρία, τη Φιλανδία και τη Λετονία. Ο Γερμανός κάιζερ, ο Αυστριακός αυτοκράτορας, ο Τούρκος σουλτάνος ανατράπηκαν. Ολόκληρη η Γερμανία έμοιαζε να είναι στο χείλος της κόκκινης επανάστασης. Στην Ιταλία, μαζικές απεργίες και σφοδρές διαδηλώσεις παρέλυσαν το καπιταλιστικό κράτος.

Ακόμη και ο συγκρατημένος Λένιν έγραφε το 1918: «Η ιστορία έχει δώσει σ’ εμάς, τον ταλαιπωρημένο και εκμεταλλευόμενο ρωσικό λαό, τον τιμητικό ρόλο της πρωτοπορίας της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης. Και σήμερα μπορούμε να δούμε καθαρά πόσο μακριά θα πάει αυτή η επανάσταση. Οι Ρώσοι την ξεκίνησαν. Οι Γερμανοί, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι θα την ολοκληρώσουν και ο σοσιαλισμός θα θριαμβεύσει».

Για τον Τρότσκι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Η «τελική αναμέτρηση» θα γινόταν τώρα. Όταν το 1919 ιδρύθηκε η Τρίτη Διεθνής, έγραψε στο πρώτο του μανιφέστο:

«Οι οπορτουνιστές, που πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο καλούσαν τους εργάτες να επιδεικνύουν μετριοπάθεια χάριν της σταδιακής μετάβασης προς το σοσιαλισμό… ζητάνε για μία ακόμη φορά την παραίτηση του προλεταριάτου… Αν αυτά τα κηρύγματα γίνονταν αποδεκτά από τις εργατικές μάζες, η καπιταλιστική ανάπτυξη σε νέες, πιο συγκεντρωτικές και τερατώδεις μορφές θα αποκαθιστούσε την εξουσία της πάνω στα κόκαλα πολλών γενιών –με την προοπτική ενός νέου και αναπόφευκτου παγκόσμιου πολέμου. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, αυτό δεν είναι δυνατό».

Στην πραγματικότητα, η επιτυχής έκβαση της γερμανικής επανάστασης παιζόταν. Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις ήταν σχεδόν ισοδύναμες. Η επιτυχία της θα είχε αλλάξει το ρου της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Η ήττα της σήμαινε ενδεχόμενο θρίαμβο της αντίδρασης, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στη Ρωσία. Γιατί ο εμφύλιος πόλεμος κατέστρεψε την ούτως ή άλλως καθυστερημένη ρωσική οικονομία και διέλυσε τη ρωσική εργατική τάξη. Η αντεπανάσταση των Λευκών ηττήθηκε γιατί η πλειοψηφία του ρώσικου λαού –οι χωρικοί– ήξεραν ότι η επανάσταση τους είχε δώσει τη γη τους και ότι η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς θα τους την έπαιρνε πίσω.

Όμως, με το τέλος του εμφυλίου, οι εργάτες έχασαν τη δύναμή τους γιατί, σαν τάξη, αποδεκατίστηκαν. Μέχρι το 1921, ο αριθμός των εργατών στη Ρωσία μειώθηκε στους 1.240.000. Η Πετρούπολη είχε χάσει το 57,5% του πληθυσμού της. Η παραγωγή είχε πέσει στο 13% του επιπέδου του 1913, που ήταν ήδη μικρό. Η χώρα ήταν κατεστραμμένη, πεινασμένη και κρατιόταν όρθια μόνο χάρη στο κόμμα και τους μηχανισμούς του κράτους που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια του εμφυλίου.

Ήταν μια κατάσταση που δεν είχε προβλεφθεί. Όταν το 1918 υπογραφόταν ειρήνη με τη Γερμανία στο Μπρεστ Λιτόφσκ, ο Λένιν έγραψε: «Αυτό είναι ένα μάθημα για μας, γιατί η αλήθεια είναι ότι χωρίς μια επανάσταση στη Γερμανία θα αφανιστούμε». Γιατί, βέβαια, δεν υπήρχε καμία περίπτωση η ρωσική εργατική τάξη, μια μικρή μειοψηφία με ισχνή οικονομική βάση, να διατηρήσει ένα εργατικό κράτος για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν προηγουμένως δεν ενωνόταν η ρωσική οικονομία με εκείνη ενός ανεπτυγμένου σοσιαλιστικού κράτους.

Αργότερα, στο Τρίτο Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς το 1921, ο Λένιν αναφέρθηκε πάλι στο ίδιο θέμα:

«Ήταν καθαρό για μας ότι χωρίς βοήθεια από τη διεθνή παγκόσμια επανάσταση, η νίκη της προλεταριακής επανάστασης είναι αδύνατη.  Τόσο πριν την επανάσταση, όσο και μετά, θεωρούσαμε ότι η επανάσταση θα γινόταν άμεσα, ή τουλάχιστον πολύ σύντομα, σε άλλες υπανάπτυκτες χώρες και σε πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλιώς θα καταστρεφόμασταν.
Παρ’ ότι το πιστεύαμε αυτό, κάναμε το παν για να διατηρήσουμε το σοβιετικό κράτος, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιοδήποτε κόστος, γιατί ξέρουμε ότι παλεύουμε όχι μόνο για μας, αλλά και για την παγκόσμια επανάσταση».

Μέχρι το 1921, η παγκόσμια επανάσταση οπισθοχώρησε και το κομουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπο με ακόμη μια απελπιστική κρίση.  Οι μάζες των χωρικών, απελευθερωμένες από την απειλή των τσιφλικάδων, οργάνωσαν σφοδρή αντεπίθεση. Διαδηλώσεις χωρικών στην Ταμπόφ, η εξέγερση της Κροστάνδης και οι απεργίες υποστήριξής της, έδειχναν ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια τη λαϊκή υποστήριξη. Εξελισσόταν σε μια δικτατορία σε βάρος των χωρικών και με ό,τι είχε απομείνει από την εργατική τάξη.

Μια υπαναχώρηση ήταν επιβεβλημένη. Η Νέα Οικονομική Πολιτική, από το 1921 και μετά, δημιούργησε ξανά μια εσωτερική αγορά και έδωσε στους χωρικούς τη δυνατότητα να παράγουν για το κέρδος, να αγοράζουν και να πουλάνε όπως ήθελαν. Επιτράπηκε επίσης η ιδιωτική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών με κέρδος και δόθηκαν οδηγίες στις μεγάλες δημόσιες βιομηχανίες να λειτουργήσουν με εμπορικά κριτήρια.

Το αποτέλεσμα ήταν μια αργή, αλλά ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας, μαζί με μαζική ανεργία –ποτέ κάτω από το 20% του εργατικού δυναμικού, που πολύ αργά ανακτούσε τις δυνάμεις του– και με μια νέα τάξη μεγαλοαγροτών, των κουλάκων, που αναπτύχθηκε από τις τάξεις των χωρικών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η παραγωγή είχε φτάσει, και σε κάποιες περιπτώσεις είχε ξεπεράσει, τα επίπεδα του 1913. Τότε πια η ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων άλλαξε ριζικά.

Τι είδους κοινωνία ήταν αυτή που αναδυόταν; Από το 1920, ο Λένιν ισχυριζόταν:

«Ο σύντροφος Τρότσκι μιλάει για το “εργατικό κράτος”. Συγχωρέστε με, αλλά αυτό είναι μια αυθαιρεσία. Ήταν φυσικό να γράφουμε για το εργατικό κράτος το 1917, αλλά αυτοί που τώρα ρωτάνε “Γιατί να προστατέψεις, από ποιους να προστατέψεις την εργατική τάξη, δεν υπάρχουν μεγαλοαστοί τώρα, το κράτος είναι εργατικό κράτος τώρα” κάνουν ένα εμφανές λάθος…  Καταρχήν, το κράτος δεν είναι στην ουσία εργατικό κράτος, αλλά ένα κράτος εργατών και χωρικών… Αλλά πέρα απ’ αυτό. Είναι φανερό από το πρόγραμμα του κόμματός μας ότι… το κράτος είναι ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις».

Από τότε οι «γραφειοκρατικές παραμορφώσεις» είχαν πάρει τεράστιες διαστάσεις, καθώς το ίδιο το κυβερνών κόμμα είχε τεράστια ανάπτυξη και είχε γίνει γραφειοκρατικό. Με την έλλειψη μιας εργατικής τάξης με τη δύναμη, τη συνοχή και τη θέληση να κυβερνήσει, το κόμμα έπρεπε να αντικαταστήσει την τάξη και ο κομματικός μηχανισμός αντικαθιστούσε όλο και περισσότερο τα μέλη του. Μια νέα ομάδα «απαράτσικ» (άνθρωποι του μηχανισμού) αναπτύχθηκε μαζί με τους κουλάκους και τους «νέπμεν» (μικροεπιχειρηματίες). Ο Τρότσκι, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές του φράσεις, περιέγραψε την πολιτική σαν «την πάλη για το πλεόνασμα του κοινωνικού προϊόντος». Ανάμεσα σ’ αυτές τις τρεις ομάδες αναπτύχθηκε μια έντονη διαμάχη πάνω στην πλάτη της μεγάλης μάζας των φτωχότερων χωρικών και ενάντια στην εργατική τάξη.

Αυτή η σύγκρουση εκφράστηκε και στους κόλπους του γραφειοκρατικού μηχανισμού του κόμματος, ιδιαίτερα ανάμεσα στα ηγετικά στελέχη. Ο Τρότσκι, που τώρα πια είχε θορυβηθεί από τη δεξιά στροφή, έγινε ο κύριος εκφραστής μιας τάσης που συνέχισε τον αγώνα που είχε ξεκινήσει ο Λένιν τους τελευταίους μήνες της ζωής του, για τον εκδημοκρατισμό του κόμματος και την αναβίωση των Σοβιέτ, ως πραγματικών εργαλείων των εργατών και των χωρικών.

Ένα ουσιαστικό μέρος του προγράμματος της Αριστερής Αντιπολίτευσης (όπως ονομαζόταν η ομάδα του Τρότσκι) αφορούσε στην πιο γρήγορη και πιο οργανωμένη ανάπτυξη της ρώσικης βιομηχανίας. Για τους μαρξιστές, ο εκδημοκρατισμός δεν θα πετύχαινε, αν δεν μεγάλωναν ο αριθμός, η αυτοπεποίθηση και το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης.

Η δεξιά αντιπολίτευση, της οποίας βασικός εκφραστής ήταν ο Μπουχάριν, υποστήριζε τη σταθερότητα, τη συσσώρευση με αργούς ρυθμούς και το να δοθεί προτεραιότητα στην ικανοποίηση των χωρικών, συμπεριλαμβανομένων και των κουλάκων.
Υπήρχε και μια τρίτη τάση, το «κέντρο», που εκπροσωπούσε τους απαράτσικ, τους γραφειοκράτες. Εκείνη την περίοδο συμμαχούσε με τη δεξιά. Ηγέτης αυτής της τάσης ήταν ο Ι. Β. Στάλιν, παλιός Μπολσεβίκος, ικανός οργανωτής και άνθρωπος με απεριόριστη φιλοδοξία και ατσάλινη θέληση. Ο Στάλιν συγκροτούσε τη γραφειοκρατία σε τάξη, με συνείδηση των συμφερόντων της και με δική της ιδεολογία –«σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα».

Η προοπτική της αντιπολίτευσης ήταν η ειρηνική μεταρρύθμιση. Θεωρούσε ότι η πίεση των γεγονότων και της αντιπολίτευσης μπορούσε να αλλάξει το κόμμα και τη χώρα.

Η έκταση του εκφυλισμού του κόμματος φάνηκε στην πορεία από την ευκολία με την οποία ηττήθηκε η αντιπολίτευση. Παρ’ ότι συμπεριλάμβανε μερικά από τα πιο διακεκριμένα μέλη του κόμματος και προσχώρησαν σ’ αυτή, μετά το 1926, η ομάδα του Ζινόβιεφ, του πιο στενού συνεργάτη του Λένιν στην εξορία, η Κρούπσκαγια, η χήρα του Λένιν, καθώς και η «αριστερίστικη» δημοκρατική κεντριστική ομάδα, έχανε με μεγάλη διαφορά τις ψηφοφορίες στις κομματικές συνελεύσεις από τα τσιράκια του Στάλιν.

Τον Οκτώβριο του 1927, ο Τρότσκι και ο Ζινόβιεφ διαγράφηκαν από το κόμμα. Πολύ σύντομα αυτοί, μαζί με χιλιάδες άλλους αντιφρονούντες, οδηγήθηκαν στην εξορία. Η αντιπολίτευση συντρίφτηκε και από την εξορία οι ηγέτες της προέβλεπαν μεγάλη απειλή από τη δεξιά.

Το Σοβιετικό «Θερμιδώρ”, η ανατροπή του κόμματος από τους εκπροσώπους των κουλάκων και των νέπμεν, ήταν θέμα χρόνου. Πράγματι, το καθεστώς βρισκόταν αντιμέτωπο με τον κίνδυνο από τη δεξιά. Το 1928 οι κουλάκοι, εμψυχωμένοι από τη διάλυση της αριστεράς, μηχανεύτηκαν την «απεργία των σιτηρών», αποθηκεύοντας και αποκρύπτοντας τη συγκομιδή, που έφερε τις πόλεις αντιμέτωπες με τη λιμοκτονία. Η συνέχεια απέδειξε πόσο λάθος είχαν υπολογίσει –αυτοί αλλά και η αντιπολίτευση– την αντοχή των αντίπαλων δυνάμεων.

Οι γραφειοκράτες έκαναν στροφή 180 μοιρών. Αφού επί χρόνια καλόπιαναν τους πλούσιους αγρότες, κατέληξαν στη βίαιη επιβολή της κολεκτίβας και στη «διάλυση των κουλάκων σαν τάξη». Κάτω από το μανδύα της μονοκομματικής εξουσίας, μια μικρή κλίκα γραφειοκρατών κυβερνούσε τη Ρωσία. Και θα γίνονταν σύντομα οι μαριονέτες ενός ανθρώπου. Έως το 1930, ο Στάλιν ήταν στην ουσία ο νέος τσάρος.

Με την υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση ήρθε και το ξέφρενο πρόγραμμα βίαιης εκβιομηχάνισης. Τέθηκαν σε εφαρμογή σχέδια που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα πιο φιλόδοξα προγράμματα των πιο αισιόδοξων μελών της αντιπολίτευσης, μόνο για να τα διαδεχθούν άλλα, ακόμη πιο μεγαλεπήβολα.  «Ολοκλήρωσε το πενταετές πρόγραμμα σε τέσσερα χρόνια» ήταν το σύνθημα που κυριάρχησε.
Ο άνθρωπος που μέχρι χθες χλεύαζε ως ουτοπικά τα μετριοπαθή σχέδια της αντιπολίτευσης, τώρα ήθελε να «φτάσει και να ξεπεράσει» τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε λίγα μόνο χρόνια.

Το πρώτο πενταετές πρόγραμμα κατάφερε να θέσει τις βάσεις για μια βιομηχανική κοινωνία. Τα κατάφερε χάρη στην πιο σκληρή εκμετάλλευση των εργατών και των χωρικών. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν δραστικά.  Στους αυστηρά πειθαρχημένους «ελεύθερους» εργάτες προστέθηκε ένας στρατός υπόδουλων εργατών, που δούλευαν στα μεγάλα κατασκευαστικά έργα με απάνθρωπες συνθήκες. Εξαφανίστηκε κάθε ίχνος δημοκρατικού δικαιώματος. Εμφανίστηκε ένα ώριμο ολοκληρωτικό καθεστώς.
Τα γεγονότα αυτά δίχασαν την εξόριστη αντιπολίτευση. Πολλά διακεκριμένα μέλη της συμβιβάστηκαν με τον Στάλιν. Στην άλλη άκρη, πολλά χαμηλόβαθμα στελέχη της και απλοί αγωνιστές συμφώνησαν με τους «κεντρώους δημοκράτες» ότι χρειαζόταν μια νέα επανάσταση. Ο Βίκτορ Σμιρνόφ, από τους ηγέτες των κεντρώων δημοκρατών, έγραψε: «Το κόμμα είναι ένα βρομερό λείψανο». Κατά τη γνώμη του, το εργατικό κράτος είχε κατεδαφιστεί πριν από χρόνια και ο καπιταλισμός είχε παλινορθωθεί.

Ο Τρότσκι δεν αποδέχτηκε καμία από τις δύο αυτές θέσεις. Απέναντι σ’ αυτούς που είχαν συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση υποστήριζε επίμονα την ανάγκη για δημοκρατία των Σοβιέτ. Απέναντι στους αριστερούς επέμενε για τις δυνατότητες ειρηνικών μεταρρυθμίσεων. Ήταν μια αυθαίρετη εκτίμηση και ο Τρότσκι θα την εγκατέλειπε μετά από 18 μήνες. Η αφορμή δόθηκε από τα γεγονότα στη Γερμανία. Η Αριστερή Αντιπολίτευση ενδιαφερόταν για τη Διεθνή τουλάχιστον τόσο όσο και για τη Ρωσία.
Τα πρώτα χρόνια η Τρίτη Διεθνής κάθε άλλο παρά υποτασσόταν στη Μόσχα.  Αλλά με την υποχώρηση του επαναστατικού κλίματος στην Ευρώπη, τα κόμματα δέθηκαν περισσότερο με το μοναδικό πλέον «σοβιετικό» καθεστώς και έγιναν πιο εξαρτημένα από αυτό. Οι συμβουλές της Μόσχας έγιναν η πιο σημαντική πηγή των πολιτικών τους απόψεων. Όλο και περισσότερο, η εκτελεστική επιτροπή της Διεθνούς, στην οποία κυριαρχούσαν οι Ρώσοι –και άρα οι απαράτσικ– άρχισε να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των κομμάτων.

Ο μύθος της «Μαμάς Ρωσίας» έγινε όλο και πιο σημαντικός για τους Ευρωπαίους και Ασιάτες κομουνιστές. Σταδιακά, τα πιο ανεξάρτητα πνεύματα και οι πιο σοβαροί μαρξιστές αντικαταστάθηκαν στις ηγεσίες.  Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να υποβαθμιστεί το παγκόσμιο κίνημα σε λεγεώνα της Μόσχας. Μέχρι το 1929 η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί.

Όσο το κεντροδεξιό μπλοκ κυβερνούσε τη Ρωσία, η πολιτική της Διεθνούς πιεζόταν προς τα δεξιά. Προωθήθηκαν μεταρρυθμιστικές πολιτικές που οδήγησαν σε μια σειρά από ήττες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Η αντιπολίτευση άσκησε αυστηρή κριτική στην πολιτική της Κομιντέρν και επεδίωξε την ανάπτυξη σχέσεων με διαφωνούντες από τα κόμματα του εξωτερικού. Αλλά ο Στάλιν, αφού είχε εξαφανίσει τους πρώην «δεξιούς» συμμάχους του στη Ρωσία, έστρεψε την Κομιντέρν απότομα αριστερά και μάλιστα με εξωφρενικό τρόπο. Μία περίοδος «γενικής επαναστατικής επίθεσης», ή «τρίτη περίοδος», διακηρύχτηκε.

Εφευρέθηκε η θεωρία του «σοσιαλφασισμού». Τα σοσιαλδημοκρατικά και τα εργατικά κόμματα ήταν «σοσιαλφασιστικά», ενώ οργανώσεις στα αριστερά αυτών των κομμάτων, όπως το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, ήταν «αριστεροί σοσιαλφασίστες».

Στη Γερμανία, όπου η απειλή του φασισμού ήταν πραγματική, αυτή η θεωρία οδήγησε στην απόρριψη οποιασδήποτε κοινής αντιφασιστικής αντίστασης με τους σοσιαλδημοκράτες και τα συνδικάτα που επηρέαζαν. Αφού ήταν φασίστες οι ίδιοι! Στην ουσία, όποιος δεν ήταν πιστός στο Στάλιν ήταν φασίστας: «Η Γερμανία έχει ήδη φασιστικό καθεστώς», έλεγε η καθημερινή εφημερίδα των Γερμανών κομουνιστών. «Ο Χίτλερ δεν μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι είναι».

Ο Τρότσκι, που από το 1929 ήταν αυτοεξόριστος στην Τουρκία, έγραψε μερικές από τις πιο λαμπρές του πολεμικές ενάντια σ’ αυτή την παράλογη πολιτική. Αν η σταλινική ηγεσία του Γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος είχε στοιχειώδη λογική, ο Χίτλερ θα είχε ηττηθεί, γιατί η ευκαιρία υπήρχε.  Ένα νικηφόρο ενιαίο μέτωπο ήταν εφικτό. Αλλά αυτοί ήταν πέραν κάθε λογικής.  Η μόνη φωνή που άκουγαν ήταν αυτή του Στάλιν, που τόνιζε: «Η σοσιαλδημοκρατία και ο φασισμός δεν είναι αντίθετες έννοιες –είναι δίδυμες».

Το εργατικό κίνημα της Γερμανίας συντρίφτηκε. Το Κομουνιστικό Κόμμα παραδόθηκε χωρίς καμία αντίσταση. Ο Χίτλερ πήρε την εξουσία και άρχισαν οι προετοιμασίες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτή η τραγική ήττα οδήγησε τον Τρότσκι σε ρήξη με τη Διεθνή.  «Ένας οργανισμός που δεν έχει αφυπνιστεί από την καταιγίδα του φασισμού… είναι νεκρός και δεν μπορεί να αναστηθεί». Μετά από αυτό εγκατέλειψε τη ρεφορμιστική του θέση για τη Ρωσία. Χρειαζόταν μια νέα επανάσταση για να ανατρέψει τη γραφειοκρατική δικτατορία.

Εν τούτοις δεν άλλαξε την άποψή του ότι η Ρωσία ήταν ένα «εκφυλισμένο εργατικό κράτος». Τα λίγα χρόνια που έμελε να ζήσει, έμεινε προσκολλημένος σ’ αυτή την αφαίρεση –ένα «εργατικό κράτος» όπου οι εργάτες όχι μόνο δεν είχαν την εξουσία, αλλά στερούνταν και των στοιχειωδών πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ήταν ένα λάθος που θα είχε διαρκή και καταστρεπτική επιρροή στην επαναστατική αριστερά.

Ο Τρότσκι ήταν πια σχεδόν μόνος. Λίγο μετά τη γερμανική καταστροφή άρχισαν οι μεγάλες εκκαθαρίσεις στη Ρωσία. Ο Στάλιν σταθεροποίησε την εξουσία του με τις μαζικές δολοφονίες αυτών που είχαν συμβιβαστεί μαζί του, των πρώην δεξιών και των παλαιών υποστηρικτών του. Τους κατήγγειλε όλους ανεξαιρέτως, μαζί με τον Τρότσκι, ως πράκτορες του Χίτλερ, αντεπαναστάτες, κατασκόπους και σαμποτέρ. Σε μια σειρά από τραγελαφικές δίκες, διακεκριμένοι ηγέτες της επανάστασης της εποχής του Λένιν αναγκάστηκαν να ομολογήσουν την ενοχή τους –και την ενοχή του τερατώδους Τρότσκι.

Στην αλλαγή του κλίματος που δημιουργήθηκε, ήταν αδύνατο για τον Τρότσκι να επηρεάσει αριστερούς εργάτες. «Η σταλινική γραφειοκρατία είχε πράγματι καταφέρει να ταυτιστεί με το μαρξισμό… Τόσο οι μαχητικοί Γάλλοι λιμενεργάτες όσο και οι Πολωνοί ανθρακωρύχοι ή οι Κινέζοι αντάρτες έβλεπαν τους κυβερνώντες στη Μόσχα ως τους καλύτερους κριτές των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης και αξιόπιστους συμβούλους για τον παγκόσμιο κομουνισμό».

Στο μεταξύ η Κομιντέρν είχε στρίψει και πάλι δεξιά. Η εξωτερική πολιτική του Στάλιν απαιτούσε συμμαχίες με τις «δυτικές δημοκρατίες». Το «λαϊκό μέτωπο» –η υποταγή των εργατικών κομμάτων σε φιλελεύθερα ή κεντροδεξιά κόμματα– ήταν η καινούργια γραμμή.

Αυτή η νέα γραμμή διευκόλυνε τον Στάλιν να στραγγαλίσει άλλη μια επανάσταση –την ισπανική. Ο Τρότσκι χαρακτήρισε την ισπανική ήττα ως «την τελευταία προειδοποίηση». Όλες του οι προσπάθειες στα τελευταία χρόνια της εξορίας του στη Γαλλία, τη Νορβηγία και μετά στο Μεξικό επικεντρώθηκαν στη δημιουργία του πυρήνα μιας νέας Διεθνούς, της Τέταρτης. Το ιδρυτικό της συνέδριο έγινε το 1938, κάτω από τη σκιά πολλαπλών ηττών για την εργατική τάξη. Στον Τρότσκι απέμεναν λιγότερα από δύο χρόνια ζωής.

Το ακατάλυτο επίτευγμά του ήταν να κρατήσει ζωντανή την παράδοση του επαναστατικού μαρξισμού στις δεκαετίες κατά τις οποίες σχεδόν είχε εξαλειφθεί από τους δήθεν μαρξιστές.

Ο Τρότσκι δεν ήταν αλάνθαστος. Ο Λένιν είχε γράψει στη διαθήκη του ότι ο Τρότσκι είχε «υπέρμετρη αυτοπεποίθηση», και επίσης είχε την ατυχία, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λίγοι από τους υποστηρικτές του να έχουν ανεξάρτητη σκέψη. Το ότι υπερτερούσε των συνεργατών του ήταν ταυτόχρονα η δύναμή του, αλλά και η τραγωδία του. Ίσως κανένας άλλος άνθρωπος δεν θα άντεχε την απομόνωση και τις επιθέσεις όπως αυτός. Η προσφορά του στον επαναστατικό σοσιαλισμό και στο εργατικό κίνημα ήταν ανυπέρβλητη. Ήταν μία από τις πραγματικά μεγάλες μορφές που έβγαλε το κίνημα.

 

Η διαθήκη του Τρότσκι

Η ψηλή (και συνεχώς αυξανόμενη) πίεσή μου ξεγελάει όσους είναι κοντά μου για τη φυσική μου κατάσταση. Είμαι ενεργός και παραγωγικός, αλλά προφανώς το τέλος πλησιάζει. Αυτές οι γραμμές θα κοινοποιηθούν μετά το θάνατό μου.
Δε χρειάζομαι να αντικρούσω εδώ για άλλη μία φορά τις ηλίθιες και απεχθείς συκοφαντίες του Στάλιν και των πρακτόρων του: δεν υπάρχει ούτε μία κηλίδα στην επαναστατική μου τιμή. Ποτέ δεν έχω συνάψει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κρυφές συμφωνίες, ούτε καν διαπραγματεύσεις, με τους εχθρούς της εργατικής τάξης. Χιλιάδες αντιφρονούντες του Στάλιν έχουν πέσει θύματα παρόμοιων αναληθών κατηγοριών. Οι νέες επαναστατικές γενιές θα αποκαταστήσουν την πολιτική τους τιμή και θα αντιμετωπίσουν τους εκτελεστές του Κρεμλίνου όπως τους αξίζει.
Ευχαριστώ θερμά τους φίλους που παρέμειναν πιστοί στις πιο δύσκολες ώρες της ζωής μου. Δεν κάνω ιδιαίτερη μνεία κανενός, γιατί δεν μπορώ να τους κατονομάσω όλους.
Όμως θεωρώ ότι δικαιούμαι να κάνω μία εξαίρεση στην περίπτωση της συντρόφου μου, της Ναταλία Ιβάνοβνα Σέντοβα. Πέρα από την ευτυχία που είχα ως μαχητής για το σκοπό του σοσιαλισμού, η μοίρα μου έδωσε την ευτυχία να είμαι σύζυγός της. Σε όλα τα σχεδόν σαράντα χρόνια της κοινής μας ζωής, παρέμεινε μια ανεξάντλητη πηγή αγάπης, μεγαλοψυχίας και τρυφερότητας. Υπέστη μεγάλες δοκιμασίες, ιδιαίτερα στην τελευταία φάση της ζωής μας. Αλλά βρίσκω κάποια παρηγοριά στο γεγονός ότι γνώρισε και ευτυχισμένες μέρες.
Επί σαράντα τρία χρόνια της ενσυνείδητης ζωής μου παρέμεινα επαναστάτης: τα σαράντα δύο από αυτά αγωνιζόμουν κάτω από τη σημαία του μαρξισμού.  Αν έπρεπε να ξαναρχίσω από την αρχή, θα προσπαθούσα βέβαια να αποφύγω αυτό ή το άλλο λάθος, αλλά η κύρια πορεία της ζωής μου θα παρέμενε αναλλοίωτη. Θα πεθάνω ένας επαναστάτης προλετάριος, μαρξιστής, διαλεκτικός υλιστής και, συνεπώς, ένας ασυμβίβαστος αθεϊστής. Η πίστη μου ότι ο κομουνισμός είναι το μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι λιγότερο δυνατή, μάλιστα είναι πιο στερεή σήμερα απ’ ό,τι ήταν στα νιάτα μου.
Η Νατάσα μόλις ήρθε στο παράθυρο από την αυλή και το άνοιξε διάπλατα, ώστε ο αέρας να μπαίνει ανεμπόδιστα στο δωμάτιό μου. Βλέπω την καταπράσινη λωρίδα χλόης κάτω από τον τοίχο, τον καταγάλανο ουρανό πάνω από τον τοίχο και το φως του ήλιου παντού. Η ζωή είναι ωραία. Οι επόμενες γενιές ας την καθαρίσουν από όλα τα κακά, την καταπίεση και τη βία, και ας την απολαύσουν στο έπακρο.
Κογιοακάν, Μεξικό
27 Φεβρουαρίου 1940