Βρισκόμαστε στην αρχή του 2012. Η φτώχεια, που μετά από δεκαετίες ανάπτυξης υποτίθεται ότι δεν θα απειλούσε πλέον τον ανεπτυγμένο κόσμο, κάνει δυναμικά την επανεμφάνισή της. Στρατιές ανέργων, συνταξιούχων ανήμπορων να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες για επιβίωση, εργαζόμενων που είναι στα όρια της εξαθλίωσης, είναι εδώ και μας θυμίζουν το πραγματικό πρόσωπο των κρίσεων, το πραγματικό πρόσωπο του καπιταλισμού. Δεν πρόκειται για νούμερα, αλλά για ανθρώπινες ζωές, τις δικές μας ζωές.

Για πολλούς εντός, αλλά και εκτός Αριστεράς, η εξαθλίωση και η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας είναι εκτός από μια πραγματικότητα και η συνθήκη που μπορεί να οδηγήσει νομοτελειακά σε επαναστάσεις. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι «πιάνουμε πάτο» θα μας οδηγήσει σε εξεγέρσεις και επαναστάσεις με έναν τρόπο μάλλον αντανακλαστικό και αυτόματο. ΄Η από την ανάποδη: Γιατί, ενώ δεχόμαστε μια τέτοια εξοντωτική επίθεση, ο κόσμος δεν αντιδρά αναλόγως;

Επιδίωξή μας είναι να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, αξιοποιώντας ιστορικά παραδείγματα τόσο από την Ελλάδα, όσο και παγκόσμια, πρόσφατα, αλλά και παλαιότερα. Και αυτό γιατί, παρότι δεν θεωρούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται με ένα μηχανιστικό τρόπο, η ιστορική παράδοση και η εμπειρία του κινήματος μπορεί και πρέπει να είναι σημείο αναφοράς, ώστε να βγάλουμε συμπεράσματα για τον τρόπο που πρέπει να κινηθούμε, να μάθουμε από τα λάθη και να διδαχτούμε από τις εμπειρίες του παρελθόντος.

Εξαθλίωση και επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ανθρώπων

Η εξαθλίωση και η φτώχεια μπορεί να επανεμφανίζονται μαζικά, μετά από ένα διάλειμμα μερικών δεκαετιών στην ανεπτυγμένη Ευρώπη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν (και εξακολουθεί να είναι) παρούσα στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να διαφεύγει της προσοχής μας, όταν εξετάζουμε κατά πόσο η εξαθλίωση οδηγεί αυτόματα στην επανάσταση.

Δεν υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της αυξανόμενης φτώχειας και εξαθλίωσης από τις παραγκουπόλεις του Τρίτου Κόσμου. Σύμφωνα με τον Mike Davis, συγγραφέα του «Planet of Slums»: «Μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από 250.000 παραγκουπόλεις στον πλανήτη. Μόνο οι πέντε μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές της νότιας Ασίας (Καράτσι, Μουμπάι, Δελχί, Καλκούτα και Ντάκα) περιλαμβάνουν σχεδόν 15.000 διακριτές κοινότητες παραγκουπόλεων, με συνολικό πληθυσμό μεγαλύτερο των 20 εκατομμυρίων. Ένας ακόμη μεγαλύτερος πληθυσμός στριμώχνεται στην αστικοποιημένη παράκτια ζώνη της δυτικής Αφρικής, ενώ άλλες τεράστιες συσσωρεύσεις φτώχειας εξαπλώνονται στην ανατολική Αφρική και τα αιθιοπικά υψίπεδα• αγκαλιάζουν τους πρόποδες των Άνδεων και των Ιμαλαΐων• επεκτείνονται ραγδαία γύρω από τους ουρανοξύστες του Μεξικού, του Γιοχάνεσμπουργκ, της Μανίλα και του Σάο Πάολο και φυσικά γεμίζουν τις όχθες των ποταμών Αμαζόνιου, Νίγηρα, Κονγκό, Νείλου, Τίγρη, Γάγγη, Irrawaddy και Μεκόγκ».

Και συνεχίζει περιγράφοντας το πώς η φτώχεια επιδρά στις ζωές των γυναικών που αποτελούν το πιο χτυπημένο κομμάτι της εργατικής τάξης: «Στον Τρίτο Κόσμο το οικονομικό σοκ του ’80 υποχρέωσε τους ανθρώπους να ανασυνταχθούν με κέντρο τα ισχνά εισοδήματα του νοικοκυριού και κυρίως τις ικανότητες επιβίωσης και την απελπισμένη επινοητικότητα των γυναικών. Στην Κίνα και τις βιομηχανικές πόλεις της νοτιοανατολικής Ασίας, εκατομμύρια γυναικών δουλεύουν ως μαθητευόμενες στις αλυσίδες συναρμολόγησης και τα άθλια εργοστάσια. Στην Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής δεν υπάρχει καν αυτή η δυνατότητα. Αντίθετα, η αποβιομηχάνιση και ο αποδεκατισμός των νόμιμων θέσεων εργασίας εξανάγκασε τις γυναίκες να σκαρφιστούν νέους τρόπους επιβίωσης, ως εργάτριες με το κομμάτι, πωλήτριες αλκοόλ, πλανόδιες πωλήτριες, καθαρίστριες, πλύστρες, ρακοσυλλέκτριες, νοσοκόμες και πόρνες».

Δυστυχώς, η εμπειρία δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον πλανήτη διαψεύδει όσους πιστεύουν ότι η εξαθλίωση οδηγεί άμεσα τους καταπιεσμένους σε επανάσταση ενάντια στους καταπιεστές τους. Άλλωστε και η δυσβάσταχτη καθημερινότητα ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων στη Δύση αποδεικνύει ακριβώς το ίδιο. Στις σύγχρονες δυτικές μητροπόλεις ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να ζει στο περιθώριο. Η πραγματικότητα αυτή αποτυπώνεται στους εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους στα καπιταλιστικά κέντρα των ευρωπαϊκών χωρών, στα εκατομμύρια εργάτες που δεν τα βγάζουν πέρα και στους μετανάστες που γκετοποιούνται στις υποβαθμισμένες περιοχές των κατά τα άλλα «ανεπτυγμένων» χωρών.

Ωστόσο, εκτός από τις συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων που έχουν βίαια εκδιωχθεί στην εξαθλίωση και παλεύουν για την επιβίωση, οι συνέπειες της φτώχειας και κατ’ επέκταση της εξαθλίωσης καταγράφονται και έμμεσα. Η εσωτερίκευση της άσχημης κατάστασης στην οποία ζει ένας άνθρωπος, η αυτοενοχοποίηση για τη «δεινή» θέση στην οποία έχει περιέλθει, λειτουργούν αθωωτικά για το σύστημα, που γέννα τις ανισότητες, και αποτελούν το έδαφος για την εμφάνιση αυξανόμενου αριθμού περιστατικών κατάθλιψης και άλλων διαταραχών, που ολοένα και πιο συχνά απασχολούν το δυτικό κόσμο.

Όπως προκύπτει από πληθώρα ερευνών,[1] οι κυριότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που είναι η ανεργία, η μείωση του εισοδήματος και οι περικοπές των δαπανών για την υγεία, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε υψηλά επίπεδα νοσηρότητας, θνητότητας, κατάθλιψης και αυτοκτονιών, καταστάσεις που επιβεβαιώθηκαν και σε αντίστοιχες κρίσεις του προηγούμενου αιώνα: στο κραχ του 1929 στις ΗΠΑ, στην οικονομική κατάρρευση των χωρών του ανατολικού μπλοκ (αρχές ’90) και στην ασιατική κρίση (τέλη ’90) όπου υπήρξε δραματική αύξηση των αυτοκτονιών.

Κρίση, εξαθλίωση και η απειλή της ακροδεξιάς[2]

Ο τρόμος, που προκαλεί η φτώχεια και η εξαθλίωση, ξυπνά σε κάποιους ανθρώπους τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά τους: τον ατομισμό και την απόδοση ευθυνών σε όσους βρίσκονται σε πιο αδύναμη θέση. Με άλλα λόγια, μη μπορώντας ή μη θέλοντας να χτυπήσουν τους «από πάνω»: τους βιομήχανους, τους τραπεζίτες και το πολιτικό τους προσωπικό, στρέφουν τα πυρά στους «από κάτω»: στους μετανάστες, στους πρόσφυγες, στους τοξικομανείς. Πρόκειται για μια επίθεση που καθοδηγείται ιδεολογικά από την άρχουσα τάξη, η οποία εξυπηρετείται πολλαπλά από τη στοχοποίηση των πιο αδύναμων.

Σε αυτή την προσπάθεια η ακροδεξιά αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για τους αστούς. Παρ’ όλο που οι νεοφασιστικές-νεοναζιστικές ιδέες είναι μισητές για τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, η ιστορία μας δείχνει ότι οφείλουμε να μην υποτιμούμε αυτό τον κίνδυνο μέσα στην κρίση. Η κυριαρχία του ναζισμού στη Γερμανία και του φασισμού στην Ιταλία, την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης του 1930, οδήγησε στη σφαγή δεκάδων εκατομμυρίων εργατών στα πεδία των μαχών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οδήγησε επιπλέον στη μαζική εξόντωση 11 εκατομμυρίων ανθρώπων που στάθηκαν εμπόδιο ή χρησιμοποιήθηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι αυτών των καθεστώτων (Εβραίοι, Ρομά, ομοφυλόφιλοι, συνδικαλιστές, κομουνιστές).

Η επικράτηση των ναζιστών έγινε εφικτή χάρη στην ανοιχτή πολιτική και οικονομική υποστήριξή τους από το σύνολο των καπιταλιστών, προκειμένου αυτοί να κάνουν στους δρόμους τη «βρόμικη δουλειά». Παράλληλα, ο διεθνής καπιταλισμός είδε στο πρόσωπο του Χίτλερ τον καλύτερο εγγυητή ενάντια στην «κόκκινη απειλή» και έναν αξιόλογο επιχειρηματικό εταίρο. Μόνο όταν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός έγινε επιθετικός απέναντι στα συμφέροντα των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ) αυτές οδηγήθηκαν σε πόλεμο, καλλιεργώντας στη συνέχεια το μύθο του «δημοκρατικού μετώπου».

Εξάλλου και στις μέρες μας η δύναμη και η απειλή του φασισμού είναι η προσπάθειά του σε συνθήκες κρίσης να συσπειρώνει απογοητευμένους και εξαθλιωμένους ανθρώπους και να τους στρέφει ενάντια στο εργατικό κίνημα. Στη σημερινή συγκυρία η ακροδεξιά, σε όλες τις της εκφάνσεις, έχει αναδείξει σε πρώτο στόχο της το πιο αδύναμο κομμάτι της τάξης μας που είναι οι μετανάστες. Τελικός της στόχος όμως ήταν και θα είναι πάντα η οργανωμένη εργατική τάξη.

Η «αντιμνημονιακή» Χρυσή Αυγή φρόντισε να το ξεκαθαρίσει αυτό, επιτιθέμενη στους απεργούς της Χαλυβουργίας[3] και παρέχοντας απόλυτη στήριξη στο βιομήχανο Μάνεση. Παράλληλα οι γραβατωμένοι φασίστες του ΛΑΟΣ δεν χάνουν την ευκαιρία να επιτίθενται λυσσαλέα από τη βουλή και την τηλεόραση «στους τεμπέληδες εργαζόμενους, που με τις απεργίες τους διασύρουν τη χώρα μας στο εξωτερικό».

Έτσι, σύμφωνα με όλες τις εκδοχές της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, για την κρίση δεν φταίνε οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι και οι κυβερνητικές πολιτικές, φταίνε οι απεργίες. Για την εγκληματικότητα δεν φταίει η φτώχεια και η διάλυση του κράτους πρόνοιας από τις κυβερνήσεις, φταίνε οι μετανάστες. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η κρίση και η φτώχεια, αλλά οι μουσουλμάνοι.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη από το γεγονός ότι μέσα στην κρίση και προκειμένου να αποφύγει να πληρώσει για τα εγκλήματά της, η αστική τάξη στηρίζει με κάθε τρόπο τα ακροδεξιά κόμματα και τις ιδέες τους και υλοποιεί στο έπακρο τις προτάσεις τους. Κάπως έτσι φτάσαμε στην Ελλάδα να ζήσουμε τη συμμετοχή χουντικών υπολειμμάτων και ακροδεξιών τσεκουροφόρων σε μια κυβέρνηση αγαστής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ υπό την αρχηγία ενός τραπεζίτη.

Αλλά η Ελλάδα δεν αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα αξιοποίησης των ακροδεξιών εργαλείων από τους καπιταλιστές σε συνθήκες κρίσης. Στις τελευταίες ευρωεκλογές (2010) ο χώρος της ακροδεξιάς έφτασε τους 37 ευρωβουλευτές, ενώ κέρδισε συμμετοχή σε κυβερνήσεις όπως αυτές της Ιταλίας, της Αυστρίας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας και της Ελβετίας. Επιπλέον, η ακροδεξιά έχει ισχυρή παρουσία σε μια σειρά από χώρες, όπως η Ουγγαρία (Γιόμπικ), η Γαλλία (Εθνικό Μέτωπο), η Αυστρία (FPO) η Ιταλία (Λίγκα του Βορρά), η Ολλανδία (Κόμμα Ελευθερίας) και το Βέλγιο (Φλάαμς Μπέλανγκ).

Σήμερα που η καπιταλιστική κρίση παράγει τεράστια εξαθλίωση και ταξική πόλωση, οι φασίστες επιχειρούν να εκφράσουν την κοινωνική οργή και να εμφανιστούν ως αντίπαλο δέος στην Αριστερά και στο δρόμο και στο κοινοβούλιο. Η εικόνα που περιγράφηκε παραπάνω, είναι ανησυχητική, δείχνει το πρόβλημα, αλλά δεν είναι ούτε πλειοψηφική, ούτε μη αναστρέψιμη. Σίγουρα ένα λάθος που πρέπει να αποφύγουμε είναι μια μοιρολατρική εκτίμηση της μεσοπολεμικής περιόδου που λέει ότι η οικονομική κρίση μεταφράζεται αυτόματα σε συντηρητικοποίηση, ότι η Μεγάλη Ύφεση έφερε, αναπόφευκτα, τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η ανάλυση ξεχνάει ότι η ίδια περίοδος «γέννησε» την επανάσταση και τον εμφύλιο στην Ισπανία, το κύμα καταλήψεων εργοστασίων στη Γαλλία, το μαχητικό εργατικό κίνημα στις ΗΠΑ.

 

Αρκεί η αυτοoργάνωση;

Η εξέγερση στην Αργεντινή και η εκδίωξη του Προέδρου Ντε Λα  Ρούα με ελικόπτερο είναι μια εικόνα που θα θέλαμε να επαναληφθεί στην Ελλάδα. Το σύνθημα «Μια νύχτα μαγική σαν την Αργεντινή, να δούμε στο ελικόπτερο ποιος θα πρωτομπεί» επαναλαμβάνεται σε κάθε πορεία και κινητοποίηση το τελευταίο διάστημα. Πράγματι η Αργεντινή αποτελεί ένα παράδειγμα διαφορετικό από αυτά που είδαμε μέχρι τώρα, ένα παράδειγμα όπου η εξαθλίωση οδήγησε στην εξέγερση και στην αλλαγή πολιτικής με εκδίωξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η αντιμετώπιση της πείνας αποτέλεσε την οργανωτική αρχή της εξέγερσης. Αυτή οδήγησε στην επιδρομή στα σούπερ μάρκετ το Δεκέμβριο του 2001, στην οργάνωση των μπλόκων στους δρόμους, αλλά και στις διαδηλώσεις των ανέργων που απαιτούσαν δουλειά. Όμως, ενώ αυτό αποτέλεσε το υπόβαθρο, ήταν κυρίως κάποιοι από τους πιο συνειδητοποιημένους εργάτες του κινήματος, που είχαν εμπειρία από συνδικαλιστικές οργανώσεις και από την Αριστερά, οι οποίοι άρχισαν να θέτουν ζητήματα όπως τη διαγραφή του χρέους, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, αλλά και την επανεθνικοποίηση στρατηγικών τομέων της βιομηχανίας.

Ενώ λοιπόν η πείνα και η εξαθλίωση υπήρξε ο πυροκροτητής του κινήματος, αυτό που επέβαλε την αλλαγή πολιτικής ήταν οι οργανώσεις βάσεις που δημιουργήθηκαν από το κίνημα και στις οποίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι ιδέες της Αριστεράς.

Η Αργεντινή αποτέλεσε, τον πρώτο χρόνο μετά την πρώτη νίκη του κινήματος κατά της κυβέρνησης, ένα τεράστιο κοινωνικό εργαστήρι. Καταλήψεις εργοστασίων, συνελεύσεις σε γειτονιές, διαδηλώσεις των πικετέρος (ανέργων) σε ολόκληρη τη χώρα, αποτελούν δείγματα της αφύπνισης της κοινωνικής συνείδησης και της δύναμης του κινήματος. Η πολιτική ατζέντα μετατοπίστηκε σύντομα προς τα αριστερά, κάτω από την επιρροή των ιδεών της. Όμως αυτό αφορούσε κυρίως το επίπεδο των ιδεών και λιγότερο την ύπαρξη μιας μαζικής οργανωμένης Αριστεράς.

Για όσους έλκονται από τις θεωρίες του Negri και του Halloway, βασικών θεωρητικών της αυτονομίας, η Αργεντινή αποτέλεσε μια απόδειξη της αυτοοργάνωσης των μαζών και των νέων μορφών οργάνωσης του κινήματος. Και πράγματι ήταν. Όμως ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά, που γοητεύουν ακόμα και σήμερα τους οπαδούς της αυτονομίας, ήταν εκείνα που φανέρωναν την αδυναμία του κινήματος για συνολική απάντηση. Τα ανταλλακτικά παζάρια (στα οποία εργάτες και αγρότες μοιράζονταν αγαθά και υπηρεσίες χωρίς χρήματα), οι καταλήψεις εργοστασίων και οι κολεκτίβες, αλλά και οι ίδιες οι συνελεύσεις στις γειτονιές έφθιναν, όσο η νέα κυβέρνηση αποκαθιστούσε την κυκλοφορία αγαθών και χρήματος, χωρίς να υπάρχει πολιτική αντιπρόταση από το κίνημα. [4]

 

Έτσι η μαχητικότητα του κινήματος, η οποία δεν συνδυαζόταν με οργάνωση, πρόταση εξουσίας και ιδεολογική συνοχή, δεν οδήγησε σε πραγματική ανατροπή. Αποδείχτηκε με αυτό τον τρόπο ότι δεν «μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, χωρίς να πάρουμε την εξουσία». Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν έγιναν βήματα και μάλιστα πολύ σημαντικά για τη βελτίωση της ζωής των «από κάτω». Όμως υπήρξε όριο στις δυνατότητες αυτού του κινήματος, ένα όριο το οποίο, αν είχε ξεπεραστεί, θα μας επέτρεπε να μιλάμε για επαναστατική κατάσταση.
 

Η αριστερή απάντηση στην εξαθλίωση  

Με όσα εξετάσαμε ως τώρα, γίνεται σαφές ότι η εξαθλίωση δεν οδηγεί αυτόματα σε επαναστάσεις. Υπήρξαν όμως ιστορικές περίοδοι όπου, σε συνθήκες εξαθλίωσης, οι καταπιεσμένοι βρήκαν τη δύναμη και τον τρόπο να μετατρέψουν την οργή τους σε όπλο για την ανατροπή, θέτοντας την κοινωνία σε επαναστατική κατάσταση.

Σκιαγραφώντας την επαναστατική περίοδο, ο Λένιν υποστήριζε πως τα κύρια γνωρίσματά της είναι τα εξής:

1. Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν αμετάβλητη τη μορφή κυριαρχίας τους, με έκδηλη αντίθεση των κυριαρχούμενων σε ενδεχόμενη παράταση της ισχύος αυτής της μορφής κυριαρχίας.

2. Η εξαιρετική επιδείνωση της ανέχειας και της δυστυχίας των καταπιεσμένων τάξεων (απόλυτη είτε σχετική εξαθλίωση).

3. Η σημαντική άνοδος της πολιτικής ενεργητικότητας των μαζών, οι οποίες ωθούνται από τη συγκυρία της κρίσης και από τη στάση των κυρίαρχων τάξεων σε αυτόνομη ιστορική παρέμβαση.

Είναι πολλές οι στιγμές στην ιστορία όπου ο κόσμος έζησε τέτοιες καταστάσεις και όπου οι καταπιεσμένοι, οι εργάτες, η νεολαία πέτυχαν το «ακατόρθωτο». Ένα από τα πιο φωτεινά παραδείγματα αντίστασης στη στυγνή καταπίεση και την εξαθλίωση έρχεται από τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Είναι η δράση του ΕΑΜ που κατάφερε να συσπειρώσει το λαό ενάντια στους ξένους και ντόπιους δυνάστες του.

Ήταν ο  κόσμος του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, όλοι αυτοί και αυτές που πάλεψαν και υπέφεραν στη διάρκεια της κατοχής, που έκαναν απεργίες και διαδηλώσεις (την πρώτη εργατική απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη στις 12/4/1942). Ήταν το ΕΑΜ που οργάνωσε τη διανομή τροφίμων για να σταματήσει την εξόντωση του λαού από την πείνα.

Ήταν το οργανωμένο εργατικό κίνημα, οι αγρότες, οι φοιτητές, οι γυναίκες, που πάλεψαν όχι μόνο ενάντια στην κατοχή, αλλά και για μια καλύτερη και δίκαιη ζωή μετά τον πόλεμο.

Συγκεκριμένα, οι πρώτες μαζικές διαμαρτυρίες ξεκίνησαν στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 1941, ενώ το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς σημειώθηκαν και φοιτητικές κινητοποιήσεις. Οι πρώτες μεγάλες απεργίες ξέσπασαν τον Απρίλη του 1942 με τους Τριατατικούς (Ταχυδρομεία-Τηλεγραφεία-Τηλεφωνεία) και συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι, παρά την τρομοκρατική διαταγή της Ανωτάτης Γερμανικής Διοίκησης που απειλούσε με βαρύτατες ποινές, μέχρι και με θάνατο τους απεργούς ή διαδηλωτές.

Το απεργιακό κλίμα κορυφώθηκε επιπλέον το Σεπτέμβρη του ’42, όταν με πρωτοβουλία του ΕΑΜ πολλοί επαγγελματικοί κλάδοι (ανθρακωρύχοι της Καλογρέζας, υφαντουργοί, εργάτες της ΟΥΛΕΝ, της ηλεκτροπαραγωγής και του ΦΙΞ, σιδηροδρομικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, γιατροί, δικηγόροι κ.λπ.) κατέβηκαν σε απεργία στην Αθήνα και στον Πειραιά.

Η αντίδραση της κυβέρνησης των δωσίλογων για την καταστολή των κινητοποιήσεων ήταν άμεση. Συγκεκριμένα, ετοιμάστηκε ένα πρόγραμμα απολύσεων για το δημόσιο, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε λόγω της αγωνιστικής στάσης των εργαζομένων στο εθνικό τυπογραφείο, οι οποίοι αρνήθηκαν να το δημοσιεύσουν και κατέβηκαν σε απεργία.

Οι κινητοποιήσεις κράτησαν συνολικά οκτώ μέρες και οι απεργίες πέτυχαν, παρά την άγρια καταστολή που εξαπέλυσε η κυβέρνηση μαζί με τις κατοχικές δυνάμεις. Σημαντικές αυξήσεις δόθηκαν στα ημερομίσθια και σχεδόν τετραπλασιάστηκαν οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων. Ξανάρχισαν να λειτουργούν τα λαϊκά και παιδικά συσσίτια, αυξήθηκαν οι διανομές του μπακάλη και αφέθηκαν ελεύθεροι οι συλληφθέντες στη διάρκεια της απεργίας.[5]

Οι μαζικοί εργατικοί αγώνες στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις, όπως για παράδειγμα στο Βόλο, αυξήθηκαν με την ανάπτυξη του αντάρτικου στα βουνά. Το εργατικό κίνημα έπαιρνε φωτιά, καθώς τα νέα από το αντάρτικο έφταναν στην πόλη, και το αντάρτικο εξαπλωνόταν, καθώς γινόταν ευρύτερα γνωστή η ηρωική αντίσταση των εργατών στις πόλεις.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι προσπάθειες στις αρχές του ’43 των γερμανικών αρχών για εθελοντική επιστράτευση εργατικού δυναμικού για καταναγκαστική εργασία στα γερμανικά εργοστάσια απέτυχαν. «Επιστράτευση ίσον θάνατος – Όλοι αντάρτες», έγραφαν τα συνθήματα του ΕΑΜ σε τοίχους των σπιτιών της Αθήνας. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση οι κατοχικές δυνάμεις προχώρησαν σε βίαιη επιστράτευση, στην οποία το ΕΑΜ απάντησε με τη διοργάνωση μιας νέας απεργίας.

Σχεδόν 100.000 εργάτες και δημόσιοι υπάλληλοι, με επικεφαλής ανάπηρους στρατιώτες και φοιτητές, κατέβηκαν στους δρόμους. Ομάδες διαδηλωτών εισέβαλαν στο υπουργείο Εργασίας, το κατέλαβαν για μία ώρα και κατέστρεψαν τις ονομαστικές καταστάσεις πολιτικής επιστράτευσης. Οι απεργίες συνεχίστηκαν ακόμα και μετά την υπόσχεση του Ράλλη για αύξηση στους μισθούς κατά 50%.

Οι μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις στις πόλεις απέκτησαν γιγάντιες διαστάσεις. Αυτό δεν έγινε αυθόρμητα, αλλά μέσα από την οργανωμένη παρέμβαση της Αριστεράς. Η μεγάλη ανάπτυξη του κινήματος, τόσο του αντάρτικου στα βουνά όσο και των μαζικών διαμαρτυριών στις πόλεις, σημειώθηκε την άνοιξη του 1943. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της υπαίθρου.

Μπροστά στην ανάπτυξη επαναστατικού ρεύματος, η αστική τάξη, αναζητώντας σωτηρία από τον κομουνιστικό κίνδυνο, στράφηκε προς τις κατοχικές δυνάμεις. Έτσι, το φθινόπωρο του 1943 ο Ράλλης, ύστερα από διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, ίδρυσε τα Τάγματα Ασφαλείας, για να αντιμετωπίσουν την κομουνιστική απειλή.

Το φθινόπωρο του 1944, τα ναζιστικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Ελλάδα, αφήνοντας ελεύθερη σχεδόν όλη την ελληνική ύπαιθρο. Ελευθερώθηκαν όχι μόνο ορεινά χωριά, αλλά και επαρχιακές πόλεις όπως η Καρδίτσα, ακόμα και συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, όπως η Καισαριανή και η Κοκκινιά, παρά τα συχνά τρομοκρατικά μπλόκα. Καθώς η αστική κρατική μηχανή είχε καταρρεύσει, στις ελευθερωμένες περιοχές  αναδύθηκε μια νέα εξουσία, η εξουσία των εργατών και αγροτών, με νέους θεσμούς τη «λαϊκή αυτοδιοίκηση» και τη «λαϊκή δικαιοσύνη.
Η αναμέτρηση του Δεκέμβρη του 1944, στο τέλος της τετράχρονης φασιστικής κατοχής, ήταν το αποκορύφωμα, αλλά και το σημείο καμπής της επαναστατικής διαδικασίας.

Για την ήττα του Δεκέμβρη του ’44 και την εξευτελιστική συμφωνία της Βάρκιζας δεν υπήρχε κανένας αντικειμενικός λόγος. Οι αιτίες βρίσκονται στην πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ που περιόριζε τον αγώνα σε εθνικοαπελευθερωτικό και υποστήριζε τη γραμμή της «εθνικής ενότητας» και τη στρατηγική των σταδίων. Περιγράφοντας την επαναστατική κατάσταση, ο Λένιν συμπληρώνει, στα γνωρίσματα που αναφέραμε παραπάνω, πως η βαθμιαία κλιμάκωση της επανάστασης, ως αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, δεν οδηγεί αυτόματα σε νίκη, αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχους υποκειμενικούς όρους (μαχητική οργάνωση του επαναστατικού υποκειμένου, θεωρητική θεμελίωση της στρατηγικής και τακτικής του).

Είναι αυτοί οι υποκειμενικοί όροι που, όποτε υπήρξαν, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή εξεγερσιακών καταστάσεων σε ευθεία αμφισβήτηση της εξουσίας και οδήγησαν στην αρχή επαναστατικών αλλαγών. Βεβαίως ο Λένιν δεν μίλαγε θεωρητικά. Είχε στο μυαλό του την ίδια την οκτωβριανή επανάσταση και την παρέμβαση των μπολσεβίκων στο πώς μια εξέγερση για ψωμί, ειρήνη και αναδιανομή της γης μετατράπηκε σε νικηφόρα εργατική επανάσταση.
 

Συμπεράσματα

Ένα είναι σίγουρο για όλους, είτε ανήκουμε στην οργανωμένη Αριστερά είτε όχι: Δεν επιλέγουμε τις συνθήκες στις οποίες καλούμαστε να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο και να «κάνουμε πολιτική». Είμαστε υποχρεωμένοι να παρεμβαίνουμε και να οργανώνουμε αντιστάσεις σε εύκολες και δύσκολες εποχές και με αυτή την έννοια έχει σημασία να δούμε σε ποιο σημείο βρισκόμαστε και με ποιους τρόπους μπορούμε να συνεχίσουμε. Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια αναδρομή στην ιστορία και μέσα απ’ αυτή να βγάλουμε, στο βαθμό που μπορούμε, κάποια συμπεράσματα.

Τόσο η σημερινή συγκυρία όσο και το παρελθόν μας καθιστούν απολύτως σαφές ότι πάνω στο έδαφος της εξαθλίωσης και της φτώχειας, που το σύστημα επιβάλλει, η οργάνωση των κοινωνικών αντιστάσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το ξεδίπλωμα της δικής μας αντεπίθεσης. Οι επιτροπές ενάντια στα χαράτσια, οι συνελεύσεις σε χώρους δουλειάς, οι συνελεύσεις του κινήματος των «αγανακτισμένων» είναι το πεδίο στο οποίο αρχίζει να ενισχύεται και να αποκτά δύναμη η φωνή των καταπιεσμένων.

Η ιστορία μας δείχνει ότι υπάρχει μια πληθώρα τρόπων και μορφών με τις οποίες μπορεί να εκφραστεί το κίνημα. Οι καταλήψεις κτιρίων και υπηρεσιών, οι διαδηλώσεις και οι κατασκηνώσεις στις πλατείες, η ομηρία διευθυντικών στελεχών, είναι μόνο μια μερική εικόνα του τι συμβαίνει, όπου οι λαοί αρχίζουν να οργανώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποια μορφή θα πάρει η αντίσταση την επόμενη περίοδο και ούτε είναι στα σχέδια μας να το κάνουμε. Με όποιο τρόπο και να γίνεται όμως, είναι καλοδεχούμενη η είσοδος των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο και αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πατάει ο αγώνας για τη διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής.
Ανεξάρτητα από τη μορφή όμως των κινημάτων, τεράστια σημασία έχουν οι ιδέες που επικρατούν στο εσωτερικό του, καθώς είναι αυτές που σε σημαντικό βαθμό καθορίζουν τις κατευθύνσεις, τους στόχους, αλλά και τα μέσα για την επίτευξή τους. Με λίγα λόγια έχει τεράστια σημασία η πολιτική κατεύθυνση και οι πολιτικές ιδέες που επικρατούν στο κίνημα.

Σε αυτό το επίπεδο θεωρούμε ότι οι ιδέες της Αριστεράς είναι αναντικατάστατες. Και αυτό όχι μόνο για τη διακηρυγμένη θέση της για κοινωνική χειραφέτηση, ούτε για το πλήθος των αγώνων που έχει δώσει στο παρελθόν και οι οποίοι αποτελούν παράδειγμα για το πώς μπορούν αυτές οι ιδέες να γίνουν πράξη. Πολύ περισσότερο για τη σημασία που δίνει στο ζήτημα της εξουσίας και στο πόσο κεντρική σημασία έχει αυτό για τη διατήρηση των κατακτήσεων του κινήματος. Γιατί δυστυχώς δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία.
Προφανώς η Αριστερά σε κάθε περίοδο και πόσο μάλλον σε τέτοιες περιόδους κρίσης έχει υποχρέωση να αποδεικνύει τη χρησιμότητά της. Έχει κομβική σημασία η στάση της και το κατά πόσο καλύπτει πολιτικά και οργανωτικά τις ανάγκες του κόσμου. Στην περίοδο την οποία διανύουμε οφείλει να δώσει βάρος στην καλύτερη οργάνωση της αντίστασης, στην πολιτική συγκρότηση του κινήματος, αλλά και στο άνοιγμα της συζήτησης για μια άλλη κοινωνία την οποία αρχίζουμε να δημιουργούμε εδώ και τώρα, μέσα από τις μάχες του σήμερα. Μια κοινωνία αλληλεγγύης, αξιοπρέπειας και σεβασμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
 

Σημειώσεις

1. Βλ. ενδεικτικά:
http://www.medinfo.gr/?cat_id=563
http://www.alfavita.gr/artro.php?id=30468
http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=24301&subid=2&pubid=63429164
2.http://www.dea.org.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3027&ac=...
3.http://www.inews.gr/200/i-chrysi-avgi-epitithetai-stous-apergous-tis-cha...
4.ClaoudioCatz,http://www.isreview.org/issues/44/autonomism.shtml
5.http://www.politikokafeneio.com/tr/polemos1311.htm