Ο Anand Gopal είναι δημοσιογράφος που καλύπτει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν για μια σειρά περιοδικών στις ΗΠΑ.  Έχει ζήσει πάρα πολύ καιρό στο Αφγανιστάν και γι' αυτό έχει μια πολύ άμεση και ζωντανή αντίληψη του τι συμβαίνει στην κατεχόμενη χώρα. Πάρα πολλά άρθρα του για την πραγματικότητα στο Αφγανιστάν έχουν δημοσιευτεί σε site «εναλλακτικής ενημέρωσης» και σε site της Αριστεράς στις ΗΠΑ. 

Το «βάλτωμα» της πολυδιαφημισμένης αντεπίθεσης του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν και το φιάσκο των πρόσφατων εκλογών στη χώρα έχουν κάνει ξεκάθαρο ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν τον πόλεμο, ο οποίος ξεπέρασε σε διάρκεια αυτόν του Βιετνάμ. Καθώς οι Ταλιμπάν έχουν ανακάμψει εντυπωσιακά, η συζήτηση για το χαρακτήρα του αντάρτικου κινήματος έχει σημασία για το αντιπολεμικό κίνημα στη Δύση, που τα προηγούμενα χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την προβληματική στάση των «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το «ακραίο Ισλάμ». Εδώ, αναδημοσιεύουμε παλιότερο άρθρο του Anand Gopal για τις συνθήκες που τροφοδοτούν την αντίσταση στον πόλεμο και την κατοχή. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο socialistworker.org και την μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Πάνος Πέτρου.

 

Αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο μέρος που να απεικονίζει την αποτυχία της Δύσης στο Αφγανιστάν, αυτό είναι το τσεκ πόιντ της αστυνομίας που βρίσκεται σε κεντρική λεωφόρο, 20 μίλια νότια της Καμπούλ. Η πινακίδα δείχνει τα σύνορα της πρωτεύουσας, μιας πόλης με εντυπωσιακή ένταση, μεγάλα τείχη και μποτιλιαρίσματα στους δρόμους. Πέρα από αυτό το σημείο, τα χαμηλά κτίρια χτισμένα από χαλίκι και τα στενά δρομάκια της Καμπούλ οδηγούν σε μια τεράστια πεδιάδα γεμάτη γαλήνια χωράφια και κυκλωμένη από βουνά άμμου. Σε αυτή την κοιλάδα της επαρχίας Λογκάρ, η στηριζόμενη από τις ΗΠΑ κυβέρνηση του Αφγανιστάν παύει να υπάρχει.

Αντί για κυβερνητικούς αστυνομικούς, άντρες με μαύρα τουρμπάνια και τουφέκια περασμένα στους ώμους τους περιπολούν τη λεωφόρο, ψάχνοντας για κλέφτες και «κατασκόπους». Το απανθρακωμένο απομεινάρι ενός βυτιοφόρου, που θα μετέφερε καύσιμα στις διεθνείς δυνάμεις στο νότο, βρίσκεται αναποδογυρισμένο στην άκρη του δρόμου. 

Η αστυνομία λέει πως δεν τολμάει δεν μπει σε αυτές τις περιοχές, ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν οι αντάρτες ελέγχουν τους δρόμους. Σε μερικά μέρη της χώρας, στο νότο και την ανατολή, αυτοί οι αντάρτες έχουν στήσει ακόμα και δική τους κυβέρνηση, την οποία αποκαλούν Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν (το όνομα της πρώην κυβέρνησης των Ταλιμπάν). Αποδίδουν δικαιοσύνη σε δικαστήρια που έχουν στηθεί με βάση τη Σαρία. Κανονίζουν διαμάχες για τη γη μεταξύ χωρικών. Ελέγχουν τα προγράμματα σπουδών στα σχολεία.

Μόλις πριν 3 χρόνια, η κεντρική κυβέρνηση διατηρούσε τον έλεγχο των επαρχιών κοντά στην Καμπούλ. Αλλά χρόνια κακοδιοίκησης, καλπάζουσας εγκληματικότητας και μαζικών απωλειών αμάχων στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, οδήγησαν σε μια εντυπωσιακή αναγέννηση των Ταλιμπάν και των συμμάχων τους. Σήμερα, το Ισλαμικό Εμιράτο ελέγχει μεγάλα τμήματα της χώρας στο νότο και την ανατολή. Σύμφωνα με την ACBAR, μια οργάνωση-ομπρέλα που αντιπροσωπεύει πάνω από 100 πρακτορεία ανθρωπιστικής βοήθειας, οι επιθέσεις των ανταρτών αυξήθηκαν κατά 50% πέρυσι. Οι ξένοι στρατιώτες σκοτώνονται εδώ με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι στο Ιράκ.  

Η εξελισσόμενη καταστροφή ωθεί την αφγανική κυβέρνηση του προέδρου Χαμίντ Καρζάι και τους διεθνείς «παίκτες» στην περιοχή να μιλάνε ανοιχτά για διαπραγματεύσεις με μερίδες των ανταρτών.

Οι νέοι εθνικιστές Ταλιμπάν

Ποιοι ακριβώς είναι οι Αφγανοί αντάρτες; Κάθε επίθεση αυτοκτονίας, κάθε απαγωγή αποδίδεται συνήθως «στους Ταλιμπάνα». Στην πραγματικότητα, όμως, το αντάρτικο δεν είναι μονολιθικό. Υπάρχουν φυσικά οι «σκοτεινοί» μουλάδες με το πολεμικό βάψιμο κάτω από τα μάτια τους και οι φανατικοί θρησκευτικοί οπαδοί τους, αλλά υπάρχουν και οι μορφωμένοι φοιτητές πανεπιστημίων, οι φτωχοί αγράμματοι αγρότες, οι βετεράνοι στρατιωτικοί του πολέμου ενάντια στους σοβιετικούς. Το κίνημα αντίστασης είναι ένα μείγμα εθνικιστών, ισλαμιστών και παρανόμων που έχουν μοιραστεί σε 3-4 πτέρυγες. Οι ίδιες οι πτέρυγες έχουν συγκροτηθεί από ανταγωνιζόμενους μεταξύ τους διοικητές που διαφωνούν στην ιδεολογία και τη στρατηγική, αλλά σίγουρα συμφωνούν σε έναν καθοριστικό στόχο: Να πετάξουν έξω τις ξένες δυνάμεις.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν οι ξένες δυνάμεις με την ηγεσία των ΗΠΑ ανέτρεψαν την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το Νοέμβρη του 2001, οι Αφγανοί πανηγύρισαν για την πτώση ενός μισητού και απονομιμοποιημένου καθεστώτος. «Θέλαμε να χορέψουμε στους δρόμους», μου είπε ένας κάτοικος της Καμπούλ. Καθώς οι ξένες δυνάμεις προέλαυναν μέσα στην Καμπούλ, την αφγανική πρωτεύουσα, τα κατάλοιπα του παλιού καθεστώτος των Ταλιμπάν διασπάστηκαν σε τρεις ομάδες.

Η πρώτη, που περιλαμβάνει πολλούς γραφειοκράτες και κρατικούς υπαλλήλους της Καμπούλ, απλά παραδόθηκε στους Αμερικάνους. Κάποιοι από αυτούς μπήκαν ακόμα και στην κυβέρνηση του Καρζάι.

Η δεύτερη, που αποτελείται από την ιστορική, ανώτατη ηγεσία του κινήματος, συμπεριλαμβανομένου του ηγέτη Μουλά Ομάρ, το έσκασε στο Πακιστάν, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Η τρίτη και μεγαλύτερη ομάδα –οι απλοί στρατιώτες της βάσης, οι τοπικοί διοικητές, οι αξιωματικοί των περιφερειών– «εξαφανίστηκαν» διακριτικά. Γύρισαν στα χωράφια και τα χωριά τους, να περιμένοντας να δουν «προς τα πού θα φυσούσε ο άνεμος».

Στο μεταξύ, η χώρα κομματιαζόταν από πολέμαρχους και εγκληματίες. Στην ολοκαίνουργια λεωφόρο που συνδέει την Καμπούλ με την Κανταχάρ και τη Χεράτ, χτισμένη με εκατομμύρια δολάρια της Ουάσινγκτον, πολύ καλά οργανωμένες ομάδες παρανόμων τρομοκρατούσαν συστηματικά τους ταξιδιώτες. «Μια φορά, 30 ίσως και 50 εγκληματίες, κάποιοι ντυμένοι με στολές αστυνομικών, σταμάτησαν το λεωφορείο μας και πυροβόλησαν στα παράθυρά μας», μου είπε ο Muhammadullah, ιδιοκτήτης μιας εταιρείας λεωφορείων που κινείται συχνά σε αυτό το δρόμο. «Έψαξαν το όχημά μας και έκλεψαν τα πάντα από όλους».

Τα συνδικάτα του εγκλήματος, συχνά με διασυνδέσεις μέσα στην κυβέρνηση, οργάνωναν πολλές απαγωγές σε αστικά κέντρα όπως το πρώην άντρο των Ταλιμπάν στην πόλη Κανταχάρ. Συχνά, οι λίγοι από τους απαγωγείς που συλλαμβάνονταν, αφήνονταν απλά ελεύθεροι, όταν «λαδώνονταν» τα σωστά χέρια.

Σε αυτό το τοπίο βίας και εγκληματικότητας αναδείχθηκαν και πάλι οι Ταλιμπάν, υποσχόμενοι τάξη και ασφάλεια. Η εξόριστη ηγεσία, εγκατεστημένη στην Quetta του Πακιστάν, άρχισε να επανενεργοποιεί τα δίκτυα μαχητών, που είχαν διαχυθεί στα χωριά της χώρας. Οι Ταλιμπάν αναθέρμαναν τους δεσμούς τους με τις φυλές Παστούν. (Οι αντάρτες, που ιστορικά αποτελούνται κυρίως από Παστούν, εξακολουθούν να έχουν πολύ μικρή επιρροή στις άλλες εθνικές ομάδες όπως οι Τατζίκοι και οι Αζέροι). Με τη χρηματοδότηση πλούσιων Αράβων χορηγών και την εκπαίδευση της ISI, το μηχανισμό ασφαλείας του Πακιστάν, μπόρεσαν να μεταφέρουν όπλα και στρατιωτική εμπειρία στα χωριά των Παστούν.

Στο ένα χωριό μετά το άλλο, με απειλές και εκτελέσεις εξουδετέρωσαν τις μειοψηφίες, που είχαν απομείνει και στήριζαν την κυβέρνηση. Μετά κέρδισαν τη συμπάθεια της πλειοψηφίας με υποσχέσεις ασφάλειας και αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Οι αντάρτες επέβαλλαν μια σκληρή εκδοχή του νόμου της Σαρία, κόβοντας τα χέρια των κλεφτών και πυροβολώντας τους μοιχούς. Ήταν βάρβαροι, αλλά ήταν επίσης αδιάφθοροι. Η δικαιοσύνη δεν ήταν πια με το μέρος του μεγαλύτερου πλειοδότη. «Δεν υπάρχει πια έγκλημα, όχι όπως πριν», λέει ο Abdul Halim που ζει σε μια περιφέρεια υπό τον έλεγχο των Ταλιμπάν.

Οι αντάρτες στρατολόγησαν μαχητές από τα χωριά στα οποία δραστηριοποιούνταν, συχνά πληρώνοντας μισθό 200 δολάρια –υπερδιπλάσιο του μέσου μισθού ενός αστυνομικού. Διευθέτησαν διαμάχες ανάμεσα σε φυλές και ανάμεσα σε ιδιοκτήτες γης. Προστάτεψαν τα χωράφια με τις παπαρούνες από τις προσπάθειες της κεντρικής κυβέρνησης και των ξένων στρατών να τα εξαφανίσουν –μια ενέργεια που τους χάρισε την υποστήριξη των φτωχών αγροτών των οποίων το μόνο σταθερό εισόδημα προέρχεται από την καλλιέργεια της παπαρούνας. Οι περιοχές που ελέγχονται από τους αντάρτες, είναι εγκαταλελειμμένες χωρίς ανοικοδόμηση και χωρίς κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά για τους χωρικούς της υπαίθρου, που έζησαν πάρα πολύ ξένη επέμβαση και ελάχιστη οικονομική πρόοδο κάτω από την κυβέρνηση Καρζάι, αυτή η κατάσταση δεν ήταν κάτι καινούργιο.

Την ίδια στιγμή, η ιδεολογία των Ταλιμπάν άρχισε να μεταβάλλεται. «Πολεμάμε για να απελευθερώσουμε τη χώρα μας από την ξένη κυριαρχία», μου είπε από το τηλέφωνο ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν Qari Yousef Ahmadi. «Οι Ινδοί πολέμησαν για την ανεξαρτησία τους ενάντια στους Βρετανούς. Ακόμα και οι Αμερικάνοι κάποτε εξεγέρθηκαν για να ελευθερώσουν τη χώρα τους». Αυτή η αναδυόμενη εθνικιστική ρητορική προσελκύει τους χωρικούς Παστούν, που δυσφορούν με την παρουσία της Αμερικής και του ΝΑΤΟ.

Οι αντάρτες πολεμάνε επίσης για να επιβάλουν μια εκδοχή του νόμου της Σαρία στη χώρα. Όμως, οι διάσημοι για τον πουριτανισμό τους αντάρτες έχουν μετριάσει κάποια από τα πιο ακραία τους δόγματα, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής. Πέρυσι για παράδειγμα, ο Μουλάς Ομάρ εξέδωσε διάταγμα το οποίο επιτρέπει τη μουσική και τα πάρτι –που ήταν απαγορευμένα στην προηγούμενη «εκδοχή» των Ταλιμπάν. Κάποιοι διοικητές των Ταλιμπάν έχουν αρχίσει να αποδέχονται την ιδέα να μορφώνονται τα κορίτσια. Αρκετοί σκληροπυρηνικοί ηγέτες, όπως ο μονοπόδαρος Μουλάς Νταντουλάχ (ένας άντρας θρυλικής σκληρότητας, του οποίου η συμπεριφορά αρκετές φορές, όπως λέγεται, θεωρήθηκε υπερβολική ακόμα και από τον Μουλά Ομάρ), σκοτώθηκαν από τις διεθνείς δυνάμεις.

Στο μεταξύ, άρχισε να ελέγχει το κίνημα μια πιο πραγματιστική ηγεσία. Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ πιστεύουν πως η καθημερινή ηγεσία του κινήματος στην πραγματικότητα βρίσκεται πλέον στα χέρια του πολιτικοποιημένου Μουλά Brehadar, ενώ ο Μουλάς Ομάρ διατηρεί περισσότερο μια «συμβολική» θέση. Ο Brehadar ίσως βρίσκεται πίσω από την προσπάθεια να γίνει πιο μετριοπαθές το μήνυμα του κινήματος προκειμένου να κερδίσει μεγαλύτερη επιρροή.

Ακόμα και σε τοπικό επίπεδο, οι αξιωματικοί των Ταλιμπάν αμφισβητούν τις παραδοσιακές πολιτικές των Ταλιμπάν, επιδιώκοντας να κερδίσουν τις καρδιές και τα μυαλά των ντόπιων. Πριν τρεις μήνες, σε μια περιφέρεια της επαρχίας Ghazni για παράδειγμα, οι αντάρτες διέταξαν να κλείσουν όλα τα σχολεία. Όταν οι γέροι της φυλής απευθύνθηκαν στο τοπικό θρησκευτικό συμβούλιο των Ταλιμπάν στην περιοχή, οι θρησκευτικοί δικαστές ακύρωσαν την απόφαση και άνοιξαν ξανά τα σχολεία.

Όμως, δεν υπακούουν όλοι οι διοικητές το διάταγμα ενάντια στην απαγόρευση της μουσικής και των πάρτι. Σε πολλές περιφέρειες που ελέγχουν οι Ταλιμπάν, τέτοιες διασκεδάσεις παραμένουν παράνομες. Αυτό δείχνει τον αποκεντρωμένο χαρακτήρα του κινήματος. Οι τοπικοί διοικητές συχνά διαμορφώνουν δικές τους πολιτικές ή οργανώνουν στρατιωτικές επιθέσεις χωρίς εντολές από την ηγεσία των Ταλιμπάν.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ρευστό κίνημα που αλλάζει μορφή από περιφέρεια σε περιφέρεια. Σε κάποιες ελεγχόμενες από τους Ταλιμπάν περιφέρειες της επαρχίας Ghazni, αν συλληφθεί ένας Αφγανός να εργάζεται για κάποια ΜΚΟ είναι σίγουρο ότι θα εκτελεστεί. Σε περιφέρειες της γειτονικής επαρχίας Wardak όμως, όπου οι αντάρτες λέγεται πως είναι πιο μορφωμένοι και καταλαβαίνουν την ανάγκη για ανάπτυξη, οι τοπικές ΜΚΟ δραστηριοποιούνται με την άδεια των ανταρτών.

Οι «άλλοι» Ταλιμπάν

Εκτός από τους Ταλιμπάν, το Αφγανιστάν έχει αποδειχθεί εύφορο έδαφος για μια ολόκληρη σειρά αντάρτικων ομάδων.
Ο Naqibullah, ένας φοιτητής πανεπιστημίου με αραιά γένια, που μιλούσε ήρεμα και μετρημένα, δεν ήταν ούτε 30 χρονών, όταν γνωριστήκαμε. Ήμαστε στο πίσω κάθισμα ενός παρκαρισμένου σκονισμένου Corolla, σε ένα δρομάκι κοντά στο πανεπιστήμιο της Καμπούλ, όπου σπούδαζε ιατρική. Ο Naqibullah (το «πολεμικό» του ψευδώνυμο) και οι φίλοι του στο πανεπιστήμιο είναι μέλη της Hizb-i-Islami, μιας αντάρτικης ομάδας που καθοδηγείται από τον πολέμαρχο Gulbuddin Hekmatyar και είναι σύμμαχος των Ταλιμπάν. Ο φιλικός του κύκλος συναντιέται συχνά στους κοιτώνες του πανεπιστημίου, συζητάει για την πολιτική και παρακολουθεί DVD, που δείχνουν πρόσφατες επιθέσεις.

Τον τελευταίο χρόνο ο κύκλος του συρρικνώθηκε. Ο Sadiq συνελήφθη, ενώ επιχειρούσε μια βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας. Ο Wasim σκοτώθηκε, όταν προσπάθησε να κρύψει μια βόμβα σπίτι. Ο Fouad σκοτώθηκε σε μια επιτυχημένη επίθεση αυτοκτονίας σε αμερικάνικη βάση. «Οι Αμερικάνοι έχουν τα B-52 (σ.τ.μ.: βομβαρδιστικά αεροπλάνα)», μου εξήγησε ο Naqibullah. «Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι η δική μας εκδοχή των B-52». Όπως οι φίλοι του και ο Naqibullah έχει σκεφτεί το ενδεχόμενο να γίνει και ο ίδιος ένα «Β-52». «Αλλά θα σκότωνε πολλούς αμάχους», μου είπε. Εξάλλου, είχε σχέδια να αξιοποιήσει τη μόρφωσή του. «Θέλω να διδάξω τους αμόρφωτους Ταλιμπάν», μου είπε.

Για χρόνια οι μαχητές της Hizb-i-Islami είχαν τη φήμη των πιο μορφωμένων και πιο κοσμικών από τους Ταλιμπάν συμμάχους τους, που είναι συχνά αγράμματοι αγρότες. Ο ηγέτης τους, ο Hekmatyar, σπούδασε μηχανική στο πανεπιστήμιο της Καμπούλ τη δεκαετία του ’70, όπου έφτιαξε τη φήμη του, ρίχνοντας οξύ στα πρόσωπα γυναικών, που δεν φορούσαν πέπλο.

Δημιούργησε την Hizb-i-Islami για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη σοβιετική επιρροή στη χώρα και, τη δεκαετία του ’80, η οργάνωσή του έγινε ένα από τα πιο ακραία φονταμενταλιστικά κόμματα και η ηγετική δύναμη στη μάχη ενάντια στη σοβιετική κατοχή. Αδίστακτος, πανίσχυρος και αντικομουνιστής, ο Hekmatyar αποδείχθηκε πολύτιμος σύμμαχος για την Ουάσινγκτον, η οποία παρείχε εκατομμύρια δολάρια και τόνους όπλων –μέσω της πακιστανικής ISI– στις δυνάμεις του.

Μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών, ο Hekmatyar και οι άλλοι διοικητές των μουτζαχεντίν έστρεψαν τα όπλα τους ο ένας ενάντια στον άλλο, ξεκινώντας έναν καταστροφικό εμφύλιο, από τον οποίο η Καμπούλ ειδικά δεν έχει συνέλθει ακόμα. Μονοπόδαροι Αφγανοί, σακατεμένοι από τις ρουκέτες του Hekmatyar, κυκλοφορούν ακόμα στους δρόμους της πόλης. Όμως απέτυχε να καταλάβει την πρωτεύουσα και οι Πακιστανοί υποστηρικτές του τελικά τον εγκατέλειψαν για χάρη μιας νέας, ακόμα πιο ακραίας ισλαμικής δύναμης που εμφανιζόταν στο νότο. Τους Ταλιμπάν.

Οι περισσότεροι διοικητές της Hizb-i-Islami αυτομόλησαν στους Ταλιμπάν και ο Hekmatyar το έσκασε στο Ιράν, χάνοντας πάρα πολύ από την υποστήριξη που είχε. Παρέμεινε τόσο περιθωριοποιημένος, ώστε ήταν ανάμεσα στους ελάχιστους πολέμαρχους που δεν του προσφέρθηκε καμιά θέση από την στηριζόμενη από τις ΗΠΑ κυβέρνηση που δημιουργήθηκε μετά το 2001. 

Αυτή η εξέλιξη αποδείχθηκε τελικά η καλή του τύχη. Όταν αυτή η κυβέρνηση έχασε κάθε στήριγμα, ο ίδιος βρέθηκε και πάλι στο ρόλο του αντάρτη ηγέτη. Αξιοποιώντας την οργή των κοινοτήτων των Παστούν, όπως και οι Ταλιμπάν, μπόρεσε σιγά σιγά να αναστήσει την Hizb-i-Islami.

Σήμερα, η οργάνωση είναι μια από τις πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες αντάρτικες ομάδες στη χώρα, σύμφωνα με τον Antonio Giustozzi, ειδικό για το αφγανικό αντάρτικο στο London School of Economics. Η Hizb-i-Islami διατηρεί ισχυρή παρουσία στις περιφέρειες κοντά στην Καμπούλ και σε περιοχές Παστούν στο βορρά και στα βορειοανατολικά της χώρας. Έλαβε μέρος σε μια συνεργατική απόπειρα δολοφονίας του προέδρου Καρζάι την περασμένη άνοιξη και ήταν πίσω από μια πολύ διάσημη ενέδρα, που σκότωσε 10 νατοϊκούς φαντάρους αυτό το καλοκαίρι. Οι αντάρτες της πολεμάνε κάτω από τις σημαίες των Ταλιμπάν, αν και ανεξάρτητα και με δική τους διοικητική δομή. Όπως και οι Ταλιμπάν, οι ηγέτες της έχουν σαν στόχο την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας των Αφγανών και την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους στο Αφγανιστάν. Ο Naqibullah μου εξήγησε: «Οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν μια κυβέρνηση-μαριονέτα εδώ πέρα. Ήταν μια προσβολή στο Ισλάμ, μια αδικία ενάντια στην οποία πρέπει να εξεγερθούν όλοι οι Αφγανοί».

Το ανεξάρτητο ισλαμικό κράτος, για το οποίο μάχεται η Hizb-i-Islami, θα έχει ως ηγέτη αναμφίβολα τον Hekmatyar και όχι τον Μουλά Ομάρ. Όμως, όπως και στη διάρκεια της τζιχάντ ενάντια στους σοβιετικούς, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών έχει αφεθεί για το μέλλον.

Οι πακιστανικοί δεσμοί

Ο –κάποτε άνθρωπος της CIA– Jalaluddin Haqqani καθοδηγεί ένα τρίτο δίκτυο ανταρτών, με βάση του τις περιοχές στα ανατολικά σύνορα του Αφγανιστάν. Στη διάρκεια του αντισοβιετικού πολέμου, οι ΗΠΑ έδωσαν στον Haqqani, που σήμερα θεωρείται από πολλούς ο πιο τρομερός αντίπαλος της Ουάσινγκτον, εκατομμύρια δολάρια, αντι-αεροπορικούς πυραύλους, ακόμα και τανκς. Οι αξιωματούχοι στην Ουάσινγκτον τα πήγαιναν τόσο καλά μαζί του, που ο πρώην γερουσιαστής Τσάρλι Γουίλσον τον αποκάλεσε κάποτε: «Η καλοσύνη προσωποποιημένη».

Ο Haqqani ήταν ένας από τους πρώτους εκπροσώπους των «Αφγανών Αράβων», που τη δεκαετία του ’80 έσπευσαν στο Πακιστάν για να συμμετέχουν στην τζιχάντ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Διοικούσε στρατόπεδα εκπαίδευσης γι’ αυτούς και αργότερα ανέπτυξε στενούς δεσμούς με την Αλ Κάιντα, η οποία δημιουργήθηκε μέσα από Αφγανο-αραβικά δίκτυα, προς το τέλος του πολέμου ενάντια στους σοβιετικούς. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη του 2001, οι ΗΠΑ προσπάθησαν απεγνωσμένα να τον πάρουν με το μέρος τους. Όμως ο Haqqani ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να συναινέσει σε μια ξένη παρουσία στο αφγανικό έδαφος και πήρε πάλι τα όπλα, με τη βοήθεια των διαχρονικών συμμάχων του στην πακιστανική ISI. Λέγεται πως αυτός εγκαινίασε τις επιθέσεις αυτοκτονίας στο Αφγανιστάν, μια τακτική ανήκουστη στη χώρα πριν το 2001. Οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες αποδίδουν τις ευθύνες για τις πιο εντυπωσιακές επιθέσεις –για παράδειγμα μια τεράστια ανατίναξη αυτοκινήτου-καμικάζι που διέλυσε την ινδική πρεσβεία τον Ιούλη– στο δίκτυο του Haqqani και όχι στους Ταλιμπάν.

Η ομάδα του Haqqani είναι επικεφαλής της «μερίδας του λέοντος» των ξένων μαχητών, που πολεμάνε στη χώρα, και τείνει να είναι πιο ακραία από τους συμμάχους της Ταλιμπάν. Σε αντίθεση με τους Ταλιμπάν και την Hizb-i-Islami, κομμάτια του δικτύου του Haqqani συνεργάζονται με την Αλ Κάιντα. Η ηγεσία του δικτύου εδρεύει μάλλον στο Waziristan, στις φυλετικές περιοχές του Πακιστάν, όπου απολαμβάνει την προστασία της ISI.

Το Πακιστάν παρέχει τη στήριξή του στους ανθρώπους του Haqqani με τη συμφωνία ότι το δίκτυό του θα διατηρήσει τον ιερό του πόλεμο μέσα στα σύνορα του Αφγανιστάν. Τέτοιου τύπου συμφωνίες είναι απαραίτητες, γιατί, τα τελευταία χρόνια, η παραδοσιακή πολιτική του Πακιστάν να βοηθά ισλαμικές μαχητικές οργανώσεις έχει βυθίσει τη χώρα σε έναν καταστροφικό πόλεμο μέσα στα σύνορά του. 

Την ίδια περίοδο που τα κατάλοιπα των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα έσπευδαν στο Πακιστάν, μετά την πτώση της ταλιμπανικής κυβέρνησης το 2001, το Ισλαμαμπάντ έμπαινε ενεργά στον Παγκόσμιο Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία, που κήρυξε η κυβέρνηση Μπους. Ήταν μια επικερδής κίνηση: Η Ουάσινγκτον έδινε δισεκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια και σε σύγχρονα όπλα στη στρατιωτική κυβέρνηση του Πακιστάν, την ίδια ώρα που έκλεινε τα μάτια, όταν ο δικτάτορας Μουσάραφ ενίσχυε τον ασφυκτικό του έλεγχο στη χώρα. Σε ανταπόδοση, το Ισλαμαμπάντ εντόπιζε μαχητές της Αλ Κάιντα και κάθε λίγους μήνες παρουσίαζε θριαμβευτικά στις κάμερες συλληφθέντες «υψηλόβαθμους» ηγέτες της, την ίδια στιγμή που άφηνε την ηγεσία των Ταλιμπάν στο πακιστανικό έδαφος ανέγγιχτη.

Το πακιστανικό στρατιωτικό κατεστημένο ποτέ δεν εξάρθρωσε οριστικά την Αλ Κάιντα –αν το έκανε άλλωστε θα έκλεινε η κάνουλα της ξένης βοήθειας– αλλά την πίεσε σε τέτοιο βαθμό, που οι Άραβες μαχητές κήρυξαν πόλεμο στην κυβέρνηση του Πακιστάν. Το 2004, ο πακιστανικός στρατός εισέβαλε για πρώτη φορά στις Ομοσπονδιακά Διοικούμενες Φυλετικές Περιοχές (μια ημι-αυτόνομη περιοχή όπου κατοικούν οι φυλές Παστούν και όπου είχαν βρει καταφύγιο οι μαχητές της Αλ Κάυντα), προσπαθώντας να ξεριζώσει τους ξένους μαχητές.

Τα επόμενα χρόνια, διαρκείς επεμβάσεις του πακιστανικού στρατού, μαζί με έναν αυξανόμενο αριθμό αεροπορικών πυραυλικών επιθέσεων από τις ΗΠΑ (που αρκετές φορές σκότωσαν αμάχους) εξόργισαν τις ντόπιες φυλές. Μικρές φυλετικές ομάδες, που αυτοαποκαλούνταν «Ταλιμπάν», άρχισαν να εμφανίζονται. Ως το 2007, υπήρχαν τουλάχιστον 27 τέτοιες ομάδες στα σύνορα του Πακιστάν. Οι αντάρτες γρήγορα κατέκτησαν τον έλεγχο σε τέτοιες φυλετικές περιφέρειες, όπως το βόρειο και το νότιο Waziristan, και άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν τους Ταλιμπάν της δεκαετίας του ’90. Απαγόρευσαν τη μουσική, ξυλοκόπησαν τους ιδιοκτήτες μαγαζιών με αλκοόλ και απαγόρεψαν στα κορίτσια να πηγαίνουν σχολείο. Αν και παρέμειναν ανεξάρτητοι από τους Αφγανούς Ταλιμπάν, αυτοί τους υποστήριξαν ολόψυχα.

Ως το τέλος του 2007, οι διάφορες πακιστανικές ομάδες Ταλιμπάν ενώθηκαν σε ένα σχηματισμό, το Tehrik-i-Taliban, υπό την ηγεσία ενός αινιγματικού 30χρονου αντάρτη, του Baitullah Mehsud. Οι πακιστανικές αρχές κατηγορούν την ομάδα του Mehsud, που συνήθως αναφέρεται απλώς ως «οι Πακιστανοί Ταλιμπάν», για μια σειρά μεγάλων επιθέσεων, συμπεριλαμβανόμενης της δολοφονίας της Μπεναζίρ Μπούτο. Ο Mehsud και οι σύμμαχοί του έχουν ισχυρούς δεσμούς με την Αλ Κάιντα και συνεχίζουν να διεξάγουν έναν πόλεμο με «διακοπές» ενάντια στον πακιστανικό στρατό. Την ίδια ώρα, μέλη των Πακιστανών Ταλιμπάν πέρασαν τα σύνορα για να ενωθούν με τους Αφγανούς συμμάχους τους στον πόλεμο ενάντια στους Αμερικάνους.

Η Tehrik-i-Taliban αποδείχθηκε αιφνιδιαστικά δυνατή, τρέποντας συχνά σε φυγή μονάδες του πακιστανικού στρατού, του οποίου οι φαντάροι δίσταζαν να πολεμήσουν με συμπατριώτες τους. Αλλά με τη δημιουργία της Tehrik, εμφανίστηκαν και οι πρώτες ρωγμές. Δεν είχαν πειστεί όλοι οι διοικητές των Πακιστανών Ταλιμπάν για την αποτελεσματικότητα ενός διμέτωπου πολέμου. Μερίδα του κινήματος, που αυτοαποκαλείται «τοπικοί Ταλιμπάν», υιοθέτησε μια διαφορετική στρατηγική και αποφεύγει μάχες με τον πακιστανικό στρατό. Επιπρόσθετα, ένας σημαντικός αριθμός άλλων πακιστανικών ένοπλων οργανώσεων –πολλές από αυτές εκπαιδευμένες από την ISI για να μάχονται στο ινδικό Κασμίρ– τώρα δραστηριοποιούνται στα σύνορα του Πακιστάν. Δεν συγκρούονται με την πακιστανική κυβέρνηση και εστιάζουν τα πυρά τους στους Αμερικάνους μέσα στο Αφγανιστάν ή στους δρόμους ανεφοδιασμού των Αμερικάνων προς το Αφγανιστάν.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ένα μπλεγμένο κουβάρι από συμμαχίες και εκεχειρίες. Το Πακιστάν διεξάγει πόλεμο ενάντια στην Αλ Κάιντα και μερίδα των Πακιστανών Ταλιμπάν, ενώ αφήνει μια άλλη μερίδα τους, αλλά και άλλες ανεξάρτητες ένοπλες οργανώσεις ανενόχλητες να κάνουν τη δουλειά τους. Η «δουλειά» τους είναι να περνάνε τα σύνορα με το Αφγανιστάν, όπου οι Πακιστανοί Ταλιμπάν, η Αλ Κάιντα και ανεξάρτητοι μαχητές από τις φυλετικές περιοχές ενώνονται σε αυτό που οι δυτικές μυστικές υπηρεσίας αποκαλούν «συμμαχία του ουράνιου τόξου» ενάντια στους αμερικάνους στρατιώτες.

Ζώντας μέσα στον πόλεμο

Παρ’ όλους αυτούς τους διεθνείς δεσμούς, η αφγανική εξέγερση παραμένει υπόθεση των Αφγανών και του Αφγανιστάν. Οι ξένοι μαχητές –ειδικά η Αλ Κάιντα– έχουν ελάχιστη ιδεολογική επιρροή στο αντάρτικο και οι περισσότεροι Αφγανοί κρατάνε αποστάσεις από τους «εξωτερικούς». «Μερικές φορές, ομάδες ξένων, που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες, περνάνε δίπλα μας», θυμάται ο κάτοικος της Ghazni, Fazel Wali. «Δεν τους μιλάμε ποτέ και δεν μας μιλάνε και αυτοί».

Το όραμα της Αλ Κάιντα για μια παγκόσμια τζιχάντ δεν αντηχεί στα τραχιά βουνά και τις θυελλώδεις ερήμους του νότιου Αφγανιστάν. Αντί γι’ αυτό, η βασική έγνοια για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας είναι ιδιαίτερα τοπικού ενδιαφέροντος: η προσωπική ασφάλεια.

Μέσα σε έναν ατελείωτο πόλεμο, με μια κυβέρνηση-αρπακτικό, περιπλανώμενες συμμορίες παρανόμων και βροχή πυραύλων, η υποστήριξη πηγαίνει σε όποιον μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια. Τους τελευταίους μήνες, κάποιες από τις εορταστικές εκδηλώσεις στο Αφγανιστάν έγιναν και οι πιο επικίνδυνες: τα μεγάλα, εορταστικά γαμήλια πάρτι που τόσο αγαπούν οι Αφγανοί. Οι αμερικανικές δυνάμεις βομβάρδισαν ένα τέτοιο πάρτι τον Ιούλη, σκοτώνοντας 47. Το Νοέμβρη αεροπλάνα χτύπησαν άλλο ένα γαμήλιο πάρτι, σκοτώνοντας γύρω στους 40. Δύο βδομάδες μετά χτύπησαν ένα πάρτι αρραβώνων, σκοτώνοντας τρεις.

«Σκεφτόμαστε ότι δεν πρέπει να κυκλοφορούμε πολλοί μαζί, ούτε να κάνουμε δημόσιους γάμους», μου είπε ο Abdullah Wali. Ο Wali ζει σε μια περιφέρεια της επαρχίας Ghazni, όπου οι αντάρτες έχουν απαγορεύσει τη μουσική και το χορό σε τέτοια γαμήλια πάρτι. Είναι μια αυστηρή ζωή, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον Wali να θέλει τους Ταλιμπάν πίσω στην εξουσία. Όπως φαίνεται, είναι καλύτερο να έχεις «ήσυχους» γάμους απ’ το να μην έχεις καθόλου.