Τους μήνες που πέρασαν, ζήσαμε τις μεγάλες αραβικές εξεγέρσεις, την επιστροφή του αμερικάνικου εργατικού κινήματος στο Ουισκόνσιν, την κλιμάκωση της εργατικής αντίστασης και τα οργισμένα ξεσπάσματα της νεολαίας στην Ευρώπη, το κίνημα των «πλατειών» στην Ελλάδα και την Ισπανία. Όλες αυτές οι αντιστάσεις είναι κομμάτια ενός παγκόσμιου αγώνα ενάντια στην προσπάθεια των καπιταλιστών να φορτώσουν την κρίση στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Το ιστορικό μέγεθος αυτών των κινητοποιήσεων και η νέα μαχητικότητα που τις χαρακτήρισε, δείχνουν πως ζούμε ένα σημείο καμπής στην κλιμάκωση της αντίστασης. 

Το φθινόπωρο του 2008, η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού μόλις είχε ξεσπάσει. Ταυτόχρονα ξεσπούσε στην Ιταλία το φοιτητικό κίνημα που έμεινε γνωστό ως «Ανώμαλο Κύμα». Αν και είχε ως αφορμή την επίθεση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι στα δημόσια πανεπιστήμια, η συγκυρία της κρίσης και η παραδοσιακή «πολιτικοποίηση» του ιταλικού φοιτητικού κινήματος, το οδήγησε στο να κάνει λάβαρό του ένα σύνθημα πολύ πιο γενικευμένο από την υπεράσπιση της δημόσιας παιδείας: «Δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους».

Ήταν μια πρώτη, αντανακλαστική φωνή απέναντι σε αυτό που οι Ιταλοί φοιτητές έβλεπαν ενστικτωδώς τότε: Ότι οι κυρίαρχες τάξεις θα επιχειρούσαν να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και της νεολαίας. Αυτή η φωνή έγινε άμεσα πολεμική κραυγή της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη. Ακόμα και όταν δεν φωναζόταν με τον καθαρό και μαζικό τρόπο της Ιταλίας, ήταν «παρόν» στα επόμενα μεγάλα κινηματικά γεγονότα. Στην εξέγερση της νεολαίας στην Ελλάδα (με το σύνθημα «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες»…) και στις μεγάλες κινητοποιήσεις των Γάλλων μαθητών που εμπνεύστηκαν από τον ελληνικό Δεκέμβρη.

Αυτά τα κινήματα έγιναν σωστά αντιληπτά ως εικόνες από το μέλλον. Ο διεθνισμός τους (από το ιταλικό σύνθημα που έγινε πανευρωπαϊκό, ως το πέρασμα της σκυτάλης από την ελληνική νεολαία στη γαλλική) και η μαχητικότητά τους ήταν τα πρώτα δείγματα ενός κινήματος αντίστασης που γεννιόταν εν μέσω κρίσης. Τα πρώτα αυτά αυθόρμητα ξεσπάσματα δικαιώθηκαν από μία ακόμη άποψη: Πρόβαλλαν το επιχείρημα πως, αν δεν αντισταθούμε, οι νέοι και οι εργάτες θα κληθούμε από τις κυβερνήσεις να πληρώσουμε τα δισεκατομμύρια που κόστισε το «ξελάσπωμα» των τραπεζών και των επιχειρήσεων.

Αυτή η αυθόρμητη «πρόβλεψη» δικαιώθηκε τους μήνες που ακολούθησαν. Αλλά αποδείχθηκε πως τόσο η πλειοψηφία του κόσμου των από κάτω, όσο και το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχαν συνειδητοποιήσει τις προκλήσεις. Στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελλάδα τα συνδικάτα επιχείρησαν να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις με τις παραδοσιακές 24ωρες απεργίες, ενώ κλαδικοί αγώνες έγιναν και στη Βρετανία, την Ισπανία, την Πορτογαλία. Στις ΗΠΑ, η διάθεση για αλλαγή εκφράστηκε με την εκλογή του Ομπάμα στο Λευκό Οίκο. Ακόμα, υπήρχε μια συναίνεση για «κάποιες λογικές» θυσίες και η ελπίδα για μια επιστροφή στον κεϊνσιανισμό, είτε εκλογικά με τη νίκη Ομπάμα και με εντολή για ένα «νέο Νιου Ντιλ», είτε με την ελπίδα των συνδικαλιστικών ηγεσιών να ασκήσουν αποτελεσματικές πιέσεις με τις απεργιακές κινητοποιήσεις τους.

Οι αγώνες αυτού του διαστήματος ήταν πολύτιμοι, καθώς κράτησαν ζεστή την αντίσταση. Αλλά φάνηκε από την εμπειρία πως ήμασταν πια σε «άλλη φάση». Αυτή η συνειδητοποίηση γεννήθηκε στη βάση του εργατικού κινήματος, το οποίο –στην περίπτωση της Ελλάδας– μαζικοποίησε τις απεργίες και τις διαδηλώσεις στις 5 και 20 Μάη του 2010 και αποτύπωσε στα πανό και τα συνθήματά του τη διάθεση για γενίκευση και κλιμάκωση της αντίστασης. Ανάλογες διαθέσεις εκφράστηκαν στις γενικές απεργίες της Γαλλίας και στις μάχες του FIOM στην Ιταλία.

Οι χρονιές 2010, 2011 είναι σημείο καμπής. Η κρίση όχι μόνο δεν έχει περάσει, αλλά βαθαίνει, χτυπώντας τα PIGS, απειλώντας να τινάξει στον αέρα όλη την ευρωζώνη και αγγίζοντας άμεσα πλέον τις ίδιες τις ΗΠΑ. Μαζί με το βάθεμα της κρίσης, βαθαίνει και γενικεύεται η επίθεση των αρχουσών τάξεων διεθνώς. Από τις ΗΠΑ ως την Ελλάδα και από την Αγγλία ως την Ισπανία, οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν την ίδια προπαγάνδα –«καταναλώνατε περισσότερα από όσα παράγετε»– για να φορτώσουν την κρίση στις πλάτες μας. Πέρα από όλα τα σύνορα και σε όλες τις γλώσσες, οι κυβερνήσεις και οι καπιταλιστές στέλνουν το ίδιο μήνυμα προς τους εργαζόμενους όλου του κόσμου: Θα πρέπει να ζήσετε με πολύ λιγότερα, για πολύ καιρό.

Αλλά είναι σημείο καμπής για έναν ακόμη λόγο. Στα εργοστάσια της Γαλλίας, στις σχολές και τα σχολεία του Λονδίνου, στους δρόμους της Λισσαβόνας, στις πλατείες στο Κάιρο, τη Μαδρίτη και την Αθήνα, στο Καπιτώλιο του Ουισκόνσιν δόθηκε μια κοινή απάντηση από τους εργαζόμενους και τη νεολαία όλου του κόσμου: Όχι!

Ο καθένας από αυτούς τους αγώνες πέρασε από σημεία κορύφωσης και σημεία ύφεσης, από επιτυχίες και από υποχωρήσεις. Οι Γάλλοι εργάτες έδωσαν πρώτοι το σύνθημα το φθινόπωρο, όταν στην Ελλάδα επικρατούσε νηνεμία. Όταν το κίνημα στην Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή διεθνώς, στη Γαλλία επικρατούσε σιωπή. Καθώς το ισπανικό κίνημα, που έφερε τις «πλατείες» στην Ευρώπη, υποχωρούσε, η «ήσυχη» Βρετανία έζησε μια από τις μεγαλύτερες απεργίες στην ιστορία της. Εκατομμύρια Αιγύπτιοι ανέτρεψαν τον Μουμπάρακ το Φλεβάρη και αποχώρησαν από το προσκήνιο, ενώ η σκυτάλη περνούσε στο Ουισκόνσιν και την Ευρώπη. Καθώς οι αγώνες στη Δύση περνάνε την «κάμψη» του καλοκαιριού, οι Αιγύπτιοι ξαναπλημμυρίζουν την Ταχρίρ…

Αν δει κανείς αυτούς τους αγώνες αποσπασματικά σε κάθε χώρα, θα μείνει με την εικόνα στιγμιαίων ξεσπασμάτων. Αλλά αν τους δούμε όλους μαζί, ως «ρυάκια» ενός διεθνούς ποταμού αντίστασης στην κρίση, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε την εποχή μιας παγκόσμιας κλιμάκωσης των αγώνων, ζούμε τη γέννηση ενός νέου διεθνούς κινήματος αντίστασης.

Τα γεγονότα, που ζήσαμε όλους αυτούς τους μήνες, είναι ιστορικά. Στην περιγραφή της μαζικότητας των αγώνων που ξέσπασαν, αμέτρητες φορές χρησιμοποιήθηκε ο όρος «για πρώτη φορά από…». 

Η Πορτογαλία έζησε τη μεγαλύτερη γενική απεργία και τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις από την επανάσταση των Γαρυφάλλων το 1974. Το Νοέμβρη του 2010 στο Λονδίνο, οι μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις (που μία από αυτές κατέλαβε τα γραφεία του κυβερνητικού κόμματος των Τόρηδων) χαρακτηρίστηκαν δίκαια από τα βρετανικά ΜΜΕ σαν η μαζικότερη και μαχητικότερη κινητοποίηση της νεολαίας από το 1968. Το Φλεβάρη-Μάρτη του 2011, οι διαδηλώσεις και η κατάληψη του Καπιτωλίου στο Ουισκόνσιν ήταν μια από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία και μια δράση με επίκεντρο τα συνδικάτα που θύμισε έντονα τη δεκαετία του ’30.

Η διαδήλωση στις 26 Μάρτη στη Βρετανία ήταν η μεγαλύτερη εργατική διαδήλωση από το 1968, ενώ η επιτυχία της συντονισμένης απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων στις 30 Ιούνη μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ιστορική γενική απεργία του 1926. Στην Ισπανία οι διαδηλώσεις των Indignados ξαναζωντάνεψαν στη χώρα ένα κλίμα γενικευμένης αμφισβήτησης, που είχε να φανεί από τον ξεσηκωμό ενάντια στον Φράνκο στα τέλη της δεκαετίας του  1960.

Η Ελλάδα με τη γενική απεργία στις 5 Μάη και τις μεγάλες διαδηλώσεις του Συντάγματος έζησε τις μαζικότερες λαϊκές κινητοποιήσεις από τη μεταπολίτευση, ενώ η 28-29 Ιούνη καταγράφηκε σαν η πρώτη 48ωρη γενική απεργία μετά 20 χρόνια. Το απεργιακό φθινόπωρο της Γαλλίας, με τις διαδοχικές γενικές απεργίες, τις διαδηλώσεις της νεολαίας και τις κλαδικές απεργίες διαρκείας ενδιάμεσα, έφεραν στην Ευρώπη μυρωδιά «Μάη 1968». Όλα αυτά, στο φόντο των αραβικών εξεγέρσεων που σημάδεψαν το 2011 και επανέφεραν τη λέξη «επανάσταση» στα χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτοί οι αγώνες συνηγορούν στο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική ανάκαμψη της αντίστασης, καθώς στη μία χώρα με την άλλη ισοφαρίζονται ή σπάνε τα «ρεκόρ» του παγκόσμιου «Μάη του 1968» και άλλων ιστορικών στιγμών, όπως το απεργιακό κίνημα στη Βρετανία και τις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30.

Αυτοί οι ιστορικής σημασίας αγώνες δεν κατάφεραν να ανακόψουν την επίθεση των από πάνω. Είναι ένα στοιχείο που με την πρώτη ματιά δείχνει αποθαρρυντικό. Με κορυφαία παραδείγματα την Ελλάδα του καλοκαιριού του 2011 και την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου και τη Γαλλία του φθινοπώρου του 2010 και την ψήφιση της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, είναι εύκολο κάποιοι αγωνιστές να σκεφτούν πως «δοκιμάσαμε τα πάντα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα».

Αυτές οι μάχες δείχνουν πόσο αποφασισμένη είναι η καπιταλιστική τάξη να περάσει το πρόγραμμά της. Το «θα ανοίξουμε όλα τα μέτωπα κι ας μας ρίξουν», που είπε ο ΓΑΠ στο υπουργικό του συμβούλιο, συμπυκνώνει τις προκλήσεις και τα καθήκοντα διεθνώς.
Έχουμε απέναντί μας το διεθνές κεφάλαιο: στην Ευρώπη με τη συνεργασία μη-εκλεγμένων ευρωγραφειοκρατών και κυβερνήσεων, στις ΗΠΑ με τη διακομματική συναίνεση Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων, πάντα υπό τη σκιά των «οίκων» και της «αγοράς». Έχουμε απέναντί μας κυβερνήσεις –είτε δεξιές είτε σοσιαλδημοκρατικές– αποφασισμένες να πέσουν μαχόμενες υπέρ του κεφαλαίου. Αυτή η νέα κατάσταση απαιτεί νέα καθήκοντα για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά.

Το ευχάριστο είναι πως το κίνημα «ωριμάζει» διαρκώς προς αυτή τη συνειδητοποίηση και κλιμακώνει τη δράση του σε αυτή την κατεύθυνση. Από τις «εθιμοτυπικές» αντιστάσεις των πρώτων χρόνων της κρίσης, περάσαμε, κάτω από τις πιέσεις της εργατικής βάσης και του μεγέθους της επίθεσης, σε ποιοτικά ανώτερες μορφές δράσης.

Αυτός ο γύρος αφήνει πίσω του πολύτιμες παρακαταθήκες. Μία είναι ο νέος διεθνισμός: Οι «αγανακτισμένοι» εμπνεύστηκαν από τις κατασκηνώσεις στις πλατείες της Ισπανίας, που οργάνωσαν οι νεαροί Indignados. Οι ίδιες οι ισπανικές πλατείες εμπνεύστηκαν από το μοντέλο της κατάληψης της Ταχρίρ στο Κάιρο. Ο εργατικός ξεσηκωμός στη Βρετανία έχει την πρόθεση να διαψεύσει τις «ρεαλιστικές» φωνές που λέγανε «δεν είμαστε Γάλλοι ή Έλληνες».

Μία άλλη παρακαταθήκη είναι η ανάγκη συντονισμένης, ενωτικής απάντησης. Η απεργία στο δημόσιο στη Βρετανία, όσο συνηθισμένη κι αν φαίνεται στην Ελλάδα, είναι πρωτάκουστο πράγμα σε ένα κατεξοχήν «συντεχνιακό» τα τελευταία χρόνια εργατικό κίνημα που μέχρι πρότινος μετρούσε τις πληγές του από την εποχή Θάτσερ. Ανάλογο μήνυμα έστειλε η κοινή δράση των αμερικανικών συνδικάτων στο Ουισκόνσιν (με αποκορύφωμα τη δράση των πυροσβεστών, που δεν θίγονταν από τα μέτρα του κυβερνήτη Γουόκερ, αλλά πρωτοστάστησαν στις κινητοποιήσεις). Στη Γαλλία, πέρα από τις γενικές απεργίες, η συνύπαρξη νοσοκόμων, δασκάλων, φοιτητών, εργατών, στις απεργιακές φρουρές στα διυλιστήρια και ο συντονισμός των συνελεύσεων διαφορετικών κλάδων έδειξε την ίδια κατεύθυνση. Στην Πορτογαλία, για πρώτη φορά στην ιστορία οι δύο συνομοσπονδίες (σοσιαλδημοκρατική και κομουνιστική) απέργησαν από κοινού.

Ένα άλλο ζήτημα που ανέδειξαν αυτοί οι αγώνες ήταν η εισβολή στο προσκήνιο της «γενιάς της κρίσης», των άνεργων πτυχιούχων, των ασυνδικάλιστων, των επισφαλώς εργαζόμενων. Ένα εύφλεκτο υλικό (με διαφορετικούς όρους ένα δυναμικό ανάλογο με αυτό που πρωτοστάτησε το Μάη του ’68) που μέχρι πρότινος κινούνταν στις παρυφές των απεργιών ή των φοιτητικών κινητοποιήσεων, βγήκε μπροστα με τις «πλατείες»: Πρώτα στον αραβικό κόσμο, αλλά στη συνέχεια στην Ισπανία της ανεργίας-ρεκόρ και των πιο ελαστικών σχέσεων εργασίας διεθνώς και στην Ελλάδα όπου διαμορφώνονται ανάλογες συνθήκες.
Και στο δικό τους αίτημα για «δημοκρατία», προστίθεται σταδιακά το ίδιο αίτημα στη βάση των συνδικάτων. Η επιρροή των ισπανικών πλατειών στα εργοστάσια της Βαρκελώνης, η εργατική εξέγερση στην Αίγυπτο, όπου τα συνδικάτα ήταν καθεστωτικά, οι προσπάθειες συνδικαλισμού σε «αδύναμους» χώρους στην Ελλάδα και οι «από τα κάτω» διαδικασίες, όπως οι συνελεύσεις στην απεργία στα ΜΜΜ, είναι δείγματα αυτής της δυναμικής.

Στο γαλλικό φθινόπωρο αυτή η διαθεσιμότητα εκφράστηκε με τον πιο δυναμικό τρόπο: Οι συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και οι απεργιακές φρουρές έδωσαν στη βάση των σωματείων λόγο και ρόλο και αυτή η εργατική αυτενέργεια ήταν η ατμομηχανή που κράτησε το κίνημα ζωντανό. Στην Ελλάδα, η προκήρυξη 48ωρης απεργίας, πέρα από τις αδυναμίες που φάνηκαν στην υλοποίησή της, ήταν ένα τεράστιο ποιοτικά βήμα μπροστά για το πώς αντιλαμβάνεται το εργατικό κίνημα τη μάχη.

Αυτά τα νέα χαρακτηριστικά πρέπει και μπορούν να οξυνθούν στις μάχες που έρχονται. Παρά την αδιαλλαξία των κυβερνήσεων, μία φορά το ελληνικό και μία το γαλλικό κίνημα «άγγιξαν» το στόχο της ανατροπής μιας κυβέρνησης. Αυτή η εμπειρία δεν πρέπει να γίνει απογοήτευση (καθώς τελικά δεν κατάφεραν το στόχο τους) αλλά να τροφοδοτήσει με αυτοπεποίθηση τους νέους αγώνες.

Η κοινή δράση όλων, η κλιμάκωση των μορφών πάλης, η δημοκρατία και η αυτενέργεια στη βάση του εργατικού κινήματος, η εμπλοκή στον αγώνα των «παραγκωνισμένων» τμημάτων της εργατικής τάξης είναι κρατούμενα για τον επόμενο γύρο. Όμως για τους καπιταλιστές το στοίχημα είναι μεγάλο, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Ως τέτοιο πρέπει να το αντιμωπίσει και η δικιά μας τάξη. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες οι «γραμμές» χαράσσονται τόσο καθαρά.

Γι’ αυτό το λόγο είναι αναγκαίο η επαναστατική Αριστερά να οργανώσει και να εμπνεύσει το «από εδώ» στρατόπεδο με την ίδια αποφασιστικότητα που δείχνουν οι αντίπαλοι. Στους καθημερινούς αγώνες ενάντια στα μέτρα λιτότητας, χρειάζεται να αναζωογονηθούν τα συνδικάτα ως οργανώσεις μάχης και γι’ αυτό χρειάζονται δίκτυα οργανωμένων αγωνιστών, που θα δουλεύουν στη βάση. Αλλά και στη «μεγάλη εικόνα», καθώς οι κυρίαρχες πολιτικές προσφέρουν επιλογές μόνο για το τι είδους περικοπές θα δεχτεί ο κόσμος της δουλειάς και καθώς το σύστημα βυθίζεται στην κρίση, χρειάζεται μια εναλλακτική λύση.

Πρώτα απέναντι στους σημερινούς εκβιασμούς του χρέους και της πειθαρχίας στο ευρώ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα ανέφικτες θεωρίες «αυτοδύναμης ανάπτυξης» του ελληνικού καπιταλισμού που θα ωφελήσουν τάχα και τους εργάτες. Και σε δεύτερο επίπεδο, απέναντι στα σημερινά αδιέξοδα του συστήματος, χρειάζεται μια Αριστερά που θα προβάλει την εναλλακτική μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, βασισμένης στην εργατική δημοκρατία και στην ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων. Αυτό το όραμα μπορεί να βρει όλο και μεγαλύτερα ακροατήρια μέσα σε όσους συμμετέχουν σε αυτή τη νέα αντίσταση.

Μια τέτοια Αριστερα, ικανή να αντιμετωπίσει ξεκάθαρα τις μεγάλες προκλήσεις του αύριο, έχουμε να χτίσουμε στους αγώνες του σήμερα.