Σήμερα ζούμε σε μια περίοδο κατά την οποία η επίθεση της άρχουσας τάξης στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων κλιμακώνεται. Και στην Αριστερά έχει ανοίξει μια συζήτηση για το πώς μπορεί αυτή η επίθεση να απαντηθεί.                   

Ξεκινώντας από μια ανάλυση για οικονομική κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς καπιταλιστές, αναδεικνύεται η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου που, όπως κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οργάνωσε τον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές, έτσι και σήμερα θα οργανώσει την αντίσταση στη νέα μορφή κατοχής της χώρας. Σε αυτό το νέο ΕΑΜ χωράνε όσοι θέλουν να παλέψουν ενάντια στο μνημόνιο, για να σωθεί η χώρα από την οικονομική καταστροφή.       

 

Οι παραπάνω απόψεις, που είναι δημοφιλείς στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και σε συνιστώσες του, πρέπει να απαντήσουν σε δύο ερωτήματα. Πρώτο, αν αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε υπό κατοχή από το γερμανικό ή κάποιον άλλο καπιταλισμό και δεύτερο, αν το ΕΑΜ είναι το κατάλληλο εργαλείο για να οργανωθεί η άμυνα των λαϊκών στρωμάτων.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, η γνώμη μας είναι ότι ο βασικός ένοχος για τις πολιτικές που εφαρμόζονται δεν είναι κάποιο ξένο κράτος, αλλά η συνεργασία του ντόπιου και του ξένου κεφαλαίου. Σε σχέση όμως με το δεύτερο ερώτημα την απάντηση θα προσπαθήσει να δώσει το συγκεκριμένο άρθρο.

Η κατοχή

Τέλη Μαΐου του 1941 ολόκληρη η Ελλάδα είχε κατακτηθεί από τις δυ-νάμεις του άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας το έλεγχε ο ιτα-λικός στρατός. Οι Γερμανοί περιορίστηκαν να ελέγχουν τον Πειραιά, την Κρήτη –ο νομός Λασιθίου πέρασε στον έλεγχο των Ιταλών– τα νησιά Λήμνο, Λέσβο και Χίο, τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία ως τα σύνορα και μια λωρίδα βάθους λίγων χιλιομέτρων κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία στο νομό Έβρου. Την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη έλεγχαν οι Βούλγαροι.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου καθεστώτος ήταν η εκμετάλλευση και η τρομοκρατία. Οι πόροι της χώρας τέθηκαν στη διάθεση των κατακτητών και η οικονομία κατέρρευσε. Το χειμώνα 1941-1942 πέθαναν από την πείνα σχεδόν 100.000 άνθρωποι σαν αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των συγκοινωνιών, του εμπάργκο στα τρόφιμα που υλοποίησαν οι σύμμαχοι και της άρνησης των αγροτών να παραδώσουν τις σοδειές τους με αντάλλαγμα την πληθωριστική δραχμή.[1]

Όμως η κατάσταση δεν ήταν ίδια για όλους και ο θάνατος δεν χτυπούσε με τον ίδιο τρόπο την κάθε τάξη. Στο Κολωνάκι, στις συνοικίες της καλής κοινωνίας του κέντρου, τα πράγματα δεν ήταν τόσο δραματικά. Όποιος είχε κάτι να δώσει, μπορούσε να βρει ό,τι επιθυμούσε, ακόμα και είδη πολυτελείας. Στη μεγάλη αλάνα του Πολυγώνου, όπου η μαύρη αγορά λειτουργούσε χωρίς πρόβλημα, κλείνονταν όχι μόνο συμφωνίες για επιβίωση, αλλά και για καλοπέραση. Οι φτωχοί και οι απόκληροι πλήρωσαν δυσανάλογα μεγάλο τίμημα, λόγω της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί. Το ταξικό μίσος, που προκάλεσε στα λαϊκά στρώματα αυτή η προκλητική ανισότητα στο θάνατο, έστρωσε το δρόμο για το χαρακτήρα της μάχης που ακολούθησε.

Όσο για την μεγαλοαστική τάξη… Αυτή συνέχισε να κάνει δουλειές όπως συνήθως. Η καπνοβιομηχανία και η κλωστοϋφαντουργία συνέχισαν να παράγουν για το γερμανικό στρατό, ενώ τη διεύθυνση του ομίλου Μποδοσάκη –ενός από τους μεγιστάνες της εποχής– την ανέλαβε Γερμανός αξιωματικός, πρώην σύμβουλος και συνεταίρος του, που κατέβαλλε κανονικά τα δικαιώματα του Μποδοσάκη στο δεσμευμένο του λογαριασμό στη Γερμανία. Οι υπόλοιποι μεγαλοβιομήχανοι παρήγαγαν για τη μαύρη αγορά, όπου ήταν ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσουν κέρδη. Παρ’ όλα αυτά τα περισσότερα εργοστάσια υπολειτουργούσαν ή έκλειναν και οι μισθοί είχαν πέσει στο 1/6 των προπολεμικών.

Δεν ήταν όμως μόνο η πείνα και το κρύο που προκάλεσαν το μίσος απέναντι στους κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Μετά τη μάχη της Κρήτης, εκατοντάδες άμαχοι δολοφονήθηκαν σε αντίποινα της συμμετοχής του πληθυσμού του νησιού στη μάχη ενάντια στην κατάκτησή της. Στην Κεντρική Μακεδονία, με αφορμή τη δράση δύο πρόωρα δημιουργημένων αντάρτικων ομάδων, οι κατοχικές δυνάμεις προχώρησαν σε μαζικά αντίποινα και σε καταστροφή χωριών, ενώ στη Δράμα η εξέγερση, που οργάνωσε η Περιφερειακή Επιτροπή του ΚΚΕ, αντιμετωπίστηκε με πάνω από 1.500 εκτελέσεις από τις βουλγάρικες δυνάμεις κατοχής.
 

Το ΕΕΑΜ και η εργατική αντίσταση

Η αντίσταση στην κατοχή ξεκίνησε από τις πόλεις. Το εργατικό κίνημα καθόρισε και το χαρακτήρα της αντίστασης. Στις 16 Ιουλίου του 1941 ιδρύθηκε το Εθνικό Εργατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο με πρωτοβουλία του ΚΚΕ. Αναπτύχθηκε παράλληλα με το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα που το έλεγχε το κράτος από τη μεταξική περίοδο μέχρι τον Οκτώβρη του 1944, τότε που η Κ.Ε. του ΕΕΑΜ αποφάσισε να μετονομαστεί σε ΓΣΕΕ, αντικαθιστώντας τους δοσίλογους «συνδικαλιστές».

Η ανάπτυξη του ΕΕΑΜ ήταν παράλληλη με τη γιγάντωση του εργατικού κινήματος στις πόλεις. Από το 1941 και μετά ήταν ο οργανωτής εκατοντάδων μικρών και μεγάλων αγώνων, όπως απεργίες και διαδηλώσεις έως σαμποτάρισμα της παραγωγής, συγκέντρωση πληροφοριών, φυγάδευση ανταρτών και ένοπλη αντίσταση στους κατακτητές. Έπαιξε επίσης κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη των συνεταιριστικών οργανώσεων και στη συλλογική αντιμετώπιση των συνεπειών της κατοχής.

Στην Ελλάδα η ύπαιθρος ακολουθεί τις πόλεις. Έτσι έγινε και με την αντίσταση. Το κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο της αντίστασης προήλθε από τους μεγάλους αγώνες των εργαζομένων στις πόλεις. Αυτοί δεν είχαν να κάνουν μόνο με οικονομικά αιτήματα, αλλά έβαζαν το ζήτημα της συνολικής αλλαγής της κοινωνίας.
Το εργατικό κίνημα έδωσε στις 14 Απρίλη του 1942 την πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, μετά από οκτώ ημέρες απεργίας, πέτυχαν μια πρώτη νίκη ενάντια στη διαρκή εξαθλίωσή τους. Το Σεπτέμβρη και το Δεκέμβρη του 1942 διαδοχικές απεργιακές κινητοποιήσεις αγκάλιασαν διάφορους κλάδους και συμμετείχαν σ’ αυτές δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι.

Η κορυφαία όμως μάχη δόθηκε το Φλεβάρη και Μάρτη του 1943, όταν οι γερμανικές αρχές προσπάθησαν να καλύψουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού στη Γερμανία, αλλά και στα εργοστάσια της Βέρμαχτ στην Ελλάδα μέσα από την πολιτική επιστράτευση. Οι μαζικές απεργίες, που ακολούθησαν, κατέληξαν σε κατάληψη του υπουργείου Εργασίας στις 5 Μάρτη και κάψιμο των καταλόγων της επιστράτευσης.

Μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις θα ακολουθήσουν όλο το επόμενο διάστημα και η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου, που είχε αντικαταστήσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου, ανατράπηκε λόγω της αδυναμίας της να ελέγξει τις κινητοποιήσεις. Την ακολούθησε η κυβέρνηση Ράλλη που ετοιμαζόταν για τον εμφύλιο πόλεμο. Η ίδρυση των ταγμάτων ασφαλείας ήταν πρωτοβουλία της.

Όλες οι ενέργειες καθυπόταξης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων από τις κυβερνήσεις των δοσίλογων γίνονται με τη συναίνεση του βασιλιά και της κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή. Έτσι αποδεικνύεται ότι ο αστικός κόσμος και στις δύο εκδοχές του, των δοσίλογων και των εξόριστων, βάζει πάνω απ’ όλα τη διαιώνιση της κυριαρχίας του πάνω στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

Η κυβέρνηση Ράλλη οργάνωσε ένα κύμα τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς. Η απαγόρευση των αυξήσεων, η απελευθέρωση των απολύσεων, ο περιορισμός του δικαιώματος στο επίδομα ανεργίας, μαζί με τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις φέρνουν μια προσωρινή κάμψη του κινήματος στην Αθήνα και τον Πειραιά. Οι απεργίες κλιμακώνονται ξανά τον Απρίλη του 1944, και η Αθήνα και ο Πειραιάς γίνονται θέατρο ένοπλων συγκρούσεων. Τα μπλόκα και οι μαζικές εκτελέσεις από τα Τάγματα Ασφαλείας, τις ακροδεξιές συμμορίες και την αστυνομία γίνονται καθημερινότητα.

Επίκεντρο των μπλόκων είναι οι εργατογειτονιές. Περιοχές γύρω από το κέντρο της πόλης αποκλείονται και ακολουθούν συλλήψεις και εκτελέσεις που πολλές φορές συναντούν ένοπλη αντίσταση. Τα μπλόκα της Καλογρέζας και της Κοκκινιάς είναι χαρακτηριστικά δείγματα της θηριωδίας των ναζί και των συνεργατών τους. Ο εμφύλιος πόλεμος πλησιάζει…
 

Το ΕΑΜ

Λίγο μετά την ίδρυση του ΕΕΑΜ ακολούθησε η ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Το ΕΑΜ ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 και στην ίδρυσή του συμμετείχαν το ΚΚΕ, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας. Το επόμενο διάστημα θα προσχωρήσει και η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας- Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΛΔ-ΣΚ). Λίγο αργότερα, το Φεβρουάριο του 1942, δημιουργείται και ο Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός. Φυσικά οργανώσεις του ΕΑΜ ήταν το ΕΕΑΜ, η Εθνική Αλληλεγγύη και η ΕΠΟΝ.

Το ΕΑΜ και οι οργανώσεις του αγκαλιάστηκαν από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Στην ΕΠΟΝ, την παράνομη οργάνωση νεολαίας, συμμετείχαν 600.000 νέοι, ενώ πάνω από 1,5 εκατομμύριο μέλη είχε η Εθνική Αλληλεγγύη που οργάνωνε την επιβίωση του κόσμου στις απίστευτα δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν.

Σημαντικότατο ρόλο στη δράση του ΕΑΜ είχε ο ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ, η πιο μαζική από τις αντάρτικες οργανώσεις, έφτασε τις 50.000 άντρες στο απόγειο της δύναμής του, με άλλους 50.000 εφεδρικούς. Με ηγέτη του τον αρχικαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη, ξεκίνησε απελευθερώνοντας τα βουνά από τους ληστές, επίταξε τα σιτηρά, που είχε συγκεντρώσει η κυβέρνηση των δοσίλογων, και επέστρεψε τμήμα τους στους αγρότες, ενώ ταυτόχρονα έδιωξε τους χωροφύλακες από τις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του. Έτσι μια ολόκληρη περιοχή της ηπειρωτικής Ελλάδας ελευθερώθηκε από τους Ιταλούς κατακτητές.

Άλλες αντάρτικες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ του στρατηγού Ζέρβα και η ΕΚΚΑ του συνταγματάρχη Ψαρρού ή ακόμα μικρότερες καθαρά εθνικιστικές, δεν μπόρεσαν ποτέ να πλησιάσουν τη δύναμη του ΕΛΑΣ. Ο λόγος ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο των διακηρύξεων και της δράσης του ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ μετατράπηκε σε ισχυρή στρατιωτική δύναμη, όταν έπεσε στα χέρια του τμήμα του πολεμικού υλικού των Ιταλών, μετά την παράδοση της Ιταλίας και τον αφοπλισμό των δυνάμεών της.

Ωστόσο, πέρα από το γεγονός ότι η αντίσταση που προέβαλλε ο ΕΛΑΣ επηρέασε την έκβαση του πολέμου, το κυριότερο ήταν ότι δημιουργήθηκε μια αντάρτικη δύναμη που ήταν ασύγκριτα ισχυρότερη από ό,τι μπορούσε να αντιπαραβάλλει η αστική τάξη μετά την απελευθέρωση. Η καταστροφή αυτού του στρατού ήταν απαράβατος όρος για τη συνέχιση της κυριαρχίας της. Αυτό ήταν και το βασικό άγχος των Βρετανών, που ήθελαν να εξασφαλίσουν την ομαλή συνέχεια του αστικού καθεστώτος.

Το ΕΑΜ ήταν η κυρίαρχη δύναμη στην Ελλάδα, όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί. Και η βασική δύναμη πίσω από το ΕΑΜ ήταν το ΚΚΕ. Η λογική όμως του ΚΚΕ ήταν εκείνη της ταξικής συνεργασίας. Θεωρούσε ότι η ταξική πάλη περνούσε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη λογική της εθνικής απελευθέρωσης. Παρά τη συντριπτική υπεροχή του δεν επιδίωξε ποτέ να πάρει την εξουσία. Ήταν σταθερά προσανατολισμένο στη συγκυβέρνηση με την αστική τάξη. Η Β’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, το Δεκέμβρη του ’42, υπογράμμισε ως εξής το στόχο του:

«Η συγκρότηση προσωρινής κυβέρνησης από τα κόμματα και οργανώσεις που αγωνίζονται σύμφωνα με τους σκοπούς του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου αμέσως μετά το διώξιμο του ξένου καταχτητή, η οποία θα αποκαταστήσει τις λαϊκές ελευθερίες, θα ενεργήσει ελεύθερο δημοψήφισμα για τη λύση του πολιτειακού ζητήματος και εκλογές συντακτικής εθνοσυνέλευσης με το αναλογικό εκλογικό σύστημα, αποτελεί τον πιο σωστό τρόπο λύσης του εσωτερικού ζητή-ματος και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και του ελληνικού λαού. [...] Η πραγματοποίηση του άμεσου πολιτικού σκοπού του κόμματός μας –εθνική απελευθέρωση και λαοκρατική λύση του εσωτερικού καθεστώτος– αποτελεί στη συγκεκριμένη στιγμή τη μοναδική επαναστατική θέση».[2]

Βέβαια η «λαοκρατική λύση» δεν σήμαινε σοσιαλισμό. Αυτός αφηνόταν κάπου σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Στην 44η Συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) (η κυβέρνηση του βουνού, όπως είναι γνωστή), στις 27 Ιουλίου 1944, σε συζήτηση σχετική με τις διαπραγματεύσεις στο Λίβανο και το ενδεχόμενο συμμετοχής της ΠΕΕΑ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, ο α΄ γραμματέας του ΚΚΕ, Γ. Σιάντος, διευκρίνιζε:

«...Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε σοσιαλισμό κι αν ακόμα όλος ο κόσμος μας πει πάρτε την και κάνετε σοσιαλισμό [...]. Η ωρίμανση των συνθηκών οδηγεί σε αστικοδημοκρατικές λύσεις, αλλαγές της κατάστασης [...]. Αφού λυθούν όλα αυτά τα αστικοδημοκρατικά προ-βλήματα, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να πάμε προς το σοσιαλισμό, ομαλά, μέσα στη δημοκρατική εξέλιξη».[3]

Όμως η αστική τάξη και οι Βρετανοί δεν ενδιαφέρονταν για συγκυβέρνηση με το ΕΑΜ. H μεταπολεμική καπιταλιστική ανασυγκρότηση δεν μπορούσε να γίνει με μια εργατική τάξη που είχε δώσει μια τόσο σκληρή μάχη, ήταν ένοπλη και νικηφόρα απέναντι στην πιο σκληρή καταστολή. Οι οργανώσεις της αντίστασης έπρεπε να τσακιστούν και να αφοπλιστούν.

Αυτό το έργο δεν θα μπορούσε να το φέρει σε πέρας μόνο του το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης, το οποίο ήταν απόλυτα απαξιωμένο, αφού είτε είχε συνεργαστεί με τους Γερμανούς, είτε είχε διαφύγει στην Αίγυπτο με το βασιλιά, ώστε να κάνει αντίσταση από μακριά, υπό την προστασία των Βρετανών.

Η αστική τάξη χρειαζόταν τη στήριξη των Βρετανών. Μαζί είχαν τσακίσει την εξέγερση των ναυτών και των στρατιωτών στη Μέση Ανατολή, οι οποίοι δεν ήθελαν να πολεμούν υπό τις διαταγές φασιστών και βασιλικών αξιωματικών και προσπαθούσαν μέσα από ένα δίκτυο επιτροπών να επιβάλλουν τη δημιουργία κυβέρνησης που να στηρίζεται στην ΠΕΕΑ.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι στρατιωτικές μονάδες που θα στήριζαν την επιστροφή του βασιλιά και την παλινόρθωση της εξουσίας της αστικής τάξης στην Ελλάδα, έπρεπε να διαλυθούν τα στρατεύματα της Μ. Ανατολής, όπως και έγινε. Από τα στρατεύματα αυτά δημιουργήθηκε η Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία η οποία λίγο αργότερα θα πολεμούσε κατά του ΕΑΜ στη μάχη της Αθήνας.
 

Η απελευθέρωση και η ήττα του ΕΑΜ

Στις 12 Οκτώβρη του ’44 οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα. Στις 18 Οκτώβρη έφτασε στην Αθήνα η κυβέρνηση εθνικής ενότητας με  πρωθυπουργό το Γεώργιο Παπανδρέου και τη συμμετοχή 5 υπουργών του ΕΑΜ. Η Αθήνα υποδέχτηκε τον Παπανδρέου με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση. Στις 6 ημέρες που είχαν μεσολαβήσει, το ΕΑΜ, παρότι μπορούσε, δεν πήρε την εξουσία. Αυτό το εξασφάλισαν οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας που είχε υπογράψει νωρίτερα.

Με τη συμφωνία του Λιβάνου όχι μόνο η δράση του ΕΛΑΣ καταδικαζόταν ως τρομοκρατική και αποκηρυσσόταν η εξέγερση στη Μ. Ανατολή, αλλά το ΕΑΜ θα συμμετείχε στην υπάρχουσα κυβέρνηση της Μ. Ανατολής και έβαζε τον ΕΛΑΣ κάτω από την εξουσία μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Με τη συμφωνία της Καζέρτας, το ΕΑΜ αποδεχόταν την αποστολή βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, τον άγγλο στρατηγό Σκόμπι ως διοικητή όλων των αντιστασιακών δυνάμεων στην Ελλάδα και την παραμονή των δυνάμεων του ΕΑΜ εκτός Αττικής.

Η νέα κυβέρνηση δεν συμμεριζόταν τις απόψεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ για εθνική συμφιλίωση. Ο βασικός της στόχος ήταν η καταστροφή του ΕΛΑΣ και η ανεμπόδιστη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας. Ακόμα πιο ξεκάθαροι ήταν οι Βρετανοί. Ο Τσόρτσιλ, σε γράμμα του προς τον Ίντεν, τον υπουργό Πολέμου της Βρετανίας, έγραφε λίγο μετά την άφιξη του Παπανδρέου στην Αθήνα:

«Κατά τη γνώμη μου, έχοντας πληρώσει ένα τέτοιο τίμημα προς τη Ρωσία για να έχουμε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε τα βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε τη βασιλική κυβέρνηση της Ελλάδας υπό τον κύριο Παπανδρέου. Αυτό σημαίνει ότι τα βρετανικά στρατεύματα θα πρέπει οπωσδήποτε να παρέμβουν για να αποτρέψουν πράξεις απείθειας προς το νόμο. Σίγουρα , ο Παπανδρέου μπορεί να κλείσει τις εφημερίδες του ΕΑΜ, αν αυτές καλούν σε απεργία.[…] Προβλέπω σίγουρα ένοπλη σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να οπισθοχωρήσουμε σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, υπό τον όρο να έχουμε επιλέξει πολύ καλά το έδαφος».

Από κει και πέρα η σύγκρουση ήταν ζήτημα χρόνου. Η κυβέρνηση Παπανδρέου και οι Βρετανοί ζήτησαν τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, χωρίς να αφοπλιστούν οι δυνάμεις που ήταν πιστές στο καθεστώς (ΕΔΕΣ, Ορεινή Ταξιαρχία). Όταν δεν μπόρεσε να επιτευχθεί συμφωνία για τον αφοπλισμό, ο Σκόμπι διέταξε τον ΕΛΑΣ να αφοπλιστεί. Οι υπουργοί του ΕΑΜ αποσύρθηκαν από την κυβέρνηση και κηρύχτηκε γενική απεργία και διαδήλωση για τις 4 Δεκέμβρη. Η διαδήλωση απαγορεύτηκε και την Κυριακή 3 Δεκέμβρη μια μαζική άοπλη διαδήλωση χτυπήθηκε από την αστυνομία, σκορπώντας 15 νεκρούς. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε. Τα Δεκεμβριανά είχαν ξεκινήσει.

Τις πρώτες μέρες ο ΕΛΑΣ σάρωσε κάθε αντίσταση, κατέλαβε τα αστυ-νομικά τμήματα και περιόρισε τους αντιπάλους σε ελάχιστους θύλακες στην πόλη. Οι δυνάμεις των Βρετανών ήταν ακόμα περιορισμένες. Θα μπορούσε αυτές τις πρώτες μέρες να πάρει άνετα την εξουσία. Όμως το ΕΑΜ ακόμα και αυτή την ώρα προσπαθούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με του Βρετανούς και έκανε συνεχώς εκκλήσεις για παύση των εχθροπραξιών και επίτευξη συμφωνίας. Έστειλε μάλιστα τις κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη να κυνηγήσουν το Ζέρβα στην Ήπειρο.

Ο Τσόρτσιλ όμως έγραφε στον Σκόμπι να μη διστάσει να συμπερι-φερθεί όπως σε μια κατακτημένη πόλη όπου έχει ξεσπάσει εξέγερση και του επισήμαινε ότι ο βασικός στόχος ήταν η συντριβή του ΕΑΜ.[4] Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, που σήκωσε το βάρος της σύγκρουσης χωρίς επαρκή εξοπλισμό, δεν μπόρεσε να αντέξει απέναντι σε έναν αντίπαλο που έριξε σταδιακά στη μάχη 26.000 άντρες, τανκς, πλοία και αεροπορία. Ολόκληρη η Αθήνα και ο Πειραιάς φλέγονταν από τους βομβαρδισμούς.

Τη νύχτα 4 με 5 Γενάρη, ο ΕΛΑΣ αποσύρθηκε από την Αθήνα. Λίγο μετά υπογράφηκε η συμφωνία της Βάρκιζας για τον αφοπλισμό του. Έτσι, ενώ με τα Δεκεμβριανά χάθηκε η μάχη της Αθήνας, με τη συμφωνία της Βάρκιζας χάθηκε ο πόλεμος. Τη στιγμή που υπογράφηκε η συμφωνία ο ΕΛΑΣ έλεγχε τα 4/5 της χώρας και είχε στις γραμμές του 75.000 άντρες.
 

Συμπεράσματα

Διαβάζουμε από την ιστοσελίδα του ΚΚΕ στα άρθρα για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ: «Τις ημέρες της απελευθέρωσης από τους Γερμανούς (12 Οκτώβρη 1944) στην Ελλάδα είχε διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση. Ταυτόχρονα, το ΕΑΜ κυριαρχούσε, ενώ ο αστικός κρατικός μηχανισμός ήταν σμπαραλιασμένος. Η αστική κυβέρνηση που είχε δημιουργηθεί, βρισκόταν στην Αίγυπτο και οι Εγγλέζοι δεν είχαν καταφθάσει ακόμα στην Ελλάδα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το Κόμμα μας, παρά την τεράστια συνεισφορά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του, δεν μπόρεσε να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας και τότε ακόμη, ιδίως μετά το 1943, που οι συνθήκες επέβαλαν να θέσει το ζήτημα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Έτσι, οδηγήθηκε στην υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο εγγλέζικο στρατηγείο της Μ. Ανατολής (5 Ιούλη 1943) και αργότερα στις συμφωνίες του Λιβάνου (20 Μάη 1944) και της Καζέρτας (26 Σεπτέμ-βρη 1944), για να διατηρήσει και να διευρύνει την "εθνική ενότητα". Δε διαμόρφωσε τις υποκειμενικές προϋποθέσεις μιας πορείας, που, ανάλογα και με άλλους παράγοντες, μπορούσε να οδηγήσει στη νίκη».

Και ακόμα: «Η ιστορική εξέλιξη, επίσης, έχει αποδείξει με οδυνηρό πολλές φορές τρόπο ότι αν το αστικό κράτος δεν τσακιστεί από τις επαναστατικές δυνάμεις, η δυνατότητα εγκαθίδρυσης και στερέωσης της διάδοχης εξουσίας τίθεται υπό αίρεση.»[5]

Το ΚΚΕ, προσπαθώντας να απαντήσει στην κριτική που του γίνεται ότι μιλάει για λάθη χωρίς να ερευνά τις αιτίες της ήττας, προτιμάει σήμερα να μιλήσει για αδυναμία σωστής εκτίμησης της κατάστασης και χάραξης πολιτικής. Αυτό καταρχήν είναι προτιμότερο από μια ανάλυση, την οποία συναντάμε σε διάφορους χώρους, που μιλάει για στρατιωτική ήττα του ΕΑΜ και αναγκαίο κακό την παράδοση. Γιατί δεν είναι μόνο οι διαδοχικές ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν για να παρθεί η εξουσία από το ΕΑΜ. Είναι και το ότι χρειάστηκαν χρόνια μαχών και απεριόριστοι πόροι στον Εθνικό στρατό για να ηττηθεί ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας που ήταν πολύ υποδεέστερος του ΕΑΜ στην επόμενη περίοδο. Δυστυχώς όμως ούτε και αυτή η ανάλυση δεν αποτελεί ερμηνεία για το πώς μια επαναστατική κατάσταση οδηγήθηκε στην καταστροφή. Ούτε μας βοηθάει, ώστε κάτι τέτοιο να μην ξανασυμβεί.

Για να βρούμε τι πραγματικά έφταιξε, πρέπει να πάμε αρκετά πίσω. Στο Γενάρη του 1934 και στην 6η Ολομέλεια, τότε που το ΚΚΕ άλλαξε τον επαναστατικό χαρακτήρα του κόμματος και συντάχτηκε με τη σταλινική αντεπανάσταση που είχε επικρατήσει στη Σοβιετική Ένωση και είχε ανατρέψει τις κατακτήσεις του Οκτώβρη.

Η επανάσταση στην Ελλάδα, σύμφωνα με την 6η Ολομέλεια, δεν θα ήταν σοσιαλιστική. Η Ελλάδα, λόγω έλλειψης επαρκών παραγωγικών δυνάμεων και υπολειμμάτων φεουδαρχίας, δεν μπορούσε να προχωρήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση. Έπρεπε πρώτα να πραγματοποιηθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση και αργότερα, όταν θα ωρίμαζαν οι συνθήκες, θα προχωρούσε στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Η θεωρία λοιπόν των σταδίων, στην ελληνική εκδοχή της, αντικαθιστούσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης που είχε οδηγήσει στη νίκη την επανάσταση στη Ρωσία. Η στροφή αυτή ήταν σύμφωνη με τη διεθνή στροφή των σταλινοποιημένων Κομουνιστικών Κομμάτων στα «λαϊκά μέτωπα». Έτσι προσδιορίζονταν οι συμμαχίες με τους «δημοκράτες-αντιφασίστες» αστούς και ιμπεριαλιστές. Αυτή ήταν η απάντηση της Κομιντέρν στην τραγικά αποτυχημένη πολιτική της τρίτης περιόδου, που άνοιξε διάπλατα την πόρτα στο Χίτλερ, ονομάζοντας τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σοσιαλφασιστικά και αρνούμενη οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους.

Έκφραση των παραπάνω αποφάσεων ήταν η γραμμή που υλοποίησε το ΚΚΕ και συνεπώς το ΕΑΜ στα χρόνια της κατοχής. Η «ομαλή δημοκρατική εξέλιξη», η συνεργασία με τους αντιφασίστες Βρετανούς, η προσπάθεια για κυβέρνηση εθνικής ενότητας ακολούθησε το ΚΚΕ μέχρι το τέλος. Έφτασε ως το σημείο να αποκηρύξει το κίνημα των φαντάρων στη Μ. Ανατολή, αρνούμενο να υπονομεύσει με οποιονδήποτε τρόπο τη συμμαχία με τους «αντιφασίστες» ιμπεριαλιστές.  Όμως για να χορέψεις ταγκό, χρειάζονται δύο. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του ΕΑΜ, οι Έλληνες αστοί, και οι Βρετανοί ακόμη περισσότερο, είχαν ξεκάθαρο ότι η ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού περνούσε από το τσάκισμα του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ.

Τα αποτελέσματα της ήττας δεν ήταν άλλα από τα αναμενόμενα. Η γενιά της αντίστασης έπρεπε να σκύψει το κεφάλι στα παλιά αφεντικά. Το ΚΚΕ εξωθήθηκε στον εμφύλιο ως αυτοάμυνα απέναντι στη φοβερή κλιμάκωση της τρομοκρατίας το επόμενο διάστημα. Η ολοκλήρωση της ήττας, τα ξερονήσια και οι φυλακές για τους αγωνιστές της Αριστεράς, μαζί με την αμερικάνικη βοήθεια έστρωσαν το δρόμο στη μεταπολεμική ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γιώργος Μαργαρίτης: «Κατοχή και αντίσταση» – «Η κατοχή της πείνας και των στερήσεων», Ε-ιστορικά.
2. «Το ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα», τόμ. 5ος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1981, σελ. 91-92.
3. «Αρχείο της ΠΕΕΑ-Πρακτικά Συνεδριάσεων», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1990, σελ. 156-157.
4. Θανάσης Δ. Σφήκας: «Οι Άγγλοι Εργατικοί και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα», σελ. 69.
5.http://www.kke.gr/istoria/sta_70_xronia_apo_thn_idrysh_toy_eam?morf=1