Παραμένει πολεμικό το εσωκομματικό πεδίο στη ΝΔ, λίγες μόνο μέρες πριν από την εκλογή του νέου αρχηγού στις 22 Νοέμβρη.

Με τη διεξαγωγή και δεύτερου γύρου να θεωρείται σχεδόν σίγουρη, τα δημόσια πυρά μεταξύ των τεσσάρων υποψηφίων εντείνονται, ενώ οι παρασκηνιακές διεργασίες και η αναδιάταξη συμμαχιών έχουν επισκιάσει τις υπαρκτές πολιτικές διαφωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αδυναμία να υπάρξει συμφωνία για τη διεξαγωγή έστω μιας εθνικής συνδιάσκεψης, ώστε να μιλήσουν οι τέσσερις σε κάποιο κομματικό όργανο. 
Η εκλογική διαδικασία στη ΝΔ συνεχίζει να παραμένει ανοιχτή, παρά το διαφαινόμενο προβάδισμα Μεϊμαράκη. Με τη στήριξη «καραμανλικών», «ντορικών», και τα ισχυρά ερείσματα στον κομματικό μηχανισμό, ο προσωρινός πρόεδρος επιμένει να παρουσιάζεται ως εκφραστής της «λαϊκής Δεξιάς» και συνεχιστής της παράδοσης της ΝΔ. «Στο μυαλό μου έχω, στο συνέδριο του κόμματος, να επαναφέρω το σύμβολο, τον πυρσό, και να ανάψουμε τη δάδα όλοι μαζί για να τιμήσουμε την ιστορία μας» δήλωσε πρόσφατα, επιχειρώντας να συσπειρώσει τους παλιούς νεοδημοκράτες, που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό του εκλογικού σώματος. 
Πιθανότερος αντίπαλός του στον δεύτερο γύρο δείχνει ο Τζιτζικώστας, με τα μίντια του συντηρητικού χώρου να επιμένουν ότι είναι «ο μόνος ικανός να νικήσει τον Τσίπρα και να ανανεώσει την παράταξη». Ο τελευταίος, για να ανατρέψει το προβάδισμα του Βαγγέλα, ποντάρει πολλά στον δεύτερο γύρο (ίσως με τη βοήθεια και των άλλων τριών), με στόχο να μετατρέψει την αναμέτρηση σε αντιπαράθεση «του παλιού με το νέο». Στο φλερτ με αρκετά στελέχη της περιόδου Σαμαρά, αλλά όχι μόνο, ήρθε να προστεθεί και η υποστήριξη από δύο ηγετικά πρόσωπα της ακροδεξιάς πτέρυγας: του Βορίδη και του Μπαλτάκου. 
Έτσι ο Άδωνις, που στοχεύει κυρίως στα πιο σκληρά ακροατήρια του κόμματος και στα δίκτυα του ίδιου χώρου (στρατός, εκκλησία, βασιλόφρονες κ.λπ.), με βασικό επιχείρημα «τη μάχη κατά της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς», έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει τον άλλοτε Διόσκουρό του «υπαρχηγό του Τζιτζικώστα» και τον περιφερειάρχη Μακεδονίας «Μαυρογυαλούρο του 2015», που τάζει καρέκλες και προχωρά σε παρασκηνιακές συναλλαγές. Η επιμονή του Μητσοτάκη στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες («φτάσαμε περίπου να θεωρούμε την κατάληψη δικαίωμα, τις ιδιωτικοποιήσεις ξεπούλημα» και άλλα τέτοια που ξεφουρνίζει διαχρονικά η οικογένεια...) φαίνεται ότι δεν συγκινούν και πολύ το «λαό της Δεξιάς». 
Οι υψηλές αντιπολιτευτικές κορόνες όλων των υποψηφίων προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε μια προσπάθεια να μη χρεωθεί η ΝΔ τα νέα μέτρα, δεν μοιάζουν ικανές προϋποθέσεις για να χτίσουν σχέσεις εκπροσώπησης με τα λαϊκά στρώματα, που φυσικά δεν ξεχνούν το μνημόνιο Σαμαρά, ούτε τη συμπόρευση της ΝΔ με τον Τσίπρα, τόσο στην ψήφιση όσο και στην εφαρμογή του Μνημονίου 3. Από την άλλη, η εθνικιστική πλειοδοσία στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» και η ρατσιστική προπαγάνδα στο προσφυγικό μάλλον τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ενισχύουν παρά επαναπατρίζουν παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους. 
Η κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, που παραμένει το κύριο χαρακτηριστικό της Δεξιάς, απειλεί σοβαρά τη συνοχή του βασικού κόμματος της αστικής τάξης στην Ελλάδα. Η εμφάνιση του όποιου ηττημένου ως ηγέτη κάποιου νέου πολιτικού οργανισμού, βγαλμένου από τα σπλάχνα της ΝΔ, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ούτε και η ανακωχή, βέβαια, στο όνομα της διατήρησης ενός ισχυρού συντηρητικού πόλου για το αστικό πολιτικό σύστημα. Σε μια τόσο ρευστή συγκυρία, με τα πρώτα σημάδια αστάθειας του κυβερνητικού σχήματος ορατά, κάθε πρόβλεψη μοιάζει επισφαλής. Το μόνο σίγουρο, ότι οι εξελίξεις δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστο το γαλάζιο στρατόπεδο.