Ξεκίνησε την Τετάρτη 15 Απρίλη ο διάλογος του υπουργείου Εργασίας με τους κοινωνικούς εταίρους για το νομοσχέδιο που αφορά ζητήματα τα οποία «καίνε» τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων, κύρια στον ιδιωτικό τομέα.

Ο διάλογος ξεκινάει μετά την πρωτοβουλία του υπουργείου να στείλει στους κοινωνικούς εταίρους, δηλαδή στα σωματεία εργαζομένων και στις εργοδοτικές ενώσεις (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ κ.λπ.), 20 σημεία που αναδείκνυαν τις προθέσεις της κυβέρνησης σε σχέση με μία από τις βασικότερες προεκλογικές της δεσμεύσεις: την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής στρατηγικής που οδήγησε σε οδυνηρές μειώσεις μισθών, σε μεγάλες απώλειες θέσεων εργασίας, σε απώλεια της δυνατότητας των εργαζομένων να διαπραγματεύονται συλλογικά με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, καθώς και στην απελευθέρωση των απολύσεων.
Μισθός, συμβάσεις
Ένα νομοσχέδιο από την κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ θα περιμέναμε να δίνει απαντήσεις σε αυτά, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων εργαζομένων και ανέργων, που περιμένουν να έχουν καλύτερη αντιμετώπιση από τους εργοδότες και την πιθανότητα να βρουν δουλειά. Και η αλήθεια είναι ότι γίνεται ένα πρώτο σημαντικό βήμα. Μάλιστα στα 20 σημεία της επιστολής, που φαίνεται ότι δεν θα εισαχθούν ως ακριβώς εστάλησαν προς συζήτηση στη Βουλή, περιλαμβανόταν και η επαναφορά του κατώτατου μισθού σταδιακά, ως τον Ιούλιο του 2016, στα 751 ευρώ –με πρώτη αύξηση τον Οκτώβριο του 2015 στα 650 ευρώ.
Το σίγουρο είναι ότι η κυβέρνηση θα επαναφέρει με νόμο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Με τις προτάσεις δείχνει ότι θέλει να ξεκαθαρίσει τα είδη των συλλογικών συμβάσεων και την αρμοδιότητα σύναψής τους, το περιεχόμενο της συλλογικής σύμβασης που αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, το χρόνο ισχύος της ΣΣΕ. Το νομοσχέδιο θα καθορίζει ακόμη και τη δυνατότητα υπογραφής σύμβασης με όμιλο επιχειρήσεων, ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις θα είναι υποχρεωμένες να προσέλθουν στις διαπραγματεύσεις ανεξάρτητα από το τι προβλέπεται στο καταστατικό τους.
Από εκεί και πέρα πάμε σε κατάργηση μνημονιακών ρυθμίσεων, με την επαναφορά της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τους εργαζόμενους σε περίπτωση εμπλοκής πολλών συλλογικών συμβάσεων. Επίσης επαναφέρεται το καθεστώς μεσολάβησης και διαιτησίας με ιδιαίτερη πρόβλεψη για τη «συμφιλιωτική διαδικασία» στην περίπτωση που έχει προκληθεί διένεξη με αφορμή τη σχέση εργασίας είτε από την πλευρά συνδικαλιστικής οργάνωσης είτε από την εργοδοτική πλευρά.
Απέναντι σε αυτά τα μέτρα οι εργοδοτικές οργανώσεις, προεξάρχοντος του ΣΕΒ, ξεσηκώθηκαν με σημείο αιχμής την αύξηση στον κατώτατο μισθό. Βλέπετε, οι μεγαλοεργοδότες δεν έχουν την πρόθεση να δώσουν ούτε σεντ παραπάνω σε οποιονδήποτε εργαζόμενο, πολύ περισσότερο που αν δεν είχε ανατραπεί το πολιτικό σκηνικό στις 25 Γενάρη τώρα θα ετοίμαζαν νέες μειώσεις στον κατώτατο μισθό. Όμως και το υπουργείο Εργασίας κάνει βήματα προς τα πίσω ακόμη και από τα 20 σημεία και μάλιστα πριν καν ξεκινήσει ο διάλογος. 
Υπαναχώρηση
Σύμφωνα ακόμη και με την «Αυγή», στο πρώτο νομοσχέδιο που θα κατατεθεί δεν θα περιλαμβάνεται τελικά το χρονοδιάγραμμα για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Αυτό επαφίεται στις διεκδικήσεις των συνδικάτων. Πρόκειται για μια «αναγκαστική» υποχώρηση του υπουργείου Οικονομικών, καθώς δεσμεύεται από τη συμφωνία στο Eurogroup της 20ής Φλεβάρη και την επιστολή Βαρουφάκη, που λέει ρητά ότι η οποιαδήποτε αύξηση στους μισθούς θα δοθεί μόνο με τη συγκατάθεση των κοινωνικών εταίρων και των δανειστών σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα. Μάλιστα, σε διάλογο μπαίνει και η κατάργηση της μνημονιακής ρύθμισης που ανέστειλε την αύξηση των επιδομάτων πολυετίας και των ωριμάνσεων (τριετίες κ.λπ.).
Είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να κάνει βήματα πίσω με βάση την πολιτική που ασκεί και τους εκβιασμούς που δέχεται όντας στρατευμένη στη γραμμή «πάση θυσία εντός ευρώ». Έτσι εξηγούνται οι συνεχείς υποχωρήσεις στο ζήτημα του κατώτατου μισθού που δεν είναι και οι μόνες. Ας μην ξεχνάμε ότι σε όλη αυτήν τη συζήτηση δεν γίνεται κουβέντα για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ελαστικοποίησης της εργασίας (ελεύθερες απολύσεις, μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, ενοικιαζόμενη εργασία, voucher). Αν βάζεις όμως τις ανάγκες των εργαζομένων πάνω από τα νομίσματα και τους εκβιασμούς των δανειστών, τότε αυτά ακριβώς τα σημεία θα έπρεπε να έχεις στην ατζέντα σου.
Αντίθετα, δυστυχώς, και αυξήσεις στους μισθούς δεν κάνεις, που είναι βέβαιο ότι θα συνέβαλλαν και στη μείωση της ανεργίας και στην αύξηση της παραγωγικότητας, και όλα τα άλλα τα αφήνεις στο απυρόβλητο ως είχαν. Μάλιστα το μοναδικό χάπι ως τώρα ενάντια στην ανεργία ήταν η ανακοίνωση για την πρόσληψη σε νέα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας 32.433 ανέργων. Προγράμματα που παραμένουν 5μηνα και όχι 11μηνα όπως προεκλογικά είχε δεσμευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ διατηρούν την ιδιότητα των συμμετεχόντων σε αυτά ως ωφελουμένων και όχι ως εργαζομένων, τον μισθολογικό διαχωρισμό για τους κάτω των 25, με καθαρό μισθό για τους άνω των 25 ετών το εξευτελιστικό ποσό των 496 ευρώ. Προσθέτουν δηλαδή μια ακόμη στρατιά σκλάβων-εργαζομένων. 
Είναι τόσο πρόχειρη και ανεύθυνη αυτή η προσπάθεια επίλυσης της ανεργίας, που από το υπουργείο ξέφυγε ότι υπάρχουν και άνεργοι με ειδικές ανάγκες και δεν προβλέπει καμιά θέση γι’ αυτούς.
Ποιος συνδικαλισμός
Οι εργαζόμενοι, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν έχουμε πολλά να περιμένουμε από το διάλογο ανάμεσα σε κυβέρνηση και κοινωνικούς εταίρους. Πολύ περισσότερο όταν σε αυτόν το διάλογο θα μας εκπροσωπήσει μια ηγεσία της ΓΣΕΕ που γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το μόνο που πραγματικά εκπροσωπεί είναι τα συμφέροντα των εργοδοτών και των πολιτικών συνεταίρων της προηγούμενης κυβέρνησης (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) -και γι’ αυτόν το λόγο δεν οργάνωσε τα τελευταία χρόνια ούτε έναν σοβαρό αγώνα για την ανατροπή των μνημονίων. Χρειάζεται να εκμεταλλευτούμε προς όφελός μας τα θετικά σημεία. Δηλαδή να πατήσουμε πάνω στη δυνατότητα για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και να διεκδικήσουμε σε κάθε χώρο δουλειάς και σε κάθε κλάδο την άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, την ισχύ των ωριμάνσεων, την κατάργηση κάθε μορφής ελαστικής εργασίας με διασφάλιση των θέσεων εργασίας των εργαζομένων σήμερα με τέτοιες σχέσεις εργασίας, την πρόσληψη επιθεωρητών εργασίας για την πάταξη της ανασφάλιστης εργασίας, το σταμάτημα κάθε διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και την επανακρατικοποίηση των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, ως τα μόνα σοβαρά μέτρα που θα ικανοποιήσουν τις ανάγκες μας και θα μειώσουν πραγματικά την ανεργία.
Το βάρος αυτό πέφτει στις πλάτες των αγωνιστών της Αριστεράς, του ΜΕΤΑ, του ΠΑΜΕ και των παρατάξεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στους χώρους δουλειάς, ενωτικά και με προσήλωση στην ταξικά μονομερή πολιτική υπέρ των εργαζομένων.