Η κυβερνητική προπαγάνδα στηρίζεται στον πυλώνα της «στρατηγικής συμμαχίας» με τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ και οι προσδοκίες κοινωνικής και πολιτικής επιρροής αλλά και η αντιπαράθεση με τη ΝΔ στηρίζονται κατεξοχήν σε αυτόν τον πυλώνα.

Όμως η τρίτη αξιολόγηση θα έχει κέντρο της τη μνημονιακή μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα. Με άλλα λόγια, θα έχει στο στόχαστρο ακριβώς τους δημοσίους υπαλλήλους! Οι απαιτήσεις των δανειστών είναι σαφείς: απόλυση τουλάχιστον του μισού αριθμού των συμβασιούχων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (που συνολικά, σε όλες τις κατηγορίες, φτάνουν τους 75.000), επιβολή της «κινητικότητας» και της αξιολόγησης, μηδενικές προσλήψεις στη διετία 2017-2018. Στην κυβέρνηση, η τρίτη αξιολόγηση εν γένει, αλλά και αυτές οι απαιτήσεις ιδιαίτερα, είναι «ευαγγέλιο»: όλοι οι συντελεστές άσκησης πολιτικής ομνύουν στη γρήγορη ολοκλήρωσή της –ασφαλώς σύμφωνα με τις απαιτήσεις των δανειστών. 
Οι δανειστές τιτλοφορούν τις αλλαγές που θα φέρει η τρίτη αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα ως επιχείρηση «αποπολιτικοποίησης» του Δημοσίου. Η κυβέρνηση δυσκολεύεται να βρει «τίτλο», αν και διαισθανόμαστε ότι κι εδώ τη λύση θα δώσει η... τεχνογνωσία ΠΑΣΟΚ. 
Όμως η τρίτη αξιολόγηση έχει και αντεργατικό μενού: ομαδικές απολύσεις, ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία (με τη ρύθμιση ότι απεργία αποφασίζεται με το 50%+1 των εργαζομένων!), αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου με δραστικό περιορισμό του δικαιώματος στο συνδικαλισμό κ.λπ. Ποιος είναι ο «καταλληλότερος» για να κάνει ειδικά αυτήν τη «βρόμικη δουλειά» αν όχι η κυβέρνηση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ; 
Εδώ υπάρχει και μια διαφορά με το ΠΑΣΟΚ: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ισχυρές προσβάσεις στον συνδικαλιστικό χώρο για να πιεστεί και να σκεφτεί τη σύγκρουση μαζί τους. Από την άλλη, οι δανειστές, ο «φίλος» Μακρόν, τα τμήματα του αστικού-μνημονιακού συστήματος στα οποία η κυβέρνηση διεκδικεί επιρροή, απαιτούν από την κυβέρνηση αποδείξεις όσον αφορά την πολιτική της βούληση να πάρει την «ιδιοκτησία» του προγράμματος, δηλαδή να κάνει ό,τι πρέπει χωρίς ενοχές και αμφιταλαντεύσεις. Όπως στις ταινίες για τη μαφία, όπου το τεστ για να μπεις στο «συνδικάτο» είναι να σκοτώσεις κάποιον αμφιταλαντευόμενο, έτσι και οι δανειστές ζητούν με την τρίτη αξιολόγηση να «χυθεί αίμα» σε αυτούς τους δύο, ιδιαίτερα φορτισμένους πολιτικά και «συμβολικά» τομείς. 
Η κυβέρνηση δείχνει να φοβάται μόνο την πιθανότητα να τεθούν από το ΔΝΤ ζητήματα πέραν των προηγούμενων, όπως νέα μείωση μισθών ή και μείωση του αριθμού των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων. Ο παράγοντας ΔΝΤ θα μας απασχολήσει και παρακάτω. 
Τράπεζες, ΔΝΤ, αγορές και στο βάθος... 2018
Όμως η τρίτη αξιολόγηση δεν θα έχει μόνο αυτά. Θα έχει επίσης έναν «αναπτυξιακό» πυλώνα, που θα αφορά μέτρα «φιλικά προς την επιχειρηματικότητα». Πέρα από τη γνωστή «εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ» («απελευθέρωση» αγορών και επαγγελμάτων), θα συστηματοποιηθεί ώστε να κλιμακωθεί η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ, «υπερταμείο», άρση του «προστατευτισμού» στις ΔΕΚΟ κ.λπ.). 
Θα έχει επίσης και τράπεζες. Όπου το ΔΝΤ θέτει ζήτημα διεξαγωγής άμεσων τεστ κεφαλαιακής επάρκειας (AQRs είναι το σχετικό αρκτικόλεξο που πρέπει να συνηθίσουμε), διότι εκτιμά ότι οι τράπεζες έχουν μεγάλα κεφαλαιακά ανοίγματα (το ρεπορτάζ μιλάει για εκτιμήσεις κεφαλαιακών ανοιγμάτων τουλάχιστον 10 δισ. ευρώ) και χρειάζονται επειγόντως νέα ανακεφαλαίωση. Το ελάχιστο που φαίνεται να ζητά το ΔΝΤ στο ζήτημα των τραπεζών είναι η πλήρης άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας! Στο ζήτημα αυτό, η ευρωπαϊκή τρόικα, η ελληνική κυβέρνηση και φυσικά οι Έλληνες τραπεζίτες διαφωνούν «κάθετα», διαβεβαιώνοντας ότι τα επόμενα τεστ κεφαλαιακής επάρκειας για τις ελληνικές τράπεζες θα διεξαχθούν στο πλαίσιο των αντίστοιχων ευρωπαϊκών το 2018. 
Την ίδια στιγμή, δημοσίευμα της «Καθημερινής» της Κυριακής 27/8 αποκαλύπτει ότι οι τράπεζες πωλούν «κόκκινα» δάνεια στους γύπες των distress funds στο εξευτελιστικό 10% της ονομαστικής τους αξίας! Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει δύο πράγματα: 
Πρώτο, ότι τεχνοκρατικά μιλώντας το ΔΝΤ έχει δίκιο: αν το συνολικό ύψος των «κόκκινων» δανείων ανέρχεται σε περίπου 100 δισ. ευρώ και αν το ποσοστό ανάκτησης ύστερα από την πώλησή τους στα distress funds, τη λειτουργία του εξωδικαστικού συμβιβασμού κ.λπ. δεν ξεπεράσει το 30-40%, τότε μιλάμε για μια μεγάλη κεφαλαιακή «τρύπα».
Δεύτερο, ότι ο χαρακτήρας των ρυθμίσεων για τα «κόκκινα» δάνεια είναι εξόφθαλμα ταξικός: αυτά πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα distress funds ενώ θα μπορούσε να ανακτηθεί ένα μεγαλύτερο ποσοστό αν γινόταν ένα γενναίο κούρεμα απευθείας στις οφειλές του δανειολήπτη και φυσικά να υπάρξει μια μεγάλη ανακούφιση για τα λαϊκά στρώματα. Τώρα τα distress funds κερδοσκοπούν ασύστολα εκ του ασφαλούς και ταυτόχρονα οι τράπεζες φορτώνονται με κεφαλαιακά ανοίγματα, που κάποια στιγμή θα πληρώσουμε όλοι μέσα από μια νέα ανακεφαλαίωση. 
Το ΔΝΤ έρχεται για να θέσει και άλλα ζητήματα, κυρίως ότι χρειάζονται επιπλέον μέτρα για να υλοποιηθούν οι στόχοι για τα πλεονάσματα 3,5% από το 2018. Είτε με το να έρθουν πιο μπροστά μέτρα όπως μείωση του αφορολογήτου και μείωση συντάξεων είτε και με νέα μέτρα. Σε αυτό το ζήτημα το ΔΝΤ έχει πλέον επιχειρήματα, ύστερα από τη δυναμική μείωσης των φορολογικών εσόδων που παρατηρείται στο 7μηνο του 2017, κάτω όχι μόνο από τα έσοδα του 2016 αλλά και από τους μνημονιακούς στόχους. 
Στο ζήτημα αν οι στόχοι του προγράμματος επιτυγχάνονται, αν χρειάζεται επίσπευση μέτρων ή και νέα μέτρα, ανάλογους «προβληματισμούς», έστω και σε πιο ήπια εκδοχή, έχουν και τμήματα της ευρωπαϊκής τρόικας... 
Αν τεθούν με έμφαση, είναι πιθανόν αυτό να σημαίνει ότι η τρίτη αξιολόγηση δεν θα ολοκληρωθεί, θα διολισθήσει και τελικά θα γίνει ένα ενιαίο «πακέτο» με τη συζήτηση για τη συνέχεια ύστερα από τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος τον Αύγουστο του 2018... 
Σε αυτή την περίπτωση, οι κυβερνητικές διακηρύξεις για θριαμβευτική έξοδο στις αγορές και για έξοδο από τα μνημόνια, που ούτως ή άλλως είναι επικοινωνιακού χαρακτήρα, θα έχουν βραχύ χρόνο ζωής... 
Οι συμμαχίες τους, 
οι συμμαχίες μας

Η πορεία τύπου «Σημίτη» προς το σοσιαλφιλελεύθερο Κέντρο είναι το πολιτικό «εποικοδόμημα» μιας ταξικής μνημονιακής πολιτικής, της οποίας η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει αναλάβει πλέον απολύτως την «ιδιοκτησία». Η κυβέρνηση ασφαλώς έχει βλέψεις και εκπονεί επικοινωνιακά σχέδια για να συντηρήσει τμήμα της επιρροής της στα λαϊκά στρώματα. Με την «τεχνική» Λαλιώτη θα επιχειρήσει να ντύσει αυτή την επιδίωξη μέσα από το σχήμα Αριστερά - Δεξιά, Τσίπρας - Μητσοτάκης, να κερδοσκοπήσει πάνω σε δημοκρατικές και αριστερές ευαισθησίες. Όμως, άλλο τα στηρίγματα στις εκλογές και άλλο τα στηρίγματα της πολιτικής της: μια καθαρά ταξική-μνημονιακή πολιτική είναι αναπόφευκτο να στηρίζεται σε αστικά-μνημονιακά στηρίγματα και συμμαχίες. Οι συμμαχίες τους είναι αυτό που σηματοδοτούν ο Λαλιώτης, ο Μακρόν, οι ατλαντικοί φίλοι των κ. Κοτζιά και Καμμένου, ο Μελισσανίδης και ο Σαββίδης, τα κυβερνητικά ερείσματα στο δικαστικό σώμα, στους επιχειρηματίες, στις τράπεζες. 
Για την Αριστερά που έχει ταξικά ανακλαστικά, που μπορεί να διακρίνει τον «γυμνό» χαρακτήρα της ταξικής πολιτικής της κυβέρνησης, που θέλει να οργανώσει την αντίσταση των «από κάτω» σε ταξική και αντιιμπεριαλιστική βάση, η κατεύθυνση είναι ταξική και οι συμμαχίες αυτονόητες: οι μισθωτοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και εκείνο το τμήμα των αυτοαπασχολούμενων που ζει από τη δική του εργασία κι όχι από την εργασία των άλλων. Εκεί βρίσκονται οι εφεδρείες για τις αντιστάσεις και τους αγώνες που έρχονται.