Ένα από τα χαρακτηριστικά που σημάδεψαν την προεκλογική περίοδο στην Ιταλία ήταν η κλιμάκωση της ακροδεξιάς προκλητικότητας και οι αντιφασιστικές απαντήσεις.

Η Λίγκα έχει υποβαθμίσει τον τοπικισμό και μετατρέπεται σε «πανιταλική» εθνικιστική δύναμη, και διεκδικεί με αξιώσεις το ρόλο «ισότιμου εταίρου» της Κεντροδεξιάς του Μπερλουσκόνι*. Ο «χώρος» που προέρχεται απευθείας από τη μουσολινική παράδοση (MSI και κατόπιν Εθνική Συμμαχία), έπειτα από αρκετές περιπέτειες και μια περίοδο «αποδαιμονοποίησης» έχει ανασυνταχθεί στους «Αδελφούς της Ιταλίας» που επιχειρούν επιστροφή στις φασιστικές ρίζες. Η πιο περιθωριακή CasaPound μπορεί να δείχνει απίθανο να μπει στη Βουλή, αλλά έχει κατορθώσει να απασχολεί τον διεθνή Τύπο για την επιτυχία της να παίξει ρόλο σε μια ευρύτερη τάση «κανονικοποίησης» του φασισμού και του Μουσολίνι. Φυσικά η επιτυχία δεν πιστώνεται στα δίκτυα της CasaPound αποκλειστικά, αλλά αυτό δεν αναιρεί την απειλητική τάση, το αντίθετο: Πριν από λίγα χρόνια η Ρώμη είχε δήμαρχο τον προερχόμενο από το MSI, Αλεμάνο, διάφοροι δεξιοί τοπικοί αξιωματούχοι έχουν επιχειρήσει (με ονοματοδοσίες δρόμων/αεροδρομιών κ.λπ., με προτομές κ.ο.κ.) να «αποκαταστήσουν» τη μουσολινική περίοδο, ενώ είναι ισχυρό το ρεύμα μέσα στην ευρύτερη Δεξιά που διεκδικεί να αποκατασταθεί η «περηφάνια» της παράταξης για τον εαυτό της. Η CasaPound ή η Φόρτσα Νουόβα, θα έπρεπε να είναι παράνομες βάση του ιταλικού συντάγματος, αλλά έχουν αφεθεί να δρουν ανενόχλητες. 
Απέναντι στην απειλή, δεν περνάει μέρα σχεδόν που να μην κυκλοφορούν νέα για μια αντιφασιστική διαδήλωση σε κάποια ιταλική πόλη. Κάποιες οργανώνονται ως γενική καταγγελία του φασισμού και του ρατσισμού που χαρακτηρίζει την προεκλογική περίοδο. Αλλά οι περισσότερες είναι αντισυγκεντρώσεις, καθώς ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος (αριστεροί, αυτόνομοι, αναρχικοί) έχει επιλέξει να «μην αφήσει σε χλωρό κλαρί» την προεκλογική εκστρατεία της CasaPound.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι αριθμοί είναι συντριπτικοί: μερικές χιλιάδες αντιφασίστες απέναντι σε μερικές δεκάδες φασίστες. Στις περισσότερες περιπτώσεις η αστυνομία φανερώνει τις «συμπάθειές» της, δείχνοντας υπερβάλλοντα ζήλο στις επιθέσεις σε αντιφασίστες. 
Όμως η απειλή είναι πολύ ευρύτερη από την CasaPound και για να αντιμετωπιστεί θα χρειαστεί πολύ μεγαλύτερη, παρατεταμένη και συνολική δουλειά από την Αριστερά.
Το ένα ζήτημα αφορά την ευρύτερη ανασύνταξη, με τους «σοβαρούς» φορείς της ακροδεξιάς να αποθρασύνονται. Μαζί με το «Η Ιταλία για τους Ιταλούς», στελέχη της Λίγκας ή των «Αδελφών» μιλάνε πλέον για την «υπεράσπιση της φυλής», δηλώνουν προτίμηση σε «χριστιανούς μετανάστες και πρόσφυγες» και εισηγούνται μια «πολεμική» αντιμεταναστευτική πολιτική (από το «να χτίσουμε οχυρά, να εξοπλίσουμε τα πλοία» μέχρι μια πιθανή εισβολή στη Λιβύη). 
Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι όλη η κεντρική πολιτική συζήτηση έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά και έχει δηλητηριαστεί από το ρατσισμό και την ατζέντα «νόμου και τάξης». 
Η δολοφονία μιας νέας γυναίκας από Νιγηριανό δράστη στη μικρή πόλη Ματσεράτα έγινε αντικείμενο ρατσιστικής δημαγωγίας από όλα τα κόμματα, με τον χειρότερο τρόπο. Σε αυτό το φόντο, ο Λούκα Τραΐνι βγήκε με το όπλο του στους δρόμους της μικρής πόλης, τραυματίζοντας με τα πυρά του 6 μετανάστες αφρικανικής καταγωγής. Το αντιρατσιστικό κίνημα, οι αντιφασίστες, η Αριστερά, οργάνωσαν μια εντυπωσιακή διαδήλωση καταδίκης του φασισμού και του ρατσισμού της προεκλογικής εκστρατείας, με 40.000 ανθρώπους να συρρέουν στη μικρή πόλη για να φωνάξουν «Ποτέ ξανά φασισμός» και «Για την ανεργία βάλτε τα με την κυβέρνηση, όχι με τους μετανάστες». 
Όμως οι αντιδράσεις των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων ήταν αποκαλυπτικές του επικίνδυνου κλίματος. Ο Τραΐνι είναι τοπικό στέλεχος της νεοφασιστικής Φόρτσα Νουόβα: Η οργάνωσή του όχι μόνο δεν τον «άδειασε», αλλά ανέλαβε να στηρίξει την υπεράσπισή του. Ο Τραΐνι ήταν υποψήφιος στις τοπικές εκλογές με τη Λίγκα, σε μια κλασική περίπτωση «συγκοινωνούντων δοχείων» μεταξύ της γραβατωμένης ακροδεξιάς και των φασιστών τραμπούκων. Άλλωστε η CasaPound δήλωσε έτοιμη να στηρίξει μια κυβέρνηση Σαλβίνι (άνευ νοήματος πρακτικά-κοινοβουλευτικά, αλλά ενδεικτικό ως «παρέμβαση» στην κεντρική πολιτική σκηνή) και ο ηγέτης της Λίγκας αποκρίθηκε «θα συναντηθώ με όλους». Ο χειρισμός του περιστατικού από τον Σαλβίνι ήταν θρασύτατος. Για τη δολοφονία της νεαρής Ιταλίδας είχε δηλώσει ότι «η Αριστερά έχει αίμα στα χέρια της» (χρεώνοντας το φόνο σε όλους τους μετανάστες αλλά και σε όλους όσους τους υπερασπίζονται). Για την αντιφασιστική διαδήλωση στη Ματσεράτα δήλωσε ότι τον κάνει «να ντρέπεται ως Ιταλός»! Ο Μπερλουσκόνι, που εμφανίζεται ως ο «μετριοπαθής» του δεξιού συνασπισμού, χαρακτήρισε «κοινωνική ωρολογιακή βόμβα» τους μετανάστες και υποσχέθηκε να απελάσει 600.000 ανθρώπους. Και το Δημοκρατικό Κόμμα; Οργανώνει τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές όλο το προηγούμενο διάστημα, ενώ έχει έναν υπουργό Εσωτερικών ο οποίος επιχείρησε να απαγορεύσει την αντιφασιστική διαδήλωση στη Ματσεράτα, εξαπολύει την αστυνομία ενάντια σε αντιφασίστες, και συμμερίστηκε τον ισχυρισμό της ακροδεξιάς ότι ο Τραΐνι «πήρε τη δικαιοσύνη στα χέρια του». 
Είναι εξωφρενική διατύπωση. Όπως επισήμανε η Ελιάνα Κόμο, αντιφασίστρια συνδικαλίστρια, «εφαρμόζεται το σχήμα “πήρε τη δικαιοσύνη στα χέρια του” για έναν άνθρωπο που δεν επιτέθηκε στο άτομο που σκότωσε την Πάμελα, αλλά πυροβόλησε 6 ανθρώπους που κρίθηκαν ένοχοι γιατί είχαν το ίδιο χρώμα δέρματος με το δράστη». 
Σε αυτό το γενικευμένο φαινόμενο έχουν να αντιπαρατεθούν οι σύντροφοί μας στην Ιταλία. Η πυκνότητα και το πλήθος των αντιφασιστικών διαδηλώσεων δείχνουν την ύπαρξη ενός πολύτιμου δυναμικού. Η μεγαλύτερη κινητοποίηση στη Ρώμη, που πήρε κεντρικό χαρακτήρα καθότι καλέστηκε από την Εθνική Ένωση Ιταλών Παρτιζάνων (ANPI, η ένωση των βετεράνων της Αντίστασης), βρήκε ανταπόκριση από συνδικάτα κ.λπ. και κινητοποίησε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά η παρουσία του πρωθυπουργού Τζεντιλόνι και του Ματέο Ρέντσι στη συγκέντρωση, την ώρα που σε άλλο σημείο της πόλης η αστυνομία συγκρουόταν με απεργούς που διαδήλωναν ενάντια στα αντεργατικά κυβερνητικά μέτρα, αναδεικνύει έναν άλλο σοβαρό κίνδυνο, καθώς το PD υιοθετεί έναν υποκριτικό «αντιφασισμό» για ψηφοθηρικούς λόγους («Νομίζετε ότι ψηφίζετε Μπερλουσκόνι, αλλά θα σας βγει Casa Pound»).
Έναν άλλο δρόμο επιχειρεί να χαράξει ο αριστερός σχηματισμός Potere Al Popolo. Οι περισσότεροι ακτιβιστές του έχουν πλούσια προϋπηρεσία στην αντιρατσιστική δράση και στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και μετανάστες. Οι νεοσύστατες οργανώσεις του συμμετέχουν σε αντιφασιστικές κινητοποιήσεις. Πρόκειται για μια πολιτική δύναμη που καταλαβαίνει πολύ καλά την ανάγκη να συγκροτηθεί μια ανεξάρτητη Αριστερά, που δίνει ταξικές απαντήσεις στο κοινωνικό ζήτημα, και που ταυτόχρονα έχει στο DNA της τον αντιρατσισμό και τον αντιφασισμό. Όπως δήλωσε η Βιόλα Καροφάλο, το «δημόσιο πρόσωπο» της συμμαχίας, σε συνέντευξή της: «Η ιταλική πολιτική στρέφεται διαρκώς προς τα δεξιά, και δεν αναφέρομαι στις νεοφασιστικές οργανώσεις που υπήρχαν πάντοτε. Το πρόβλημα είναι ότι τα βασικά πολιτικά κόμματα, από τη Δεξιά ως την Κεντροαριστερά, εκμεταλλεύονται μια λογική πολέμου μεταξύ των φτωχών, μια ρατσιστική λογική. Το Potere Al Popolo γεννήθηκε εν μέρει και ως απάντηση σε αυτό το πρόβλημα».

*Το άρθρο γράφτηκε πριν το εκλογικό αποτέλεσμα 
(για το αποτέλεσμα και την επόμενη μέρα, βλ. σελ. 18-19)