Αν δεν διεκδικήσουμε μεγαλύτερες αυξήσεις, αν δεν διεκδικήσουμε να αλλάξει το μνημονιακό καθεστώς που έχει επιβληθεί στους χώρους εργασίας τότε οι αυξήσεις μπορεί να είναι εφήμερες.

Η ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου μισθού διά στόματος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο υπουργικό συμβούλιο, έφερε όπως αναμενόταν το χαμόγελο στα χείλη πολλών εργαζομένων. Περισσότερο δε των νεώτερων καθώς στους (λιγοστούς) νέους κάτω των 25 ετών η αύξηση θα ξεπεράσει τα 100 ευρώ (καθαρές αποδοχές). Για την πλειοψηφία των εργαζομένων η αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι από τα 492 στα 546 ευρώ (καθαρά χωρίς τις κρατήσεις). Η αύξηση αυτή θα επεκταθεί και σε μια σειρά επιδομάτων του ΟΑΕΔ με το επίδομα ανεργίας να ανεβαίνει από τα 360 ευρώ στα 399.
Η αύξηση αυτή θα μπορούσε να είναι ένα νέο που εκτός από οικονομική ανάσα σε πολύ κόσμο θα μπορούσε να είναι και η αναγέννηση της ελπίδας για πολιτικές ρήξεις με τη λιτότητα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αναλύοντας όμως τις πραγματικές συνθήκες κατανοούμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Οι κυβερνήσεις ΓΑΠ, Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα διαμόρφωσαν ένα μνημονιακό καθεστώς λιτότητας που δεν χωράει αυταπάτες. Η αύξηση έρχεται μέσα στον αντεργατικό χειμώνα που έχει ρίξει το μισθό στα τάρταρα, που έχει οδηγήσει χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία και χιλιάδες στη μετανάστευση. Έρχεται μέσα στο τοπίο ομίχλης που οι εργοδότες έχουν αποθρασυνθεί τόσο ώστε να χτυπάνε εργαζόμενους με μπράβους και σιδηρογροθιές, να απαιτούν και να εισπράττουν επιστροφή των δώρων (ένα ποσό για το οποίο φορολογούνται τελικά οι εργαζόμενοι). Η αύξηση έρχεται ενώ στις αρχές του 2020 οι εργαζόμενοι θα υποχρεωθούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη και να πληρώσουν υπέρογκα ποσά στην εφορία με την εφαρμογή του χαμηλού αφορολόγητου εισοδήματος που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ο κατώτατος μισθός τότε θα μειωθεί τουλάχιστον κατά 20 ευρώ.
Ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει να επενδύει στην τακτική «μάζευε και ας είναι και ρόγες», καθώς θέλει να επενδύσει στις αυταπάτες που μπορεί να δημιουργήσει στο φτωχόκοσμο ότι έχει τα περιθώρια να ακολουθήσει άλλη πολιτική από αυτή που εφαρμόζει τα τελευταία τρισίμιση χρόνια. Τακτική που μόνο πρόσκαιρα μπορεί να του αποφέρει καρπούς. Ο κόσμος θυμάται και την προεκλογική του υπόσχεση για τα 751 ευρώ κατώτατο μισθό και ξέρει ότι η κυβέρνηση αυτή του έχει πάρει από τις αυξήσεις σε άμεση και έμμεση φορολογία τα διπλά λεφτά. 
Παρόλα αυτά η αύξηση του μισθού χρειάζεται να γίνει όπλο στα χέρια των εργαζομένων, και των σωματείων. Αν μέσα στην έλλειψη μεγάλων κινητοποιήσεων η κυβέρνηση μπορεί να δώσει τέτοιες αυξήσεις τότε οι δυνατότητες να δοθούν ακόμη μεγαλύτερες είναι υπαρκτές και δεν συνδέονται με την παραμονή του Τσίπρα στην κυβέρνηση. Συνδέονται με το πόσο οι εργαζόμενοι θα ξαναβγούν μαζικά στο δρόμο. Με το πόσο θα διεκδικήσουν ξανά να πάρουν πίσω όσα χάσανε στα χρόνια των μνημονίων. Με το πόσες απεργίες και κινητοποιήσεις με μαζική συμμετοχή θα καταγραφούν μέχρι τις επόμενες εκλογές και στη συνέχεια.
Αν δεν διεκδικήσουμε μεγαλύτερες αυξήσεις, αν δεν διεκδικήσουμε να αλλάξει το μνημονιακό καθεστώς που έχει επιβληθεί στους χώρους εργασίας τότε οι αυξήσεις μπορεί να είναι εφήμερες. Μπορεί να ξαναγίνουν μειώσεις καθώς οι έλληνες καπιταλιστές έχουν δείξει επανειλημμένα ότι κάθε τους δραστηριότητα έχει έναν ξεκάθαρο στόχο. Τη μείωση του εργασιακού κόστους. Σε αυτό τον στόχο που τον υπηρέτησαν πιστά στα χρόνια των μνημονίων, η εφαρμογή του νόμου Βρούτση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (για το πώς καθορίζεται ο κατώτερος μισθός) είναι για αυτούς δώρο. Καθώς πλέον αύξηση χωρίς τη δική τους συγκατάθεση δεν πρόκειται να δοθεί, ενώ με τα σώματα επιθεώρησης εργασίας αποψιλωμένα από προσωπικό αποκλείεται και να ελέγχονται σοβαρά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΣΕΒ από το Νοέμβρη του 2018 είχε δείξει τις προθέσεις του λέγοντας ότι ανεξέλεγκτη αύξηση των μισθών θα οδηγήσει σε αύξηση της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας. Μας προειδοποιούσαν δηλαδή ότι μια αύξηση που δεν θα τους αρέσει θα συνοδεύεται από απολύσεις και από μετατροπή των εργαζομένων σε αδήλωτους και ανασφάλιστους σκλάβους. Τα ίδια λένε και τώρα.
Οπότε αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν κοροϊδεύει τους εργαζόμενους ας επαναφέρει τις ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις, ας πάρει πίσω το νόμο για το πώς προκηρύσσονται απεργίες, ας προσλάβει τους επιθεωρητές εργασίας που λείπουν και ας ξανανοίξει παντού τα αντίστοιχα τμήματα που έκλεισαν τα χρόνια των μνημονίων, ας επαναφέρει το αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ. Και για να γίνουν αυτά από την όποια κυβέρνηση ένας μόνο τρόπος υπάρχει: Μαζικοί και ενωτικοί απεργιακοί αγώνες!