Ο πρόλογος του Ντανιέλ Μπενσαΐντ στο βιβλίο του Λίβιο Μαϊτάν «Για μια ιστορία της 4ης Διεθνούς: Η μαρτυρία ενός κομουνιστή ενάντια στο ρεύμα», που δημοσιεύτηκε στα ιταλικά το 2006. Ο Νταινέλ Μπενσαΐντ ήταν ηγετικό, ιστορικό στέλεχος της LCR (κι έπειτα του NPA) στη Γαλλία και της Τετάρτης Διεθνούς.

Η συμβολή του Λίβιο Μαϊτάν στην καταγραφή της ιστορίας της Τετάρτης Διεθνούς αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία, αλλά και τη διάσωση μιας κληρονομιάς.
Στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους που είχαν τη δυνατότητα να διεκπεραιώσουν αυτό το καθήκον. Ένας από τους «τελευταίους των Μοϊκανών» μιας γενιάς αντρών και γυναικών που, στο τέλος του Πολέμου και ενάντια στο ρεύμα ευφορίας που δημιουργούσε ο θρύλος του Στάλινγκραντ, ξεσκέπαζαν «τα εγκλήματα του Στάλιν», χωρίς να περιμένουν τις αποκαλύψεις του Χρουστσόφ, τα γκούλαγκ του Σολτζενίτσιν ή τη μακάβρια στατιστική καταγραφή της «Μαύρης Βίβλου του Κομουνισμού». Ελάχιστοι είχαν τολμήσει να «πάνε ενάντια στη ροή της ιστορίας». Για να αντέξει κανείς στον παραλογισμό της εποχής, απαιτούνταν ένα είδος ηρωισμού της λογικής και μια αδάμαστη θέληση για να κατανοηθεί το ακατανόητο, να αποκρυπτογραφηθούν τα ιερογλυφικά της ιστορίας, να ξετυλιχτεί το κουβάρι των αιτιών και των αποτελεσμάτων.
Το βιβλίο του Λίβιο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία αυτών των προσπαθειών που γίνονταν αδιάκοπα σε μια διαδρομή μεγαλύτερη των 50 χρόνων. Δικαιώνει, αποφεύγοντας άσκοπους συναισθηματισμούς, αυτή τη χούφτα αλύγιστων αντρών και γυναικών που αρνήθηκαν να διαλέξουν «στρατόπεδο», όπως επέτασσε η απλουστευτική «διπολική» ρητορική του «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας». Εκείνους κι εκείνες που μάχονταν παράλληλα σε δύο μέτωπα, ενάντια στον κύριο εχθρό (την ιμπεριαλιστική δικτατορία του κεφαλαίου), αλλά και ενάντια σε έναν εχθρό που μπορούσε να θεωρηθεί δευτερεύων, αλλά όχι λιγότερο απειλητικός (τον γραφειοκρατικό δεσποτισμό).
Ας σκεφτούμε τη χλεύη και την ειρωνεία που δέχτηκαν αυτοί οι αγωνιστές, που συχνά εκτίθονταν στη διπλή καταπίεση, αφενός από τον αναγνωρισμένο εχθρό και αφετέρου –ακόμα πιο απαράδεκτο ηθικά– από εκείνους που κανονικά θα έπρεπε να είναι σύντροφοι στον αγώνα. Χρειάστηκε να επιστρατεύσουν όλο τους το φρόνημα και την αίσθηση δικαιοσύνης για να διασώσουν από τα μεγάλα ιστορικά ψέματα τα θύματα των διώξεων και των εκκαθαρίσεων του Στάλιν: Αντρές Νιν, Τα-Του-Τάου, Κριστιάν Ρακόφσκι, ο ίδιος ο Τρότσκι, και πολλοί άλλοι μαζί με αυτούς (των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζουμε), που όλοι τους εξοντώθηκαν με αυτόν τον τρόπο.
Στα μεσάνυχτα του αιώνα, μια «νέα πολιτική ηθική» είχε εμφανιστεί στην πόρτα εκείνης της εποχής, που με διάφορους τρόπους θύμιζε την εποχή της Αναγέννησης, ή και «την ξεπερνούσε στην έκταση και το βάθος της σκληρότητας και της αγριότητας: […] Καμιά άλλη εποχή στο παρελθόν δεν υπήρξε τόσο σκληρή, τόσο αδίστακτη, τόσο κυνική όσο η εποχή μας». Γράφοντας αυτές τις γραμμές στην εισαγωγή του ανολοκλήρωτου έργου του, «Στάλιν», ο Τρότσκι δεν μπορούσε να ξέρει ακόμα για τη γενοκτονία στους θαλάμους αερίων και την πυρηνική εξολόθρευση της Χιροσίμα. Αλλά είχε ήδη εμπειρίες από το «μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής ψεμάτων», στο οποίο είχε μετατραπεί το γραφειοκρατικό καθεστώς του Κρεμλίνου.
Στις σταλινικές Δίκες, «μόνο οι τροτσκιστές δεν ομολογούσαν», σύμφωνα με το φόρο τιμής που τους απέδωσε ο επικεφαλής της Κόκκινης Ορχήστρας, Λέοπολντ Τρέπερ, στα απομνημονεύματά του. Δεν ήταν θέμα, ή τουλάχιστον δεν ήταν κυρίως θέμα, ψυχολογίας ή πνευματικής δύναμης. Ήταν η κατανόηση για το διακύβευμα, που τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη λογική τους και να αποφύγουν την παράνοια της εποχής του σκοταδιού. Πώς μπορούσε κανείς να μην υποκύψει στην απογοήτευση, την αποθάρρυνση της ματαίωσης, τη μνησικακία ή την παραίτηση στην αδιαφορία;
Ο Νταβίντ Ρουσέ, επιζήσας των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και διαυγής αναλυτής τους, έγραφε ότι η απογοήτευση δεν έχει κανένα νόημα: «Αντίθετα, σημασία έχει να καταλάβουμε». Οι απογοητευμένοι, οι μνησίκακοι, οι αποθαρρυμένοι από τη διάψευση των ελπίδων, δεν εξηγούν τίποτα, γιατί υιοθετούν το αντίθετο από αυτό που υποστήριζαν προηγουμένως. Πόσοι παλιοί μετανοημένοι σταλινικοί, παλιοί απογοητευμένοι μαοϊκοί, μεταλλαγμένοι σε ζηλωτές [του αντιπάλου] και πιστοί που έχασαν την πίστη τους επιβεβαίωσαν αυτή τη διάγνωση!
Είναι ακριβώς αυτές οι συνθηκολογήσεις και οι εντυπωσιακές μεταστροφές προς την αντίπαλη πλευρά στις οποίες έχει σημασία να αντισταθεί κανείς:
«Η απογοήτευση είναι μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε να έχουμε. Το δίλημμα είναι απλό, αλλά επιτακτικό. Είτε υποτασσόμαστε στη μοίρα ή προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να αναλάβουμε δράση. Η δράση δεν είναι πάντα εφικτή. Αλλά μπορούμε πάντα να φτάσουμε στην κατανόηση. Αν η ιστορία δεν ακολούθησε το δρόμο που περιμέναμε, δεν φταίει μια κυνική μοίρα που μας εξαπάτησε».
Γράφοντας αυτές τις γραμμές, ο Νταβίντ Ρουσέ παρέμενε πιστός, παρά τα λάθη του, στο πνεύμα του τροτσκισμού της νεότητάς του.
Το σχόλιό του θα μπορούσε να είναι η επιτύμβια στήλη του Λίβιο Μαϊτάν. Πάνω απ’ όλα, να καταλάβουμε! Να καταλάβουμε γιατί ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν τέλειωσε με την ανατροπή της σοβιετικής γραφειοκρατίας και ένα νέο επαναστατικό κύμα. Να καταλάβουμε τον νέο δυναμισμό ενός καπιταλισμού που μέχρι χθες θεωρούσαμε ότι ζούσε την επιθανάτια αγωνία του. Να καταλάβουμε τις αντιφάσεις των κοινωνιών που αναδύθηκαν από αυτούς τους σπασμούς και τις χωρίς ιστορικό προηγούμενο μορφές που πήραν, είτε επρόκειτο για τη γιουγκοσλαβική επανάσταση και την κινεζική επανάσταση, είτε για τη χάραξη του «Σιδηρού Παραπετάσματος» στην ανατολική Ευρώπη. Να καταλάβουμε τις πρώτες αντι-γραφειοκρατικές εξεγέρσεις στο Ανατολικό Βερολίνο το 1953 και στη Βουδαπέστη το 1956. Να αποκρυπτογραφήσουμε τα αινίγματα της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα. Αρκεί να πρόκειται για «κατανόηση προκειμένου να δράσουμε», έστω και περιορισμένα, έστω και με ελάχιστα μέσα, για να διατηρήσουμε τον εύθραυστο δεσμό μεταξύ θεωρίας και πράξης, που είχε πιεστεί σε σημείο που απειλούνταν να σπάσει.
Οι «ορθόδοξοι» υιοθετούν έναν τόνο ειρωνείας γι’ αυτούς τους τροτσκιστές, που ειδικεύονται στο να κάνουν την τρίχα τριχιά και να διασπώνται διαρκώς. Ναι, όταν το πεδίο των ζωντανών εμπειριών περιορίζεται, όταν η επαφή με τις μάζες αποδυναμώνεται, υπάρχει μια τάση να μεγεθύνονται υπερβολικά οι θεωρητικές διαφωνίες, να βγαίνουν βιαστικά συμπεράσματα, να δραματοποιούνται διαφορές που είναι σε τελική ανάλυση γελοίες ή προσωρινές. Είναι το τίμημα της τραγικής δυσαναλογίας ανάμεσα στο λυρισμό των ιδεών και τα «πεζά» όρια της πραγματικότητας. Αυτή η δυναμική μπορεί να γίνει πολύ πιο καταστροφική, αν πείσουμε τον εαυτό μας ότι «η κρίση της ανθρωπότητας συνίσταται στην έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας» και φιλοδοξήσουμε να την επιλύσουμε: μια αποστολή λύτρωσης θα μας επιβάλλεται από το συντριπτικό βάρος του αισθήματος ευθύνης, θα μας οδηγεί στο να προσφέρουμε τον εαυτό μας στην Ιστορία, και μπορεί να καταλήξει σε παθολογική μεγαλομανία.
Ο Λίβιο είχε πολύ ισχυρή αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού για να υποκύψει σε αυτή την παγίδα. Μια ματιά στα αποσπάσματα όπου καταγράφει τα συνέδρια της Τετάρτης Διεθνούς, τα γεμάτα διαφωνίες κι επανασυμφιλιώσεις, μια ματιά στα κιτρινισμένα ντοκουμέντα, κάνει σαφές ότι οι πολεμικές γίνονταν όλο και πιο θεατρικές όσο πιο άδειες ήταν οι αίθουσες (δηλ. στη βάση της αδιαφορίας εκ μέρους των μαζών), όμως αφορούσαν φλέγοντα ζητήματα της εποχής: το νόημα του σταλινισμού και τον διεθνή ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, τις δυναμικές των αγώνων για εθνική απελευθέρωση και τις επαναστάσεις στις αποικίες, τη θέση της Κίνας στον κόσμο, την ανάλυση για την αλγερινή και την κουβανική επανάσταση, τους μετασχηματισμούς των κοινωνικών τάξεων στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού κ.ο.κ.
Ανακαλώντας αυτά τα 50 χρόνια αγώνα, συνήθως ενάντια στο ρεύμα, ο Μαϊτάν δεν ισχυρίζεται ότι γράφει την ιστορία της Τετάρτης Διεθνούς. Αυτό θα είναι δουλειά των ιστορικών, με τις πολύτιμες συμβολές που μπορούν να προσφέρουν, αλλά και με την υιοθέτηση μιας σαφούς αντικειμενικότητας. Συνεπώς, τα σχόλιά του για τις αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα της ένοπλης πάλης στη Λατινική Αμερική μπορεί σε κάποιους από εμάς να φανούν ατελή ή περιορισμένα. Μπορούμε να συζητήσουμε και να διαφωνήσουμε γι’ αυτά, αλλά δεν έχουμε λόγο να δυσανασχετούμε, καθώς πρόκειται για «μεροληπτικό» πολιτικά βιβλίο, όχι έξω από τη μάχη, αλλά μέσα στην καρδιά της.
Το χειρόγραφο διακόπηκε βίαια το 1995, με την αναφορά για το 13ο Συνέδριο της Τετάρτης Διεθνούς και τις σημειώσεις που αφορούσαν τον θάνατο του Ερνέστ Μαντέλ την ίδια χρονιά. Αυτή η διακοπή και ο θάνατος του Μαντέλ αποκτούν μια συμβολική αξία. Με το τελευταίο κεφάλαιο για «τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων», φτάνουν στο τέλος τους μια εποχή και μια γενιά. Ο Λίβιο Μαϊτάν ήταν, μαζί με τον Μαντέλ και τον μέντορά τους Πιερ Φρανκ, ένας από τους «βαρκάρηδες» που μετέφερε αυτή την κληρονομιά σ’ εμάς.
Αλλά όπως είχε πει ο Ζακ Ντεριντά με μετάνοια και σαφήνεια, «οι κληρονομιές δεν είναι ένα περιουσιακό στοιχείο, ένα είδος πλούτου που το δέχεσαι και το αποθηκεύεις στην τράπεζα», είναι μια «ενεργή επαν-επιβεβαίωση» –δεν είναι ιδιοκτησία, αλλά έργο σε εξέλιξη το οποίο ανανεώνεται αδιάκοπα.
Καταλήγοντας, θα ήθελα να προσθέσω μερικά προσωπικά λόγια αποχαιρετισμού και να εκφράσω την αγάπη μου για τον Λίβιο. Τον γνώρισα το 1967, όταν η εμπειρία της ιταλικής Αριστεράς ήταν ένα πρότυπο για όλους μας (ένα αμφιλεγόμενο πρότυπο, κοιτώντας τώρα προς τα πίσω). Τον θυμάμαι στις καθημερινές συναντήσεις στα γραφεία της Διεθνούς και στο κτίριο του Inprecor όλη τη δεκαετία του ’80, ενοχλημένο από τις άσκοπες ψιλοκουβεντούλες και την καθυστέρηση των συνεδριάσεων, ή όταν ξυπνούσε από τη σύντομη, απαραβίαστη γι’ αυτόν, σιέστα, με υψωμένα τα φρύδια, σε «θέση μάχης» και το πιο ζωηρό βλέμμα που έχει υπάρξει. Ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνη την εποχή υπέφερε από ένα αίσθημα εξορίας και μοναξιάς. Ακόμα κι αν, στα 60 του, συνέχιζε τις κυριακάτικες αποδράσεις για να παίξει ποδόσφαιρο με τους συντρόφους από την Rouge, που όλοι τους ήταν πολύ νεότεροι από αυτόν. Τον θυμάμαι ξανά το 2002, κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε, όταν οι Βραζιλιάνοι σύντροφοι του απέδωσαν έναν συγκινητικό φόρο τιμής και το πρόσωπό του «άστραψε» με σκανταλιάρικο και καλοδιάθετο ύφος. Έμοιαζε λες και, παρά τα πολυάριθμα τραύματα και πληγές που μάζεψε σε μια μακρά ζωή στον αγώνα, πιο συνηθισμένη στις νύχτες της ήττας απ’ ό,τι στα πρωινά της νίκης, παρά την εκνευριστική εμπειρία της συμμετοχής σε άγνωστα και δύσκολα καθήκοντα, χωρίς την παρηγοριά μιας σπουδαίας φήμης, αυτός ο νεαρός, εριστικός γέροντας δεν απέκτησε ποτέ του ρυτίδες.