Μετά την ολοκλήρωση της αποσφράγισης των έξι φακέλων των αιτούντων για την απόκτηση τηλεοπτικής άδειας γενικού περιεχομένου (ΣΚΑΙ, STAR, ALPHA, ANT1, ETV, Τηλεοπτική Ελληνική), συνεχίζεται η πολύκροτη αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών. Η συγκεκριμένη διαδικασία θα πάρει από 1,5 έως 3 μήνες για να ολοκληρωθεί και έρχεται μετά το περσινό φιάσκο του αντίστοιχου «διαγωνισμού Παππά».

Πρόκειται ουσιαστικά για την κορύφωση μιας πολύμηνης σύγκρουσης διαφορετικών συστημάτων εξουσίας, που αναδιατάσσει συσχετισμούς σε ένα κρίσιμο πεδίο οικονομικής και πολιτικής ισχύος, την ώρα που η «σφαγή» θέσεων εργασίας και δικαιωμάτων στα ΜΜΕ, μαίνεται αμείωτη. 
Όπως όλα δείχνουνη αναμενόμενη δημοπρασία δεν θα συμβεί ποτέ, εφόσον οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από τον αριθμό των αδειών (7). Έτσι, οι έξι θεωρούνται πλέον προσωρινοί υπερθεματιστές με τίμημα για την κάθε άδεια 35 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα που πρέπει να πληρωθούν μέσα στα επόμενα 10 χρόνια, όσο και η διάρκεια των αδειών (10ετής).
Μετά από αυτή τη «φιλική» διευθέτηση, όπως ήταν φυσικό, ο υπερβολικός θόρυβος των βαρόνων των μίντια και οι υστερικές κραυγές των κομμάτων της αντιπολίτευσης περί «Βενεζουέλας», έχουν πλέον παύσει. Τα σημάδια συμφιλίωσης της κυβέρνησης με τους καναλάρχες είχαν φανεί άλλωστε και με την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που διαμορφώνει στο 5%, από 20% που είναι σήμερα, τον ειδικό φόρο επί των διαφημίσεων στα κανάλια (απώλεια 15 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό).Πάντα στο όνομα της «διευκόλυνσης των επενδύσεων»…Παρόμοια «φιλικότητα» υπήρξε και απέναντι στα αιτήματα των εργοδοτών πάνω στο ζήτημα της «διάσωσης» του ΕΔΟΕΑΠ.  
Μετά από όλα αυτά, η πολυδιαφημισμένη παράσταση του Μαξίμου, που  επιχειρεί να προσφέρει θέαμα στο πόπολο με το τηλεοπτικό σίριαλ της σύγκρουσης με ορισμένους «ολιγάρχες», δεν κόβει πλέον παρά απειροελάχιστα εισιτήρια. 
Αντεργατική λαίλαπα
Αντίθετα, η αντεργατική λαίλαπα στο χώρο του Τύπου, δεν έχει τέλος. Σε συνθήκες δήθεν «αριστερής» διακυβέρνησης, συνεχίζονται οι εκατοντάδες απολύσεις, η εργοδοτική τρομοκρατία και η απλήρωτη εργασία στα κάτεργα των μεγαλοεκδοτών, χωρίς οι τελευταίοι να λογοδοτούν πουθενά.Το «μαύρο» στο Mega μοιάζει αναπόφευκτο. Οι απλήρωτοι από 10 έως και 15 μήνες-και «όμηροι υποσχέσεων» επί μια διετία- 420 εργαζόμενοι του σταθμού, βρίσκονται σε απόγνωση. Με την κυβέρνηση να παρακολουθεί αμέτοχη και τους βαθύπλουτους μετόχους (Βαρδινογιάννης, Μαρινάκης, Σαββίδης) να σφυρίζουν αδιάφορα, παρόλο που η επιμονή του προσωπικού να κρατάει το κανάλι «ζωντανό» με επαναλήψεις έφερε διαφημιστικά έσοδα περίπου 55 εκατ. ευρώ, τα οποία κατέληξαν στους δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, άρα και σε μείωση του δανεισμού. 
Πώς όμως να μην έχουν αποθρασυνθεί εντελώς οι ιδιοκτήτες του Mega όταν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ -πέρα από τη φιλοεπιχειρηματική μνημονιακή νομοθεσία- ακολουθεί ανάλογες πρακτικές και καταφεύγει στην ίδια επιχειρηματολογία στα δικά του Μέσα; Όταν ανακοινώνει ότι οι τρεις εκδικητικές απολύσεις στο ρ/σ «Στο Κόκκινο» έγιναν σύμφωνα με τις «νόμιμες (μνημονιακές) διαδικασίες», όταν οι περικοπές μισθών  «Στο Κόκκινο» και την «Αυγή» εντάσσονται στη μείωση του «μισθολογικού κόστους», που διαφέρει το κυβερνητικό κόμμα από τους υπόλοιπους εργοδότες των ΜΜΕ;  Δίπλα στους απολυμένους του ΔΟΛ, του Έθνους, του Μega και τόσων άλλων «μαγαζιών» -που χρεοκόπησαν λόγω της υπερέκθεσής τους στον τραπεζικό δανεισμό και των επιλογών των ιδιοκτητών τους- έρχονται να προστεθούν και νέοι άνεργοι, δήθεν «ευαίσθητων» αφεντικών. Ήδη οι εργαζόμενοι στο ρ/σ «Στο Κόκκινο», προχώρησαν σε απεργιακές κινητοποιήσεις απαιτώντας την άμεση ανάκληση των απολύσεων. 
Η ανάγκη επικοινωνιακής στήριξης του αφηγήματος Τσίπρα για «έξοδο από τα μνημόνια» (με την ίδια νεοφιλελεύθερη συνταγή των προγραμμάτων ακραίας λιτότητας, που ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε κάποτε ως «εγκληματική πολιτική»), έφερε την αποδυνάμωση των κομματικών Μέσων της Κουμουνδούρου. Η απεύθυνση σε πιο συντηρητικά ακροατήρια και η οικοδόμηση ερεισμάτων στην εγχώρια οικονομική εξουσία, χρειαζόταν νέα «εργαλεία». Κάπως έτσι ήρθαν στο προσκήνιο νέοι «παίκτες» (όμιλος Μάρη, Σαββίδης, Λιβάνης κλπ.), που διατηρούν προνομιακές σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στήνοντας μερικές «ΕΡΤ» ακόμη που εξάρουν το κυβερνητικό έργο. 
Ουδέν καινούργιο με άλλα λόγια από την υποτιθέμενη μάχη της κυβέρνησης «υπέρ της διαφάνειας», πέρα από την ανάδυση νέων πολιτικοεκδοτικών κέντρων και τη διατήρηση αρκετών από τα ήδη ενεργά. Τα ίδια ισχνά αποτελέσματα, με τις ίδιες στοχεύσεις, θα έχουν και οι όποιες παρεμβάσεις στην κυκλοφορία των εφημερίδων και τις ραδιοφωνικές συχνότητες, που προαναγγέλλει ο Ν. Παππάς.
Συνεχίζοντας τη λογική της εμπορευματοποίησης δημόσιων αγαθών (τέτοιο είναι το τηλεοπτικό φάσμα συχνοτήτων) και της ίδιας της ενημέρωσης, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανεπαρκέστατη ρύθμιση που επιχειρούν, όσο και να σκούζουν ότι «γκρεμίζουν το παλιό», το μόνο που καταφέρνουν είναι να συντηρούν και να αναπαράγουν τη συστημική σήψη. Οι εκατομμύρια ώρες καθεστωτικής προπαγάνδας των ιδιωτικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών και η υπεροπλία της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσα από εκατοντάδες έντυπα και ιστοσελίδες ακροδεξιών,φιλελέδων και ακροκεντρώων, με ό,τι συνέπειες αυτό έχει για τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού και ιδεολογικού άξονα, παραμένουν αλώβητες.
Αντιπληροφόρηση
Γι’ αυτό και είναι αποφασιστικής σημασίας (και όρος ανασύνταξης του κινήματος και της Αριστεράς) η ενίσχυση και διάδοση του αριστερού Τύπου, των αριστερών εκδόσεων, η στήριξη και ο πολλαπλασιασμός των εγχειρημάτων αντιπληροφόρησης που λειτουργούν κόντρα στο κυρίαρχο πρότυπο και εξοπλίζουν με επιχειρήματα τον κόσμο της αντίστασης και της αλληλεγγύης, στον αγώνα ενάντια στην ευρωλιτότητα και το ρατσισμό. 
Οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι δημόσια αγαθά που δεν θα έπρεπε να ανήκουν ούτε σε λίγα, ούτε σε περισσότερα επιχειρηματικά χέρια. Η κοινωνία, μαζί με τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ και τα σωματεία τους, μέσα σε μια πορεία ριζοσπαστικών αλλαγών, μπορεί να δημιουργήσει δομές δημοκρατικής συμμετοχής, εργατικού και κοινωνικού ελέγχου στον τομέα της ενημέρωσης, που θα αμφισβητούν έμπρακτα το θέσφατο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μόνο έτσι τα κανάλια θα πάψουν να λειτουργούν με κίνητρο το κέρδος και τη συγκέντρωση δύναμης για τους καπιταλιστές. Μόνο έτσι θα πάψουν να είναι «μεγάφωνα» των αφεντικών και εργαλεία χειραγώγησης των «από κάτω».