Η δικτατορία του ’67 δεν ήταν ένα «ατύχημα», μια παρένθεση στη δημοκρατική ομαλότητα που δήθεν συνεχίζονταν απρόσκοπτα. Αντίθετα, ήταν μια κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» μπροστά σε μια γενικευμένη πολιτική κρίση. Η χούντα ήταν απαραίτητη για να κλείσει το καπάκι της αμφισβήτησης και της δράσης των εργατικών μαζών, που γνώρισαν την κορύφωσή τους στα Ιουλιανά του ’65.

Γι’ αυτό και η αντίδραση του «πολιτικού κόσμου», δηλαδή των ηγετών της Δεξιάς και του Κέντρου, ήταν ασθενική. Στην πραγματικότητα, κρατούσαν στάση σιωπηρής αναμονής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στο Παρίσι. Την ίδια ώρα, η αφρόκρεμα της αστικής τάξης (Λάτσης, Ωνάσης, Μποδοσάκης, Βαρδινογιάννης και Τομ Πάππας) αγκάλιαζε απροσχημάτιστα τη χούντα με στενούς προσωπικούς δεσμούς. 
Αυτός είναι ο λόγος που κάθε αντιδικτατορική δράση από τα πάνω, μαζί με το κίνημα του Ναυτικού και το πραξικόπημα του βασιλιά, κατέληγαν κάθε φορά σε φιάσκο. Η δικτατορία ήταν η μόνη ρεαλιστική εναλλακτική του ίδιου του συστήματος μπροστά στην κρίση του πολιτικού του καθεστώτος. 
Ακόμη και ως «λύση ανάγκης» όμως, μια δικτατορία δεν είναι μόνο ευκαιρία για τρελά κέρδη για τους κροίσους. Είναι και μια κατάσταση γεμάτη κινδύνους. Με τη δικτατορία απογυμνώνεται το κράτος από τη μεταμφίεσή του ως «ουδέτερου οργάνου όλων των πολιτών» και αφήνει σε κοινή θέα αυτό που πραγματικά είναι: ένας τερατώδης μηχανισμός καταπίεσης για να ευημερούν οι πλούσιοι και να τρομοκρατούνται οι φτωχοί. 
Μα, πάνω απ’ όλα, ένα πραξικόπημα μπορεί να οδηγήσει σε «ατυχήματα», όπου ο λαός να βρεθεί νικητής στο δρόμο απέναντι στο στρατό, και να απειλείται η ίδια η εξουσία των καπιταλιστών. 
Υπήρχε τέτοιος κίνδυνος το 1967 στην Ελλάδα; Δυστυχώς, το ένα πλεονέκτημα των πραξικοπηματιών, η συντριπτική στρατιωτική ισχύ, συμπληρωνόταν από ένα άλλο: Η ηγεσία της Αριστεράς αφέθηκε να πιαστεί εντελώς στον ύπνο. 
«Το ’67 δεν είναi ’36»
Το ΚΚΕ και η ΕΔΑ αντιστάθηκαν ασφαλώς στη χούντα. Τα μέλη και τα στελέχη της Αριστεράς οδηγήθηκαν ξανά στα μπουντρούμια της Ασφάλειας και στα ξερονήσια, περνώντας όλα τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες που επιφύλαξε το καθεστώς στους αντιπάλους του. Όμως δεν αρκεί ο ηρωισμός, χρειάζονται και ξεκάθαρες ιδέες. Η ηγεσία της Αριστεράς δεν στάθηκε στο ύψος των καθηκόντων της προκαλώντας με τη στάση της απίστευτη σύγχυση στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της βάσης. 
Στη διάρκεια των Ιουλιανών, η ΕΔΑ προσπαθούσε να «κατεβάσει τη θερμοκρασία», ρίχνοντας τα πιο χλιαρά συνθήματα και προτείνοντας τις πιο υποτονικές μορφές πάλης, πολύ πίσω από τις διαθέσεις των διαδηλωτών. 
Μπροστά στο ενδεχόμενο πραξικοπήματος η στάση της ηγεσίας ήταν αντιφατική και αλλοπρόσαλλη. Από τη μια κόμπαζε πως «αν επιχειρήσουν κάτι, θα τους πάρουμε με τα σκουπόξυλα». Από την άλλη δεν έπαιρνε κάποιο πρακτικό μέτρο προετοιμασίας. Απεναντίας προσπαθούσε διαρκώς να καθησυχάσει τον κόσμο πως τίποτα τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Χαρακτηριστικά ο Λεωνίδας Κύρκος δήλωνε σε συσκέψεις στελεχών της ΕΔΑ πως «το ’67 δεν είναι ΄36», δηλαδή πως δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία όπως το 1936 με τον Μεταξά. Το τσιτάτο αυτό πέρασε σε όλες τις δημόσιες παρεμβάσεις των ηγετών της ΕΔΑ. 
Διαβάστε την παρακάτω μαρτυρία του Δημήτρη Κουτσούνη, οικοδόμου, στελέχους της ΕΔΑ και κατόπιν του ΚΚΕ εσωτερικού: «Εκείνη την περίοδο λέγανε ότι το ‘67 δεν είναι ‘36 γιατί πηγαίναμε σε εκλογές, ήταν παραμονές εκλογών του ’67. Σε όλες τις ομιλίες τους οι υποψήφιοι της ΕΔΑ λέγανε αυτά τα πράγματα… Και έγινε δικτατορία και όλοι κοιμόμασταν». 
Τη νίκη των πραξικοπηματιών ακολούθησε, ένα χρόνο μετά, η διάσπαση του ΚΚΕ με την ίδρυση του ΚΚΕ Εσωτερικού. Η Αριστερά, νικημένη και διασπασμένη, μπορούσε άραγε να βγάλει κάποια συμπεράσματα, για να μην πέσει στα ίδια λάθη; 
Η φράση του Χέγκελ «αυτό που μας διδάσκει η Ιστορία είναι ότι ποτέ κανείς δεν διδάχτηκε τίποτα από την ιστορία του» ταιριάζει γάντι, τουλάχιστον στην περίπτωση της ηγεσίας της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσωτερικού προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία της «φιλελευθεροποίησης» της χούντας με τον Μαρκεζίνη το 1973, για να πετύχουν την επανένταξή τους στο νόμιμο πολιτικό παιγνίδι. Ενώ ο ηγέτης της ΕΡΕ Κανελλόπουλος (έστω και μόνος μέσα στο κόμμα του) αρνιόταν σταθερά τη συμμετοχή στις εκλογές που ετοίμαζαν οι δικτάτορες, κι ο Μαύρος της Ένωσης Κέντρου -για να μην εκτεθεί ο ίδιος- περίμενε πρώτα από την ΕΡΕ να ξεκαθαρίσει τη στάση της, ο Η. Ηλιού της ΕΔΑ ήταν ο πρώτος πολιτικός αρχηγός που χαιρέτισε την «επιστροφή στη δημοκρατία» και κάλεσε τα κόμματα να πάρουν μέρος στις επικείμενες εκλογές!
Το ΚΚΕ εσωτερικού το τράβηξε πιο πέρα: «Η καλύτερη αξιοποίηση των εκλογικών δυνατοτήτων μπορεί να γίνει με τη δημιουργία μιας ενιαίας αντιδικτατορικής παράταξης που να περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις … από την Αριστερά ως τη Δεξιά» (!) (Μπάμπης Δρακόπουλος, γραμματέας ΚΚΕ εσ. «Βήμα», 19/10/73). 
Το ΚΚΕ από τη μεριά του το… τερμάτισε, κάνοντας κριτική στους πολιτικούς που δεν αρπάζουν την ευκαιρία των εκλογών που προσφέρει η χούντα: «Οι ηγέτες των κομμάτων της Δεξιάς και του Κέντρου… δεν δέχονται να αναλάβουν συγκεκριμένες και σαφείς δεσμεύσεις για τον εκδημοκρατισμό του εθνικού μας βίου. Με τη θέση τους αυτή εμποδίζουν τη συγκρότηση ενιαίου αντιδικτατορικού μετώπου» (η ΚΕ του ΚΚΕ για το χουντοδημοψήφισμα, Ιούνης ’73).
Ευτυχώς ακολούθησε η εξέγερση του Πολυτεχνείου που τίναξε στον αέρα το δρόμο της φιλελευθεροποίησης της χούντας, για να της δώσει τη χαριστική βολή «η επιστράτευση της σαγιονάρας» το ’74. 
Παρά τα παραπάνω, ήταν τα δύο ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ που στρατολόγησαν δεκάδες χιλιάδες μέλη κατά τη μεταπολίτευση, από την εργατική τάξη και τη νεολαία που στρεφόταν αριστερά. Είχαν ένα πρώτο στελεχικό δυναμικό, εμπειρία και, πάνω απ’ όλα, το φωτοστέφανο του θρύλου. Και φυσικά κράτησαν τον κόσμο τους περιορισμένο στα όρια ανοχής του συστήματος, πατώντας πάντα φρένο στη δυναμική των αγώνων. 
Στρατηγική
Οι αστοχίες της ηγεσίας της Αριστεράς δεν ήταν κυρίως αδυναμίες των προσώπων που διηύθυναν. Το ΚΚΕ κι η ευρωκομουνιστική παραλλαγή του, το ΚΚΕ εσ., οργάνωναν ανθρώπους που προσδοκούσαν το σοσιαλισμό, αλλά τους εκπαίδευαν σε μια πολιτική περιορισμένων μεταρρυθμίσεων μέσα στο σύστημα. Ανάμεσα στους καθημερινούς αγώνες από τη μια και την ανάγκη να καταργηθεί οριστικά η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο από την άλλη, δεν υπήρχε καμία γέφυρα. Και κάθε φορά που μπαίνει μπροστά το ζήτημα της εξουσίας, το ΚΚΕ και η υπόλοιπη ρεφορμιστική Αριστερά αναζητούν συμμάχους σε κάποιο «πατριωτικό» τμήμα της αστικής τάξης προσαρμόζοντας σ’ αυτούς τους «συμμάχους» τα όρια της πολιτικής τους. Έτσι, η εργατική εξουσία και ο σοσιαλισμός παραπέμπονται για τη Δευτέρα Παρουσία και οι ελιγμοί με τους αστούς καταλήγουν πάντοτε σε Βάρκιζες. 
Το 1967 χρειαζόταν μια άλλη, μια επαναστατική Αριστερά, που να έχει εμπιστοσύνη στη μαχητικότητα της εργατικής τάξης, κι όχι στη «σύνεση» και τις «δημοκρατικές ευαισθησίες» των καπιταλιστών. Ήταν αναγκαία μια ηγεσία που να ξέρει τι θέλει και να έχει τα στελέχη και το μέγεθος για να το κάνει. 
Μένει σε μας να αποδείξουμε πως κάτι μάθαμε από την Ιστορία, και πως, στις μάχες που πλησιάζουν, θα είμαστε λιγότερο ανέτοιμοι/ες.