Νέα ρατσιστική σφαγή μεταναστών στη Νότια Αφρική: Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε!

Φωτογραφία

Σε ρατσιστικές επιθέσεις που άρχισαν από τα τέλη Μάρτη και συνεχίστηκαν έως τα τέλη Απρίλη, κυρίως στο Γιοχάνεσμπουργκ και στο Ντέρμπαν, μαύροι Νοτιοαφρικανοί λιντσάρισαν επίσης μαύρους μετανάστες από άλλες αφρικανικές χώρες. Δολοφονήθηκαν τουλάχιστον οκτώ μετανάστες, ενώ χιλιάδες εγκατέλειψαν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους για να γλιτώσουν. Είχαν προηγηθεί άλλες δολοφονικές επιθέσεις μαύρων εναντίον μαύρων τον Γενάρη στο Σοβέτο.

Ημερ.Δημοσίευσης
Συντάκτης
Πέτρος Τσάγκαρης

Τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έπεσαν από το πουθενά. Όπως λέει ο Μ. Νεόκοσμος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής, μετά την κατάρρευση του απαρτχάιντ, επειδή η οικονομική κρίση ήταν ήδη παρούσα, πολιτικές δυνάμεις από όλο το φάσμα άρχισαν τις αντιμεταναστευτικές κορόνες, καλλιεργώντας το αντίστοιχο κλίμα. Σύμφωνα με τον Νεόκοσμος, «τα ΜΜΕ στοχοποιούσαν από τότε συστηματικά τους μετανάστες, καθώς ακόμη και υποτιθέμενα σοβαρές εφημερίδες επέμεναν ότι, π.χ., όλοι οι Νιγηριανοί είναι έμποροι ναρκωτικών». 
Οι ρατσιστικές επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες από τη Νιγηρία, τη Σομαλία, την Αιθιοπία, τη Ζιμπάμπουε, το Μαλάουι και τη Μοζαμβίκη άρχισαν από εκείνη την περίοδο και στην πορεία κορυφώθηκαν: το 1996 έγιναν οι πρώτοι φόνοι, λίγο αργότερα οι πρώτες εμπρηστικές επιθέσεις σε μαγαζιά (με τους ιδιοκτήτες να βρίσκονται μέσα), αλλά σημείο κλειδί ήταν ο Μάιος του 2008 όταν πλέον τα ρατσιστικά εγκλήματα πήραν μαζικό και οργανωμένο χαρακτήρα: τα θύματα –πάνω από 60 τον αριθμό– δεν ήταν, και πάλι, λευκοί. Ήταν φτωχοί μαύροι Αφρικανοί, πολλοί από αυτούς μάλιστα Νοτιοαφρικανοί πολίτες. Η βία, που από τότε δεν σταμάτησε, οδήγησε και σε μαζικό εκτοπισμό ολόκληρων κοινοτήτων μεταναστών.
Η κυβέρνηση
Ασφαλώς η κυβέρνηση αρνείται να ονοματίσει τη βία ως «ξενοφοβική» και ο τότε πρόεδρος Τ. Μπέκι έλεγε ότι κάποιοι προσπαθούσαν να βαφτίσουν ως ξενοφοβία τη «απλή εγκληματικότητα». Την ίδια στιγμή βέβαια το κράτος αντιμετώπιζε με τον πιο ρατσιστικό τρόπο τους μετανάστες: Το διαβόητο Κέντρο Επαναπατρισμού Λιντέλα, που χτίστηκε το 1996, ήταν το αντίστοιχο της Αμυγδαλέζας: στοίβαγμα, βία, καταπάτηση στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα εξακολουθούσε να αναπαράγεται από τα πάνω το στερεότυπο ότι «δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες του πληθυσμού για υγεία και παιδεία γιατί έρχονται πολλοί ξένοι»!
Όσον αφορά τις δυνάμεις ασφαλείας, κι εκεί η κατάσταση θυμίζει... την πολιτισμένη Δύση. Σε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ, η εφημερίδα «City Press» του Γιοχάνεσμπουργκ παρέθετε μαρτυρίες νεαρών μαύρων δραστών των εγκλημάτων του Σοβέτο, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τις λεηλασίες στα μαγαζιά των μεταναστών τις έκαναν με την παραίνεση –ή και με τη συμμετοχή!– της αστυνομίας. «Οι μπάτσοι μας είπαν να πλιατσικολογήσουμε», ήταν ο τίτλος της εφημερίδας! Ο ίδιος ο σημερινός πρόεδρος Τζ. Ζούμα έχει το θράσος να δηλώνει ότι πράγματι οι μετανάστες παίρνουν τις δουλειές άλλων ανθρώπων και ότι «πρέπει να λύσουμε αυτό το πρόβλημα», δίνοντας θεσμική πλέον υπόσταση στις ρατσιστικές βρομιές και υψηλή κάλυψη στους δολοφόνους.
Η αιτία
Οι φυσικοί αυτουργοί των επιθέσεων είναι ένας όχλος μαύρων άνεργων νεολαίων των κωμοπόλεων-γκέτο. Αυτοί κάνουν τη βρόμικη δουλειά, αλλά πίσω τους βρίσκονται οι μαύροι μικροαστοί που λένε ότι απειλούνται από τον ανταγωνισμό των «ξένων». 
Φυσικά τόσο οι μαύροι μικροαστοί όσο και η μαύρη εργατική τάξη δεν απειλούνται από τον ανταγωνισμό κάποιων ξένων, αλλά από τη βαθιά καπιταλιστική ανισοκατανομή του πλούτου: Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της χώρας, σήμερα το 21,7% όλων των Νοτιοαφρικανών ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Τουλάχιστον το 54% ζει με λιγότερα από 75 δολάρια το μήνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν έπεσε το απαρτχάιντ, η ανεργία ήταν 15% και σήμερα είναι επισήμως 25%.
Κι όμως την ίδια στιγμή ο πλούτος που παράγεται στη χώρα είναι τεράστιος. Σύμφωνα με τη Citigroup, η Ν. Αφρική είναι η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο όσον αφορά τα ορυκτά αποθέματα –υπολογίζονται ότι αξίζουν 2,5 τρισ. δολάρια! Κι όμως 21 χρόνια μετά το τέλος του απαρτχάιντ και τη νίκη του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου (ANC), το 80% αυτού του πλούτου εξακολουθεί να ανήκει σε λευκούς Νοτιοαφρικανούς και σε άλλους λευκούς από το εξωτερικό. Στην πράξη, το σύστημα του απαρτχάιντ το αντικατέστησε ένας καπιταλισμός-μονοπώλιο των λευκών, καθώς οι λευκοί, παρότι αποτελούν μόνον το 12% του πληθυσμού εξακολουθούν να εξασκούν δυσανάλογα μεγάλο και εντελώς αντιδημοκρατικό έλεγχο πάνω στην οικονομία (μόλις πέντε εταιρίες λευκών ιδιοκτητών ελέγχουν το 75% των μετοχών στο χρηματιστήριο), τη γη (οι λευκοί κατέχουν το 87%), τα ΜΜΕ (λευκοί ελέγχουν τα τέσσερα μεγαλύτερα συγκροτήματα από τα οποία «ενημερώνεται» το 80% του πληθυσμού) και το δικαστικό σύστημα της χώρας: οι λευκοί πρακτικά ταυτίζονται με την άρχουσα τάξη της χώρας, όπως ακριβώς συνέβαινε επί απαρτχάιντ.
Κληρονομιά του απαρτχάιντ είναι και οι κωμοπόλεις-γκέτο όπου συνεχίζουν να ζουν εκατομμύρια μαύροι Νοτιοαφρικανοί και όπου αναπαράγονται διαρκώς οι συνθήκες (φτώχεια, έλλειψη υποδομών, στρίμωγμα σε λίγα τετραγωνικά) για να ανθήσει η βία, αλλά και για να καλλιεργηθεί η ρατσιστική βία.
Και αντί για πολιτικές αναστροφής αυτής της κατάστασης, η κυβέρνηση ακολουθεί ακριβώς τον αντίθετο δρόμο. Το ANC ενδιαφέρεται περισσότερο να συνδιαλλαγεί με τον καπιταλισμό-μονοπώλιο των λευκών, παρά να αναδιανείμει γη και πόρους στους φτωχούς, δηλ. στους μαύρους. Και δεν είναι μόνον ότι η κυβέρνηση δεν βάζει χέρι στα καπιταλιστικά κέρδη. Ένας επιπλέον λόγος για την έλλειψη πόρων για τους φτωχούς και τους ανέργους είναι το γεγονός πως ακόμη και σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού δαπανάται για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους που δημιουργήθηκε την εποχή του απαρτχάιντ, προς τις δυτικές χώρες! 
Αντίσταση
Όπως και στην περίπτωση της Ευρώπης, ο ρατσισμός του μαζικού εγκλήματος αποδεικνύεται ηλιθιωδώς αναποτελεσματικός: παρά τις διαρκείς ρατσιστικές σφαγές και τον επίσημο ρατσισμό του κράτους, οι πρόσφυγες από μια σειρά χώρες της Αφρικής όπου υπάρχει πόλεμος ή λιμός, δεν «πείθονται» να μην πλησιάσουν τη Ν. Αφρική. Ο βέβαιος θάνατος είναι χειρότερος από τις απειλές των ρατσιστών. Γι’ αυτό οι πρόσφυγες συρρέουν στη Ν. Αφρική με ρυθμό 60.000-80.000 ετησίως, σύμφωνα με το Al Jazeera. 
Δεν είναι, όμως, μόνον η λογική που είναι ενάντια στους ρατσιστές. Η ισχυρή πολιτική παράδοση της Αριστεράς στη χώρα σήμανε και αντιστάσεις, καθώς έγιναν τουλάχιστον δύο μεγάλες διαδηλώσεις υπεράσπισης των μεταναστών: Πρώτα, στις 17 Απρίλη στο Ντέρμπαν, με τη συμμετοχή πολλών χιλιάδων αντιρατσιστών και μετά στις 24 του μήνα στο Γιοχάνεσμπουργκ. Η δεύτερη διαδήλωση που ήταν ακόμη μεγαλύτερη, γνώρισε και την αποδοχή του κοινού στους δρόμους, που δήλωνε την αντίθεσή του στην ξενοφοβία και τις σχετικές πολιτικές της κυβέρνησης. 
Ο καπιταλισμός, όταν το έχει ανάγκη, «ανακαλύπτει» εύκολα διαφορές μεταξύ των φτωχών και τους βάζει να σκοτώνονται μεταξύ τους. Η περίπτωση της Νότιας Αφρικής δείχνει ότι ο καπιταλισμός μπορεί να το κάνει αυτό και μεταξύ μαύρων Αφρικανών φτωχών. Έτσι οι θεωρίες που υποστηρίζουν ότι ο ρατσισμός οφείλεται σε «διαφορά κουλτούρας» μεταξύ λευκών φτωχών Ευρωπαίων και μαύρων φτωχών μεταναστών, γίνονται κυριολεκτικά σκόνη. 
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο μόνος δρόμος ακόμη και για μια ανθρωπιστική λύση, παραμένει η ανατροπή αυτού του συστήματος που, και στη Νότια Αφρική, μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε τέρατα, τη στιγμή που μια μικρή μειοψηφία εξακολουθεί να απολαμβάνει τερατώδη κέρδη.

Φύλλο Εφημερίδας

Κατηγορία