Στο συνέδριο στο Τάλιν για τα «θύματα των ολοκληρωτικών αυταρχικών καθεστώτων» συμμετείχαν μόνον οκτώ χώρες της ΕΕ όπου, καθόλου τυχαία, οι πολιτικοί απόγονοι του ναζισμού και του φασισμού κρατούν πολλά από τα κλειδιά της εξουσίας ασκώντας ένα μείγμα άκρατου εθνικισμού και άκρατου νεοφιλελευθερισμού.

Η αποτυχία του συνεδρίου που διοργάνωνε η εσθονική προεδρία της ΕΕ ήταν μια σχεδόν «προαναγγελθείσα» εξέλιξη, αφού με τον τρόπο που διατυπώνονταν οι στόχοι του συνεδρίου, άνοιγαν τον ασκό του Αιόλου: Μπορεί οι διοργανωτές να ήθελαν να εξισώσουν τον κομουνισμό με τον ναζισμό, δηλ. τη κεντρική θεωρία και πρακτική της κοινωνικής απελευθέρωσης (η οποία στο «εσθονικό επεισόδιο» ταυτίζεται με τον σταλινισμό), με την ιδεολογία και πρακτική της ακραίας κοινωνικής υποδούλωσης, αλλά αυτό άνοιγε το δρόμο για εξίσωση και με άλλες εκδοχές και φαινόμενα της αστικής κυριαρχίας: Αν υπάρχει ευαισθησία για τα θύματα του Στάλιν, γιατί να μην υπάρχει ευαισθησία για εκατομμύρια θύματα, παγκοσμίως, του αγγλικού, του γαλλικού, του βελγικού, του ολλανδικού και φυσικά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού; Ο αριθμός τους είναι σίγουρα πολλαπλάσιος από των θυμάτων του Γεωργιανού δικτάτορα. Γιατί όχι και για τα θύματα κάθε αποικιοκρατίας; Γιατί όχι και για τα εκατομμύρια θύματα όλων των ευρωπαϊκών εθνικισμών εντός του ευρωπαϊκού εδάφους; Γιατί όχι για τα θύματα της εφαρμοσμένης νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε μια σειρά χώρες του πλανήτη;
Γι’ αυτό πιθανότατα, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν οι μεγάλες δυτικές ευρωπαϊκές χώρες, κι όχι από κάποια ευαισθησία και ιστορική ευθιξία απέναντι στην εξίσωση ναζισμού- κομουνισμού.
Προκλητική ταύτιση
κομουνισμού-σταλινισμού

Ωστόσο εδώ είναι που πρέπει να γίνουν πολλά ξεκαθαρίσματα απέναντι στη σύγχυση που καλλιεργείται από πολλές πλευρές.
Πρώτον, η καταγγελία της βίας της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία είναι παντελώς ανιστόρητη: η επανάσταση του Οκτώβρη ήταν σχεδόν αναίμακτη και μόνον όταν άρχισαν οι παράνομες παραστρατιωτικές δράσεις των μοναρχικών, αλλά και η εισβολή 14 στρατιών των καπιταλιστικών χωρών (της Ελλάδας περιλαμβανομένης) ξέσπασε η βία και ο εμφύλιος. Μάλιστα, επειδή ήταν ταγμένοι στην υπόθεση της ειρήνης και του ανθρωπισμού, οι μπολσεβίκοι, υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι, παρέδωσαν το ένα τρίτο των καλλιεργήσιμων εδαφών της Ρωσίας στη Γερμανία προκειμένου να συναφθεί ειρήνη και να σταματήσει το σφαγείο του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Έδωσαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση σε λαούς που στέναζαν κάτω από την τσαρική μπότα και τον μεγαλορώσικο εθνικισμό. 
Δεύτερον, είναι ανιστόρητη, αυθαίρετη και προκλητική η ταύτιση του σταλινισμού με τον κομουνισμό, δηλ. με την θεωρητική και πρακτική πολιτική παράδοση, του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, της Λούξεμπουργκ, του Τρότσκι, του Γκράμσι, αλλά και των μπολσεβίκων που αναφέραμε παραπάνω. Ο Στάλιν δεν είναι μια εκδοχή του κομουνισμού, αλλά η άρνησή του. Επικράτησε πάνω στα ερείπια της επανάστασης ως ο ηγέτης μιας τάξης, της γραφειοκρατίας, που αναδύθηκε στις ιδιαίτερες ρωσικές συνθήκες όπου το προλεταριάτο είχε μεν ηττηθεί αλλά που δεν υπήρχε η παλιά αστική τάξη για να παλινορθώσει η ίδια την εξουσία της. Όταν ο Στάλιν σταθεροποίησε την εξουσία του (με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τις δίκες της Μόσχας) στα τέλη της δεκαετίας του 1930, όλη η ηγεσία των μπολσεβίκων πλην του Λένιν (που είχε πεθάνει) και του Μολότοφ, είχε εκκαθαριστεί με εκτέλεση ή «εξαφάνιση». Μια ατέλειωτη σειρά νομοθετημάτων της επανάστασης του Οκτώβρη, που αφορούσαν π.χ. τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, την αντιμετώπιση του εθνικισμού, καταργήθηκαν και επανήλθε η «ομαλότητα». 
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κομουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο είναι τα ίδια με τα σταλινικά καθεστώτα. Παρότι σταλινικά στη θεωρία, συσπειρώνουν στις γραμμές τους χιλιάδες ανθρώπους ταγμένους στο όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, οι σύντροφοι αυτοί βάζουν στον εαυτό τους ένα ακατόρθωτο καθήκον: να υπερασπίσουν τον κομουνισμό, την προοπτική της παγκόσμιας κοινωνικής χειραφέτησης κάθε καταπιεσμένου, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα τα πεπραγμένα του σταλινισμού. Κι αυτό δίνει επιχειρήματα στην άλλη πλευρά, στη δεξιά, στους νεοφιλελεύθερους, στην ακροδεξιά και στους φασίστες να ουρλιάζουν για τα εγκλήματα του… κομουνισμού.
Η διαφορά της 
ναζιστικής φρικαλεότητας

Υπάρχει όμως ένα πολύ σημαντικό τρίτο και πολύ κρίσιμο σημείο που χρήζει διευκρίνισης: Ούτε ο σταλινισμός δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον ναζισμό και το φασισμό.
Μπορεί και οι δύο να φύονται πάνω στο έδαφος μεγάλων ηττών του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, ωστόσο δεν αποτελούν ίσης τάξης φαινόμενα και ίσης τάξης κίνδυνο για την ανθρωπότητα.
Οι ναζί και οι φασίστες είναι μικροαστικά κινήματα που έχουν την υποστήριξη όλων των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, των τραπεζιτών, των στρατηγών κ.λπ., ακριβώς γιατί στόχος τους είναι η με κάθε τρόπο επιβίωση του εθνικού καπιταλισμού, ενάντια σε κάθε εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό ή «εχθρό». Ιδεολογία τους είναι καθαρότητα της φυλής και η ανάγκη εκκαθάρισης από τα «μιάσματα». Δεν υπάρχει έδαφος συμβιβασμού, έστω μέσω απόλυτης υποταγής, για εκατομμύρια ανθρώπους που τυγχάνει να είναι εβραίοι, τσιγγάνοι, «μικτοί», ομοφυλόφιλοι και –σήμερα πια– μουσουλμάνοι. Αυτοί είναι καταδικασμένοι στην εξόντωση. Την ίδια τύχη έχουν και όσοι επιμένουν να μην αποποιούνται τον κομουνισμό, το σοσιαλισμό, τον συνδικαλισμό, ακόμη και την αστική δημοκρατία.
Για να πετύχει τα «ιδανικά» του ο ναζισμός αναδεικνύει τα πιο ζωώδη ένστικτα των ανθρώπων και χρησιμοποιεί όλον τον κοινωνικό αλλά και ποινικό υπόκοσμο. Η ιστορία της Χρυσής Αυγής είναι πολύ κοντά μας.
Αλλά ο ναζισμός-φασισμός δεν αφορούν μόνον το εσωτερικό της χώρας: εκφράζουν με τον πιο συνεπή τρόπο την ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού καθιερώνοντας μια ιδεολογία και -ακόμη χειρότερα- μια πρακτική ιμπεριαλιστικής επέκτασης. Η ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας είναι πολύ διδακτική.

(ολόκληρο στο Rproject.gr)