Βρίσκοντας τον προσανατολισμό μας σε ένα νέο τοπίο

Έχουν περάσει εφτά μήνες από τότε που η Τερέζα Μέι προκήρυξε εκλογές με στόχο να αυξήσει την πλειοψηφία του κόμματός της και η «Daily Mail» κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο «Διαλύστε τους σαμποτέρ». Εκείνη η άνοιξη μοιάζει βγαλμένη από έναν άλλο κόσμο, όσον αφορά την κοινοβουλευτική πολιτική σκηνή. Έπειτα από τα καταστροφικά εκλογικά αποτελέσματα της Μέι, οι Συντηρητικοί απέχουν πολύ από την ανάκαμψη: έχουν παγιδευτεί στη δίνη του κυκλώνα, σε μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο εδώ και δεκαετίες, μια καταστροφή για την οποία δεν έχουν κάποια λύση. 
Φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Μέι είναι ακατάλληλη για πρωθυπουργός, αλλά αν αποχωρήσει τώρα, θα ακολουθήσουν εσωκομματικές εκλογές οι οποίες θα αποκαλύψουν ακόμα περισσότερο το διχασμό στο κόμμα της και θα τον μεγεθύνουν. Η κυβέρνησή της έχει χάσει εφτά ψηφοφορίες στη Βουλή των Κοινοτήτων μόνο τους δύο τελευταίους μήνες – η Θάτσερ είχε χάσει τέσσερις φορές σε έντεκα χρόνια και ο Μπλερ τέσσερις φορές σε δέκα χρόνια.
Μια σημαντική επιτυχία και οι αντιφατικές επιπτώσεις της
Ο Κόρμπιν εκμεταλλεύτηκε επιτυχώς τα βαθιά ριζωμένα προβλήματα των Συντηρητικών και πέτυχε να αυξήσει σημαντικά την εκλογική επιρροή των Εργατικών τον Ιούνιο. Η εκλογή του ως ηγέτη των Εργατικών, η προεκλογική του εκστρατεία και η επιτυχία της είναι πολύ θετικές εξελίξεις. Βάζουν τέλος σε μια περίοδο που ξεκινά από την εκλογή του Κάμερον ως ηγέτη των Συντηρητικών το 2005 και κατά κάποιον τρόπο εκτείνεται ακόμα πιο πίσω – στην εκλογή του Μπλερ στην ηγεσία των Εργατικών το 1994. Σε όλη αυτή την περίοδο υπήρχε μεγάλος βαθμός συναίνεσης ανάμεσα σε όλα τα κόμματα της βουλής. Ήταν κοινά αποδεκτό ότι οι αγορές φέρνουν ευημερία, ότι η κρατική παρεμβατικότητα στην οικονομία πρέπει να περιοριστεί μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις, και ότι ο ρόλος της Βρετανίας ως μικρού συμμάχου των ΗΠΑ θα πρέπει να δηλώνεται ξεκάθαρα μέσα από τη συμμετοχή σε όλους τους αμερικανικούς πολέμους, όσο παράλογοι κι αν είναι. Αν και οι προτάσεις του προεκλογικού προγράμματος των Εργατικών ήταν μετριοπαθείς ρεφορμιστικές –αν κριθούν σε ιστορική κλίμακα–, η επιτυχία του Κόρμπιν σημαίνει το τέλος αυτών των δεκαετιών συναίνεσης. Η πολιτική επιστρέφει, και πράγματι ο σοσιαλισμός συζητιέται πλέον ως μία από τις εναλλακτικές. 
Ωστόσο, η εκλογική επιτυχία του Κόρμπιν έχει και πιο αντιφατικές επιπτώσεις, τόσο μέσα στους Εργατικούς όσο και στη σχέση των Εργατικών με την άρχουσα τάξη. Στο εσωτερικό των Εργατικών, κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ηγεσίας Κόρμπιν, πολλοί βουλευτές και δημοτικοί σύμβουλοι βρίσκονταν σε διαρκή ανοιχτή εξέγερση εναντίον του. Διαφωνούσαν με τις πολιτικές του θέσεις – αλλά η διαφωνία τους συνδεόταν άρρηκτα με την εκτίμησή τους ότι θα τους οδηγήσει σε βέβαιη εκλογική καταστροφή. 
Τώρα που ο Κόρμπιν διαφαίνεται ως πιθανός νικητής στις εθνικές εκλογές, γίνεται δυνατό να βρεθεί περισσότερο κοινό έδαφος ανάμεσα σε αυτόν και όσους είναι δεξιότερά του. Σε αυτό το κοινό έδαφος βρίσκουμε π.χ. τον σκιώδη υπουργό Brexit, Κέιρ Στάρμερ, ένα ενθουσιώδη υποστηρικτή του «μαλακού» Brexit, το οποίο προτιμούν και οι επιχειρηματίες. Ή τη σκιώδη υπουργό Εξωτερικών Έμιλι Θόρνμπερι, μια ευχάριστη ως προσωπικότητα πολιτικό, η οποία όμως την προηγούμενη βδομάδα ήταν καλεσμένη της ομάδας Εργατικοί Φίλοι του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Αν ένας λόγος που ο Κόρμπιν συνεργάζεται με τέτοιους ανθρώπους είναι η έλλειψη αρκετών αριστερών βουλευτών στους Εργατικούς προκειμένου να σχηματίσει με αυτούς σκιώδη κυβέρνηση, ένας άλλος είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της θητείας του επιδιώκει να διαμορφώσει έναν «κοινό τόπο», να ενισχύσει την ενότητα του κόμματός του και να μειώσει την απομόνωσή του.
Ωστόσο, ακόμα πιο εντυπωσιακό από την ανάπτυξη κοινού εδάφους ανάμεσα στον Κόρμπιν και διάφορους βουλευτές των Εργατικών είναι το ότι υπάρχουν θετικές φωνές για μια κυβέρνηση Κόρμπιν - ΜακΝτόνελ από μέλη της βρετανικής άρχουσας τάξης. Σε ένα αξιοσημείωτο άρθρο του «Observer» το προηγούμενο Σαββατοκύριακο περιγράφεται η θετική υποδοχή που είχε η ομιλία του Κόρμπιν στο συνέδριο του CBI [ΣτΜ: ο βρετανικός ΣΕΒ] και υποστηρίζεται ότι, με τους Συντηρητικούς σε χάος, η σκιώδης κυβέρνηση των Εργατικών φαίνεται όλο και πιο πολύ να αποτελεί «πόλο σταθερότητας και τη βάση για μια κυβέρνηση σε αναμονή» στα μάτια αρκετών βιομηχάνων. Η δυνατότητα των Εργατικών να διαμορφώσουν συνεκτική στρατηγική για ένα ήπιο Brexit αναφέρεται ως κομβικό σημείο αυτής της θετικής αντιμετώπισης.
«Ταύτιση συμφερόντων»;
Ενώ οι βιομήχανοι βλέπουν όλο και πιο θετικά τους Εργατικούς, ο Κόρμπιν ολοκλήρωσε την ομιλία του λέγοντας ότι «εκτιμώ την καθημερινή σχέση που έχουμε με το CBI, όπως κάνει και ο Τζον ΜακΝτόνελ και άλλοι στην ομάδα μου. Και αναμένω να συνεργαστούμε στο μέλλον, όποτε κι αν έρθουν οι βουλευτικές εκλογές και βγούμε, ελπίζω, στην κυβέρνηση». Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι τα λόγια αυτά είναι δημόσια ρητορική και δεν αντανακλούν τις ίδιες τις απόψεις του Κόρμπιν. Ωστόσο, αρχίζει να διαμορφώνεται μια αντίληψη περί ταύτισης συμφερόντων –σίγουρα μερική και αντικρουόμενη, αλλά πραγματική– ανάμεσα στον Κόρμπιν, τους βουλευτές του Εργατικού Κόμματος στα δεξιά του (ίσως ακόμα και σκληροπυρηνικούς μπλερικούς) και τη βρετανική άρχουσα τάξη.
Το πρόβλημα με το να υιοθετήσει ο Κόρμπιν μια τέτοια στρατηγική που θα «ανταποκρίνεται» στην «εποικοδομητική» προσέγγιση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Εργατικών ή του CBI έγκειται στο ποιος έχει τη δύναμη σε μια τέτοια de facto συμμαχία. 
Ποιος δρόμος προς την εξουσία;
Αν ο Κόρμπιν έβγαινε έξω από τα συνηθισμένα όρια της εκλογοκεντρικής πολιτικής –οργανώνοντας συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που θα δήλωναν ότι οι Συντηρητικοί είναι ανίκανοι να κυβερνήσουν και έχουν χάσει τη λαϊκή νομιμοποίηση– θα μπορούσε να βρεθεί επικεφαλής ενός κινήματος που θα ενεργοποιούσε εκατομμύρια ανθρώπους, θα έκανε πραγματικά τη χώρα ακυβέρνητη και θα ανέτρεπε τους Συντηρητικούς.
Όσο πιο πολύ πάει προς μια τέτοια κατεύθυνση, του να γίνει πρωθυπουργός με αυτό τον τρόπο, ως επικεφαλής ενός λαϊκού κινήματος, τόσο πιο πολύ θα ισχυροποιήσει τη θέση του. Όσο πιο πολύ υποστηρίζεται από μια εκτεταμένη λαϊκή κινητοποίηση στην οποία θα εμπλέκονται όσο το δυνατόν περισσότερες ομάδες ανθρώπων, τόσο πιο ριζωμένη θα είναι η κυβέρνησή του και τόσο πιο πιθανό το να πραγματοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις τις οποίες υποστηρίζει. 
Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση –το να δημιουργηθούν δίκτυα που να μπορούν να οργανώσουν μαζικές κινητοποιήσεις– φαίνεται ότι αποτελεί ολοένα και μικρότερη προτεραιότητα στην ατζέντα του Κόρμπιν και των γύρω του. Αντίθετα, η στρατηγική των Εργατικών είναι πολύ περισσότερο συμβατικά εκλογική – περιμένοντας τους Συντηρητικούς να εξαντληθούν και να καταρρεύσουν από μόνοι τους, ώστε η μόνη εναλλακτική να είναι η εξουσία να περάσει στους Εργατικούς. Για παράδειγμα, ο Σάιμον Χάνα, συγγραφέας ενός βιβλίου για την ιστορία της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών που θα εκδοθεί την άνοιξη, υπογράμμισε ότι ο τρόπος που το Μomentum περιγράφει τους στόχους του έχει αλλάξει τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες. Τον Ιούλιο του 2016, η διακήρυξή τους με τίτλο «Τι θέλει να κάνει το Μomentum;» έγραφε:
«Να οργανώσει δομές σε κάθε πόλη και χωριό για να διασφαλίσει την εκλογή ενός αριστερού Εργατικού Κόμματος σε όλα τα επίπεδα, και να δημιουργήσει ένα μαζικό κίνημα για πραγματικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς...».
Στην πιο πρόσφατη εκδοχή, οι συγκεκριμένες αναφορές σε ένα μαζικό κίνημα και μια κοινωνική αλλαγή αντικαθίστανται από τη δέσμευση:
«Να οργανωθούμε μέσα στις κοινότητες ανά τη χώρα για να προωθήσουμε το φιλόδοξο σχέδιο των Εργατικών για τη Βρετανία και να διασφαλίσουμε μια κυβέρνηση Εργατικών...».
Αν η αριστερή πτέρυγα των Εργατικών δεν εστιάζει στο χτίσιμο ενός μαζικού κινήματος έξω από το κόμμα τους, φαίνεται επίσης ότι υπάρχει και έλλειψη οργάνωσης για το συντονισμό των αριστερών φωνών μέσα στις κομματικές δομές των Εργατικών. Η εντύπωση που έχει ο εξωτερικός παρατηρητής του κόμματος είναι ότι υπάρχει ένα συνονθύλευμα από δίκτυα και ομάδες διαλόγου. Όμως υπάρχουν λίγες δομές –όπως συζητήσεις στο Διαδίκτυο, περιοδικά/ιστοσελίδες ή πανεθνικές οργανώσεις– όπου οι υποστηρικτές του Κόρμπιν στο Εργατικό Κόμμα να μπορούν να συζητήσουν τις προτεραιότητές τους και τα θεμελιώδη στρατηγικά ζητήματα, όπως αυτά που άνοιξε ο Τζον ΜακΝτόνελ στο Συνέδριο των Εργατικών – «Τι θα γίνει όταν ή αν μας επιτεθούν; Τι θα γίνει αν υπάρξει επίθεση στη λίρα και υποτίμησή της;». 
Εκατομμύρια άνθρωποι επενδύουν τις ελπίδες τους στον Κόρμπιν, και κανείς δεν αμφιβάλλει ότι έχει την πρόθεση να κάνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, ενώ κομμάτια της αστικής τάξης ίσως θεωρούν ότι μια συμφωνία με τον Κόρμπιν είναι τίμημα που αξίζει να πληρώσουν, την ίδια ώρα θα παλέψουν με νύχια και με δόντια για τους όρους της συμφωνίας αυτής. Και παράλληλα θα υπάρχουν άλλα κομμάτια της ίδιας τάξης, καθώς και τα δεξιά ΜΜΕ, που θα είναι εντελώς αντίθετα με μια τέτοια συμφωνία. Οπότε αναμένουμε ότι ο Κόρμπιν θα έχει να αντιμετωπίσει επιθέσεις από την πρώτη μέρα.
Αριστερά
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να αναπτύξουμε στρατηγικές για εκείνη τη στιγμή. Οι οργανωμένες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι μικρές, τόσο μέσα όσο και έξω από τους Εργατικούς. Μπορούμε να κάνουμε περισσότερα για να αναπτύξουμε δίκτυα που να μπορούν και να στηρίξουν μια κυβέρνηση Κόρμπιν αλλά και να την ελέγχουν αν αρχίσει να υποχωρεί στις τεράστιες πιέσεις που θα αντιμετωπίσει; Μπορούμε να εργαστούμε περισσότερο για να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή πολιτική κατάσταση και να συζητήσουμε το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να την αντιμετωπίσουμε; Πάνω απ’ όλα, μπορούμε να ενισχύσουμε την ενεργή συμμετοχή των δυνάμεων που στηρίζουν τον Κόρμπιν σε κινητοποιήσεις ή συζητήσεις, ώστε να εμπλέκονται περισσότερο ενεργά και να μην περιμένουν παθητικά να έρθουν οι αλλαγές από τα πάνω; Αυτά είναι τα νέα ζωτικής σημασίας καθήκοντα που μπαίνουν για όλους μας ύστερα από εφτά μήνες που άλλαξαν το πολιτικό πεδίο στη Βρετανία.

*Ο Colin Wilson είναι μέλος του RS21 στην Αγγλία. Το άρθρο αναρτήθηκε στο rs21.org.uk το Νοέμβρη του 2017 και περιγράφει την βαθιά κρίση της κυβέρνησης Μέι που οδηγεί τμήμα της αστικής τάξης να αρχίσει το φλερτ με τους Εργατικούς  Ολόκληρο το άρθρο υπάρχει στο Rproject.gr, εδώ παραθέτουμε κυρίως τμήματα που αφορούν τη σχέση Κόρμπιν-αστικής τάξης. Τη μετάφραση έκανε η Δανάη Μανωλέσου.