Μαζική αντιφασιστική απάντηση σπάει το φόβο

Η ακροδεξιά τρομοκρατική επίθεση εναντίον αντιφασιστών διαδηλωτών και η δολοφονία της ακτιβίστριας Χέδερ Χέιερ στο Σάρλοτσβιλ δείχνει πως αποτέλεσε ένα σημείο καμπής για τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ. 
Οι προηγούμενοι μήνες είχαν σημαδευτεί από την ενίσχυση της ακροδεξιάς αυτοπεποίθησης: Από τις ρατσιστικές δολοφονίες στο Πόρτλαντ και το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ως τις δολοφονικές απειλές ενάντια στη μαύρη αγωνίστρια Κιγιάνγκα Γιαμάτα Τέιλορ και από τα ρατσιστικά συνθήματα στο σπίτι του σταρ του NBA Λεμπρόν Τζέιμς μέχρι τις «περιοδείες» νεοναζί όπως ο Σπένσερ σε πανεπιστήμια και τις πρώτες ακροδεξιές συγκεντρώσεις σε μια σειρά πόλεις. 
Η κινητοποίηση των ακροδεξιών στο Σάρλοτσβιλ ήταν η κορύφωση των ενεργειών τους: Με τον ενδεικτικό τίτλο «Ενώστε τη Δεξιά», στους δρόμους της πόλης παρέλασαν όλες οι φυλές της αμερικανικής ακροδεξιάς. Η συνέχεια όμως δεν ήταν ανάλογη. Η δολοφονία της Χέδερ προκάλεσε οργή στη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας και λειτούργησε ως συναγερμός. Πέρα από την επίθεση, ήταν η ίδια η διαδήλωση που προκάλεσε ανατριχίλα: Δάδες, όπλα, σβάστικες, ναζιστικά συνθήματα –το πραγματικό πρόσωπο της λεγόμενης «Alt-Right» («Εναλλακτική Δεξιά»).
Την ίδια τη νύχτα της δολοφονίας, έγιναν διαδηλώσεις και ολονυχτίες σε περίπου 400 πόλεις, ένα τεράστιο κύμα αυθόρμητων κινητοποιήσεων που θύμιζε τις μέρες μετά τη νίκη του Τραμπ. Η συνέχεια δόθηκε με οργανωμένο τρόπο στη Βοστόνη. Τους προηγούμενους μήνες, οι αντισυγκεντρώσεις ενάντια στην ακροδεξιά ήταν υπόθεση αποκλειστικά κάποιων ομάδων –οι Αntifa, οι οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς, κάποιοι ακτιβιστές των κινημάτων. Ήταν σημαντικές δράσεις, αλλά μειοψηφικές, με τους αριθμούς των συγκεντρωμένων (μερικές εκατοντάδες) πότε να είναι οι ίδιοι, πότε μικρότεροι, πότε λίγο μεγαλύτεροι από των φασιστών. Στην ίδια τη Βοστόνη, τον περασμένο Μάη, 150 αντιφασίστες συγκεντρώθηκαν απέναντι σε περίπου 300 ακροδεξιούς. Ένα τμήμα του κινήματος αδιαφορούσε για την προσπάθεια να γίνει μαζική κινητοποίηση, ιεραρχώντας τη φυσική αντιπαράθεση ψηλότερα, ενώ ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις δεν είχαν τη διάθεση να εμπλακούν στον αντιφασιστικό αγώνα. 
Αυτό το τοπίο άλλαξε μετά το Σάρλοτσβιλ, και στη Βοστόνη η εικόνα ήταν τελείως διαφορετική. 
Η αντιφασιστική κινητοποίηση υποστηρίχθηκε από δεκάδες οργανώσεις: εργατικά σωματεία (ανάμεσά τους το μεγαλύτερο της πολιτείας, αυτό των εκπαιδευτικών που κινητοποίησε μαζικά τα μέλη του), ΜΚΟ, φιλελεύθερες οργανώσεις (στις ΗΠΑ «φιλελεύθερη» ονομάζεται μια «χαλαρή» κοινωνική Αριστερά, συνήθως κοντά στο Δημοκρατικό Κόμμα), αντιφασιστικές ομάδες, οργανώσεις της Αριστεράς, ομάδες ακτιβιστών –με το ρόλο των μελών του Black Lives Matter να είναι καθοριστικός στην οργάνωση της διαδήλωσης. Το αποτέλεσμα ήταν να διαδηλώσουν 15.000 άνθρωποι προς το σημείο όπου θα συγκεντρώνονταν οι ακροδεξιοί, ενώ άλλοι 10.000 συγκεντρώθηκαν κατευθείαν δίπλα από το σημείο της φασιστοσύναξης. Κάποια ΜΜΕ ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό των αντιφασιστών από τις 25.000 στις 40.000. Η κινητοποίηση που ετοίμαζαν για εβδομάδες οι φασίστες κατέληξε σε θλιβερό φιάσκο: καμιά 25αριά ακροδεξιοί, οι οποίοι είχαν ήδη αποχωρήσει (με ισχυρή αστυνομική συνοδεία) την ώρα που έφτανε στο σημείο ο κυρίως όγκος της διαδήλωσης. 
Η διαδήλωση –και οι ομιλητές– ήταν εντυπωσιακή και πολιτικά: ιθαγενείς που υπενθύμισαν στους συγκεντρωμένους ότι η γη των ΗΠΑ αρπάχτηκε από τους προγόνους τους, αγωνιστές του Black Lives Matter που ανέδειξαν ευρύτερα το ζήτημα και του κρατικού ρατσισμού, ένα κοινό μπλοκ της Αριστεράς (ISO, Socialist Alternative, DSA, Boston Socialist Party, IWW) κ.ο.κ.
Αυτή η επιτυχία έδωσε φτερά στο αντιφασιστικό κίνημα στο Μπέρκλεϊ και το Σαν Φρανσίσκο. Αυτές οι παραδοσιακά προοδευτικές περιοχές έχουν μπει από καιρό στο στόχαστρο της ακροδεξιάς: Ο Μίλο Γιαννόπουλος είχε επιχειρήσει να μιλήσει στο ιστορικό πανεπιστήμιο, και συνάντησε μια αντιδιαδήλωση 1000 φοιτητών. Μια ακροδεξιά ομάδα είχε συγκρουστεί με τους Antifa και άλλους αντιφασίστες διαδηλωτές το Μάρτη. Τον Απρίλη κινητοποιήθηκαν όλες οι φυλές της Alt-Right και των «πατριωτικών κινημάτων» (μαζί με τις πολιτοφυλακές τους) σε μια συγκέντρωση στο Μπέρκλεϊ. Από τον Ιούλη είχε ανακοινωθεί ένα διήμερο σε Σαν Φρανσίσκο και Μπέρκλεϊ «ενάντια στο μαρξισμό στις ΗΠΑ». Από τον Ιούλη είχε ξεκινήσει η προσπάθεια των αντιφασιστών να οργανώσουν την απάντηση, η οποία όσο προχωρούσε ο καιρός έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, με τις υπογραφές στήριξης να ξεπερνούν τις 70 συλλογικότητες: φοιτητικές ομάδες, ενώσεις μουσουλμάνων, εβραϊκές ενώσεις, τα σημαντικότερα εργατικά σωματεία της περιοχής, οργανώσεις της Αριστεράς κ.ά. Μάλιστα το ILWU, το Συνδικάτο που οργανώνει κυρίως τους λιμενεργάτες της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, αλλά και εργαζόμενους σε αποθήκες, βιβλιοθήκες και αλλού, αποφάσισε να απεργήσει, υπενθυμίζοντας σημαντικές παρακαταθήκες της ιστορίας:
«Σύμφωνα με τις καλύτερες παραδόσεις του σωματείου μας, που πολέμησε ενάντια σε αυτούς τους δεξιούς κατά τη Μεγάλη Απεργία του 1934, δεν θα δουλέψουμε εκείνη τη μέρα, αλλά θα πορευτούμε προς το Crissy Field για να σταματήσουμε τη ρατσιστική, φασιστική τρομοκράτηση στην πόλη μας, και καλούμε όλα τα συνδικάτα και τις αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές οργανώσεις να ενωθούν μαζί μας για να υπερασπιστούμε τα συνδικάτα, τις φυλετικές μειονότητες, τους μετανάστες, τα ΛΟΑΤΚ άτομα, τις γυναίκες και όλους τους καταπιεσμένους». 
Τελικά, η ακροδεξιά συγκέντρωση στο Σαν Φρανσίσκο μετατράπηκε σε συνέντευξη Τύπου, η οποία άλλαξε μερικές φορές μέσα στη μέρα τοποθεσία για να καταλήξει σε ένα διαμέρισμα μεταξύ «συγγενών και φίλων», ενώ στους δρόμους της πόλης πανηγύριζαν περίπου 15.000 διαδηλωτές. Καθώς γράφονταν αυτές οι γραμμές, μια βασική διοργανώτρια της ακροδεξιάς συγκέντρωσης στο Μπέρκλεϊ επίσης ανακοίνωνε ότι ματαιώνει τη συγκέντρωση. 
Αυτές οι νίκες δεν δείχνουν απλώς τις δυνατότητες της μαζικής κινητοποίησης, ούτε περιορίζονται στη ματαίωση των συγκεντρώσεων των ακροδεξιών, αλλά σπάνε και το φόβο. Με αυτήν την έννοια, η βία στο Σάρλοτσβιλ έφερε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδίωκαν οι φασίστες. Η μαζική συμμετοχή και η θετική έκβαση δεν ήταν αυτονόητες, αλλά αυτό δεν αποθάρρυνε τον κόσμο του κινήματος. Με τα λόγια της Έιμι Γκάιντις, που ταξίδεψε από το Πόρτλαντ στη Βοστόνη για να συμμετάσχει στην κινητοποίηση:
«Αν και τώρα είναι σαφές ότι ήμασταν συντριπτικά περισσότεροι από τους φασίστες, αυτό δεν ήταν δεδομένο ούτε εμφανές σε εμάς στην αρχή της κινητοποίησης. Βαδίζαμε προς το Common (σ.σ. το σημείο της φασιστοσύναξης), αλλά δεν ξέραμε τι ακριβώς θα αντιμετωπίζαμε εκεί...
Υπήρχε αυτοπεποίθηση γι’ αυτό που κάναμε, αλλά η βία του Σάρλοτσβιλ και της καθημερινότητας στην Αμερική συνέχιζε να υπάρχει στο μυαλό μας. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι αγκάλιαζαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα λίγο πιο σφιχτά από το συνηθισμένο πριν φύγουν για να κατέβουν στους δρόμους της Βοστόνης χθες. 
Χθες ήταν μια νίκη για την πλευρά μας, όχι μόνο επειδή διαλύσαμε και αποθαρρύναμε τους οπαδούς της λευκής ανωτερότητας, αλλά και γιατί δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έζησαν την εμπειρία του να στέκονται με αυτοπεποίθηση υπέρ των απόψεών τους, απέναντι στον πραγματικό φόβο. 
Για να κερδίσουμε έναν καλύτερο κόσμο, ελεύθερο από λευκή ανωτερότητα, καταπίεση και εκμετάλλευση, θα χρειαστεί να περάσουμε από εμπειρίες όπως η χθεσινή ξανά και ξανά, και σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα. Η Βοστόνη ήταν μια νίκη που μας έφερε λίγο πιο κοντά σε αυτόν το στόχο. Σήμερα δεν αισθάνομαι φόβο. Νιώθω την περηφάνια και την ελπίδα που γεννά η αλληλεγγύη και η μαζική δράση!».

Η κρίση του Τραμπ και των «από πάνω»

Τα γεγονότα του Σάρλοτσβιλ εκτός από την κινηματική ανάταση «από τα κάτω», βάθυναν και την κρίση των «από πάνω». Η ανεκδιήγητη στάση του Ντόναλντ Τραμπ, που εξίσωσε τα «δύο άκρα» και μάλιστα με τρόπο που περισσότερο χάιδευε τα αυτιά των φασιστών και παρουσίαζε ως κυρίως υπαίτιους τους αντιφασίστες, ήταν ένα ακόμα περιστατικό που έπεισε ακόμα περισσότερο σημαντικές μερίδες του κράτους και του κεφαλαίου ότι είναι ακατάλληλος για τη θέση. 
Δέχθηκε επιθέσεις από σοβαρά ΜΜΕ της άρχουσας τάξης όπως ο «Economist», αλλά ακόμα και από το Fox News, το δίκτυο που προωθεί συστηματικά τις δεξιές ιδέες, τον αντικομουνισμό και το ρατσισμό στις ΗΠΑ. Ακόμα και απολύτως μέινστριμ ΜΜΕ γράφουν άρθρα φιλικά προς τους Antifa. Στελέχη των Ρεπουμπλικάνων, που έκαναν καριέρα ενισχύοντας το ρατσισμό, άσκησαν δριμεία κριτική στους νεοναζί –και εμμέσως στον Τραμπ που τους κάλυψε. Ο Μιτ Ρόμνεϊ έφτασε να βγει... από τα αριστερά στους φιλελεύθερους που αρχικά καταδίκαζαν «τη βία των δύο άκρων», γράφοντας πως οι οπαδοί της ρατσιστικής βίας και οι αντίπαλοί τους ανήκουν «σε τελείως διαφορετικό ηθικό σύμπαν». Σύσσωμη η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων κράτησε αντίστοιχη στάση με τους Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές. Όλη η κεντρική πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ γέμισε από όψιμους (και υποκριτές) «αντιναζί». Οι δηλώσεις του Τραμπ έγιναν δεκτές με ικανοποίηση μόνο στο Stormfront, το σάιτ-φόρουμ των Αμερικανών νεοναζί.
Η μία ερμηνεία της κρίσης αφορά τον «εμφύλιο» που προϋπήρχε στο κράτος και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι μεγαλοχρηματοδότες των «εθνικιστών» έχουν δημιουργήσει ένα «σκιώδες Ρεπουμπλικανικό Κόμμα» όπως έλεγε άρθρο του Vox, με τους εθνικιστές να λειτουργούν ως «παράσιτο» που έχει βρει ως καλύτερο ξενιστή το επίσημο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Τα στελέχη που παρήγαγαν αυτά τα δίκτυα χρηματοδοτών κατέλαβαν πόστα στην κυβέρνηση Τραμπ και επιχείρησαν στην αρχή της θητείας Τραμπ μια «εξ εφόδου» υλοποίηση του προγράμματός τους, προκαλώντας χάος στην Ουάσινγκτον. Ακολούθησαν η αναδίπλωση και ο «πόλεμος θέσεων», αλλά οι κόντρες με τους «παραδοσιακούς» του κόμματος όπως και με τμήματα του κρατικού μηχανισμού δεν σταμάτησαν. Μετά το Σάρλοτσβιλ, αντεπιτίθεται το κομμάτι που δεν συμμερίζεται το «εθνικιστικό» πρόγραμμα του Στιβ Μπάνον. 
Η δεύτερη ερμηνεία αφορά το πώς επιλέγει να χειριστεί η άρχουσα τάξη την κρίση που ξέσπασε (και αυτό θα κρίνει και την έκβαση της πάλης μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα). Η μαζική παραίτηση των CEO των μεγαλύτερων καπιταλιστικών εταιρειών των ΗΠΑ από τις διαφορές οικονομικές-εργοδοτικές επιτροπές που παραδοσιακά συμβουλεύουν τους Αμερικανούς προέδρους και η επακόλουθη διάλυση αυτών των επιτροπών από τον Τραμπ (για να αποφύγει την ντροπή της αυτοδιάλυσής τους) είναι ένα δείγμα. Η επίσημη γραμμή της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ δεν είναι η ανοιχτή στήριξη στους νεοναζί σε αυτήν τη φάση, ούτε δείχνουν να επιδιώκουν νεκρούς στους δρόμους από ανεξέλεγκτες συγκρούσεις. Φάνηκε στον όψιμο υποκριτικό «αντιφασισμό» που κυριάρχησε στα ΜΜΕ, με μοναδική παραφωνία στη γραμμή της άρχουσας τάξης να είναι ο... πρόεδρος των ΗΠΑ. Η ρητορική καταδίκη των νεοναζί και της Κου-Κλουξ-Κλαν είναι το «μίνιμουμ» σε επίπεδο δημόσιας εικόνας και ο Τραμπ κατόρθωσε να μην το πιάσει. 
Ο τρίτος παράγοντας, που δεν πρέπει να υποτιμηθεί μέσα στις δαιδαλώδεις αναλύσεις για τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό των «από πάνω», είναι η μαζική οργή και το αντιφασιστικό κίνημα. Αυτό ασκεί ασφυκτική πίεση να πάρουν όλοι αποστάσεις από τους ακροδεξιούς, αυτό πέτυχε την απονομιμοποίησή τους που κάνει υποχρεωτικό για όποιον θέλει να μη χάσει κι αυτός κάθε νομιμοποίηση να τοποθετηθεί εναντίον της ακροδεξιάς. Τα κίνητρα των CEO άλλωστε δεν ήταν ποτέ κάποιος ειλικρινής αντιφασισμός. Το ζητούμενο ήταν να προστατέψουν τα ονόματα των εταιρειών τους και να αποφύγουν το στιγματισμό, σε μια αμερικανική κοινωνία που βράζει από αντιφασιστική οργή. Όπως το έθεσε ειλικρινά ένα από αυτά τα μεγαλοστελέχη: «Με δεδομένη την τοξικότητα των οπαδών της λευκής ανωτερότητας και των νεοναζί, συνδυαστικά με την έκταση και την ένταση της συζήτησης που ξεδιπλώνεται πανεθνικά, το να θεωρηθούμε “ένοχοι λόγω συνάφειας” θα ήταν πολύ βλαβερό για την εταιρεία. Μεγάλες κρίσεις μπορούν να βυθίσουν τη δημόσια εικόνα μιας εταιρείας για πολύ καιρό, και η πλήρης ανάκαμψη μπορεί να πάρει χρόνια». Η αποπομπή του Στιβ Μπάνον από τον Λευκό Οίκο ήταν μια πρώτη νίκη του κινήματος, που αξιοποιεί την κρίση των «από πάνω» (με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων ο Τραμπ να μην έχει νομοθετήσει απολύτως τίποτα στην ως τώρα θητεία του) αλλά και τη βαθαίνει με τη δράση του. Η απομόνωση του Τραμπ ως «ανεκτικού στους ρατσιστές» είναι άλλωστε ήδη μια αλλαγή ατζέντας από το ίδιο το κίνημα, που δεν έχει καμιά σχέση με την προσπάθεια των Δημοκρατικών π.χ. να απομονωθεί ο Τραμπ με πατριωτικούς-ιμπεριαλιστικούς όρους ως «άνθρωπος της Ρωσίας». 

Προοπτικές

Η κρίση του Τραμπ είναι τέτοια, που έχει ανοίξει δημόσια η συζήτηση αν βγάζει την τετραετία (ή και τη χρονιά). Δεν θα είναι τόσο απλό. Οι ίδιοι καπιταλιστές που διαφοροποιούνται για λόγους δημοσίων σχέσεων τώρα, θα τον στηρίξουν στην προσπάθειά του να περάσει την αντιδραστική φορολογική μεταρρύθμισή του. Επιπλέον, θα είναι κρίσιμο η ενδεχόμενη κατάρρευση του Τραμπ να έρθει κάτω από το βάρος του κινήματος. Μια τέτοια εξέλιξη απεύχονται οι Δημοκρατικοί –που προσδοκούν μια ομαλή διαδοχή κατά την οποία θα επιλεγούν ως «το πιο σοβαρό κόμμα της αστικής τάξης» και έχουν πρωταγωνιστήσει στην έκκληση για αυτοσυγκράτηση τις μέρες μετά το Σάρλοτσβιλ. Γνωρίζουν πως στις πολιτικές μάχες που δίνουν τα κινήματα, αυτά τείνουν να μην αυτοπεριορίζονται στην ατζέντα που βολεύει τους Δημοκρατικούς. Η μάχη ενάντια στην κατάργηση του (λειψού και προβληματικού) Obamacare πυροδότησε ένα κίνημα υπέρ της καθολικής δημόσιας ασφάλισης για όλους. Η πάλη ενάντια στην ακροδεξιά έχει ανοίξει τα ζητήματα του βαθιά ριζωμένου ρατσισμού στο αμερικανικό κράτος. Τα αγάλματα-σύμβολα ρατσισμού στο Νότο –που έμεναν στη θέση τους για δεκαετίες– γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο, είτε από τους ίδιους τους διαδηλωτές είτε κάτω από την πίεσή τους. 
Η αντίσταση στον Τραμπ, για να είναι πραγματικά από τα αριστερά και να μην εγκλωβίζεται στο δίπολο των διαφορετικών αστικών στρατηγικών, θα πρέπει να είναι και αντι-ιμπεριαλιστική. Ιδιαίτερα σε μια συγκυρία που ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απειλήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα τη Βόρεια Κορέα και τη Βενεζουέλα, ενώ αποφάσισε να στείλει επιπλέον στρατό στο Αφγανιστάν. Ιδιαίτερα σε μια συγκυρία που ίσως επιχειρήσει να βγει από τη γωνία που έχει στριμωχτεί, μέσω ενός πολέμου, που θα τον αναβαπτίσει σε «αρχηγό του κράτους εν ώρα πολέμου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αξίζει να θυμόμαστε ότι αρκούσε ένα πυραυλικό χτύπημα σε στρατιωτική βάση στη Συρία για να θεωρηθεί προς στιγμήν από το σύνολο των ΜΜΕ (συντηρητικών και φιλελεύθερων) «πραγματικός πρόεδρος των ΗΠΑ». 
Πέρα από τον ίδιο τον Τραμπ, υπάρχει ένα ακροδεξιό ρεύμα που παραμένει απειλή. Έχει κάνει σημαία του το ότι «θα υλοποιήσουμε όσα εξήγγειλε ο Τραμπ». Μια αποτυχία του Τραμπ να εφαρμόσει τις πολιτικές του, ή ακόμα και η πτώση του, δεν θα εξαφανίσει αυτό το ρεύμα το οποίο θα επιχειρήσει να τα υλοποιήσει «στο δρόμο». Ο ίδιος ο Μπάνον, μετά την αποπομπή του, δηλώνει έτοιμος να συνεχίσει τη μάχη «απέξω», χωρίς τις προσβάσεις αλλά και χωρίς τους περιορισμούς της θέσης στον Λευκό Οίκο. Η οργάνωση της μαζικής αριστερής ριζοσπαστικοποίησης (που ενισχύει δυνάμεις της Αριστεράς τελευταία) θα είναι η καλύτερη απάντηση και σε αυτήν την απειλή.