Η  κυβέρνηση προετοιμάζει το «αφήγημα» και τις τακτικές κινήσεις για την αναπόφευκτη εκλογική αναμέτρηση, με βασικό στόχο να περιορίσει τις διαστάσεις της πολιτικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο προηγούμενος κύκλος πολιτικής αντιπαράθεσης, με κορύφωση τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την ψευδεπίγραφη «έξοδο από τα μνημόνια» και για τη συμφωνία των Πρεσπών που διασφάλισε την επέκταση του ΝΑΤΟ στα Δυτικά Βαλκάνια, ολοκληρώθηκε αφήνοντας στον Αλέξη Τσίπρα τον έλεγχο των πολιτικών πρωτοβουλιών.
Η κυβέρνησή του, παρά τη ρήξη της συμμαχίας με τους ΑΝΕΛ, επιβίωσε και μπορεί να επιλέξει το χρόνο των εκλογών κατά το συμφέρον της, «παίζοντας» μεταξύ των σεναρίων είτε του Μάη είτε του Οκτώβρη του 2019.
Όμως, με τι αντίτιμο; Η πολιτική «κανονικότητα», η τόσο προσφιλής στους ευρωκομμουνιστές μέντορες του πρωθυπουργού «θεσμική ομαλότητα», έχει γίνει πραγματικά ρεντίκολο.
Για να παραμείνει η κυβέρνηση στην εξουσία (δηλαδή να έχει την υποστήριξη 151 βουλευτών) και να ικανοποιηθεί ταυτόχρονα το αίτημα του Καμμένου να διατηρήσει την ιδιότητα και τα προνόμια του επικεφαλής Κοινοβουλευτικής Ομάδας (αίτημα που κατατέθηκε ως προϋπόθεση για να τηρήσει ο Καμμένος την «ομερτά» σχετικά με τα έργα και τις ημέρες της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), ο Τσίπρας έφτασε σε μια ακραίας αστάθειας κοινοβουλευτική «ρύθμιση»: Θεσμοθέτησε την ύπαρξη βουλευτών που στηρίζουν παγίως την κυβέρνηση (για να διατηρεί την «δεδηλωμένη»), ενώ ταυτόχρονα αυτοί οι βουλευτές θα «ανήκουν» σε ένα κόμμα που έχει αποχωρήσει από την κυβέρνηση (ώστε οι ΑΝΕΛ να έχουν τον αριθμό βουλευτών που χρειάζεται για τα προνόμια Κοινοβουλευτικής Ομάδας). Μαγικό…
Στην πολιτική ιστορία της χώρας, έχουν καταρρεύσει αμέσως κυβερνήσεις που διέθεταν μεγαλύτερη και πιο πραγματική κοινοβουλευτική ισχύ.
Ο λόγος που αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση Τσίπρα είναι κατεξοχήν «εξω-κοινοβουλευτικός»: Είναι η υποστήριξη που παρείχαν στην κυβέρνηση οι δανειστές, η κυβέρνηση Τραμπ και σημαντικό τμήμα των ντόπιων καθεστωτικών δυνάμεων. Χωρίς αυτόν τον παράγοντα, η κυβέρνηση Τσίπρα θα είχε πέσει σαν σάπιο σύκο.
Ο παράγοντας αυτός εκδηλώθηκε με τον πιο φανερό τρόπο στη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η ομοβροντία δηλώσεων διεθνών ηγετών (από τον Τραμπ και τη Μέρκελ ως τον Μακρόν…) που τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ της συμφωνίας, υποστήριξαν τους χειρισμούς Τσίπρα και προειδοποίησαν τον Μητσοτάκη ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα ανεχθούν πολιτικάντικα προσκόμματα απέναντι στο μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι της Δύσης στα Βαλκάνια.
Την ίδια στιγμή οι στρατιωτικές, διπλωματικές, οικονομικές κ.ά. γραφειοκρατίες του ελληνικού κράτους έδειξαν ότι κατανοούν, σε μεγάλο βαθμό, τα πραγματικά οφέλη και τις κατακτήσεις της ελληνικής πλευράς μέσω της συμφωνίας των Πρεσπών, και έμειναν σιωπηλές την ώρα των κραυγών της Δεξιάς και της ακροδεξιάς στα συλλαλητήρια. Όποιος κατανοεί κατ’ ελάχιστον την ελληνική πολιτική ιστορία, γνωρίζει ότι αν αυτός ο παράγοντας (πχ η ηγεσία του στρατού και του διπλωματικού σώματος) συμμεριζόταν την κριτική περί «εθνικής μειοδοσίας», τότε η ψήφος των «ποταμίσιων» βουλευτών δεν θα ήταν αρκετή για την επιβίωση της κυβέρνησης.
Η δυνατότητα του Τσίπρα να επιβιώνει στην κυβέρνηση μέσω αυτής της στήριξης, προδιαγράφει τα όρια για το «αφήγημα» του ΣΥΡΙΖΑ ενόψει των εκλογών.
Αυτό αποδεικνύεται αν εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά το κορυφαίο σημείο αυτής της «αφήγησης» που αφορά την αύξηση του κατώτατου μισθού:
Κατώτατος μισθός
Κατ’ αρχήν, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού (από τα 492 ευρώ στα 546 καθαρά) γίνεται μέσω της εφαρμογής του μνημονιακού νόμου Βρούτση (ν. 4172 του 2013), δηλαδή με απόφαση του υπουργού Εργασίας και όχι με την επαναφορά σε ισχύ της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης, όπως υποσχόταν και σχεδίαζε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015. Αυτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε υπουργός Εργασίας (πχ μετά τις εκλογές) μπορεί κάλλιστα να αλλάξει ξανά την απόφασή του. Αυτή, λοιπόν, η αρχικά καλοδεχούμενη απόφαση είναι εξαιρετικά επισφαλής και αβέβαιη. 
Δεύτερον, είναι εξαιρετικά αμφίβολο το πόσους εργαζόμενους αφορά η απόφαση. Οι εργαζόμενοι σταθερής απασχόλησης που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι περίπου 200.000 (11% του εργατικού δυναμικού στον ιδιωτικό τομέα). Η κυβέρνηση διογκώνει υπέρμετρα τον αριθμό, ισχυριζόμενη ότι η αύξηση θα αφορά και τους εργαζόμενους της «ελαστικής» απασχόλησης, που έχουν πολλαπλασιαστεί στα χρόνια της κρίσης (το 2017, επί ΣΥΡΙΖΑ, οι προσλήψεις στην ελαστική απασχόληση έγιναν πλειοψηφικές: 55,5% επί του συνόλου...). Όμως αυτός ο κυβερνητικός ισχυρισμός δεν ισχύει: στην «ελαστικότητα» οι εργοδότες έχουν τη δυνατότητα να συμψηφίζουν την υποχρέωση για αύξηση μισθού με τις αυξομειώσεις του «ελαστικού» χρόνου εργασίας.
Τρίτον και πιο ουσιαστικό, ας θυμηθούμε μέσα σε πιο γενικό πλαίσιο έρχεται αυτή η υπόσχεση για αύξηση στον κατώτατο μισθό. Η συνολική μάζα των μισθών (στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα) μεταξύ του 2010 και σήμερα, έχει μειωθεί από τα 83 δισ. ευρώ στα 59,5 δισ. ευρώ (σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ). Αυτή η κολοσσιαία μεταφορά πλούτου από την εργατική τάξη στο κεφάλαιο, όχι μόνο συνεχίστηκε επί ΣΥΡΙΖΑ, αλλά εντατικοποιήθηκε. Σύμφωνα με το ILO, το 2017 η συνολική μάζα του μισθού στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,5%, μια μείωση ρεκόρ για όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ! Και αυτά ισχύουν χωρίς να συνυπολογίσουμε τη μεγάλη αιμορραγία που προκαλεί η βαρύτερη άμεση φορολόγηση εισοδήματος, το κοινωνικά άδικο σύστημα έμφασης στους έμμεσους φόρους και η κατάρρευση των κοινωνικών υπηρεσιών. 
Όσο για τις υποκρισίες περί της αύξησης στο επίδομα των ανέργων, αρκεί να θυμίσουμε ότι η κυβερνητική πολιτική έχει κατορθώσει να λαμβάνει επίδομα ανεργίας μόλις το 12% των επισήμως καταγεγραμμένων ανέργων. 
Κοινωνικός θυμός
Επειδή τα παραπάνω συγκροτούν την μαζική εμπειρία για τις πραγματικότητες της ζωής των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών στην Ελλάδα, τα περιθώρια πολιτικής απόδοσης της δημαγωγίας του Τσίπρα και των υπουργών του γίνονται αρκετά περιορισμένα. 
Αντίθετα, γίνεται πολύ πιο πιθανό να γίνεται μαζικά κατανοητό το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα παραχωρεί, με τρόπο επισφαλή και προσωρινό, ένα «φιλοδώρημα» προς ένα περιορισμένο τμήμα των φτωχότερων της τάξης μας, με στόχο να παραμείνει πολιτικά ενεργή, στηρίζοντας μια γενικότερη μεταφορά πλούτου από το σύνολο της τάξης μας προς τους εργοδότες. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί ένα πολύ επικίνδυνο για την κυβέρνηση στοιχείο: ο μαζικός κοινωνικός θυμός υπήρξε πάντα μια δύναμη που πολύ δύσκολα ελέγχεται πολιτικά.
Αυτή είναι η κοινωνική βάση για τα καθήκοντα –για τις υποχρεώσεις, τις ευκαιρίες και τους κινδύνους– που έχει να αντιμετωπίσει η ριζοσπαστική Αριστερά. Αυτήν την ώρα δεν έχουμε να αντιδράσουμε ως δημοσκόποι, να αναρωτιόμαστε κυρίως προς τα πού θα γείρει η συσσωρευμένη κοινωνική οργή. Έχουμε να αντιδράσουμε ως πολιτικοί αγωνιστές/στριες: Να πάρουμε όλες τις πρωτοβουλίες, στο κοινωνικό κίνημα και στον πολιτικό αγώνα, που θα προσπαθούν να συγκροτούν την αγανάκτηση του κόσμου σε πολιτική δύναμη πάλης απέναντι σε αυτήν την κυβέρνηση, από τα αριστερά της…