Εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης στο άρθρο της Σάρον Σμιθ.

Τα τελευταία χρόνια έχει δημοσιευτεί πληθώρα άρθρων και βιβλίων για τη διαθεματικότητα τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Η χρήση της έννοιας στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στις προσεγγίσεις των Σπουδών Φύλου, καθώς και σε ένα πιο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Είναι τόσο διαφορετικές και αντιφατικές όμως οι διάφορες χρήσεις της, που θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για διαθεματικότητες. To σημείο στο οποίο συγκλίνουν οι διαφορετικές αναγνώσεις της έννοιας είναι στην παραδοχή ότι οι καταπιέσεις που προκύπτουν από το φύλο, την καταγωγή, την τάξη κ.ο.κ αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και βιώνονται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετική ένταση από τις/τους καταπιεσμένες/ους.
Η συζήτηση αυτή διεξάγεται με μεγαλύτερη και αυξανόμενη ένταση στους κόλπους των κινημάτων από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Ισπανία, που συγκεντρώνουν μεταναστευτικούς πληθυσμούς οι οποίοι καλούνται να «ενσωματωθούν» στις νέες χώρες διαμονής τους. Δεν είναι όμως καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η καρδιά αυτής της συζήτησης βρίσκεται στην Αμερική. Η πρώτη γυναίκα που έκανε χρήση του όρου είναι η μαύρη νομικός ακαδημαϊκός και φεμινίστρια Κίμπερλι μόλις το 1989, με αφορμή μια δικαστική συζήτηση που ανέδειξε το κενό στο νόμο για τις περιπτώσεις απολύσεων ή βιασμών μαύρων γυναικών. Την ίδια εποχή ανθίζουν οι μεταδομιστικές και μεταμοντέρνες θεωρίες που κάνουν κριτική στο μαρξισμό για ουσιοκρατία και αναπτύσσουν μια πολιτική των ταυτοτήτων, που είναι βασισμένη στη διαφορά και όχι στα σημεία όπου οι καταπιεσμένοι συναντώνται.
Η Σάρον Σμιθ, φεμινίστρια συγγραφέας και ηγετικό στέλεχος της αμερικάνικης οργάνωσης ISO, εν μέσω ισχυρών κινημάτων όπως είναι το Black Lives Matter και το φεμινιστικό κίνημα που εξεγείρεται ενάντια στον Τραμπ, γράφει το άρθρο που ακολουθεί στις επόμενες σελίδες, ενώ έχει ήδη από το 2014 προχωρήσει σε αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου της «Γυναίκες και Σοσιαλισμός: Τάξη, Φυλή, Κεφάλαιο», στο οποίο επανατοποθετεί τη σχέση μαρξισμού και φεμινισμού, καταγράφοντας συγκλίσεις και όχι αποκλίσεις. «Ανακαλύπτοντας» την εμπειρία μιας γυναικείας μαύρης συλλογικότητας, της Κόμπαχι Ρίβερ, επιχειρεί μια επανα-οικειοποίηση της έννοιας της διαθεματικότητας, μιλώντας για τις διαφορετικές προσεγγίσεις του όρου. Αυτή του μαρξισμού και αυτή του μεταδομισμού. Το παρόν κείμενο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα ιστορικό πλαίσιο, γεωγραφικά προσδιορισμένο. Την ιστορία του μαύρου κινήματος στην Αμερική. Χωρίς τη γνώση αυτού του πλαισίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητή η χειραφετητική προοπτική της έννοιας, με κίνδυνο να παραμείνει κενή.
Η Σάρον Σμιθ προχωρά σε μια θαρραλέα τοποθέτηση, χωρίς να διστάζει να επισημάνει την υποτίμηση της εμπειρίας των μαύρων γυναικών και των φεμινιστριών από τον αμερικάνικο μαρξισμό, τμήμα του οποίου είναι και η οργάνωσή της, η ISO. Η Σάρον Σμιθ, υιοθετώντας αυτή τη στάση, επισημαίνει ότι ο μαρξισμός αποτελεί μια ζωντανή θεωρία, η οποία εξελίσσεται συνεχώς και επανα-νοηματοδείται μέσα από την εμπειρία των καταπιεσμένων. Η συλλογικότητα Κόμπαχι Ρίβερ ήταν μια συλλογικότητα μαύρων σοσιαλιστριών, λεσβιών γυναικών και η Σάρον Σμιθ επιμένει πως οι μαρξιστές έχουν να μάθουν από την εμπειρία, αποδεχόμενοι νέους τρόπους να μιλούν, να αντιλαμβάνονται και να παλεύουν τις καταπιέσεις που δημιουργεί ο καπιταλισμός και οι ταξικοί αγώνες. Την ίδια συζήτηση προσεγγίζουν πιο δισταχτικά άλλες οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς διεθνώς, υποστηρίζοντας ότι η μαρξιστική παράδοση έχει ήδη εξηγήσει τις διαφορετικές καταπιέσεις και πως ό,τι ήταν να ειπωθεί έχει ήδη ειπωθεί, μη αποδεχόμενες τον όρο διαθεματικότητα, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως αποκλειστικά μεταμοντέρνα κατασκευή.
Δεν υπάρχει λόγος σε αυτό το μικρό προλογικό σημείωμα να επεκταθούμε σε αυτή τη συζήτηση. Θα επανέλθουμε άλλωστε και σε επόμενα τεύχη. Μπορούμε ωστόσο να υπογραμμίσουμε τo ανοιχτό πνεύμα με το οποίο προσεγγίζει η Σάρον Σμιθ την έννοια της διαθεματικότητας, τη διάθεσή της να υποδεχτεί τις μαύρες θεωρητικούς, εντάσσοντας τη σκέψη και τις επεξεργασίες τους στη μαρξιστική παράδοση και την πεποίθησή της ότι οι μαρξιστές δεν μαθαίνουν στα, αλλά κυρίως από τα κινήματα και τις εμπειρίες των κολασμένων της γης.