Τα συλλαλητήρια στις 17 Μάρτη, μέσα στις τρέχουσες εξελίξεις, παίρνουν ξεχωριστή σημασία: Είναι ευκαιρία να διατυπωθεί μαζικά και αγωνιστικά ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ στο ρατσισμό, στον ιμπεριαλισμό και στον πόλεμο, στο φασισμό. Ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ, που όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων αντίστασης οφείλουν να στηρίξουν αποφασιστικά, χωρίς πολιτικούς δισταγμούς και υποσημειώσεις.

Η πρώτη πτυχή αυτής της αναγκαίας παρέμβασης οφείλει να είναι η πρακτική υλοποίησή της: η δράση, η δέσμευση, η προσπάθεια για να γίνει η 17 Μάρτη πραγματικά μαζική. Και το σύνθημα «Όλοι στο δρόμο!», στις σημερινές συνθήκες, για να υλοποιηθεί χρειάζεται συνεργασίες, χρειάζεται την ενότητα στη δράση, χρειάζεται δουλειά στα συνδικάτα, στις γειτονιές, στα σχολεία και στις σχολές.
Η επόμενη πτυχή αυτής της παρέμβασης είναι η πολιτική, είναι η αναγκαία συνειδητοποίηση ότι σήμερα η πάλη ενάντια στο ρατσισμό, στον πόλεμο και στο φασισμό, είναι ένα ενιαίο και αδιάσπαστο μέτωπο, άμεσα συνδεδεμένο με το «κοινωνικό ζήτημα», με την πάλη ενάντια στη λιτότητα και για την ανατροπή των νεοφιλελεύθερων-μνημονιακών αντιμεταρρυθμίσεων.
Κομβικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ρατσισμού –με κύρια αιχμή ενάντια στους πρόσφυγες, αλλά και τους μετανάστες– είναι ότι δεν ασκείται πλέον από «περιθωριακές» ακροδεξιές δυνάμεις, αλλά έχει πλήρως ενσωματωθεί στην πολιτική των διεθνικών οργανισμών –όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ– και των εθνικών κυβερνήσεων. Η Ευρώπη-φρούριο, η κατάπτυστη συμφωνία ΕΕ-Ελλάδας-Τουρκίας, η «περιφρούρηση» του Αιγαίου από την αρμάδα του ΝΑΤΟ, είναι πυλώνες της σύγχρονης ρατσιστικής πολιτικής που καταδικάζει σε θάνατο χιλιάδες απελπισμένους ανθρώπους στα νερά της Μεσογείου ή στα παγωμένα μονοπάτια του Έβρου. 

Για να στηριχθεί αυτή η αποτρόπαια πολιτική, οι επίσημες κρατικές δυνάμεις, αλλά και οι διεθνικοί οργανισμοί, υιοθέτησαν και ανέπτυξαν τις μεθόδους των κρατήσεων σε στρατόπεδα, των μαζικών απελάσεων και των απωθήσεων. Και αυτά δεν γίνονται με το γάντι, αλλά με πρωτοφανή αγριότητα. Είναι κοινό μυστικό ότι οι απωθήσεις, το διαβόητο push back, είναι πλέον ένα καθημερινό «σπορ» για τμήματα δυνάμεων του στρατού και συνοριοφυλάκων. Σε αυτό το σπορ δεν τηρείται καμιά αστική νομιμότητα, ακόμα και η κρατική νομιμότητα. Είναι πιθανότατο, σύμφωνα με τον τουρκικό, αλλά και τον ευρωπαϊκό Τύπο, ότι οι δύο έλληνες στρατιωτικοί που συνελήφθησαν μέσα στο τουρκικό έδαφος, βρέθηκαν εκεί κυνηγώντας γυναικόπαιδα, στα πλαίσια των καθημερινών δραστηριοτήτων push back. Εδώ εμφανίζεται χειροπιαστά η σχέση του θεσμοποιημένου ρατσισμού με τον κίνδυνο του πολέμου. 
Μέχρι χθες, τέτοια «επεισόδια» αντιμετωπίζονταν ομαλά και μέσα από τη συνεργασία των ομόλογων στρατιωτικών ηγεσιών. Όμως σήμερα δεν είμαστε στο χθες. 
Ο παροξυσμός στον ανταγωνισμό μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας έχει φτάσει σε εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο. Η πάλη μεταξύ τους για τα μερίδια στο πετρέλαιο και τους υδρογονάνθρακες της Μεσογείου, η πάλη για την τοπική πρωτοκαθεδρία στις σχέσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις, η σύγκρουση για τη θέση του κυρίαρχου υπο-ιμπεριαλισμού στην περιοχή, φέρνει στην επικαιρότητα τον εφιάλτη μιας πολεμικής αναμέτρησης. Όπου οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις θα πληρώσουν με το αίμα τους για τα συμφέροντα των ντόπιων και κυρίως των διεθνών εταιριών εξόρυξης και εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το παλιότερο αντιπολεμικό σύνθημα «Όχι αίμα για το πετρέλαιο!» δυστυχώς σήμερα δεν αφορά μόνο τις μακρινές χώρες της Μέσης και Άπω Ανατολής, αλλά άμεσα την περιοχή μας. 
Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο ξέσπασε η εθνικιστική ακροδεξιά ενεργοποίηση που, μετά το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, εκδηλώνεται με επιθέσεις σε καταλήψεις, σε κινηματικά στέκια, σε ομάδες και αγωνιστές/στριες των κοινωνικών κινημάτων αντίστασης. 
Η Χρυσή Αυγή –και άλλοι φασιστικοί κύκλοι– είδαν μέσα από τα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το Μακεδονικό την ευκαιρία να σπάσουν την απομόνωση στην οποία τους οδήγησε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η δράση του αντιφασιστικού κινήματος. 
Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες ότι η πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα μπορεί να αποτελέσει κάποιου είδους «αντίδοτο» απέναντι σε αυτούς τους αλληλένδετους κινδύνους. Αντίθετα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετακινούμενη με πρωτοφανή ταχύτητα προς τα δεξιά, ολοκληρώνοντας τη σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ενσωματώνοντας στην ατζέντα της όλο το «πρόγραμμα» των δανειστών και της ντόπιας κυρίαρχης τάξης, πυροδοτεί τους κινδύνους του ρατσισμού, του πολέμου, του φασισμού. Και παρά τα επιφαινόμενα και τους σχετικούς λεονταρισμούς, μέσα στη θυελλώδη πορεία της υλοποίησης των μνημονίων και της πλήρους ταύτισης με το δυτικό ιμπεριαλισμό, η κυβέρνηση Τσίπρα είναι «φτερό στον άνεμο», ήταν και είναι μια εξαιρετικά ασταθής και αδύναμη κυβέρνηση: το έδειξε ανάγλυφα ο ανασχηματισμός, όπου το μόνο στοιχείο «διεύρυνσης» που βρέθηκε διαθέσιμο ήταν ο… Φ. Κουβέλης!
Η απάντησή μας μπορεί να στηριχτεί μόνο στη δράση από τα κάτω και την άμεση ενεργοποίηση των δυνάμεων της Αριστεράς. Γι’ αυτό όποια στοιχεία πολιτικής, όποια «επιχειρήματα» τωρινά ή κληρονομημένα από το παρελθόν, οδηγούν σε υποβάθμιση της αντιρατσιστικής-αντιπολεμικής-αντιφασιστικής πάλης, πρέπει επειγόντως να παραμεριστούν. Γιατί πέρα από το γεγονός ότι είναι λαθεμένα, οδηγούν άμεσα στην υποτίμηση κάποιων βασικών καθηκόντων, στην υποτίμηση μιας καυτής συγκυρίας, που παραμένει γεμάτη ευκαιρίες για αριστερή αντεπίθεση, αλλά και γεμάτη κινδύνους για τις εργατικές και λαϊκές μάζες.