Τιμώντας την Παρισινή Κομμούνα του 1871: «Ένδοξος προάγγελος της νέας κοινωνίας»

Σάντρα Μπλάντγουορθ
Ημερ.Δημοσίευσης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 21 (καλοκαίρι 2021) του Marxist Left Review. Τη μετάφραση από τα αγγλικά έκανε ο Τάσος Φίντζος. Η Σάντρα Μπλάντγουορθ είναι ιστορικό στέλεχος της οργάνωσης Socialist Alternative στην Αυστραλία.

πίνακας Κομμούνας

Η Ελεονόρα Μαρξ έγραψε για την Παρισινή Κομμούνα: 


«Έχει έρθει η ώρα να καταλάβουν οι άνθρωποι το πραγματικό νόημα αυτής της Επανάστασης. Αυτό θα μπορούσε να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις… Ήταν η πρώτη απόπειρα του προλεταριάτου να αυτό-κυβερνηθεί. Οι εργάτες του Παρισιού το εξέφρασαν στο πρώτο τους μανιφέστο, όταν διακήρυξαν ότι “κατανοούν ως  αναφαίρετο δικαίωμα και επιτακτικό καθήκον  να καταστήσουν τους εαυτούς τους αφέντες της μοίρας τους, καταλαμβάνοντας την κυβερνητική εξουσία”».[1]


Ο Καρλ Μαρξ, πατέρας της Ελεονόρα, απευθυνόμενος στη Διεθνή Ένωση Εργατών ( τη γνωστή και ως Πρώτη Διεθνή) στις 30 Μάη του 1871, ξεκίνησε το λόγο του ως εξής: «Την αυγή της 18ης Μαρτίου, το Παρίσι ξύπνησε με την βροντερή ιαχή “Ζήτω η Κομμούνα!”. Τι είναι η Κομμούνα, αυτή η σφίγγα που τόσο βασανίζει την σκέψη των αστών;».[2]


Ο Μαρξ συνέχισε περιγράφοντας γιατί εμπνεύστηκε τόσο. Η Παρισινή Κομμούνα ήταν 


«η πρώτη επανάσταση στην οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά ως η μόνη τάξη που ήταν ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία, ακόμα και από τη μεγάλη μάζα των μεσαίων στρωμάτων –καταστηματάρχες, βιοτέχνες, εμπόρους– εξαιρουμένων  μόνο των πλουσίων καπιταλιστών».[3]


Πολλά από τα συμπεράσματα που άντλησε ο Μαρξ από αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός, έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί από τους εργάτες που παλεύουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους. Αν ακούσουμε όμως τις φωνές των γυναικών και των αντρών της Κομμούνας, αν εξετάσουμε τη βίαιη αντίδραση της Εθνικής Κυβέρνησης, υπό την ηγεσία του Αδόλφου Θιέρσου, ανακαλύπτουμε ότι τα μαθήματα αυτά είναι επίκαιρα και σήμερα. Όπως πολύ ποιητικά το έθεσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν:


«Η πάλη των τάξεων, την οποία ποτέ δεν χάνει από τα μάτια του ένας ιστορικός που μαθήτευσε στον Μαρξ, είναι μια πάλη για τα χοντροκομμένα και υλικά πράγματα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει τίποτα το εκλεπτυσμένο και το πνευματικό… [Το τελευταίο] κάνει εδώ την εμφάνισή του ως εμπιστοσύνη, ως θάρρος, ως χιούμορ, ως πανουργία, ως αδιάσειστη πεποίθηση, τα οποία ισχύουν και επενεργούν αναδρομικά σε βάθος χρόνου. Κάθε νίκη  που κατήγαγαν και εόρτασαν οι ισχυροί -ανέκαθεν την αμφισβήτησαν. Όπως κάποια λουλούδια γυρνούν τη στεφάνη τους προς τον ήλιο, έτσι και το παρελθόν , με κάποιου είδους ηλιοτροπισμό, τείνει να στρέφεται προς τον ήλιο καθώς εκείνος ανατέλλει στον ουρανό της Ιστορίας. Οποιοσδήποτε δηλώνει ιστορικός υλιστής καταφέρνει βεβαίως να διακρίνει αυτή την πιο ανεπαίσθητη απ’ όλες τις μεταλλαγές».[4]


Δίνοντας με τέτοιον τρόπο προσοχή, θα προσπαθήσω να περιγράψω την καταπληκτική ατμόσφαιρα χαράς, πειραματισμού και δημιουργικότητας που άνθισε τότε. Ωστόσο δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας μπροστά στη φρίκη αυτής της τρομακτικής τελευταίας εβδομάδας, που ονομάστηκε η «ματωμένη βδομάδα», όταν  τουλάχιστον 30.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν από μια κυβέρνηση αποφασισμένη να συντρίψει όχι μόνο τα φυσικά υποκείμενα της κοινωνικής επανάστασης, αλλά και το πνεύμα της. Η ετοιμότητα της άρχουσας τάξης να επιβάλει βία τέτοιας κλίμακας, θα πρέπει να εντυπωθεί στην συνείδηση κάθε αντικαπιταλιστή αγωνιστή. Κάθε κίνημα που εμφορείται από το όραμα μιας νέας κοινωνίας, θα πρέπει να αναμετρηθεί με τo ενοχλητικό ερώτημα, του πώς μπορεί κανείς να νικήσει απέναντι σε μια τέτοια βαρβαρότητα.


Η Κομμούνα δημιούργησε την πιο δημοκρατική κοινωνία από οποιαδήποτε έχει υπάρξει μέσα στον καπιταλισμό -και μέχρι τότε, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν. Οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν ήταν πολύ πιο προωθημένες απ’ ό,τι είχαν παραχωρήσει ποτέ οι καπιταλιστές. Μερικές από αυτές δεν έχουν κατακτηθεί ακόμα και σήμερα, σε πολλές χώρες. Η 150ή επέτειος αυτού του θαυμαστού γεγονότος,  είναι μια καλή στιγμή για να επανεξετάσουμε τα γεμάτα έμπνευση πρώτα βήματα του επαναστατικού εργατικού κινήματος, και να βγάλουμε συμπεράσματα από τις επιτυχίες και από την ήττα του.


Η Εξέγερση


Όλα ξεκίνησαν καθώς ο ήλιος ανέτειλε το πρωί της 18ης Μαρτίου 1871, πάνω από τα ριζοσπαστικά εργατικά δημοτικά διαμερίσματα[5] της Μονμάρτης και της Μπελβίλ. Στρατιώτες προσπάθησαν να κατάσχουν τα 250 κανόνια, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σκόπιμα σε αυτές τις εργατικές περιοχές από την Εθνοφρουρά, την λαϊκή παρισινή πολιτοφυλακή. Οι στρατιώτες είχαν σταλεί κατόπιν εντολών του επικεφαλής της νέας κυβέρνησης, Αδόλφου Θιέρσου. Μεταξύ άλλων, ο Θιέρσος ήταν λαομίσητος λόγω του ρόλου που έπαιξε στη βίαιη καταστολή της εξέγερσης του 1848.


Αντίθετα όμως με τις προσδοκίες του Θιέρσου για μια γρήγορη επιχείρηση, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Ο ανίκανος Στρατός είχε ξεχάσει να φέρει άλογα για να μεταφέρουν τα κανόνια, γεγονός που έδωσε χρόνο στην Εθνοφρουρά για να επιχειρήσει να συναδελφωθεί με τους στρατιώτες. Θεωρώντας ότι αντιμετωπίζουν ένα πλήθος προδοτών, οι στρατιώτες έστρεψαν τις κάνες των όπλων τους, καθώς στους δρόμους αντηχούσε το σύνθημα «Ζήτω η Δημοκρατία!».


Ο ανταποκριτής των Times του Λονδίνου περιγράφει τη σκηνή, με τις γυναίκες που  έχουν βγει να αγοράσουν ψωμί και να ετοιμαστούν για το υπόλοιπο της μέρας: «Μικρές ομάδες αγρίων με γυναικεία ρούχα, έκαναν υποτιμητικά σχόλια για τη δειλία όλων… “Αν τα είχαν αφήσει σε εμάς να τα φυλάμε, δεν θα τα είχαν πάρει τόσο εύκολα”». Η αγωνιστικότητα και η αυτοπεποίθηση των εργατριών του Παρισιού, με τη σιγουριά ότι μπορούσαν να παλέψουν καλύτερα από τους άντρες, θα διατρέχει στη συνέχεια όλη την επανάσταση. Ο αυτόπτης μάρτυράς μας, κινούμενος μέσα στη Μπελβίλ, κατέγραψε το πώς στρατιώτες και εθνοφρουροί ανακάλυπταν ότι είχαν πολλά κοινά. Ας παρακολουθήσουμε μια τυπική σκηνή:


«Υπάρχει κάτι το φοβερά συναρπαστικό σε αυτήν την σκηνή. Η στιγμιαία αβεβαιότητα για το αν οι άντρες αυτοί συναντιούνται ως εχθροί ή ως φίλοι, ο ξέφρενος ενθουσιασμός των κραυγών της συναδέλφωσης, τα ανεστραμμένα όπλα να ανεμίζουν, οι θαρραλέες και απερίσκεπτες γυναίκες που γελούν και ξεσηκώνουν τους στρατιώτες ενάντια στους αξιωματικούς τους. Όλα αυτά μαζί, δημιουργούσαν ένα κλίμα σύγχυσης, το οποίο εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα παίρνουν μια ανέλπιστη και παράδοξη τροπή».[6]


Συναδέλφωση, θαρραλέα ανυπακοή από τις μάζες του Παρισιού και στρατιωτική ανταρσία χαρακτήρισαν τα γεγονότα της ημέρας. Όταν στρατιώτες μπλόκαραν την είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου, για να αποτρέψουν το χτύπημα της καμπάνας, η οποία θα προειδοποιούσε την Εθνοφρουρά και τους πολίτες για τον κίνδυνο, οι εργάτες μπήκαν σε άλλες εκκλησίες και σκαρφάλωσαν στα καμπαναριά. Οι καμπανοκρουσίες έφερναν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στον δρόμο.[7]


Ο ανταποκριτής περιέγραψε τις γειτονιές αυτές σαν «ανοιχτούς χώρους, όπου τα απείθαρχα πλήθη αρέσκονται να κάνουν τις συναντήσεις τους και να τοποθετούν τα κανόνια τους». Η Μπελβίλ, δίπλα στην Μονμάρτη, στην δεξιά όχθη του ποταμού, περιγράφεται ως «το πιο αμιγώς εργατικής σύνθεσης διαμέρισμα σε όλο το Παρίσι, και το πιο επαναστατικό».[8] Τα κανόνια αυτά τα θεωρούσαν δικά τους, καθώς η αγορά τους χρηματοδοτήθηκε από τις συνεισφορές των εργαζομένων στην Εθνοφρουρά, κατά την επανάσταση του 1848. Ήταν, επίσης, τα μόνα μέσα άμυνας εναντίον του πρωσικού στρατού, ο οποίος βομβάρδιζε την πόλη από όταν ο Θιέρσος είχε μεταφέρει τα στρατεύματά του στις Βερσαλλίες. Όταν ο ανταποκριτής των Times ρώτησε ένα μέλος της Εθνοφρουράς σχετικά με την πιθανότητα μάχης, έλαβε μια αποστομωτική απάντηση: «Για όνομα του Θεού, υποθέτεις ότι θα αφήσουμε αυτούς τους κανάγιες να πάρουν τα κανόνια μας, χωρίς να πέσει σφαίρα;».[9] Άλλωστε, η Εθνοφρουρά είχε τοποθετήσει εσκεμμένα τα κανόνια σε αυτά τα σημεία, για να προστατέψει τα σημαντικά αυτά προάστια.


Σύντομα, ένα πλήθος με εχθρικές διαθέσεις μαζεύτηκε με στόχο να εμποδίσει τους στρατιώτες να μεταφέρουν τα κανόνια. Όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες τονίζουν τη μαζική παρουσία  γυναικών και παιδιών. H Λουίζ Μισέλ, μια από τις πιο συναρπαστικές και ριζοσπαστικές μορφές της Κομμούνας, έγραψε αργότερα για τα γεγονότα της Μονμάρτης:


«Η Μονμάρτη ξυπνούσε. Το τύμπανο ηχούσε. Πήγα μαζί με άλλους να ξεκινήσουμε την επιδρομή στην κορυφή του λόφου. Ο ήλιος ανέτειλε και εμείς ακούσαμε το χτύπημα της καμπάνας. Ανεβαίναμε το λόφο με ταχύτητα εφόδου και γνωρίζαμε ότι στην κορυφή μας περίμενε ένας στρατός έτοιμος για μάχη. Περιμέναμε ότι θα πεθάνουμε για την ελευθερία.
Ήταν σαν να επιστρέψαμε από τους νεκρούς. Ναι, το Παρίσι αναστήθηκε εκ νεκρών. Πλήθη σαν αυτό, είναι μερικές φορές η πρωτοπορία του ωκεανού της ανθρωπότητας… Όμως δεν ήταν ο θάνατος που μας περίμενε… Όχι, ήταν η έκπληξη μιας λαϊκής νίκης.
Ανάμεσα σε εμάς και τον στρατό υπήρχαν γυναίκες που ρίχτηκαν πάνω στα κανόνια και στα πολυβόλα, καθώς οι στρατιώτες στέκονταν εμβρόντητοι»
.[10]


Ο στρατηγός Λεκόμτ διέταξε 3 φορές τους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ. Μια γυναίκα τους φώναξε: «Θα πυροβολήσετε εμάς; Τα αδέρφια μας; Τους συζύγους μας; Τα παιδιά μας;». Ο Λεκόμτ απείλησε να πυροβολήσει όποιον στρατιώτη αρνούνταν να εκτελέσει τις διαταγές του. Καθώς εκείνοι δίσταζαν, απαίτησε να του πουν αν «σκοπεύουν να παραδοθούν σε αυτά τα ρεμάλια». Η Λουίζ Μισέλ θυμάται:


«Ένας υπαξιωματικός βγήκε από την στρατιωτική παράταξη και με μια στεντόρεια φωνή, δυνατότερη του Λεκόμτ φώναξε: “Γυρίστε τα όπλα  ανάποδα, με τa κοντάκια των τουφεκιών σας στον αέρα”. Οι στρατιώτες υπάκουσαν. Ήταν ο Βερνταγκέρ, ο οποίος, για αυτήν του την πράξη, θα εκτελεστεί από τις Βερσαλλίες μερικούς μήνες αργότερα. Η επανάσταση όμως, είχε ξεκινήσει».[11]


Αργότερα ο Λεκόμτ και ένας ακόμα στρατηγός, ο Κλεμάν-Τομάς, αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αυτό το περιστατικό αποτέλεσε το επίκεντρο των αντιπαραθέσεων στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς οι εχθροί των Κομμουνάρων το επιδείκνυαν ως αποδεικτικό της βαρβαρότητάς τους. Ωστόσο, σπάνια αναφέρεται ο ρόλος των δύο αυτών αντρών κατά την επανάσταση του 1848, όταν  χρησιμοποίησαν μαζική βία για να τη συντρίψουν, με τον Λεκόμτ να δίνει συνεχώς εντολές να εκτελούνται γυναίκες και παιδιά.


Οι αυτόπτες μάρτυρες που ήταν εχθρικοί απέναντι στην Κομμούνα, είδαν αυτά τα γεγονότα υπό το πρίσμα ανθρώπων που έχουν συνηθίσει να ασκούν χωρίς αμφισβητήσεις την εξουσία τους, η αφήγηση ωστόσο είναι η ίδια. Ένας στρατηγός των Βερσαλλιών κατέγραψε ότι εκεί που ήταν επικεφαλής,


«μας σταμάτησε ένα πλήθος από εκατοντάδες ντόπιους, κυρίως παιδιά και γυναίκες. Το απόσπασμα του πεζικού που βρισκόταν εκεί για να συνοδέψει το κανόνι, εγκατέλειψε το καθήκον του και διαλύθηκε μέσα στο πλήθος, υποκύπτοντας στη δόλια αποπλάνηση, καταλήγοντας να αναστρέψουν τις κάνες τους». [12]


Μια ανακοίνωση του Θιέρσου αφισοκολλήθηκε σε όλη την πόλη: το να παρθούν τα κανόνια ήταν μια πράξη «αναντικατάστατης αξίας για την τήρηση της τάξης», η πρόθεση της κυβέρνησης ήταν να απαλλάξει την πόλη από την «στασιαστική επιτροπή», η οποία προπαγάνδιζε «κομμουνιστικές» θεωρίες, και σκόπευε να λεηλατήσει το Παρίσι. Η συκοφαντία ότι οι επαναστάτες ήθελαν να καταστρέψουν το Παρίσι, διατυπωμένη από τον αντιδραστικό που είχε ήδη εγκαταλείψει το Παρίσι για να βομβαρδιστεί και να καταληφθεί από τους Πρώσους, ήταν η πηγή μιας ακόμα πιο αποφασιστικής αντίστασης.


Όταν έφτασαν τα άλογα, μερικοί στρατιώτες κατάφεραν να ξεκινήσουν να μεταφέρουν μερικά από τα κανόνια της Μπελβίλ. Οι εθνοφρουροί και οι κάτοικοι απάντησαν με την ανέγερση οδοφραγμάτων για να εμποδίσουν τη μεταφορά. Το πλήθος μεγάλωσε και μετασχηματίστηκε από μία μάζα θεατών, σε θυμωμένους και ενεργούς συμμετέχοντες. Ένας παρατηρητής έγραψε ότι είδε


«γυναίκες και παιδιά να κατακλύζουν την πλαγιά σαν μια συμπαγή μάζα. Το πυροβολικό προσπαθούσε μάταια να διασχίσει το πλήθος πολεμώντας, αλλά τα κύματα των ανθρώπων περικύκλωναν κάθε τι, εφορμώντας πάνω στα άλογα, πάνω στις άμαξες των πυρομαχικών, κάτω από τις ρόδες τους, κάτω από τα πόδια των αλόγων, παραλύοντας την προέλαση των ιππέων, που μάταια σπιρούνιζαν τα άλογα. Αυτά έκαναν για λίγο πίσω και ξαναορμούσαν μπροστά, απομακρύνοντας το πλήθος με τις ξαφνικές κινήσεις τους, όμως ο χώρος γέμιζε ξανά αμέσως από την πλημμυρίδα που προκαλούσε το πλήθος που προχωρούσε μπροστά».


Ανταποκρινόμενες στην έκκληση ενός εθνοφρουρού, γυναίκες έκοψαν τα λουριά των  αλόγων. Οι στρατιώτες άρχισαν να αφιππεύουν, αποδεχόμενοι την προσφορά ψωμιού και κρασιού από τις γυναίκες. Καθώς έσπαγαν τις γραμμές τους, έγιναν «αντικείμενο φρενήρους επευφημίας από το πλήθος». [13]


Λίγο αργότερα, ο ανταποκριτής των Times επέστρεψε στη Μονμάρτη και επισκέφτηκε το οδόφραγμα, εκεί που είχε δει νωρίτερα να τοποθετείται η πρώτη  πέτρα. Πλέον 


«είχε αυξηθεί σοβαρά το μέγεθός του, λόγω ενός κανόνα σύμφωνα με τον οποίο κάθε περαστικός οφείλει να τοποθετεί μια πέτρα, από αυτές που είχαν στοιβαχτεί και στις δυο πλευρές του δρόμου ακριβώς για αυτό το σκοπό… Νέα οδοφράγματα ξεπηδούν σε κάθε κατεύθυνση… Ήταν πλέον μεσημέρι, και όλη αυτή η υπόθεση είχε κάτι το περίεργο και αδιανόητο για κάποιον που δεν είχε μεγαλώσει συνηθισμένος να φτιάχνει οδοφράγματα… Αντί τα οδοφράγματα να τοποθετούνται από την κυβέρνηση προκειμένου να μπλοκάρουν τους δρόμους, όπως είχε συμβεί το πρωί, ένα εχθρικό κανόνι είχε τοποθετηθεί πλέον σε κάθε δρόμο».[14]


Τα οδοφράγματα θα εξελίσσονταν σε κέντρα δραστηριότητας, δράματος και τραγωδίας, και βρέθηκαν στο επίκεντρο της ιστορικής έρευνας. Ο Ερίκ Χαζάν, στο βιβλίο του The Invention of Paris, a History in Footsteps, συμπεριλαμβάνει μια ιστορία των οδοφραγμάτων και του «θεατρικού τους ρόλου» με αναφορά στη χρησιμοποίησή τους κατά την Κομμούνα.[15]


Οι γραμμές των στρατιωτών είχαν αντικατασταθεί από την εθνοφρουρά, η οποία επέβλεπε την κατασκευή των οδοφραγμάτων. Οι δρόμοι, που ήταν τόσο ήσυχοι το πρωί, πλέον «είχαν πλημμυρίσει από εθνοφρουρούς, αντηχούσαν οι ήχοι των τυμπάνων και της σάλπιγγας, μια βοή νίκης».[16]


Το μεσημέρι, ο στρατηγός Βινουά, επιφορτισμένος να καταλάβει τα κανόνια, εγκατέλειπε το Παρίσι. Ένας υποστηρικτής της Κομμούνας έγραψε στο ημερολόγιό του: 


«Νομικά δεν είχαμε πλέον κυβέρνηση. Ούτε αστυνομία κι αστυνομικούς. Ούτε δικαστές και δίκες. Ούτε ανώτερους αξιωματούχους και νομάρχες. Οι ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν πανικόβλητοι τα κτίριά τους, αφήνοντάς τα στους ενοίκους. Δεν είχαμε ούτε  στρατιώτες ούτε στρατηγούς. Ούτε γράμματα ή τηλεγραφήματα. Ούτε τελωνειακούς, ούτε φοροεισπράκτορες, ούτε δασκάλους. Δεν είχαμε πλέον Ακαδημία ή Ινστιτούτο: οι μεγάλοι καθηγητές, οι γιατροί και οι χειρούργοι είχαν φύγει… Το Παρίσι, ολόκληρο το Παρίσι, είχε εγκαταλειφθεί στις “ορέξεις του άθλιου πλήθους”».[17]


Πώς εξηγείται αυτή η φαινομενικά αυθόρμητη μαζική κινητοποίηση για μερικές εκατοντάδες κανόνια; Το Παρίσι βρισκόταν υπό πρωσική πολιορκία από τις 19 Σεπτεμβρίου 1870 και βομβαρδιζόταν αδιάκοπα από τις 5 Ιανουαρίου. Η οργή εναντίον του Θιέρσου ήταν βαθιά. Είχε φτάσει σε πόλεμο με την Πρωσία τον προηγούμενο  Ιούλιο, για την δόξα της γαλλικής αυτοκρατορίας. Μπροστά στην ήττα  από τον στρατό του Μπίσμαρκ, αρνήθηκε να εξοπλίσει τον πληθυσμό του Παρισιού. Επιπλέον, η αστική τάξη αρνήθηκε να υποστηρίξει την άμυνα του Παρισιού όσο κατείχε τα όπλα η εθνοφρουρά, η οποία στελεχωνόταν από εργάτες. Ήταν ξεκάθαρο ότι για τη νίκη στον πόλεμο με τον Μπίσμαρκ ήταν αναγκαία η ένοπλη κινητοποίηση του πληθυσμού των πόλεων, ειδικά του Παρισιού. Η ιστορία της Γαλλίας, όμως, από την Γαλλική Επανάσταση και ύστερα, ήταν γεμάτη από  διαρκείς κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες τρομοκρατούσαν την αστική τάξη. Ένας στρατηγός θα συνόψιζε αργότερα το πρόβλημα: «Η κυβερνητική διπλωματία και όλο το αμυντικό δόγμα, περιστρεφόταν γύρω από μια σκέψη: το φόβο της εξέγερσης».[18] Έτσι, ο Θιέρσος συμφώνησε με την Πρωσία του Μπίσμαρκ να συντρίψουν το ριζοσπαστικό Παρίσι, ως προϋπόθεση για μια συνθήκη ειρήνης. Η αφαίρεση των κανονιών ήταν μέρος αυτής της διαδικασίας.


«Ένοπλο Παρίσι σημαίνει ένοπλη επανάσταση», παρατηρεί ο Μαρξ. Έτσι ο Θιέρσος, «παραδίδοντας στην Πρωσία όχι μόνο το Παρίσι, αλλά ολόκληρη την Γαλλία… ξεκίνησε τον εμφύλιο πόλεμο που θα διεξαγόταν, με τη βοήθεια της Πρωσίας, εναντίον της Δημοκρατίας και του Παρισιού».[19]


Η απόπειρα αρπαγής των κανονιών ήταν στην πραγματικότητα απλώς η αφορμή, η οποία απελευθέρωσε την πικρία που μεγάλωνε από την φτώχεια και την εξαθλίωση στα πυκνοκατοικημένα εργατικά διαμερίσματα. Ο επανασχεδιασμός του Παρισιού από τον Ζορζ  Εζέν Οσμάν[20], διορισμένο από τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα Βοναπάρτη [γνωστό και ως ο Ναπολέων ο Γ΄], ο οποίος είχε την εξουσία από το πραξικόπημα του 1852 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1870, είχε φοβερές συνέπειες. Νέες, πλατιές λεωφόροι διέσχισαν τα εργατικά προάστια, καταστρέφοντας  100.000 διαμερίσματα σε 20.000 κτήρια. Αυτό εκτόπισε χιλιάδες από το κεντρικό Παρίσι, με τους φτωχούς να συνωστίζονται στη Μονμάρτη και την Μπελβίλ. Εν μέσω οικονομικής ανάπτυξης, υπολογίζεται ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης χρειαζόταν κρατική βοήθεια για να επιβιώσει.[21] Δίπλα στην ολοένα και αυξανόμενη μιζέρια, οι πλούσιοι μπορούσαν να απολαμβάνουν τις φανταχτερές στοές γεμάτες με κομψά καταστήματα και καφέ, λίγα μόλις βήματα από τις υπερπολυτελείς κατοικίες τους. Όπως λέει ο Μέριμαν, «η ώρα της αστικής τάξης είχε φτάσει».[22] Η ανακατασκευή του Παρισιού, η οποία είχε στόχο να αποτρέπει την κοινωνική εξέγερση, είχε καταφέρει αντίθετα να την συμπιέζει επί δεκαετίες.


Το νικηφόρο κίνημα του Μαρτίου του 1871, γέννησε αυτό που έγινε γνωστό ως η Παρισινή Κομμούνα. Στόχος του ήταν πλέον να αναδιοργανώσει την ζωή της πόλης, βασισμένο στις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας, ενάντια στην τυραννία.


Η Κομμούνα: μια νέα εξουσία 


Παρακολουθώντας τα γεγονότα των επόμενων 72 ημερών στο Παρίσι, θα συναντήσουμε θαυμαστά επιτεύγματα. Καινοτόμοι δημοκρατικοί θεσμοί εγκαθιδρύθηκαν και η εμπειρία του να παίρνουν οι άνθρωποι τον έλεγχο της κοινωνίας στα χέρια τους, ενέπνευσε τη μαζική συμμετοχή σε διεργασίες που αφορούσαν όλες τις πτυχές της ζωής τους. Αντικατέστησαν το κράτος, με ένα υπό τον δικό τους έλεγχο. Προσπάθησαν σθεναρά να κάνουν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στην οικογένεια, στις συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες, στην εργασία και στην εκπαίδευση, όλες αρκετά μπροστά για την εποχή τους. Παράλληλα συζητούσαν τον ρόλο της επιστήμης, της θρησκείας και των τεχνών στην κοινωνία.  


Ο Εντμόν ντε Γκονκούρ –συνιδρυτής της νατουραλιστικής σχολής της λογοτεχνίας στην Γαλλία, και της Ακαδημίας Goncourt, η οποία απονέμει ετησίως το ομώνυμο σημαντικό βραβείο λογοτεχνίας– άφησε την μαρτυρία του για τον προλεταριακό χαρακτήρα της Κομμούνας:

«Η νικηφόρα επανάσταση δείχνει να αποκτά τον έλεγχο του Παρισιού… οδοφράγματα υψώνονται παντού, άτακτα παιδιά σκαρφαλώνουν στις κορυφές τους… Γεμίζεις αηδία βλέποντας τα ηλίθια κι άθλια πρόσωπά τους, στα οποία o θρίαμβος και η μέθη έχουν δώσει μια ακτινοβολούσα ζωώδη όψη… Προς το παρόν, η Γαλλία και το Παρίσι είναι υπό τον έλεγχο των εργατών. …Πόσο θα διαρκέσει;… Κυριαρχεί το αδιανόητο… Τα τάγματα της Μπελβίλ κατακλύζουν τις κατακτημένες λεωφόρους μας».


Είναι εμφανώς αηδιασμένος από την «περιπαικτική έκπληξη» με την οποία αντιμετωπίζουν το κατόρθωμά τους, σημειώνοντας ότι φορούν τα παπούτσια τους δίχως κάλτσες! Παραδέχεται ότι «η κυβέρνηση φεύγει από τα χέρια των εχόντων και περνά στα χέρια αυτών που δεν έχουν τίποτα».[23]


Μέχρι το μεσημέρι της 18ης Μάρτη, είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας: Από τη μία το ριζοσπαστικό Παρίσι, από την άλλη η κυβέρνηση στις Βερσαλλίες. Στη μία πλευρά ήταν ο Θιέρσος, ένας αντιδραστικός μέχρι το μεδούλι. Η κυβέρνησή του, εκλεγμένη μόλις τον περασμένο Φεβρουάριο, είχε ήδη καταφύγει στην υπερπολυτελή ασφάλεια των Βερσαλλιών, συνοδευόμενη από τον στρατό,  καθώς και ένα ποτάμι αστών και καθωσπρέπει προσωπικοτήτων της μεσαίας τάξης. Είχε πλέον ως έδρα το Grand Château της βουρβωνικής μοναρχίας στις Βερσαλλίες, το αντιδραστικό κέντρο της παμπάλαιας συμμαχίας μεταξύ της καθολικής εκκλησίας και Βουρβόνων. Ο Θιέρσος, αποφασισμένος να συντρίψει την Κομμούνα, είχε την στήριξη όλης της καθωσπρέπει κοινής γνώμης, στη Γαλλία και στην Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά των οδοφραγμάτων, οι εργάτες δημιουργούσαν τους πιο δημοκρατικούς θεσμούς που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η ανθρωπότητα. Ο Μαρξ έγραψε για τα κατορθώματά τους: «το σπουδαιότερο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας, ήταν η ίδια της η ύπαρξη. Τα ειδικά μέτρα της, ενίσχυσαν την τάση για μια κυβέρνηση του λαού από τον λαό».[24] Μια τέτοια τάξη πραγμάτων ήταν μια ευθεία απειλή στην καταπιεστική εξουσία του Θιέρσου, της μοναρχίας και της εκκλησίας. 


Όποτε εξεγείρονται οι καταπιεσμένοι και αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, αναπόφευκτα ακολουθεί μια εορταστική αίσθηση. Το γεγονός αυτό κάνει τους φιλικούς αυτόπτες μάρτυρες των επαναστάσεων να τις περιγράφουν σαν πανηγύρια των καταπιεσμένων. Το ίδιο συνέβη και με την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Ακόμα και πικρόχολοι εχθροί της Κομμούνας, δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν την χαρμόσυνη ατμόσφαιρα που επικρατούσε μετά την νίκη της 18ης Μαρτίου. Ένας από αυτούς κατέγραψε την εμπειρία του, καθώς στεκόταν μπροστά από το Hôtel deVille, το δημαρχείο του Παρισιού, που είχε πλέον καταληφθεί από Κομμουνάρους, τη στιγμή που διαβάζονταν τα ονόματα των εκλεγμένων που θα αποτελούσαν το Συμβούλιο της Κομμούνας:


«Γράφω αυτές τις γραμμές εν θερμώ… Περίπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί; Από κάθε γωνιά της πόλης. Οπλισμένοι άνθρωποι ξεχύθηκαν από κάθε κοντινό δρόμο, ενώ οι αιχμές από τις ξιφολόγχες, αντανακλώντας στον ήλιο, έκαναν το μέρος να μοιάζει σαν ένα χωράφι κεραυνών. Η Μασσαλιώτιδα ακουγόταν από 50.000 αποφασισμένες φωνές: Αυτός ο κεραυνός συντάραξε τους πάντες, και το σπουδαίο τραγούδι, που είχε καταστεί ξεπερασμένο από τις ήττες, ανέκτησε σε μια στιγμή την περασμένη του δόξα.
…Μία ατέλειωτη θάλασσα από λάβαρα, ντουφέκια και καπέλα, κυμάτιζε μπρος-πίσω, φτάνοντας μέχρι την εξέδρα. Τα κανόνια ακόμα βροντούσαν, ακούγονταν όμως μόνο στις παύσεις μεταξύ των τραγουδιών. Ύστερα όλοι αυτοί οι ήχοι συγχωνεύονταν σε μια ενιαία ιαχή, την οικουμενική φωνή των πολλών, και όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν μια ψυχή όπως είχαν μία φωνή».[25]


Το εκλεγμένο Συμβούλιο της Κομμούνας είχε υπό την ευθύνη του την άμυνα της πόλης απέναντι στις Βερσαλλίες, την οργάνωση του επισιτισμού και την περίθαλψη των τραυματισμένων. Στην πραγματικότητα, την αναδιοργάνωση ολόκληρης της ζωής της πόλης.


Το κράτος


Η παλαιά κρατική εξουσία κατεδαφίστηκε, μια σημαντική κίνηση στην οποία ο Μαρξ έδωσε έμφαση:


«Για πρώτη φορά από τις μέρες του Φλεβάρη του 1848, οι δρόμοι του Παρισιού ήταν ασφαλείς, και αυτό δίχως την παρουσία οποιουδήποτε είδους αστυνομίας. Ένα μέλος της Κομμούνας είπε “δεν ακούμε πλέον για δολοφονίες, ληστείες και προσωπικές επιθέσεις. Φαίνεται σαν η μετακίνηση της αστυνομίας προς τις Βερσαλλίες, να συμπαρέσυρε μαζί της και όλους τους συντηρητικούς φίλους της”».


Για να δώσει έμφαση στην σημασία του παραπάνω, ο Μαρξ το τοποθετεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο:


«Η πλήρης αντίθεση στην αυτοκρατορία ήταν η Κομμούνα. Η κραυγή για μια “κοινωνική δημοκρατία” [το δημοφιλές σύνθημα του μαζικού κινήματος]… εξέφραζε την ασαφή προσδοκία για μια δημοκρατία, η οποία δεν θα ξεπερνούσε μόνο τη μοναρχική μορφή ταξικής εξουσίας, αλλά την ίδια την ταξική εξουσία. Η Κομμούνα ήταν το θετικό παράδειγμα μιας τέτοιας δημοκρατίας.
Το Παρίσι, η έδρα της παλαιάς κυβερνητικής εξουσίας και ταυτόχρονα το κοινωνικό προπύργιο της γαλλικής εργατικής τάξης, πήρε τα όπλα ενάντια στην απόπειρα του Θιέρσου… να αποκαταστήσει και να διαιωνίσει αυτήν τη παλαιά κυβερνητική εξουσία, όπως  είχε κληρονομηθεί από την αυτοκρατορία. Το Παρίσι μπορούσε να αντισταθεί μόνο γιατί, ως συνέπεια της πολιορκίας, είχε απαλλαχτεί από τον στρατό και τον είχε αντικαταστήσει με την Εθνοφρουρά, η πλειοψηφία της οποίας αποτελούταν από εργάτες. Το γεγονός αυτό αποκρυσταλλώθηκε πλέον σαν θεσμός. Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν, επομένως, η κατάργηση του υπάρχοντος στρατού και η αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό».[26]


Αυτό το επαναστατικό βήμα ήταν η βάση πάνω στην οποία μπορούσε να οικοδομηθεί η νέα δημοκρατία που καλωσόριζε ο Μαρξ.


«Η πλειοψηφία των μελών [του Συμβουλίου της Κομμούνας] ήταν οι ίδιοι εργάτες ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα θα ήταν ένα εργαζόμενο –όχι κοινοβουλευτικό- σώμα, ταυτόχρονα εκτελεστικό και νομοθετικό. Σχηματίστηκε από τους δημοτικούς συμβούλους, οι οποίοι εκλέγονταν από καθολική ψηφοφορία [ΣτΜ των αντρών] στα εκλογικά διαμερίσματα της πόλης, λογοδοτούσαν και ήταν ανακλητοί με σύντομη θητεία».


Αυτό ήταν ένα σημείο κλειδί σύμφωνα με τον Μαρξ: Το πώς δηλαδή οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι και η κυβέρνηση λογοδοτούν. Και όχι μόνο οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι. «Όπως και οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικαστές ήταν αιρετοί, λογοδοτούσαν και ήταν ανακλητοί».[27]


Εργασία


Ο Μαρξ κατέληξε ότι αυτοί οι καινοτόμοι δημοκρατικοί θεσμοί ήταν «η πολιτική μορφή, που επιτέλους ανακαλύφθηκε, υπό την οποία θα επιτευχθεί η οικονομική χειραφέτηση της εργασίας», και εξήγησε:


«Η πολιτική εξουσία του παραγωγού δεν μπορεί να συνυπάρξει με την διαιώνιση της κοινωνικής σκλαβιάς. Η Κομμούνα λειτουργούσε λοιπόν, ως μοχλός για το ξερίζωμα των οικονομικών θεμελίων πάνω στα οποία βασίζεται η ύπαρξη των τάξεων, και επομένως η ταξική κυριαρχία. Με τη χειραφέτηση της εργασίας… η παραγωγική εργασία παύει να είναι ένα ταξικό χαρακτηριστικό».[28]


Το Συμβούλιο της Κομμούνας, δεν περιορίστηκε να εκδίδει αποφάσεις για μεταρρυθμίσεις, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα γυρνούσαν στην κανονικότητα. Οι ιστορικοί έχουν καταγράψει την τρομερή άνθιση που γνώρισε η οργάνωση, ο διάλογος και ο κοινωνικός πειραματισμός, προσδίδοντας ένα πλούσιο σε λεπτομέρειες υπόβαθρο, το οποίο φωτίζει τις θεωρητικές γενικεύσεις του Μαρξ. Πολλές από τις οργανώσεις και τις προτάσεις που αυτές κατέθεταν, βασίζονταν σε διεκδικήσεις οι οποίες για δεκάδες χρόνια συζητιούνταν από τους σοσιαλιστές και τους αγωνιζόμενους εργάτες. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι πλέον δεν ήταν θέματα συζήτησης ή διαμαρτυρίας. Τώρα ήταν η έκφραση των φτωχών και των καταπιεσμένων, καθώς έπαιρναν στα χέρια τους τη ζωή τους.


Το Συμβούλιο δημιούργησε μια σειρά από Επιτροπές για να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένα προβλήματα. Ο Εβραίος ουγγρικής καταγωγής εργάτης, Λέο Φρανκέλ, μέλος της Διεθνούς και συνεργάτης του Μαρξ, ορίστηκε Επίτροπος Εργασίας, για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα των εργατικών δικαιωμάτων  και των συνθηκών εργασίας. Καταργήθηκε  η νυχτερινή εργασία στους φούρνους. Απαγορεύτηκε στους εργοδότες η μείωση των μισθών, μέσω της επιβολής προστίμων στους εργαζόμενους  με οποιαδήποτε αφορμή, «μια διαδικασία κατά την οποία ο εργοδότης αναλαμβάνει ο ίδιος τους ρόλους του νομοθέτη, του δικαστή, και του εκτελεστή (ΣτΜ: της ποινής), και τελικά μαζεύει το χρήμα».[29]


Μερικά θέματα ήταν περίπλοκα λόγω αντικρουόμενων προτεραιοτήτων. Οι στρατιωτικές προμήθειες ήταν προφανώς βαρύνουσας σημασίας. Η αγορά του φθηνότερου δυνατού εξοπλισμού από την Κομμούνα, δεν συμβάδιζε εύκολα με το αίτημα των εργατών [ΣτΜ: στον κλάδο αυτόν] για αξιοπρεπείς μισθούς. Ο Επίτροπος των Οικονομικών, ο προυντονικός Φρανσουά Ζουρντ, αρνήθηκε να επαναδιαπραγματευτεί τις συμβάσεις με τους εργοδότες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς οι προυντονικοί ανέχονταν την ιδιωτική περιουσία. Όπως όμως τόνιζε ο Φρανκέλ, «η επανάσταση έγινε αποκλειστικά από την εργατική τάξη. Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το νόημα της Κομμούνας αν… δεν κάνουμε τίποτα για αυτήν τη τάξη». Σαν ανταπόκριση της Κομμούνας στους ίδιους τους εργάτες, υπογράφηκαν νέες συμβάσεις, που καθόριζαν έναν ικανοποιητικό κατώτερο μισθό. Οι εργοδότες δεν ρωτήθηκαν.


Μια επιπλέον ρήτρα που θέσπισε η Επιτροπή Εργασίας όριζε, ότι όπου ήταν δυνατόν, οι συμβάσεις θα παραχωρούνταν «απευθείας σε επιχειρήσεις που διοικούνται από εργαζόμενους». Εδώ οι εργατικές επιχειρήσεις θα πρέπει να κατανοηθούν ως συνεργατικές επιχειρήσεις, ενώσεις και συνδικάτα. Υποστηρίχθηκαν θερμά από την Επιτροπή του Φρανκέλ, ως ένα όχημα για τον σοσιαλισμό. Η Επιτροπή επίσης αποφάσισε τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων των εργοδοτών που είχαν καταφύγει στις Βερσαλλίες, στους εργάτες σε αυτές.[30]


Μία άλλη συνεργάτρια του Μαρξ στη Διεθνή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να επηρεάζει την Επιτροπή Εργασίας.[31] Η Ρωσίδα σοσιαλίστρια Ελιζαμπέτ Ντμίτριεφ είχε καταλυτικό ρόλο στην δημιουργία της Union des Femmes, ή αλλιώς Ένωσης των Γυναικών. Ήταν το γυναικείο τμήμα της Πρώτης Διεθνούς. Ένας λευκός γάμος[32] είχε δώσει στην Ντμίτριεφ μια οδό διαφυγής από τη Ρωσία. Τους τελευταίους 3 μήνες είχε μείνει στο Λονδίνο, όπου σχεδόν καθημερινά συνεργαζόταν με τον Μαρξ. Είχε ενταχθεί στην Πρώτη Διεθνή, νωρίτερα στην Γενεύη, όπου και γνωρίστηκε με τους μετέπειτα Κομμουνάρους Εζέν Βαρλέν και Μπενουά Μαλόν. Σύμφωνα με την ιστορικό Κριστίν Ρος, η Ένωση  Γυναικών έγινε η μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική οργάνωση της Κομμούνας.[33] Συνεδρίαζε καθημερινά σχεδόν σε καθένα από τα είκοσι διαμερίσματα του Παρισιού. Τα μέλη της ήταν κυρίως εργάτριες στον τομέα της ένδυσης: ράφτρες, πλύστρες, μοδίστρες κλπ.[34]
Οι συζητήσεις της Ένωσης Γυναικών αφενός έθεταν θεωρητικά ζητήματα, γύρω από θέματα όπως η κατάργηση της ιδιωτικής περιουσίας και της έμφυλης ανισότητας, αφετέρου έδιναν λύσεις στον καθημερινό αγώνα των γυναικών να παρέχουν καύσιμα και τρόφιμα στις οικογένειες. Ταυτόχρονα, συμμετείχαν στην άμυνα της Κομμούνας, την συντήρηση των οδοφραγμάτων και τη περίθαλψη των αρρώστων και των τραυματιών. Η Ρος συνοψίζει: «Η Ένωση Γυναικών μπορεί να ιδωθεί ως μια πρακτική απάντηση στα ζητήματα και προβλήματα που αφορούσαν την γυναικεία εργασία και συζητούνταν θεωρητικά για πολλά χρόνια».[35]


Ένας άλλος ιστορικός, ο Ντόνυ Γκλούκσταϊν, ισχυρίζεται: «Το έργο της Επιτροπής Εργασίας διαμορφωνόταν και εξαρτιόταν αποκλειστικά από την Ένωση Γυναικών και από τις συνδικαλισμένες επιχειρήσεις υπό εργατικό έλεγχο, οι οποίες με τη σειρά τους ενδυναμώνονταν από την Επιτροπή».[36] Κάνοντας σαφή τον σκοπό της, η Ένωση Γυναικών διακήρυξε: «Θέλουμε εργασία, αλλά για να κρατούμε το προϊόν της. Όχι πλέον εκμεταλλευτές και αφεντικά. Δουλειά και καλή διαβίωση για όλες». Μετά από δική τους έκκληση, η Κομμούνα έστησε κοοπερατίβες για την παραγωγή των στολών των εθνοφρουρών, οι οποίες παρείχαν καλούς μισθούς και λειτουργούσαν κάτω από γυναικείο εργατικό έλεγχο.[37]


Ενώ οι γυναίκες υπέφεραν μια ξεχωριστή καταπίεση, ο εργασιακός τους βίος διαμορφωνόταν επίσης από τις ευρύτερες συνθήκες που αντιμετώπιζε η εργατική τάξη. Έκαναν αξιοσημείωτα βήματα προς τον εργατικό έλεγχο, παρά τον περιορισμένο χρόνο και τις συνθήκες πολέμου:

«Υπήρχε μια ντουζίνα κατασχεμένα εργαστήρια, κυρίως αυτά που συνδέονταν με την πολεμική βιομηχανία… Πέντε [ΣτΜ: εργατικές] εταιρείες είχαν ξεκινήσει να ψάχνουν διαθέσιμα εργαστήρια, έτοιμες να τα καταλάβουν». Επιπλέον, κρατικές εταιρείες, όπως το νομισματοκοπείο και το εθνικό τυπογραφείο, είχαν τεθεί υπό εργατικό έλεγχο. Ακόμα και οι εργαζόμενοι-ες στα καφέ, ακολουθώντας αυτά τα παραδείγματα άρχισαν να οργανώνουν ένα συνδικάτο.[38]


Οι ριζοσπαστικές λέσχες


Η παράδοση των ριζοσπαστικών πολιτικών λεσχών, εμπνευσμένη από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789-92 και αναζωογονημένη κατά την Επανάσταση του 1848, είχε αναδυθεί εκ νέου τη χρονιά πριν την Κομμούνα. Εκεί συζητούσαν μια πλειάδα θεμάτων: την πολιτική στρατηγική, το σε ποιες μεταρρυθμίσεις να δώσουν προτεραιότητα, τα γυναικεία δικαιώματα, τη στάση απέναντι στην εκκλησία και την επιστήμη, το πώς να οργανώσουν καλύτερα την άμυνα της πόλης και να ενισχύσουν τα οδοφράγματα, και άλλα πολλά. Παλιότερα αυτά τα θέματα έμεναν σε κλειστούς ριζοσπαστικούς κύκλους, πλέον όμως οι λέσχες προσέλκυαν ένα ευρύτερο κοινό που στήριζε με ενθουσιασμό τις προτάσεις τους. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν εργάτες, συμμετείχαν όμως και ριζοσπάστες της μεσαίας τάξης. Κάθε μέρα, κυρίως στις εργατικές γειτονιές, συνεδρίαζαν περίπου 36 ως 50 λέσχες. Μερικές ήταν πολύ μεγάλες, έχοντας χιλιάδες μέλη, και οι γυναίκες είχαν κεντρικό ρόλο, τόσο στις δικές τους όσο και στις μικτές λέσχες, όπου συνυπήρχαν με τους άντρες.[39] Πολλές συζητήσεις κατέληγαν με την αποστολή ψηφισμάτων-αποφάσεων στο Συμβούλιο της Κομμούνας, και υπήρχε μια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση του Συμβουλίου με τις λέσχες.


Ένας αντίπαλος της Κομμούνας, μας έδωσε μια αίσθηση του πνεύματος που καθιστούσε τις λέσχες ένα ζωογόνο κύτταρο της νέας δημοκρατίας:


«Από την Rue Druout μέχρι την Μονμάρτη, οι λεωφόροι είχαν μετατραπεί σε μια ατέλειωτη δημόσια συνάθροιση ή λέσχη, όπου το πλήθος, χωρισμένο σε ομάδες, είχε γεμίσει όχι μόνο τα πεζοδρόμια αλλά και τον δρόμο με αποτέλεσμα να εμποδίζει… την κυκλοφορία. Σχημάτιζαν πάρα πολλές δημόσιες συνελεύσεις, όπου συζητούσαν με θέρμη για ζητήματα ειρήνης και πολέμου».[40]


Ο Ελί Ρεκλί, εθνογράφος στο επάγγελμα, που του είχε ανατεθεί η ευθύνη για την διεύθυνση και συντήρηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αποκαλούσε τις λέσχες «σχολεία  του λαού», όπου ο εποικοδομητικός διάλογος ανθούσε και μία αίσθηση του συνανήκειν δημιουργούνταν. Η Ρος περιγράφει τις λέσχες ως «μια ημι-μπρεχτική σύνθεση παιδαγωγικής και διασκέδασης».[41]


Μια εβδομάδα μετά την ανακήρυξη του εκλεγμένου Συμβουλίου της Κομμούνας, με πρωτοβουλία της λέσχης του τρίτου διαμερίσματος, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο, οι εκκλησίες σε όλη την πόλη επιτάχθηκαν για να λειτουργήσουν ως χώροι συναντήσεων και οργανωτικά κέντρα. Αυτοί οι χώροι, σε αντίθεση με τις συνελεύσεις στους δρόμους, δημιούργησαν μια αίσθηση σοβαρότητας και μονιμότητας στις λέσχες, ενώ έδιναν κι ένα δραματικό τόνο. Ο Λισαγκαρέ, μέλος της Διεθνούς και συγγραφέας ενός από τα πρώτα βιβλία που εκδόθηκαν για την Κομμούνα, έδωσε μια γλαφυρή περιγραφή μιας τέτοιας συνάντησης:


«Η Επανάσταση καβαλά τους άμβωνες… σχεδόν κρυμμένη από την σκιά των κρυπτών, στέκεται η φιγούρα του Χριστού, τυλιγμένη στο λαϊκό κόκκινο λάβαρο. Το μόνο φωτεινό κέντρο είναι το γραφείο ανάγνωσης, μπροστά στον άμβωνα, από όπου κρέμονται κόκκινες σημαίες. Το εκκλησιαστικό όργανο παίζει και οι άνθρωποι τραγουδούν την Μασσαλιώτιδα. Ο ρήτορας, κατενθουσιασμένος από αυτή τη φανταστική ατμόσφαιρα, επιδίδεται σε εκστατικές διακηρύξεις, των οποίων η ηχώ επαναλαμβάνεται διαρκώς σαν μια απειλητική παρουσία. Οι άνθρωποι συζητούν τα γεγονότα της ημέρας, τα μέσα για την άμυνα. Τα μέλη της Κομμούνας κρίνονται με αυστηρότητα και ψηφίζονται δυναμικές αποφάσεις για να παρουσιαστούν την επομένη στο Hôtel de Ville».[42]


Είναι υπέροχο να φαντάζεται κανείς τέτοιες επαναστατικές διαδικασίες να λαμβάνουν χώρα κάτω από τις ψηλές οροφές και τα όμορφα βιτρό των εκκλησιών. Η κατάληψη αυτών των χώρων ωδής στο προνόμιο και την εξουσία, ήταν μια διαρκής υπενθύμιση της μεγάλης πρόκλησης που είχε εξαπολύσει η Κομμούνα απέναντι στην αστική εξουσία, τη μοναρχία και τη σύμμαχό τους, την εκκλησία.


Διαχωρίζοντας την εκκλησία από το κράτος


Ο Μαρξ σημείωσε ότι, αφού καταλύθηκε η δύναμη του κράτους, η Κομμούνα 


«είχε ως έγνοια να συντρίψει την πνευματική δύναμη της καταπίεσης… με την αφαίρεση των προνομίων της εκκλησίας και τη δήμευση των εκκλησιαστικών χώρων… Όλοι οι εκπαιδευτικοί θεσμοί έγιναν ανοιχτοί και δωρεάν για τον λαό, και ταυτόχρονα απελευθερώθηκαν από κάθε παρέμβαση της εκκλησίας και του κράτους. Επομένως, όχι μόνο έγινε η εκπαίδευση προσβάσιμη σε όλους, αλλά και η ίδια η επιστήμη απελευθερώθηκε από τα εμπόδια τα οποία της είχαν θέσει η ταξική προκατάληψη και η κυβερνητική ισχύς».[43]


Το αντιεκκλησιαστικό αίσθημα δεν υπήρχε μόνο σε μικρούς κύκλους ριζοσπαστών. Η Καθολική Εκκλησία είχε χρησιμοποιήσει την επιρροή και τον πλούτο της για να στηρίξει τη δικτατορία του Βοναπάρτη, χωρίς να κρύβει ποτέ την εχθρότητά της προς τις δημοκρατικές ιδέες. Επομένως, η ολοένα και αυξανόμενη εχθρότητα προς τον Βοναπάρτη, ήταν οργανικά αντικληρικαλιστική, τόσο στους ριζοσπάστες της μεσαίας τάξης όσο και στους φτωχούς των πόλεων. Στις μεγάλες πόλεις, η προσέλευση στις εκκλησιαστικές τελετές είχε μειωθεί δραματικά πριν την επανάσταση, ειδικά ανάμεσα στους εργάτες. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η εκκλησία δίδασκε τους φτωχούς ότι θα ανταμειφθούν για τα βάσανά τους, όταν περάσουν μέσα από αυτή την κοιλάδα των δακρύων για να φτάσουν στον παράδεισο. Για να μπει κανείς όμως στον παράδεισο, έπρεπε να υπομείνει σιωπηλά την ατελείωτη δυστυχία. Επιπλέον, η εκκλησία, τον καιρό του Διαφωτισμού, σε έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα, γινόταν αντιληπτή σαν ένα προπύργιο της άγνοιας, με επιστέγασμα τον Κατάλογο Σφαλμάτων (Syllabus of Errors) του 1864, στον οποίο αποκήρυσσε την σύγχρονη κοινωνία.[44] Όπως γράφει ο Μέριμαν: «οι στενοί δεσμοί της εκκλησίας με τους κατέχοντες εξουσία είχε από καιρό προκαλέσει την λαϊκή οργή. Η γέννηση της Κομμούνας απλώς την απελευθέρωσε».[45]


Οι νόμοι του κράτους είχαν επηρεαστεί από τις διδαχές της εκκλησίας για την οικογένεια, τον ρόλο της γυναίκας και την ηθική. Επομένως τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα που κατάρτισαν οι λέσχες για αυτά τα ζητήματα, χαρακτηρίζονταν συχνά από μια αντιθρησκευτική εχθρότητα.


Δεν υπήρξαν όρια στην ασέβεια που επιδείχτηκε, όταν επιτάχθηκαν οι εκκλησίες. Παρωδίες λειτουργιών, μια στοίβα καπνού στη θέση του αγιασμού, αγάλματα της Παρθένου Μαρίας ντυμένα με τις στολές των γυναικών που εφοδίαζαν την Εθνοφρουρά, ενίοτε με μια πίπα τοποθετημένη στο στόμα. Ταυτόχρονα όμως οι Κομμουνάροι, σε πολλές περιπτώσεις επέτρεπαν να τελούνται κανονικά οι πρωινές θρησκευτικές τελετές για τους πιστούς, πριν αρχίσουν οι συνεδριάσεις των λεσχών. Γι’ αυτό το λόγο, οι συνεδριάσεις θα γίνονταν συχνά ανάμεσα σε λουλούδια, εσταυρωμένους και άλλα θρησκευτικά αντικείμενα που είχαν μείνει εκεί από την πρωινή λειτουργία. 


Από την εκκλησιαστική περιουσία μπορούσαν να βρεθούν οι χώροι που ήταν απολύτως αναγκαίοι. Επρόκειτο για ένα πρακτικό ζήτημα το οποίο απλώς έτυχε να διασταυρώνεται με το αντιεκκλησιαστικό αίσθημα. Η Παναγία των Παρισίων έγινε αρχικά στρατώνας κι ύστερα φυλακή, όπου οδηγούνταν όσοι αρνούνταν να πολεμήσουν. Η κοοπερατίβα της Ένωσης Γυναικών στεγαζόταν στον ναό του Αγίου Πέτρου στην Μονμάρτη, ο οποίος χρησιμοποιούνταν επίσης σαν αποθήκη πυρομαχικών και σαν σχολείο για κορίτσια. Μια άλλη εκκλησία έγινε ιατρική μονάδα.[46]

Αντιστρέφοντας την παλιά τάξη πραγμάτων, οι λέσχες επέμεναν ότι οι κληρικοί οφείλουν να πληρώνουν ενοίκιο στην Κομμούνα, προκειμένου να χρησιμοποιούν τους εκκλησιαστικούς χώρους για «τις κωμωδίες τους». Τα έσοδα θα πήγαιναν στις χήρες και τα ορφανά του πολέμου. Η λέσχη του προαστίου του Αγίου Αντωνίου πρότεινε να λιώσουν τις καμπάνες και να τις μετατρέψουν σε κανόνια.[47]


Η εχθρότητα προς την εκκλησία είναι ένα μοτίβο που καταγράφεται σε πολλές πηγές της εποχής. Για παράδειγμα, όταν ο αρχιεπίσκοπος, που είχε συλληφθεί, αποκάλεσε τους αξιωματούχους της αστυνομίας και των δικαστηρίων «τέκνα μου», έλαβε την αιχμηρή απάντηση: «Δεν είμαστε τέκνα, είμαστε οι δικαστές του λαού!». Ο Μέριμαν παραθέτει ένα έγγραφο, στο οποίο ο αρχιεπίσκοπος περιγράφεται ως «ο Κρατούμενος Α, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι υπηρέτης ενός τύπου που ονομάζεται Θεός».[48]


Ενώ το ένα τρίτο των μαθητών συνολικά φοιτούσε σε εκκλησιαστικά σχολεία, η εκκλησία είχε πραγματικά το μονοπώλιο στην εκπαίδευση των κοριτσιών, ένα γεγονός που σχετιζόταν άμεσα με τα χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης στο γυναικείο πληθυσμό.[49] Σε γενικές γραμμές, η εκκλησιαστική εκπαίδευση ήταν οπισθοδρομική και αποπνικτική. Μια επιτροπή από καλλιτέχνες, δασκάλους και στιχουργούς, ξεκίνησε το κλείσιμο των εκκλησιαστικών σχολείων και την αφαίρεση των θρησκευτικών συμβόλων.[50]  Όπου ήταν απαραίτητο, το πλήθος ανέλαβε άμεση δράση για να κλείσει σχολεία που δίδασκαν κληρικοί, οι οποίοι δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα, που απαιτούνταν για τους κανονικούς δασκάλους. Πολλοί εξ αυτών παραιτήθηκαν, ζητώντας από λαϊκούς [Στμ. Μη εκκλησιαστικούς] δασκάλους να τους αντικαταστήσουν. Μέχρι τον Μάη είχε απαγορευτεί η θρησκευτική διδασκαλία σε όλα τα σχολεία.


Εκπαίδευση


Τα μέλη της Πρώτης Διεθνούς είχαν πρωτοστατήσει σε συζητήσεις και προτάσεις καινοτόμων ιδεών, σε μια γκάμα θεμάτων σχετικών με την εκπαίδευση. Το επίσημο περιοδικό της Κομμούνας καταγράφει τον ενεργό τους ρόλο στην οργάνωση  δημόσιων διαλέξεων και ανοιχτών εκπαιδευτικών συζητήσεων, καθώς και στην αναδιοργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης με στόχο «τη μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση»
Η Ρος αποδίδει καλά το πόσο κεντρικό ήταν αυτό το ζήτημα:


«Μια ζωντανή εμπειρία “ισότητας στην πράξη”, η Κομμούνα ήταν καταρχήν μια σειρά πράξεων με στόχο την αποσάθρωση της κρατικής γραφειοκρατίας, που έγιναν από απλούς καθημερινούς ανθρώπους. Πολλές από αυτές τις πράξεις στόχευαν, όπως ήταν λογικό, αυτή τη συγκεκριμένη κεντρική γραφειοκρατία: τα σχολεία».[51]


Οι συζητήσεις για την εκπαίδευση δεν περιορίστηκαν στο ζήτημα του κοσμικού της χαρακτήρα. Το ένα τρίτο των παιδιών δεν είχε καθόλου πρόσβαση στην παιδεία, και η Κομμούνα θα επιχειρούσε να εφαρμόσει  την υποχρεωτική και ισότιμη εκπαίδευση για τα αγόρια και για τα κορίτσια. Οι μισθοί των δασκάλων αυξήθηκαν, και οι γυναίκες είχαν ίση αμοιβή με τους άντρες. Δημιουργήθηκε ένα σχολείο τεχνικών δεξιοτήτων με μία γυναίκα ως διευθύντρια. Οι μαθητές-τριες θα λάμβαναν επιστημονική και λογοτεχνική εκπαίδευση. Ύστερα θα περνούσαν ένα μέρος της μέρας ασχολούμενοι με την εφαρμογή της τέχνης και του σχεδίου στη βιομηχανία. Ένας από τους πιο ένθερμους οπαδούς των πολυτεχνικών σχολών ήταν ο Εζέν Ποττιέ, μέλος της Διεθνούς και υποστηρικτής της ιδέας του ουτοπικού σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ περί «ελκυστικής εργασίας». Γιος ενός καλαθοποιού, ο Ποττιέ ήταν σχεδιαστής και ποιητής. Σε αντίθεση με σήμερα, οι θεωρητικές και πρακτικές συζητήσεις γύρω από τα θέματα της εκπαίδευσης δεν γίνονταν σε κλειστούς κύκλους ακαδημαϊκών, αλλά στις λέσχες της πόλης. Οι διακηρύξεις που αποκρυστάλλωναν αυτές τις συζητήσεις τυπώνονταν σε αφίσες, οι οποίες με την σειρά τους κολλούνταν στους τοίχους της πόλης. Μια από αυτές έφερε την υπογραφή του Ποττιέ και έγραφε μεταξύ άλλων:


«Κάθε παιδί ανεξαρτήτως φύλου, έχοντας ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο εκπαίδευσης, να μπορεί να αποφοιτήσει έχοντας στις αποσκευές του τη γνώση ενός ή δυο χειρωνακτικών επαγγελμάτων: αυτός είναι ο στόχος μας…η τελευταία λέξη της ανθρώπινης προόδου συνοψίζεται σε μια απλή φράση: Δουλειά από όλους, για όλους».[52]


«Κοσμικοί παιδικοί σταθμοί» δημιουργήθηκαν κοντά σε εργασιακούς χώρους γυναικών. Ακολουθούσαν τις κατευθυντήριες γραμμές του ουτοπικού σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ: οι εργαζόμενες σε αυτούς δεν έπρεπε να φορούν μαύρα ή σκουρόχρωμα ρούχα και εναλλάσσονταν διαρκώς, για να αποφεύγεται η ρουτίνα και η κούραση, αφού «είναι σημαντικό τα παιδιά να τα προσέχουν μόνο χαρούμενες νέες κοπέλες, όποτε είναι εφικτό». Οι θρησκευτικές αναπαραστάσεις αντικαταστάθηκαν με εικόνες και γλυπτά πραγματικών αντικειμένων, όπως δέντρων και ζώων, όπως και με κλουβιά γεμάτα πουλιά. Η πλήξη θεωρήθηκε «το μεγαλύτερο βάσανο» των παιδιών.[53] Για να πάρει κανείς μια αμυδρή αίσθηση του περιεχομένου της διδασκαλίας, έχει διασωθεί αυτή η ανεκδοτολογική ιστορία όπου ένας καθωσπρέπει κύριος είδε ένα «απόσπασμα» από 200 «νήπια» να παρελαύνει πίσω από μια κόκκινη σημαιούλα κι ένα τύμπανο. «Τραγουδούν με πάθος την “Μασσαλιώτιδα”. Αυτή η γκροτέσκα παρέλαση γιορτάζει το άνοιγμα ενός κοσμικού σχολείου που οργανώθηκε από την Κομμούνα».[54]


Ο συνεργάτης του Μαρξ, Μπενουά Μαλόν, βοήθησε στη δημιουργία ενός ασύλου για ορφανά και για παιδιά που το είχαν σκάσει από το σπίτι τους, όπου εκεί μπορούσαν να μάθουν βασικές γνώσεις. Η Πόλα Μινκ άνοιξε ένα από τα πρώτα σχολεία κοριτσιών. Επιτάχθηκε ένα σχολείο Ιησουιτών, επειδή είχε τον πιο προηγμένο εξοπλισμό και εργαστήρια. Ο Εντουάρ Βαγιάν οργάνωσε ένα τεχνικό σχολείο για κορίτσια, καταλαμβάνοντας τη Σχολή Καλών Τεχνών (École des Beaux Arts). Αυτό το σχολείο εισήγαγε μια νέα προσέγγιση στη διδασκαλία. Κάθε ειδικευμένος εργάτης πάνω από την ηλικία των 40, μπορούσε να κάνει αίτηση για να γίνει καθηγητής.[55]


Επίσης, η έμφαση στην επιστήμη ως θεμέλιο για την πρόοδο της κοινωνίας ήταν ισχυρή. Μια νεαρή επιστήμονας από τις ΗΠΑ, η Μαίρη Πάτναμ Τζάκομπι, έτυχε να βρίσκεται στο Παρίσι. Η εμπειρία της εκείνη την άνοιξη την «οδήγησε σε μια πολιτική αφύπνιση» και την ενέπνευσε να αγωνιστεί τις επόμενες 3 δεκαετίες εναντίον των σεξιστικών προκαταλήψεων στη γυναικεία βιολογία. Έγινε θερμή υπέρμαχος της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην ιατρική και ανέπτυξε τη φιλοσοφική άποψη ότι η πρόοδος της επιστήμης και η πρόοδος των γυναικών ταυτιζόταν. Επίσης, «αποπαθολογικοποίησε» την έμμηνο ρύση, αποδεικνύοντας ως ψευδή την μέχρι τότε ευρέως αποδεκτή ιδέα, ότι η ανάπαυση ήταν αναγκαία για να αποτραπεί η στειρότητα, μια από τις αντιδραστικές προυντονικές προλήψεις.


Γυναικεία δικαιώματα και η οικογένεια


Ο Μαρξ χλευάζει τους άντρες «που το είχαν σκάσει από το Παρίσι, τους ανθρώπους της οικογένειας, της θρησκείας και πάνω απ’ όλα της ιδιοκτησίας», και γράφει: 


«Στη θέση τους βγήκαν στην επιφάνεια οι πραγματικές γυναίκες του Παρισιού, -ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωμένες, σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ήταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που μαχόταν, που μάτωνε, που αφοσιωμένο όπως ήταν στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, ξεχνούσε σχεδόν τους καννίβαλους που βρίσκονταν έξω από τις πύλες του, και ακτινοβολούσε μέσα στον ενθουσιασμό της ιστορικής του πρωτοβουλίας!»[56]


Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι γυναίκες συμμετείχαν στην προώθηση πολλών ριζοσπαστικών προτάσεων της Κομμούνας. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη. Οι γυναίκες -λόγω της ιδιαίτερης φύσης της καταπίεσής τους- μπορούν να είναι φορείς πιο συντηρητικών ιδεών σε περιόδους σταθερότητας, ειδικά όταν είναι παγιδευμένες στους τοίχους του σπιτιού. Όταν όμως αγωνίζονται ενάντια στις αλυσίδες της καταπίεσής τους, γίνονται συχνά τα πιο δυναμικά στοιχεία του μαζικού κινήματος, καθώς έχουν περισσότερα να κερδίσουν και λιγότερα να χάσουν από έναν ριζικό μετασχηματισμό της υπαρκτής κατάστασης.


Η Κομμούνα προχώρησε άμεσα σε μακρόπνοες και ριζικές αλλαγές σχετικά με τη θέση της γυναίκας. Η κατάργηση των ενοικίων και η απαγόρευση πώλησης των αγαθών που ήταν δεσμευμένα στα ενεχυροδανειστήρια, αφαίρεσε ένα τεράστιο βάρος από τις εργατικές οικογένειες. Ένα διάταγμα στις 10 Απριλίου παραχώρησε σύνταξη 600 φράγκων στις συζύγους –«νόμιμες» ή ντε φάκτο– των εθνοφρουρών που είχαν σκοτωθεί κατά την άμυνα της Κομμούνας. Κάθε παιδί τους, εντός ή εκτός γάμου, θα έπρεπε να λαμβάνει 365 φράγκα μέχρι να γίνει 18 χρονών. Επιπλέον, τα ορφανά θα λάμβαναν την απαραίτητη εκπαίδευση «έτσι ώστε να γίνουν ανεξάρτητα μέσα στην κοινωνία».[57]

Όπως σημειώνει η Εντίθ Τόμας στην κοινωνική ιστορία των γυναικών της Κομμούνας: «Αυτό αποτελούσε μια άρρητη αναγνώριση της δομής της εργατικής οικογένειας, όπως υπήρχε στην πραγματικότητα, έξω από το αστικό νομικό και θρησκευτικό πλαίσιο». Η ελεύθερη συμβίωση ήταν κάτι συνηθισμένο μέσα στην εργατική τάξη, αλλά δεν αναγνωρίζονταν από την εκκλησία ή το κράτος, αποστερώντας από τις γυναίκες την αξιοπρέπεια, για να μην μιλήσει κανείς για την οικονομική ενίσχυση, δεδομένου του  ότι οι ανύπαντρες γυναίκες δεν μπορούσαν να λάβουν επίδομα χηρείας. Επίσης, «σε μια πόλη που το ένα τέταρτο των ζευγαριών ήταν ανύπαντρα, η εκκλησία, η οποία κανονικά χρέωνε δύο φράγκα για να καταγράψει μια γέννα, απαιτούσε 7,5 φράγκα [σχεδόν δύο ημερομίσθια για πολλούς] για ένα “παράνομο” παιδί».[58]


Η Τόμας σχολιάζει ότι η σύνταξη χηρείας ήταν «ένα από τα πιο επαναστατικά μέτρα στο σύντομο βίο της Κομμούνας. Το ότι αυτό το μέτρο εξόργισε την αστική τάξη, και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τα μέλη της Κομμούνας ήταν χαρακτηριστικό της σημασίας του».[59]


Αλλά οι γυναίκες δεν ήταν παθητικές αποδέκτριες αυτών των μεταρρυθμίσεων. Ήταν κυρίως γυναίκες αυτές που έσυραν την γκιλοτίνα στην Rue Voltaire και την έκαψαν, στις 10 Απριλίου. Ήταν γυναίκες κάποια από τα πιο μαχητικά στοιχεία στις γυναικείες και στις μικτές λέσχες. Ήταν ιδιαίτερα αιχμηρές στην αποδοκιμασία του γάμου. Στη λέσχη της Λεζ Αλ, μία αγωνίστρια προειδοποίησε ότι ο γάμος «είναι το μεγαλύτερο λάθος της αρχαιότητας. Το να είσαι παντρεμένη σημαίνει να είσαι σκλάβα». Στη λέσχη της Σαιντ Αμπρουάζ, μια γυναίκα δήλωσε ότι δεν θα επέτρεπε στην δεκαεξάχρονη κόρη της να παντρευτεί, και ότι θα ήταν χαρούμενη να συζήσει με έναν άντρα «δίχως την ευλογία της εκκλησίας».[60] Τουλάχιστον μία ακόμα λέσχη ψήφισε υπέρ του ελεύθερου διαζυγίου, μια πολιτική που εφαρμόστηκε από το Συμβούλιο της Κομμούνας. Αυτού του τύπου οι συζητήσεις στις λέσχες έδρασαν καταλυτικά για τις μεταρρυθμίσεις που αναφέραμε, που δεν ήρθαν απλώς από τα πάνω, δηλαδή από το Συμβούλιο της Κομμούνας. Ο γάμος σταμάτησε να είναι ένα δεσμευτικό συμβόλαιο, πλέον έγινε μια γραπτή συμφωνία μεταξύ του ζευγαριού, η οποία μπορούσε να διαλυθεί ευκολότερα.[61]


Η Λέσχη της Επανάστασης, που είχε συγκροτήσει η Λουίζ Μισέλ, μαζί με άλλες λέσχες, έθεσαν το ζήτημα του δικαιώματος στην έκτρωση, το οποίο είχε γίνει δεκτό από το Συμβούλιο της Κομμούνας. Στη λέσχη των Ελεύθερα Σκεπτόμενων, η Ναταλί Λεμέλ -μια βιβλιοδέτρια και μέλος της ομάδας του Μαρξ στην Διεθνή, η οποία συνεργαζόταν με την άλλη συνεργάτιδα του Μαρξ, την Ελίζαμπεθ Ντμίτριεφ και την Ένωση των Γυναικών- μαζί με την Λοντουίσκα Καβέτσκα, η οποία κυκλοφορούσε με παντελόνια και δύο περίστροφα να κρέμονται στην ζώνη της, επιχειρηματολογούσαν υπέρ του διαζυγίου και της γυναικείας απελευθέρωσης.[62]


Πολλές από τις ιδέες για τη γυναικεία απελευθέρωση, όπως και αυτές για την εκπαίδευση, δεν εμφανίστηκαν πρώτη φορά στην Παρισινή Κομμούνα. Η μαρξιστική ομάδα στη Διεθνή, μαζί με φεμινίστριες όπως η Αντρέ Λεό, είχαν ήδη δημιουργήσει ένα ρεύμα υποστήριξης των ιδεών αυτών ανάμεσα στους πιο μαχητικούς εργάτες και τους σοσιαλιστές. Όμως, το επαναστατικό κίνημα άνοιξε ένα ολόκληρο νέο πεδίο ευκαιριών για να κερδίσουν αυτές οι ιδέες τους λαϊκή υποστήριξη.


Ο ρόλος της τέχνης


Ο αντικαπιταλιστικός, ενάντια στις ελίτ, προσανατολισμός της Διεθνούς προσέλκυσε εύλογα διάφορους καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλους διανοούμενους, των οποίων η εξάρτηση από την πατρωνία και την κρατική επιχορήγηση περιόριζε την καλλιτεχνική και πολιτική τους έκφραση.


Ο Εζέν Ποττιέ έγινε γνωστός γιατί έγραψε τη Διεθνή, τον ύμνο που αποτυπώνει όλον τον διεθνισμό και την «ασέβεια» της Κομμούνας. Πριν από αυτό, έγραψε επίσης το ιδρυτικό μανιφέστο της Ομοσπονδίας των Καλλιτεχνών, όπου εισήγαγε τον όρο «Κοινοτική Πολυτέλεια», που η Κριστίν Ρος χρησιμοποίησε ως τίτλο στο ομώνυμο βιβλίο της.[63] Ο ιδρυτής και πρόεδρος της Ομοσπονδίας ήταν ο Γκυστάβ Κουρμπέ, ο οποίος αργότερα συνελήφθη με την κατηγορία ότι διέταξε την κατεδάφιση της στήλης της Βαντόμ.[64] Η Ομοσπονδία οργάνωνε συζητήσεις για τον ρόλο της τέχνης και των καλλιτεχνών στην κοινωνία, την ενσωμάτωση της τέχνης στην καθημερινή ζωή, αλλά και για το πώς μπορούμε να υπερβούμε το διαχωρισμό μεταξύ ομορφιάς και χρησιμότητας. Προσέλκυσε στις γραμμές της γνωστούς καλλιτέχνες όπως οι Κορό, Μανέ και Ντωμιέ, οι οποίοι καυτηρίαζαν αυτούς που εγκατέλειψαν το Παρίσι για τις Βερσαλλίες όπως οι Σεζάν, Πισαρό και Ντεγκά. Ο Εμίλ Ζολά, που συναναστρεφόταν τους αντιδραστικούς στις Βερσαλλίες, ντρόπιασε τον εαυτό του όταν κατέφυγε σε χλευαστικές επιθέσεις ενάντια στον Κουρμπέ για τη συμμετοχή του στην πολιτική, μια σφαίρα που θεωρούσε ξένη για τους καλλιτέχνες.[65]


Η Ομοσπονδία αρνήθηκε να ασχοληθεί με οποιαδήποτε καλλιτεχνική δημιουργία παρέμενε ανυπόγραφη. Αυτό ήταν μια απάντηση στην προηγούμενη πρακτική όπου οι καλλιτέχνες υποχρεώνονταν να πωλούν τα έργα τους ανυπόγραφα, έτσι ώστε να κρατάει το μεγαλύτερο κέρδος ο μεσάζοντας. Η προσωπική ιστορία του Ναπολέοντα Γκαγιάρ, ενός ακόμα μέλους της Διεθνούς, δείχνει τον τρόπο σκέψης τους. Ο Γκαγιάρ, τσαγκάρης στο επάγγελμα, τέθηκε υπεύθυνος των οδοφραγμάτων. Αλλά πώς μπορεί κανείς να υπογράψει μια τόσο μεγάλη δημιουργία όπως ένα οδόφραγμα; Ένας εχθρός της Κομμούνας εξηγεί πώς έλυσε ο Γκαγιάρ το πρόβλημα:


«Φαινόταν τόσο περήφανος για το δημιούργημά του που, το πρωί της 20ής Μαΐου, τον είδαμε με την πλήρη εξάρτηση της στολής του διοικητή, τέσσερα χρυσά κορδόνια στο μανίκι και στο καπέλο, κόκκινες καρφίτσες στο πέτο,  μπότες ιππασίας, με τα μακριά του μαλλιά να ανεμίζουν, με σταθερό βλέμμα και με το χέρι του στην μέση… φωτογραφήθηκε».[66]


Στο πνεύμα των θεωριών της Ομοσπονδίας, ο Γκαγιάρ έγραψε πραγματείες για το πόδι και την μπότα, και εφηύρε τις γαλότσες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν θα φορούσαν άλλα παπούτσια πέρα από αυτά που σχεδίασε ο ίδιος, ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατό του. Από την εξορία έγραψε «Η Τέχνη του Παπουτσιού είναι, πέρα από αυτά που λέγονται, η πιο δύσκολη των τεχνών, η πιο χρήσιμη και πάνω απ’ όλα αυτή που έχει κατανοηθεί λιγότερο». Επέμενε να αναγνωρίζεται ως εργάτης και ως ένας «καλλιτέχνης τσαγκάρης». Η στάση του και τα γραπτά του συνόψιζαν την άποψη της Ομοσπονδίας Καλλιτεχνών για το ξεπέρασμα του δίπολου όμορφο/χρήσιμο, καλώντας τον κόσμο να απαιτεί παπούτσια φτιαγμένα για το πόδι όπως είναι, και όχι όπως υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι. [67]


Η προσπάθεια να ξεπεραστεί ο διαχωρισμός της τέχνης από την βιομηχανία και την ζωή γενικότερα, ήταν ένα θέμα που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και πειραματισμούς, επηρεάζοντας έντονα τον βρετανό σοσιαλιστή συγγραφέα και σχεδιαστή υφασμάτων Γουίλιαμ Μόρις.


Ο Διεθνισμός της Κομμούνας


Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν στην Γερμανική Ιδεολογία νωρίτερα, ότι οι εργάτες θα μπορούσαν να γίνουν ικανοί να δημιουργήσουν μια νέα κοινωνία μόνο μέσα από την πάλη τους ενάντια στην παλιά. Το Παρίσι τον Μάρτιο του 1871 υπήρξε μια θεαματική επιβεβαίωση αυτής της θέσης. Η Γαλλία βρισκόταν σε πόλεμο με την Πρωσία από τον Ιούλιο του 1870, αλλά το πνεύμα της Κομμούνας ήταν έντονα διεθνιστικό:

«Υπό το βλέμμα του πρωσικού στρατού που είχε προσαρτήσει δύο γαλλικές επαρχίες στη Γερμανία, η Κομμούνα προσάρτησε στη Γαλλία τους εργάτες όλου του κόσμου». Ένας Ουγγρο-εβραίος εργάτης τοποθετήθηκε στη νευραλγική θέση του υπουργού Εργασίας. «Τίμησαν τους ηρωικούς γιους της Πολωνίας [Νταμπρόβσκι και Βρομπλέβσκι] θέτοντάς τους επικεφαλής της άμυνας του Παρισιού». Επιπλέον, «για να σηματοδοτήσει τη νέα αυτή φάση της ιστορίας την οποία είχε συνείδηση ότι ξεκινά, υπό το βλέμμα των Πρώσων και του στρατού του Βοναπάρτη, η Κομμούνα κατεδάφισε το κολοσσιαίο μνημείο της στρατιωτικής αρετής, την στήλη Βαντόμ».[68]


Αυτό δεν ήταν απλά μια στιγμιαία απόφαση, την ώρα της αγωνιστικής ορμής. Είχε επενδυθεί πολύ σκέψη και σχεδιασμός για το πώς θα αφαιρεθεί το άγαλμα από την κορυφή της στήλης. Υπάρχει μια φωτογραφία της στοίβας των χαλασμάτων στην πλατεία Βαντόμ, τα απομεινάρια του αγάλματος του Ναπολέοντα, περιτριγυρισμένα από ανέπαφα κτίρια: Οι Κομμουνάροι είχαν επιστρατεύσει τους καλύτερους μηχανικούς και εργάτες για την κατεδάφιση. Μάλιστα ο αρχικός σκοπός τους ήταν να μεταφέρουν το άγαλμα σε μουσείο, αλλά αποδείχθηκε αρκετά εύθραυστο για να αντέξει την πτώση. Η πλατεία Βαντόμ ονομάστηκε πλατεία της Διεθνούς.[69]


Όπως και οι πολλές μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν, οι ιδέες του διεθνισμού αναπτύσσονταν μεταξύ των ριζοσπαστών εργατών πριν  τον Μάρτιο του 1871. Ο Λισαγκαρέ περιγράφει την ανάπτυξη μιας μαχητικής εργατικής τάξης, ανεξάρτητης από την ολοένα και πιο συντηρητική φιλελεύθερη αστική τάξη. Το 1870, κυκλοφορούσαν φήμες για τον επερχόμενο πόλεμο με την Πρωσία:


«Οι επαναστάτες σοσιαλιστές γεμίζουν τις λεωφόρους κραυγάζοντας “Ζήτω η Ειρήνη!” και τραγουδούν το ρεφρέν –“Οι λαοί είναι αδελφοί μας/Και οι τύραννοι είναι οι εχθροί μας”. …Μην μπορώντας να επηρεάσουν την αστική τάξη, στρέφονται στην εργατική τάξη της Γερμανίας… “Αδέλφια, διαμαρτυρόμαστε εναντίον του πολέμου, εμείς που επιζητούμε την ειρήνη, την εργασία και την ελευθερία. Αδέλφια, μην ακούτε τους καλοπληρωμένους που προσπαθούν να σας εξαπατήσουν ως προς τις πραγματικές επιθυμίες της Γαλλίας”».[70]


Το γεγονός ότι η Κομμούνα αγκάλιασε τους ξένους μαχητές εν μέσω πολέμου, όπως και η κατεδάφιση του συμβόλου της αυτοκρατορικής ισχύος, έδειξε ότι ο διεθνισμός της δεν ήταν μόνο ρητορικός.


Αναδιοργανώνοντας την Κοινωνία Δημοκρατικά


Οι παρατηρητές της εποχής, και οι εχθρικά και οι φιλικά διακείμενοι προς την Κομμούνα, σχολίαζαν ότι οι εκλεγμένοι ηγέτες της, ήταν άγνωστοι. Αυτό δεν ήταν ακριβώς τόσο αληθές όσο δείχνει. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη γίνει γνωστοί μέσα από τη συμμετοχή τους στις συζητήσεις και τις λέσχες. Στην καθώς πρέπει κοινωνία, τέτοιοι λαϊκοί ηγέτες ήταν αόρατοι, και τότε όπως και τώρα. Ένα άλλο σχόλιο που εμφανίζεται συχνά στις παρατηρήσεις της εποχής, αλλά και σε άλλες ιστορίες, είναι η απειρία τους. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Όπως τονίζει ο Μαρξ, ήταν η πρώτη φορά που οι εργάτες είχαν συγκροτηθεί επαρκώς ως τάξη για να ηγηθούν ενός κινήματος αλλαγής. Επομένως ακόμα και έμπειροι αγωνιστές έρχονταν αντιμέτωποι με νέα ερωτήματα.


Ο Ντόνι Γκλούκσταϊν εξετάζει το πώς λειτούργησε η δημοκρατία. Σωστά, την τοποθετεί μέσα στο πλαίσιο όπου οι Κομμουνάροι θα έπρεπε να αμυνθούν απέναντι στις Βερσαλλίες, που διέθεταν τον εκπαιδευμένο στρατό ενάντια στις μικρότερες σε αριθμό και «άτακτες» δυνάμεις της Εθνοφρουράς. Οι αιχμάλωτοι πολέμου απελευθερώθηκαν από τον Μπίσμαρκ, για να συνδράμουν στη συντριβή του Παρισιού. Τους βομβάρδιζαν με ψέματα και ιστορίες τρόμου σχετικά με τις προθέσεις των Παριζιάνων, καλλιεργώντας μια φρενίτιδα μίσους, η οποία εξαπολύθηκε την τελευταία εβδομάδα του Μάϊου. Ωστόσο αυτή η δολοφονική «τελευταία στροφή» ήταν μόνο η κατάληξη μιας εκστρατείας αυξανόμενων βομβαρδισμών και εισβολών του στρατού στο Παρίσι. Σε αυτές τις επιθέσεις σκοτώθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν αρκετοί Εθνοφρουροί.


Δεδομένων αυτών των συνθηκών, οι ανθρωπιστικές αρχές της Κομμούνας έπρεπε να συνυπάρξουν -και συχνά να έρθουν σε σύγκρουση- με τις ανάγκες της άμυνας. Για παράδειγμα, η κατάργηση της θανατικής ποινής διαχώριζε την ιδέα της επανάστασης από τέτοιες σκληρότητες. Μπροστά όμως στις σφαγές και την εξαφάνιση των αιχμαλώτων στις φυλακές των Βερσαλλιών, η θανατική ποινή επανήλθε. Μόνο τρεις άνθρωποι εκτελέστηκαν συνολικά, αλλά όπως είδαμε αργότερα, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, υπάρχει μια αναπόφευκτη ένταση μεταξύ άξιων μακρόπνοων στόχων και του άμεσου προβλήματος της επιβίωσης.


Ο Γκλούκσταϊν δείχνει πώς το Συμβούλιο της Κομμούνας -με έδρα το Hôtel deVille, το Δημαρχείο- συνδεόταν με το δίκτυο των διαμερισματικών επιτροπών, των λεσχών και πολλών άλλων οργανισμών που ξεπηδούσαν συνεχώς. Ισχυρίζεται ότι «ο βασικός ζωντανός συνδετικός δεσμός ανάμεσα στο μαζικό κίνημα και το Συμβούλιο της Κομμούνας  ήταν οι λέσχες».[71]


Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς λειτουργούσε η δημοκρατία στην Κομμούνα, αν δεν πάρουμε υπόψη τη δραστήρια ζωή των λεσχών. Ζητούσαν την δημιουργία μιας πιο στιβαρής ηγεσίας, με τη μορφή μιας Επιτροπής για την Δημόσια Ασφάλεια, γεγονός που δημιούργησε ευρύτατες διαφωνίες. Το όνομα έφερνε στο μυαλό όλων την περίοδο του Τρόμου της Μεγάλης Επανάστασης, που ερχόταν σε αντίφαση με την εικόνα νομιμότητας και πασιφισμού,  στην οποία επέμεναν πολύ οι ηγέτες στο Hôtel deVille. Μερικές γυναίκες έφτιαξαν τις δικές τους επιτροπές επαγρύπνησης, παρά τους δισταγμούς του Συμβουλίου της Κομμούνας. Η λέσχη της Saint-Severin, πιθανότατα μια λέσχη όπου οι υποστηρικτές της Διεθνούς είχαν σημαντική δύναμη, ζήτησε από την Κομμούνα να «αποτελειώσει την αστική τάξη με ένα χτύπημα, και να καταλάβει την τράπεζα της Γαλλίας», ένα σημείο στο οποίο ο Μαρξ είχε επιμείνει ιδιαίτερα, σε πολλές περιστάσεις. 


Στις 13 Μάη, στη Λέσχη της Επανάστασης, όπου ήταν μέλος και η Λουίζ Μισέλ, μια συνεδρίαση 3.000 ανθρώπων, μόλις μια βδομάδα πριν την τελευταία ματωμένη εβδομάδα, ψήφισε ομόφωνα υπέρ της κατάργησης των δικαστών, την άμεση σύλληψη των ιερέων και την εκτέλεση ενός κρατουμένου κάθε εικοσιτετράωρο μέχρι να αφεθούν ελεύθεροι οι πολιτικοί κρατούμενοι στις Βερσαλλίες.[72] Αυτά ήταν τα αιτήματα μερικών από τους πιο ριζοσπάστες των Κομμουνάρων, γεγονός που δείχνει και το επίπεδο της συζήτησής και το πώς τα επιχειρήματα των οργανωμένων αγωνιστών μπορούσαν να αποκτήσουν μαζικά ακροατήρια. Αυτό βοηθήθηκε εν μέρει από την αναποφασιστικότητα στο Hôtel deVille, η οποία ενίσχυε τη λαϊκή ανυπομονησία. 


Οι λέσχες επέμεναν ότι έπρεπε να επιβλέπουν τις πράξεις του Συμβουλίου της Κομμούνας. Έντεκα από αυτές δημιούργησαν μια ομοσπονδία για να εκδίδει ένα ενημερωτικό δελτίο, μερικές καλούσαν τα μέλη του Συμβουλίου να παρακολουθούν τις συναντήσεις τους ώστε να υπάρχει αλληλοτροφοδότηση απόψεων. Αυτά τα χαοτικά γεγονότα δείχνουν τον δυναμισμό που είχε απελευθερωθεί, αλλά και την σύγχυση για το πώς  θα μπορούσαν  να νικήσουν, εναντίον ενός στρατού που γινόταν όλο και πιο απειλητικός. Ο Γκλούκσταϊν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ήταν οι «τομείς», που περιλάμβαναν οργανώσεις όπως η Ένωση Γυναικών, αυτοί που συνεργάστηκαν πιο αποτελεσματικά με το Hôtel de Ville, δημιουργώντας μια «δυνατή και αμοιβαία» σχέση: «Στην εκπαίδευση, για παράδειγμα, μεγάλο μέρος της ορμής δεν ήρθε από το Συμβούλιο της Κομμούνας αλλά από τα προϋπάρχοντα σώματα των εκπαιδευτικών». Επίσης, έχουμε ήδη δει τον ρόλο της Ένωσης Γυναικών σε σχέση με την Επιτροπή Εργασίας και το Συμβούλιο της Κομμούνας.[73]


Ο τρόπος που οι λέσχες πίεζαν το Συμβούλιο της Κομμούνας, έπαιρναν πρωτοβουλίες και απαιτούσαν από το Συμβούλιο να τις ενημερώνει για τις αποφάσεις του, είναι σημαντικός για να καταλάβουμε τον ρόλο των γυναικών στην επαναστατική διαδικασία. Η Τζούντι Κοξ σωστά ασκεί κριτική στην Γκέι Γκούλικσον, η οποία, όπως και οι περισσότεροι ιστορικοί, υποτιμά την πρόοδο που συντελέστηκε για τις γυναίκες, επικαλούμενη το ότι δεν υπήρχαν γυναίκες εκλεγμένες στο Συμβούλιο της Κομμούνας. Πρόκειται για ένα διπλό λάθος. Πρώτον, η Γκούλικσον, όπως αρκετές φεμινίστριες, παίρνει ως δεδομένο ότι οι άνδρες δεν μπορούν να εκφράσουν τα γυναικεία συμφέροντα. Όμως η υποστήριξη των γυναικείων δικαιωμάτων δεν είναι απλώς ζήτημα φύλου, αλλά και πολιτικής άποψης. Όπως τονίζει η Κοξ, «Η μαρξιστική πτέρυγα της Πρώτης Διεθνούς ήταν η μοναδική πολιτική οργάνωση στην Γαλλία, η οποία υποστήριζε το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες. Τουλάχιστον τέσσερις σοσιαλιστές άντρες, μέλη της Κομμούνας –οι Εζέν Βαρλέν, Μπενουά Μαλόν, Εντουάρ Βαγιάν και Λέο Φρανκέλ– πήραν πρωτοβουλίες που προωθούσαν την ισότητα των γυναικών στους τομείς ευθύνης τους».[74]


Όμως δεν ήταν απλώς υπόθεση κάποιων αντρών με αξίες, που στέκονταν ενάντια στην καταπίεση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι φωνές των γυναικών ακούγονταν ξεκάθαρα στις λέσχες, στα οδοφράγματα και σε κάθε δραστηριότητα της Κομμούνας. Στις σύγχρονες υποστηρίκτριες της γυναικείας απελευθέρωσης, το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν έλαβαν δικαίωμα ψήφου φαίνεται σοκαριστικό. Ωστόσο δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το απαίτησαν και οι ίδιες. Όπως γράφει η Ρος: 


«Η Ένωση Γυναικών δεν έδειχνε ίχνος ενδιαφέροντος για αιτήματα κοινοβουλευτικού ή δικαιωματικού τύπου. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέλη της όπως η Λουίζ Μισέλ, η Πόλα Μινκ και άλλες, ήταν αδιάφορες για το δικαίωμα ψήφου (ένας σημαντικός στόχος το 1848) και για τις παραδοσιακές μορφές ρεπουμπλικανικής πολιτικής… Με άλλα λόγια, για αυτές η συμμετοχή στη δημόσια ζωή δε συνδεόταν με το δικαίωμα ψήφου».[75]


Όλα αυτά ισχύουν, αλλά επίσης η Εθνική Επιτροπή της Νέας Φρουράς, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε τεθεί επικεφαλής μια επιτυχημένης εξέγερσης, υπέθεσε ότι πρέπει να λειτουργήσει εντός νομικού πλαισίου. Έτσι οι εκλογές, για τις οποίες πήραν την έγκριση των δημάρχων, έγιναν με τους υπάρχοντες κυβερνητικούς νόμους, οι οποίοι έδιναν δικαίωμα ψήφου μόνο σε άντρες. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν επιφανείς γυναίκες είχαν ηγηθεί ενός αγώνα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, είναι όμως προφανές ότι θα έβρισκαν σημαντική υποστήριξη.


Η Γκούλικσον αντιμετωπίζει τις απόψεις των πιο συντηρητικών Προυντονιστών -εναντίον των οποίων ο Μαρξ αγωνίστηκε αδιάκοπα- ως ένδειξη μιας γενικευμένης κουλτούρας ανδρικού σωβινισμού, η οποία περιθωριοποιούσε τις γυναίκες. Ακόμα όμως και κάποιοι αριστεροί Προυντονιστές, όπως ο Λεφρανσέ, υποστήριζαν τα δικαιώματα των γυναικών. Και παρότι φεμινίστρια, η Γκούλικσον δεν αντιμετωπίζει με σεβασμό τη φωνή της Αντρέ Λεό[76], μιας επιφανούς φεμινίστριας ήδη πολύ πριν την Κομμούνα, και εκδότριας του περιοδικού La Sociale.

Για να ενισχύσει την υπόθεσή της, η Γκούλικσον παραθέτει ένα απόσπασμα από δημοσίευμα της Λεό, σχετικά με την υποτιμητική συμπεριφορά αξιωματικών της Νέας Φρουράς και ενός γιατρού προς γυναίκες εθελόντριες. Όμως η Λεό κατέληγε στο ίδιο άρθρο με το εξής: «Εντοπίσαμε την ύπαρξη των πολύ διαφορετικών συμπεριφορών. Οι αξιωματικοί [που προέρχονταν από τη μεσαία τάξη] και οι χειρούργοι, έδειχναν ανεξαιρέτως μια έλλειψη συμπάθειας που κυμαινόταν από ψυχρότητα μέχρι προσβολές. Όμως οι Εθνοφρουροί έδειχναν σεβασμό κι αδελφική διάθεση». Ακριβώς επειδή δημοσίευσε τα παράπονα εναντίον των αξιωματικών, ο Λουί Ροσσέλ, ο Επίτροπος για την Αμυνα, ζήτησε τις συμβουλές της για να συμμετέχουν περισσότερες γυναίκες στην στρατιωτική προσπάθεια.[77]


Φυσικά δεν πείστηκαν όλοι αμέσως από τις πιο ριζοσπαστικές απόψεις όπως περιγράφονται εδώ. Το σημαντικό είναι ότι οι γυναίκες αμφισβητούσαν τις  οπισθοδρομικές απόψεις, πίεζαν για τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονταν, και η Κομμούνα υιοθετούσε τα αιτήματά τους. Η πλειοψηφία των άρθρων της Λεό στο La Sociale δεν αφορούσε αποκλειστικά γυναίκεια θέματα. Όταν όμως έγραφε για γυναικεία θέματα, υπογράμμιζε την ανάγκη αλλά και τη δυνατότητα της αλληλεγγύης μεταξύ των φύλων. Ένα από τα άρθρα της είχε τίτλο “Toutes avec Tous” (Ολες μαζί με Ολους).[78]


Μπορούμε να προσθέσουμε ένα ακόμη σημείο. Η Γκούλικσον δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη γιγάντια πρόοδο που συντελέστηκε από τις γυναίκες, και την παρακαταθήκη που άφησαν στην εργατική τάξη, για να μάθει από αυτήν, επειδή η ίδια όπως και άλλες φιλελεύθερες φεμινίστριες, εστιάζει στις εκλεγμένες ηγεσίες. Είναι βέβαια σημαντικό να βλέπει κανείς και αυτό το επίπεδο, οι σοσιαλιστές/τριες όμως δίνουν σημασία στις αλλαγές που συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια, εκεί όπου οι εργάτριες/ες είχαν καταπιαστεί με τη δημιουργία δημοκρατικών θεσμών, συζητούσαν νέες ιδέες και έπαιρναν θαυμαστές πρωτοβουλίες. Μέσα σε μια ταραγμένη περίοδο όπως είναι η επανάσταση, ο δημοκρατικός χαρακτήρας της διαδικασίας δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως από την ανάλυση μόνο των συνταγμάτων και των επίσημων δομών. Σημασία έχει η δυναμική της διαδικασίας και οι αφετηριακές τάσεις που αναδύονται αυθόρμητα μέσα από τον αγώνα, οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν περεταίρω από τη συνειδητή πολιτική παρέμβαση.


Πολλές εκ των υστέρων κριτικές της Κομμούνας  εντοπίζουν ως κομβικό λάθος την μη δέσμευση των αποθεματικών κεφαλαίων της Εθνικής Τράπεζας. Ακόμα και αυτό όμως ήταν, εν μέρει, απότοκο της αυστηρής προσήλωσης στις δημοκρατικές διαδικασίες, που ήταν ο κανόνας κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Ο Ραούλ Ριγκώ, μπλανκιστής και μέλος της Διεθνούς, ήταν επικεφαλής της «πρώην αστυνομικής διοίκησης». Ήταν μια έντονη προσωπικότητα με προϊστορία στο κίνημα, γνωστός και ως «καθηγητής των οδοφραγμάτων», όπως τον αποκάλεσε ένας δικαστής σε μία από τις πολλές δίκες του.[79] Διέταξε κάποιους φρουρούς να καταλάβουν την τράπεζα, για να εθνικοποιήσουν τον αποθηκευμένο πλούτο της. Επιρρεπής όμως στον ελιτισμό που χαρακτήριζε τους Μπλανκιστές, δεν το είχε συζητήσει με το υπόλοιπο Συμβούλιο και έτσι η πρότασή του μπλοκαρίστηκε από τους Προυντονιστές. Ενας από αυτούς, επέμενε ότι η Τράπεζα «θα πρέπει να είναι σεβαστή ως ιδιωτική περιουσία, η οποία ανήκει στους μετόχους»! Μέχρι να συζητηθεί από την Επιτροπή η πρόταση, η ευκαιρία είχε πλέον χαθεί.[80]


Ο Ένγκελς υποστήριξε ότι «η Τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας θα άξιζε περισσότερο από 10.000 ομήρους». Είναι συζητήσιμο κατά πόσο η κατάληψη της τράπεζας θα είχε πιέσει τις Βερσαλλίες να αποδεχτούν μιαν ανακωχή, όπως πίστευε ο Ένγκελς, αλλά είναι σίγουρο ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να ενισχυθούν τα επιτεύγματα της Κομμούνας. Για παράδειγμα, η Κομμούνα χρειάστηκε να ξοδέψει 21 εκατομμύρια φράγκα για την άμυνα, αφήνοντας μόνο 1.000 φράγκα για την εκπαίδευση, έναν τομέα που ήταν βαθιά έγνοια όλων των εμπλεκόμενων. Επίσης, αυτή η διστακτικότητα να καταλάβουν ένα προπύργιο της κρατικής εξουσίας και της αστικής τάξης αντανακλά την πανταχού παρούσα επιθυμία τους να κινηθούν μέσα στα όρια της νομιμότητας και να μην κατηγορηθούν αυτοί ως οι υπεύθυνοι του εμφυλίου πολέμου που μαινόταν γύρω τους.[81] Αν και υπάρχουν παραδείγματα ηγετών της Κομμούνας που δεν λογοδοτούσαν για τα πεπραγμένα τους, οι αδυναμίες που εντοπίζουν οι ιστορικοί θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσμα του εμφύλιου πολέμου, της πολιορκίας και της οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Το σημαντικό επίτευγμα της Κομμούνας το τόνισε ο Μαρξ: Το έμβρυο μιας εργατικής δημοκρατίας, με εκλεγμένους και ανακλητούς αντιπροσώπους, δικαστές και αξιωματούχους σε κάθε επίπεδο. Σε αυτή την ιστορική καινοτομία αξίζει να εστιάσουμε την προσοχή μας και όχι στις κατανοητές ελλείψεις.


Ένα τελευταίο σημείο. Οι δομές που δημιουργήθηκαν από την Κομμούνα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες ως ένα μοντέλο για το σήμερα. Η εργατική τάξη στο Παρίσι ήταν η μεγαλύτερη κοινωνική ομάδα, αριθμώντας 900.000 εργάτες, περιτριγυρισμένους από 400.000 μικροαστούς, οι οποίοι κατείχαν τα 4.000 μανάβικα, τα 1.900 χασάπικα και 1.300 φούρνους. Ωστόσο, η αναδόμηση του Παρισιού από τον Οσμάν αποθάρρυνε τη δημιουργία μεγάλων εργασιακών χώρων. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονταν κυρίως στον εξωτερικό δακτύλιο του Παρισιού. Η βιομηχανία Cail στο βορειοανατολικό Παρίσι, όπου εργάζονταν 2.800 εργάτες για την παραγωγή ατμομηχανών και βαγονιών, ήταν μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Οι εργασιακοί χώροι με πάνω από 10 εργάτες αποτελούσαν μόλις το 7% του συνόλου, με το 31% των επιχειρήσεων να έχουν από 2 ως 10 εργάτες. O Γκλούκσταϊν καταλήγει:


«Ο χαρακτήρας της παραγωγής… είχε επηρεάσει την οργανωτική δομή του κινήματος του 1871… Ήταν δύσκολο να αναπτυχθεί συνδικαλιστική δράση και να οικοδομηθεί ευρύτερη δραστηριότητα σε τόσο μικρούς εργασιακούς χώρους. Τέτοιες παραγωγικές μονάδες δεν μπορούν να αποτελέσουν συλλογική εστία για την εργατική τάξη. Αντιθέτως, αυτή προέκυψε από την Εθνοφρουρά και τις λέσχες, οι οποίες παρείχαν ένα πλαίσιο για την συλλογική έκφραση και οργάνωση».[82]


Στην Ρωσική Επανάσταση του 1905, οι εργάτες θα έκαναν ένα νέο άλμα και θα δημιουργούσαν τα σοβιέτ, αποτέλεσμα της μεγάλης ανάπτυξης της βιομηχανικής εργατικής τάξης, η οποία συνενώθηκε σε εργασιακούς χώρους μεγαλύτερους από οτιδήποτε είχε δει το Παρίσι το 1871. Αυτό σήμαινε ότι το επίκεντρο της οργάνωσης έγινε ο χώρος δουλειάς, ακόμα και αν οι δρόμοι παρέμεναν μια σημαντική εστία για τις μεγάλες και ενωμένες διαδηλώσεις, που ήταν σημείο ενοποίησης για  τους εργάτες από διαφορετικές βιομηχανίες. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «εκεί που σμιλεύονται οι αλυσίδες της καταπίεσης, εκεί πρέπει να σπάσουν». Ωστόσο, οι αρχές και οι αξίες της Κομμούνας επιβίωσαν και στα σοβιέτ: όλοι οι εκπρόσωποι και οι υπεύθυνοι ήταν ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, λογοδοτούσαν σε αυτούς που τους ψήφιζαν, πληρώνονταν μισθούς ίσους με των εργατών και παρέμεναν στη δουλειά, όπου βίωναν τις συνθήκες για τις οποίες καλούνταν να πάρουν αποφάσεις. Η Παρισινή Κομμούνα επομένως, μπορεί να κατανοηθεί σαν ένας οιωνός, ένας προάγγελος της μελλοντικής κοινωνίας. Με τα λόγια του Μαρξ:


«Η εργατική τάξη δεν περίμενε θαύματα από την Κομμούνα. Δεν είχαν προκατασκευασμένες ουτοπίες για να τις εισάγουν με  ένα διάταγμα του λαού. Γνωρίζουν ότι για να κερδίσουν την απελευθέρωσή τους… έχουν να περάσουν μέσα από  δύσκολους αγώνες, μέσα από μια σειρά ιστορικών διαδικασιών, η οποία μετασχηματίζει και τις συνθήκες και τους ανθρώπους. Δεν έχουν έτοιμα ιδανικά να θέσουν σε εφαρμογή, έχουν να απελευθερώσουν τα στοιχεία της νέας κοινωνίας».[83]


Κάποιες πλευρές της Κομμούνας έχουν ξεπεραστεί από μετέπειτα αλλαγές, και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς θα μοιάζει μια εργατική επανάσταση στον αιώνα μας. Όμως, οι βασικές αρχές της συλλογικότητας και της δημοκρατίας που εγκαθίδρυσε, παραμένουν και σήμερα ζωτικές για την σύγχρονη εργατική τάξη.


Η βαρβαρότητα της άρχουσας τάξης-Η ματωμένη βδομάδα


Ο Μαρξ επέμενε ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους, αλλά όχι μέσα σε συνθήκες της δικής τους επιλογής.[84] Η εξέγερση που έγινε την 18η Μαρτίου ανάγκασε τους Κομμουνάρους να επιχειρούν να αναδιοργανώσουν την κοινωνία, εν μέσω της πρωσικής πολιορκίας και του εμφύλιου πολέμου. Αυτοί οι παράγοντες ήταν καθοριστικοί για την ήττα της ηρωικής εξέγερσης.


Την Κυριακή 21 Μαΐου, τα στρατεύματα των Βερσαλλιών επιτέθηκαν στο Παρίσι. Νέα οδοφράγματα υψώθηκαν στον ένα δρόμο μετά τον άλλο, καθώς ο πληθυσμός κινητοποιήθηκε σε μια τελική ηρωική προσπάθεια να υπερασπιστεί την Κομμούνα. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει πώς ένα από τα οδοφράγματα το έχτισε και το υπερασπιζόταν ένα «τάγμα περίπου 120 γυναικών. Όταν έφτασα, μια σκοτεινή μορφή ξεπρόβαλε από την πύλη. Ήταν ένα κορίτσι με έναν φρυγικό σκούφο [ΣτΜ: σκουφί-σύμβολο της ελευθερίας μετά τη Γαλλική Επανάσταση] στο κεφάλι, με ένα μουσκέτο στα χέρια  και μια ζώνη με φυσίγγια στην μέση της. “Αλτ, πολίτη, δεν μπορείς να προχωρήσεις!”»[85] Βλέπουμε εδώ το πώς άλλαξε η θέση της γυναίκας, από εκεί που τον Μάρτιο παρακαλούσαν τους στρατιώτες να μην πυροβολήσουν, πλέον είχαν γίνει περήφανες μαχήτριες, έτοιμες να πεθάνουν με αξιοπρέπεια και τιμή.


Μόλις μια βδομάδα αργότερα, 30.000 ή και περισσότεροι άνθρωποι, είχαν δολοφονηθεί από τους αντεπαναστάτες. Οι τίτλοι των σχετικών κεφαλαίων στο βιβλίο του Λισαγκαρέ συνοψίζουν την εμπειρία αυτή: «Η μανιασμένη οργή των Βερσαλλιών», «ο λογαριασμός της αστικής εκδικητικότητας». Η ουσία των γεγονότων αποτυπώνεται στον τίτλο του βιβλίου του Τζον Μέριμαν, Σφαγή.[86] Αν και υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση για το μέγεθος των απωλειών, δεν έχει νόημα να σκαλίζουμε τους ακριβείς αριθμούς. Πολλές απώλειες δεν καταγράφηκαν, καθώς τα πτώματα πετάχτηκαν σε μαζικούς τάφους και αργότερα αποτεφρώθηκαν. Αμέτρητοι εξαφανίστηκαν μέσα στις φυλακές ή μεταφέρθηκαν σε αποικίες, όπου κανείς δε ξέρει πόσοι μπορεί να πέθαναν. Άλλοι διέφυγαν αναζητώντας άσυλο, και υπάρχουν ελάχιστες πηγές για το πόσοι επέζησαν των τραυμάτων τους. Αυτή η βαρβαρότητα αρχικά χειροκροτήθηκε από τις σοβαρές αστικές εφημερίδες στην Ευρώπη, των οποίων οι δημοσιογράφοι ακολουθούσαν τον στρατό «σαν τα τσακάλια». Ένας δημοσιογράφος ζητούσε «το τέλος αυτού του διεθνούς δημοκρατικού τρωκτικού», του Κόκκινου Παρισιού. Όταν όμως ήρθαν αντιμέτωποι «με τη μυρωδιά της σφαγής», τα σμήνη από μύγες πάνω στα πτώματα, τα δέντρα δίχως φύλλα, τους δρόμους γεμάτους από νεκρά πουλιά, ακόμα και μερικοί από αυτούς τους αστούς δημοσιογράφους αισθάνθηκαν αποστροφή. «Ας μη σκοτώσουμε άλλους» παρακαλούσε το  Paris Journal, «Αρκετές εκτελέσεις, αρκετό αίμα, αρκετά θύματα» δήλωνε η Nationale.[87]


Οι ανώτερες τάξεις όμως, που ζούσαν από την εργασία αυτών που σφαγιάζονταν, δεν εξέφραζαν τέτοιους ενδοιασμούς στην αγριότητά τους.[88] Οι καθώς πρέπει κυρίες, ξεναγούνταν στα μπουντρούμια όπου ρίχνονταν οι φυλακισμένοι, κρατώντας στις μύτες τους τα δαντελένια μαντήλια τους –φτιαγμένα από τις γυναίκες τις οποίες περιεργάζονταν– για να μη μυρίζουν τη βρώμα των κελιών και των ετοιμοθάνατων Κομμουνάρων. Διασκέδαζαν πολύ να πειράζουν με τα ομπρελίνα τους τις γυναίκες κρατούμενες. Πολλά δημόσια πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων δικαστών και άλλων καθώς πρέπει αστών, συνέχιζαν να ζητούν αίμα. Για να δικαιολογήσουν αυτή τη φρενίτιδα, κατασκεύαζαν ψέματα που ταίριαζαν με τις προκαταλήψεις τέτοιων καθαρμάτων. Ένας ανώνυμος Άγγλος περιέγραψε τους Κομμουνάρους σαν «μεθυσμένους με μανία, μεταμορφωμένους σε άγρια θηρία πιασμένα σε παγίδα». Κατά τη γνώμη του, αυτό «καθιστούσε την εξολόθρευσή τους μια αναγκαιότητα».[89] Η άρχουσα τάξη μισούσε ιδιαίτερα τις Κομμουνάριες, τις οποίες απεικόνιζε ως «μοχθηρές», «άγριες» και σεξουαλικά διεφθαρμένες.


Ο θυμός τους, τροφοδοτήθηκε από υστερικές ιστορίες για τις διαβόητες πυρπολήτριες (petroleuses), που υποτίθεται ότι θα έκαιγαν το Παρίσι. Ο μύθος των πυρπολητριών χρειάζεται την προσοχή μας. Η Εντίθ Τόμας ονόμασε το βιβλίο της για τις γυναίκες της Κομμούνας Les Petroleuses, το οποίο μεταφράστηκε ως Οι Εμπρήστριες [The Women Incendiaries]. Εξετάζοντας τα δεδομένα καταλήγει ότι δεν είναι ξεκάθαρο, αν υπήρξαν οι πυρπολήτριες, με τον τρόπο που οι αντιδραστικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο. Ταυτόχρονα όμως, οι Κομμουνάροι/ιες χρησιμοποίησαν τη φωτιά, σαν όπλο για να καταστρέψουν κτίρια στα οποία θα μπορούσαν οι στρατιώτες των Βερσαλλιών να στήσουν τα οπλοπολυβόλα. Η φωτιά επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν μια μορφή οδοφράγματος, ένα τείχος φωτιάς, για να μην αφήνει τους στρατιώτες να προελαύνουν, το οποίο είχε δημιουργηθεί από τους αμυνόμενους, που σίγουρα στις τάξεις τους είχαν γυναίκες και πιθανότατα και παιδιά.[90] Ο Μέριμαν καταγράφει τις εντολές του υπεύθυνου πολέμου της Εθνοφρουράς, Σαρλ Ντελεκλύζ, ενός ηλικιωμένου Γιακωβίνου, αλλά και άλλων, συμπεριλαμβανομένων μελών του Συμβουλίου της Κομμούνας, σύμφωνα με τις οποίες θα ανατίναζαν ή θα πυρπολούσαν σπίτια. Ο Ντελεκλύζ, έχοντας καταλάβει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να οργανώσει μια στρατιωτική τακτική που θα μπορούσε να απωθήσει την επίθεση, «υιοθέτησε μια στρατηγική μαζικής λαϊκής αντίστασης». Οι στρατηγοί της Εθνοφρουράς διέταξαν «το κάψιμο μερικών εμβληματικών παρισινών κτιρίων,  στις εύπορες γειτονιές της πόλης», όπως και μερικών δημοσίων κτιρίων. Ένας από τους Κομμουνάρους στρατηγούς διέταξε να καεί το Παλάτι του Κεραμεικού. Ο Γκυστάβ Λεφρανσέ, ο πιο ριζοσπάστης από τους Προυντονιστές, παραδέχτηκε ότι ήταν ένας εξ’ αυτών «που ένιωσε ανατριχιαστική χαρά όταν έβλεπε αυτό το μοχθηρό παλάτι να τυλίγεται στις φλόγες». Όταν μια γυναίκα ρώτησε την Ναταλί Λεμέλ, τι μπορούσε να δει να καίγεται στη Μονμάρτη, η Λεμέλ απάντησε απλά, «τίποτα απολύτως, μόνο το Παλαί Ρουαγιάλ και το Παλάτι του Κεραμεικού, γιατί δεν θέλουμε πλέον βασιλιά».[91]


Ο Μαρξ είχε δίκιο που υπερασπίστηκε το κάψιμο της πόλης: 


«Το Παρίσι των εργατών, μέσα στο ηρωικό αυτό-ολοκαύτωμα, τύλιξε στις φλόγες του κτίρια και μνημεία. Τη στιγμή που κομματιάζουν το ζωντανό σώμα του προλεταριάτου, οι αφέντες του δεν πρέπει πια να περιμένουν ότι θα επιστρέψουν πανηγυρικά στους άθικτους τοίχους των σπιτιών τους. Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών φωνάζει, “Εμπρησμός!” και ψιθυρίζει το σύνθημα αυτό σε όλους τους πράκτορές της…για να κυνηγήσουν τους εχθρούς της παντού σαν ύποπτους εμπρηστές εξ επαγγέλματος. Η αστική τάξη όλου του κόσμου βλέπει με ευχαρίστηση τη μαζική αυτή σφαγή ύστερα από τη μάχη, ταράζεται όμως από φρίκη μπροστά στη βεβήλωση τούβλων και σοβάδων!
…Η Κομμούνα χρησιμοποίησε την φωτιά αποκλειστικά ως μέσο άμυνας. Την χρησιμοποίησε για να φράξει στα στρατεύματα των Βερσαλλιών εκείνες τις πλατιές ολόισιες λεωφόρους, που ο Οσμάν είχε επίτηδες ανοίξει για να είναι κατάλληλες για τα πυρά πυροβολικού. Την χρησιμοποίησε για να καλύψει την υποχώρησή της, κατά τον ίδιο τρόπο, που οι Βερσαλλιέροι χρησιμοποίησαν στην προέλασή τους τις οβίδες,, οι οποίες κατέστρεψαν τουλάχιστον τόσα κτίρια όσα και οι φωτιές της Κομμούνας. Ακόμα και σήμερα υπάρχει συζήτηση για το ποια κτίρια κάηκαν από τους επιτιθέμενους και ποια από τους αμυνόμενους. Και οι αμυνόμενοι κατέφυγαν στη φωτιά, μόνο όταν ο στρατός των Βερσαλλιών είχε πια αρχίσει τη μαζική σφαγή των αιχμαλώτων».[92]


Ο ηρωισμός των παιδιών, των γυναικών και των αντρών καθώς πολεμούσαν για να υπερασπιστούν την «κοινοτική τους πολυτέλεια», θα επιβίωνε στη μνήμη του σοσιαλιστικού κινήματος και της εργατικής τάξης. Το να πολεμάς και να πεθαίνεις έγινε ένδειξη επαναστατικής τιμής.

Σε διάφορα απομνημονεύματα συχνά υπάρχουν σκηνές όπως αυτή που παραθέτει ο Λισαγκαρέ για το οδόφραγμα του διαμερίσματος του Τεμπλ:


«Ο πιο ακούραστος πυροβολητής ήταν ένα παιδί. Το οδόφραγμα έπεσε, όλοι οι αμυνόμενοι εκτελέστηκαν και ήρθε και η ώρα του παιδιού. Ζήτησε μία παύση τριών λεπτών “έτσι ώστε να πάει το ασημένιο ρολόι του στη μητέρα του, που ζούσε απέναντι, για να μην χάσει τουλάχιστον τα πάντα”. Ο αξιωματικός, απρόθυμα συγκινημένος, τον άφησε να φύγει, πιστεύοντας ότι δεν θα τον έβλεπε ξανά. Τρία λεπτά αργότερα όμως το παιδί φώναξε “Έφτασα!”, πήδησε στο οδόστρωμα και σβέλτα στήθηκε στον τοίχο δίπλα στη στοίβα με τα σώματα των συντρόφων του».


Ο Λισαγκαρέ κατέληγε: «Το Παρίσι δεν θα πεθάνει ποτέ, όσο βγάζει τέτοιους ανθρώπους».[93] Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος δεν ήταν υποστηρικτής της Κομμούνας, αλλά έδειξε αλληλεγγύη μπροστά στη σφαγή, έγραψε ένα ποίημα για αυτό το περιστατικό. Καταλήγει εκφράζοντας τον ευσεβή πόθο να έδινε ο αξιωματικός  χάρη στο παιδί.[94]


Ο Γκυστάβ Κουρμπέ θυμάται: 


«Η μέθη της σφαγής και της καταστροφής είχε καταλάβει τους ανθρώπους, οι οποίοι αν και συνήθως ήπιοι, είχαν γίνει τρομεροί, εξωθημένοι όπως ήταν στα άκρα από την κατάσταση… Θα πεθάνουμε αν πρέπει, φώναζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά δεν θα οδηγηθούμε στην Καγιέν».[95]


H Λουίζ Μισέλ έμεινε διάσημη για την αγέρωχη στάση της στην δίκη:


«Καθώς φαίνεται ότι κάθε καρδιά που χτυπά για την ελευθερία έχει μόνο δικαίωμα σε λίγο μολύβι, ζητώ και ‘γω το μερίδιό μου… Αν με αφήσετε να ζήσω, δεν θα πάψω να ζητώ εκδίκηση… Αν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε με».[96]


Υπό τον φόβο ότι θα μπορούσε να γίνει μια μάρτυρας, γύρω από την οποία θα κινητοποιούνταν οι εργάτες, δεν εκτελέστηκε αλλά καταδικάστηκε σε εξορία στη Νέα Καληδονία, όπου συνάντησε τη Ναταλί Λεμέλ. Κατά τη διάρκεια της άμυνας του Παρισιού, η Λεμέλ είχε τεθεί επικεφαλής ενός αποσπάσματος της Ένωσης Γυναικών. Παρέλασαν με μια κόκκινη σημαία, από την συγκέντρωσή τους στο mairie[97] στο τέταρτο διαμέρισμα, προς την Μπατινιόλ, για να την υπερασπιστούν. Περίπου 120 γυναίκες συγκράτησαν τα κυβερνητικά στρατεύματα για αρκετές ώρες. Όσες αιχμαλωτίστηκαν εκτελέστηκαν επί τόπου, μία εκ των οποίων ήταν η μοδίστρα Μπλανς Λεφέβρ, οργανώτρια της Ένωσης Γυναικών και μέλος του κύκλου του Μαρξ. Μερικές αμύνθηκαν στο οδόφραγμα στην Πλατεία Πιγκάλ για άλλες 3 ώρες, αλλά όλες σκοτώθηκαν, στον τόπο που ο Λισαγκαρέ  έδοσε το όνομα «το μυθικό οδόφραγμα». Η Λεμέλ φρόντιζε για ώρες τραυματίες. Η σύντροφός της, Ελιζαμπέτ Ντμίτριεφ, τις τελευταίες ώρες βρισκόταν στη Μονμάρτη μαζί με τη Λουίζ Μισέλ και τον Λεό Φρανκέλ.[98]


Η πλειοψηφία των φτωχών δεν είχε πολλές επιλογές πέρα από ένα γενναίο θάνατο, και το έκανε με περηφάνια. Οι πιο μορφωμένοι, αν στέκονταν τυχεροί, έβρισκαν τρόπο να καταφύγουν στην εξορία. Ο Φρανκέλ μεταφέρθηκε λαθραία από έναν αμαξά και διέφυγε στη Γερμανία μαζί με την Ντμίτριεφ. Μπορούσαν να υποδυθούν ένα ζευγάρι Πρώσων, καθώς μιλούσαν άπταιστα γερμανικά. Η Ντμίτριεφ επέστρεψε στη Ρωσία, για να καταλήξει στην εξορία της Σιβηρίας, συνοδεύοντας έναν επαναστάτη που ήταν ο πραγματικά σύζυγός της. Εξαιτίας της απομόνωσης, δεν έμαθε ποτέ για την αμνηστεία, οπότε πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στην τούνδρα, όπου πολλοί επαναστάτες άφησαν την τελευταία τους πνοή. Η Λουίζ Μισέλ κράτησε τον υπόσχεσή της. Επέστρεψε στη Γαλλία μετά την αμνηστεία, συνελήφθη σε μια διαδήλωση ανέργων το 1883, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακής στην απομόνωση, και συνελήφθη ξανά το 1890. Διέφυγε στην Αγγλία, επέστρεψε ξανά στη Γαλλία, όπου και πέθανε από πνευμονία τον Ιανουάριο του 1905.[99]


Ένας γιατρός σχολίασε την γενναιότητα των Κομμουνάρων:


«Δεν επιθυμώ το θρίαμβο του σκοπού σας. Όμως δεν έχω ξαναδεί τραυματισμένους να παραμένουν τόσο ήρεμοι και ψύχραιμοι κατά την εγχείρηση. Αποδίδω το κουράγιο αυτό στην ενέργεια που τους δίνουν οι πεποιθήσεις τους».[100]


Με αυτό τον τρόπο ερμήνευσαν και οι υποστηρικτές της Κομμούνας την γενναία της αντίσταση. Ενέπνευσε γενιές, φωτίζοντας το ρητό «καλύτερα να πεθάνεις μαχόμενος παρά να ζεις γονατιστός», ως την πιο αξιοπρεπή απάντηση στη βαρβαρότητα της άρχουσας τάξης. Αν είχαν απλώς παραδοθεί, για να αποφύγουν την αιματοχυσία, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι δεν θα τους σκότωναν, και η επανάστασή τους σίγουρα δεν θα προκαλούσε τόσο μεγάλη έμπνευση σε γενιές εργατών και σοσιαλιστών αγωνιστών.


Πολιτική Αποτίμηση


«Όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης, που ζούσαμε στην καταφρόνια, θα γίνουμε το παν εμείς», γράφει ο Ποττιέ στη Διεθνή. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Ποιες πολιτικές και ποια θεωρία ταίριαζε καλύτερα στις ανάγκες της Κομμούνας; Όταν θυμόμαστε τους παλιότερους εργατικούς αγώνες, το να αξιολογούμε τις πολιτικές ιδέες που δοκιμάστηκαν μέσα στη μάχη αποτελεί ένα σημαντικό μέρος του να τιμούμε τη  μνήμη τους. Για να αξίζουν τα βάσανα των ηττημένων το αίμα που χύθηκε, είναι ευθύνη όσων εμπνέονται από αυτούς να προσπαθούν να βγάλουν συμπεράσματα, αλλιώς οι θυσίες τους θα επαναλαμβάνονται δίχως τέλος. Στο τελευταίο άρθρο της, πριν δολοφονηθεί τον Ιανουάριο του 1919, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αναφέρθηκε στην Παρισινή Κομμούνα, σαν μια αλληγορία της μοίρας της επανάστασης που κατέρρεε γύρω της. Από τη σκοπιά όμως της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, τέτοιες ήττες εξυπηρετούσαν έναν σκοπό:


«Πού θα βρισκόμασταν σήμερα χωρίς αυτές τις “ήττες”, από τις οποίες αντλούμε ιστορική εμπειρία, κατανόηση, δύναμη και έμπνευση; …Στεκόμαστε πάνω στο βάθρο όλων αυτών των ηττών. Και όλες τους είναι αναντικατάστατες, επειδή κάθε μία εμπλουτίζει την κατανόηση μας και μας δυναμώνει».[101]


Πολλές φορές σε αυτά τα 150 χρόνια που μεσολάβησαν, οι εργάτες έδειξαν ότι αν μπορούσαν να αποκτήσουν τον έλεγχο, θα έχτιζαν μια ανθρώπινη κοινωνία, έναν σοσιαλιστικό κόσμο. Σε κάθε αγώνα μπορούμε να δούμε τα ίχνη αυτής της αλήθειας, και αυτή η έμπνευση ενώνει πολλούς ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές απόψεις μέσα στην Αριστερά. Αναλογιστείτε λίγο αυτό: 150 χρόνια πριν, όταν ο αγώνας για τα γυναικεία δικαιώματα ήταν στη βρεφική του ηλικία, οι πιο ριζοσπαστικές λέσχες στο Παρίσι απαίτησαν και κέρδισαν στήριξη για το δικαίωμα στην έκτρωση.


Αλλά το ερώτημα που έχει μείνει αναπάντητο στην εργατική τάξη, μέχρι στιγμής, είναι το πώς να πάρουν τον έλεγχο και να τον κρατήσουν, πώς να νικήσουν τις πανίσχυρες δυνάμεις του καπιταλισμού που στέκονται απέναντί τους. Οι Προυντονιστές, οι Γιακωβίνοι και οι Μπλανκιστές ήταν οι ομάδες με την μεγαλύτερη επιρροή στο Συμβούλιο της Κομμούνας. Η Διεθνής του Μαρξ, είχε χιλιάδες μέλη, αλλά δεν είχε συνεκτική θεωρία και πολιτική. Καμία από αυτές τις ομαδοποιήσεις  δεν μπορούσε να προσφέρει την ηγεσία που χρειαζόταν.


Η Εθνοφρουρά εξέλεξε μια Κεντρική Επιτροπή μόλις δυό βδομάδες πριν την εξέγερση. Αν και άπειροι, μαζεύτηκαν να συζητήσουν τι θα κάνουν υπό το φως της αυθόρμητης εξέγερσης. Μέχρι το τέλος της ημέρας, το Hôtel de Ville καταλήφθηκε και έγινε το στρατηγείο των εξεγερμένων. Τους έλειπε όμως η αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσουν την εξουσία τους, να αναλάβουν την αναγκαία άμυνα και την αναδιοργάνωση της πόλης. Μέσα στην πολιτική τους σύγχυση, στράφηκαν αναζητώντας ηγεσία στο μόνο «συνταγματικό» σώμα που είχε απομείνει στο Παρίσι, τους δημάρχους, οι οποίοι είχαν διοριστεί από την μισητή κεντρική κυβέρνηση! Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς επέμενε ότι μόνο ένα σώμα που θα έβγαινε από νέες εκλογές μπορούσε να αναλάβει να αντιμετωπίσει όλα τα επείγοντα προβλήματα της πόλης. Χρειάστηκαν 8 μέρες μέχρι να καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις με τους δημάρχους στην εκλογή ενός αναγνωρισμένου κυρίαρχου σώματος. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος τον οποίο εκμεταλλεύτηκε ο στρατός των Βερσαλλιών που απειλούσε το Παρίσι. Ο Ελί Ρεκλύ αναρωτήθηκε την ημέρα των εκλογών: «Τι σημαίνει η νομιμότητα την ώρα της επανάστασης;»[102]


Σχεδόν κάθε ιστορικός που έχει γράψει για το γεγονός, σχολιάζει την ανοργανωσιά της Εθνοφρουράς, η οποία έκανε τη νίκη της κυβέρνησης των Βερσαλλιών ευκολότερη από ό,τι θα μπορούσε να είναι. Αντίστοιχα, πολλοί αναδεικνύουν την αμήχανη αντίδραση της Κομμούνας μπροστά στη μαζική εξέγερση. Λίγοι, όμως βγάζουν πολιτικά συμπεράσματα από αυτό ή προσπαθούν να εξηγήσουν σοβαρά τι πήγε λάθος. Ο Έντουαρντς συνοψίζει τους λόγους που οδήγησαν στην καταστροφή: Η βασική έγνοια της πλειοψηφίας της Επιτροπής «ήταν να “νομιμοποιήσουν” την κατάσταση απεκδύοντας τους εαυτούς τους από την εξουσία που είχε πέσει αιφνιδιαστικά στα χέρια τους». Οι Μπλανκιστές πίεζαν για μια επίθεση στις Βερσαλλίες, «ένα σχέδιο που θα μπορούσε να πετύχει», έχοντας υπόψη την πρόσφατη συναδέλφωση μεταξύ στρατού και Εθνοφρουράς.[103] Ο Γκλούκσταϊν  υποστηρίζει ότι ο Θιέρσος ποτέ δεν ήταν πιο αδύναμος από όσο αυτές τις πρώτες ώρες και μέρες μετά την 18η Μάρτη 1871. Η στρατιωτική πειθαρχία είχε εξανεμιστεί και ο γαλλικός στρατός δεν είχε ακόμα ενισχυθεί από τους αιχμαλώτους πολέμου που απελευθέρωσε αργότερα ο Μπίσμαρκ. Υποστηρικτικό της άποψης αυτής, είναι το γεγονός ότι ο Θιέρσος απέρριψε το αίτημα να στείλει στρατεύματα για τη δημιουργία ενός θύλακα εναντίον των Κομμουνάρων μέσα στο Παρίσι: «Ούτε 5.000, ούτε 500, ούτε 5. Χρειάζομαι τα ελάχιστα στρατεύματα που παραμένουν διαθέσιμα –και στα οποία δεν έχω ακόμα πλήρη εμπιστοσύνη– για να υπερασπιστώ την κυβέρνηση». Ένας υποστηρικτής της Κομμούνας κατέγραψε ότι στις Βερσαλλίες, οι απλοί στρατιώτες δεν έχαιραν εμπιστοσύνης ούτε για μια περιπολία στους δρόμους.[104]


Ο Αύγουστος Μπλανκί συμμεριζόταν την προσδοκία του Μαρξ ότι ο πόλεμος θα δημιουργούσε ιδανικές συνθήκες για επανάσταση. Αλλά σε αντίθεση με τον Μαρξ, δεν θεωρούσε την εργατική τάξη ως το υποκείμενο που θα κάνει την επανάσταση, παρά μόνο ως υποστηρικτική δύναμη για ένα επαναστατικό πραξικόπημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι οπαδοί του να μην έχουν χτίσει ρίζες στις εργατικές οργανώσεις ή κοινότητες, ενώ και ο ίδιος παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης κλεισμένος στη φυλακή, λόγω μιας αποτυχημένης απόπειρας εξέγερσης λίγους μήνες νωρίτερα. «Ο απολογισμός του ίδιου του Μπλανκί, για την αποτυχία [του Αυγούστου του 1870] είναι οδυνηρά ειλικρινής», εξηγεί ο Γκλούκσταϊν. Ο Μπλανκί έγραψε για την αντίδραση των εργατών της Μπελβίλ, απέναντι σε αυτούς τους αρματωμένους αγνώστους που τους καλούσαν να εξεγερθούν: «Ο πληθυσμός ήταν ξαφνιασμένος… και συγκρατημένος από φόβο». Κατέληγε: «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς τον λαό!» Παρά την προϊστορία του ρεύματος τους στην οργάνωση συνωμοτικών μειοψηφικών επαναστατικών πράξεων, οι Μπλανκιστές συμμετείχαν με μεγάλο ενθουσιασμό στη μαζική εξέγερση και στους θεσμούς που δημιούργησε. Η αρετή τους βρισκόταν στην ετοιμότητα να οργανωθούν και να απαντήσουν με την απαραίτητη βία εναντίον των δολοφονικών δυνάμεων που στέκονταν εναντίον της Κομμούνας.[105] Όμως, με την απουσία του ηγέτη τους, που είχε το μεγαλύτερο κύρος, οι Μπλανκιστές ηττήθηκαν στη συζήτηση για την επίθεση στις Βερσαλλίες, και μια σημαντική ευκαιρία χάθηκε.


Παρά την αποστροφή τους προς την οργανωτικότητα, οι Προυντονιστές ανέλαβαν πολλές ηγετικές θέσεις στο Συμβούλιο της Κομμούνας. Η παράδοσή τους είχε καλλιεργήσει, επί μακρόν, μιαν απέχθεια προς κάθε είδους πολιτική οργάνωση, γεγονός που εκφράστηκε στο δισταγμό τους να δώσουν πραγματικές αρμοδιότητες και εξουσίες στα εκλεγμένα σώματα της Κομμούνας. Με τη σειρά του, αυτό υπονόμευε την αποφασιστικότητα των σωμάτων αυτών για αυτενέργεια, δίνοντας επιπλέον χρόνο στις Βερσαλλίες για να περάσουν στην αντεπίθεση. Επίσης ο σεβασμός των Προυντονιστών απέναντι στην ατομική ιδιοκτησία, ήταν η αιτία της απόφασης να παραμείνει ανέγγιχτος ο πλούτος των αστών στην Εθνική Τράπεζα, και δημιουργούσε μια γενικότερη διστακτικότητα να παρθούν αποφασιστικά μέτρα στα πεδία της οικονομικής και αμυντικής πολιτικής. 


Ο Προυντονισμός σήμερα είναι ένα νεκρό πολιτικό ρεύμα. Ωστόσο, ένας από τους μαθητές του, ο Μπακούνιν, ακόμα επηρεάζει αγωνιστές. Σε μια κλασσική,  για τον τρόπο σκέψης του, διατύπωση, ο Μπακούνιν έγραψε στην κριτική του για την Κομμούνα: «η αιτία που υποφέρει η ανθρωπότητα δεν βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη μορφή κυβέρνησης, αλλά στις θεμελιώδεις αρχές και στην ίδια την ύπαρξη της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως της μορφής».[106] Όμως αυτός ο γενικευτικός λόγος, που ακούγεται ριζοσπαστικός, συσκοτίζει το γεγονός ότι τα προβλήματα της Κομμούνας δεν προήλθαν από μια αφαιρετική ιδέα [Στμ. όπως η κυβέρνηση γενικώς], αλλά από την πολύ πραγματική δύναμη του αντεπαναστατικού στρατού του Θιέρσου. Μόνο μια εξίσου οργανωμένη δύναμη, βασισμένη στην εργατική δημοκρατία, θα μπορούσε να υπερασπιστεί την Κομμούνα από την σφαγή. Τα αφαιρετικά συνθήματα του Μπακούνιν –που αναπαράγονται σήμερα σε αναρχικούς χώρους– δεν δίνουν καμία κατεύθυνση για το τι μπορούμε να κάνουμε μπροστά στην απειλή της βίαιης μηχανής του αστικού κράτους. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν –και ακόμα δεν μπορούν– να υποτιμούν την οργάνωση και την πολιτική.


Δεν είναι όμως μόνο το ζήτημα της άμυνας. Η απαίτηση των αρτοποιών να σταματήσει η νυχτερινή εργασία δημιούργησε μια μεγάλη αντιπαράθεση στο Συμβούλιο της Κομμούνας, καθώς μέλη του Συμβουλίου, που επηρεάζονταν από ιδέες σαν αυτές που εξέφραζε ο Μπακούνιν, αρνούνταν να βγει το διάταγμα που να την απαγορεύει, παρότι υποστήριζαν γενικά την ιδέα. Οι αρτοποιοί αγωνίζονταν για αυτό επί 2 χρόνια, το μικρό όμως μέγεθος της απασχόλησης σε κάθε αρτοποιείο δυσκόλευε την αποτελεσματική τους οργάνωση. Η απάντηση του Συμβουλίου ήταν τραγελαφική. Αρνήθηκαν κάθε κρατική παρέμβαση από θέση αρχής, και υποστήριξαν ότι οι εργάτες οφείλουν «οι ίδιοι να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους απέναντι στους εργοδότες». Ο Μπενουά Μαλόν εκπροσωπούσε την άποψη των 3.000 αρτοποιών, οι οποίοι έκαναν πορεία προς το Hôtel de Ville, απαιτώντας το διάταγμα: «Μέχρι τώρα το κράτος παρέμβαινε, εναντίον των συμφερόντων των εργατών. Είναι τουλάχιστον δίκαιο να παρέμβει σήμερα υπέρ των εργατών».[107]


Οι αφηρημένες «ιερές αρχές» εναντίον κάθε είδους οργάνωσης, δεν αποτελούν οδηγό για το πώς θα έπρεπε να συνδεθεί η Αριστερά με ριζοσπαστικές οργανώσεις όπως η Ένωση Γυναικών, η Ομοσπονδία των Καλλιτεχνών και οι λέσχες. Αν έπαιρνε κανείς στα σοβαρά αυτές τις αρχές, θα έπρεπε να μποϊκοτάρει τέτοιες οργανώσεις, μια τελείως σεχταριστική και καταστροφική στάση, η οποία θα τον καθιστούσε αδιάφορο, ανίκανο να συμβάλει στην ανάπτυξη της συνείδησης και στην αντιπαράθεση για το ποια στρατηγική μπορεί να είναι νικηφόρα. 
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς γενίκευσαν με τον καλύτερο τρόπο τα συμπεράσματα της Κομμούνας. Ο Μαρξ πίστευε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα ήταν έργο της ίδιας, προτού δώσει η Κομμούνα μια περιορισμένη εικόνα του τρόπου που θα μπορούσε να γίνει αυτό.

Είχε μελετήσει τις εταιρείες των ριζοσπαστών εργατών και ιδιαίτερα την εξέγερση των υφαντριών της Σιλεσίας το 1844, και έκτοτε δεν αμφέβαλλε ποτέ για τη δημιουργικότητα και την οργανωτική εφευρετικότητα του οργανωμένου προλεταριάτου. Στις Θέσεις για τον Φούερμπαχ, απάντησε στο ερώτημα για το πώς μπορούν οι εργάτες να «εκπαιδευτούν» για μια νέα κοινωνία: Θα αυτομορφωθούν μέσα από την συνειδητή δράση τους. Την ιδέα αυτήν ανέπτυξε μαζί με τον Ένγκελς, περισσότερο, στην Γερμανική Ιδεολογία, όπου υποστήριξαν ότι για τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, «ο μετασχηματισμός των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα είναι απαραίτητος, ένας μετασχηματισμός που μπορεί να γίνει μόνο μέσα σε ένα πρακτικό κίνημα [ΣτΜ. σε  ένα κίνημα της πράξης], μια επανάσταση».[108]


Πλέον, ο λαός του Παρισιού είχε αποκαλύψει και την απάντηση  στο ερώτημα τι πρέπει να γίνει με το καταπιεστικό κράτος. Ο Μαρξ αναμετριόταν με αυτό το ερώτημα από όταν κατέληξε στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ότι το πρόβλημα ήταν ότι μέχρι τότε «όλες οι επαναστάσεις τελειοποιούσαν την κρατική μηχανή αντί να την καταστρέψουν».[109] Τί όμως θα την αντικαθιστούσε; Δύο μέρες μετά την ματωμένη βδομάδα, ο Μαρξ σε μια ομιλία του στη Διεθνή, έδωσε έμφαση στα κατορθώματα της Κομμούνας και στη σημασία της για το μέλλον του εργατικού κινήματος. Ηταν δύσπιστος για μια τέτοια εξέγερση λίγες μόνο βδομάδες πριν, πιστεύοντας ότι ήταν πρώιμη, ωστόσο δεν δίστασε να σπεύσει στην υπεράσπισή της. Όπως και μεγάλο μέρος του πολιτικού του έργου, τα γραπτά του για την Κομμούνα τόνιζαν τις θεμελιώδεις πτυχές της. Σε αντίθεση με τις αστικές επαναστάσεις, οι οποίες ευνόησαν κυρίως την μειοψηφία των καπιταλιστών, η δυνατότητα μιας εργατικής επανάστασης για να απελευθερώσει το σύνολο της ανθρωπότητας, αποδεικνυόταν τώρα στην πράξη. Εξηγεί πώς οι δημοκρατικές δομές, η κατάργηση της αστυνομίας και του στρατού, ο εξοπλισμός του λαού, ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούσε να βασιστεί η απελευθέρωση των εργαζομένων από την εκμετάλλευση. Από αυτήν την οπτική, οι πράξεις των εργατών του Παρισιού χάραξαν νέους δρόμους. Ο ηρωισμός τους δημιούργησε τις συνθήκες για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ώστε να ξεκαθαρίσουν και να κάνουν πιο συνεκτικές τις παλιότερες ιδέες τους σχετικά με την αυτο-απελευθέρωση της εργατική τάξης. Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς ότι τα γραπτά του Μαρξ για την Κομμούνα στέκονται στον αντίποδα των αφηρημένων «ιερών αρχών» στο έργο του Μπακούνιν.


Αλλά ήταν ο Λένιν αυτός που συνένωσε όλα αυτά τα στοιχεία, υπερβαίνοντας την φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στην αυθόρμητη εξέγερση και την οργάνωση.[110] Η αντίστιξη μεταξύ αυθόρμητου και οργάνωσης κυριαρχεί στην κριτική του Μπακούνιν, και πολλοί ακτιβιστές σήμερα τη θεωρούν δεδομένη. Το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα ακανθώδες στον τομέα της γυναικείας συμμετοχής. Οι γυναικείες δράσεις κατά την διάρκεια εξεγέρσεων, συνήθως παρουσιάζονται ως «στοιχειακές», μη σχεδιασμένες και όχι ιδιαίτερα πολιτικές. Αυτή η έμφαση στον αυθορμητισμό, ενίοτε είναι σεξιστική και υποτιμά τον ρόλο της ηγεσίας, της οξυδέρκειας και του σχεδιασμού των ίδιων των γυναικών. 
Η Κομμούνα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιχειρημάτων του Λένιν. Καταρχήν, δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση δίχως αυθορμητισμό. Η ριζοσπαστικοποίηση που οδήγησε στην Κομμούνα δεν παρήχθη σταδιακά, αλλά ξέσπασε και σόκαρε τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι η εξέγερση που ανέκτησε τα κανόνια στην Μονμάρτη, ήταν αποτέλεσμα μιας διαρκώς αυξανόμενης δυσαρέσκειας και θυμού, αλλά και η εξέγερση με την σειρά της ριζοσπαστικοποίησε και μετασχημάτισε αποφασιστικά την κατάσταση.


Η Κομμούνα δείχνει ότι δεν υπάρχει κάποιο φράγμα ανάμεσα στην επανάσταση και τις δραστηριότητες και πολιτικές που προϋπάρχουν. Για παράδειγμα ο Εζέν Βαρλέν και η Ναταλί Λεμέλ συμμετείχαν στις εργατικές διαμαρτυρίες για τα γυναικεία δικαιώματα και τον ίσο μισθό κατά όλη την δεκαετία του 1860. Μέσα σε έναν αυξανόμενο αριθμό απεργιών πριν το 1871, μερικοί εργάτες έμαθαν από την εμπειρία τους. Μια απεργία 5.000 εργατών χαλκού το 1867 κέρδισε με την υποστήριξη της Διεθνούς, η οποία οργάνωσε εράνους για το απεργιακό ταμείο από εργάτες σε άλλες χώρες. Αυτό το μάθημα της διεθνούς αλληλεγγύης δεν ξεχάστηκε. Άλλες εργάτριες –ειδικά στα υφαντουργεία από όπου προέρχονταν πολλές γυναίκες της Ένωσης Γυναικών της Ντμίτριεφ– ξεκίνησαν να βλέπουν την αξία της οργάνωσης και των απεργιών σε διάφορες πόλεις. Σε μια απεργία μεταλλωρύχων στην περιοχή του Λίγηρα, οι σύζυγοι των εργατών αντιστάθηκαν γενναία εναντίον της χωροφυλακής το 1870. Οι ιδέες Προυντονιστών που πίστευαν ότι «οι γυναίκες πρέπει να μένουν στο σπίτι και να αποφεύγουν τον φυσικό και ηθικό κίνδυνο που βρίσκεται στα εργαστήρια», απορρίπτονταν πλέον από τους εργαζόμενους άντρες. Διακήρυξαν ότι οι γυναίκες πρέπει να ασκούν την ανεξαρτησία τους και «θα πορευτούν στο πλάι μας στην άσκηση της δημοκρατικής και κοινωνικής συνεργασίας». Αυτές οι ιδέες μπορούσαν πιο αποτελεσματικά να αντέξουν στο χρόνο και να αποκτήσουν πλατιά επιρροή αν υιοθετούνταν από οργανώσεις, από ό,τι αν αφήνονταν στην ιδιοτροπία της τυχαίας ατομικής συμπεριφοράς.[111]


Η πιο σημαντική θεωρητική καινοτομία του Λένιν ήταν ότι αντιλήφθηκε ότι ρόλος των επαναστατών είναι να ετοιμάζονται για αυτά τα αυθόρμητα ξεσπάσματα πριν αυτά γίνουν. Αυτή η προετοιμασία δεν είναι μια αμιγώς διανοητική άσκηση, αλλά εμπεριέχει την συμμετοχή σε κάθε αγώνα, διακινώντας ιδέες που θα προκαλούν τους συμμετέχοντες [σε αυτούς τους αγώνες] να απορρίψουν τις ιδέες του καπιταλισμού. Άλλωστε δεν πρόκειται όλοι οι εργάτες να αναπτύξουν ταξική συνείδηση ταυτόχρονα. Η συνείδηση θα είναι πάντα ανισομερής, όπως ήταν και στην Κομμούνα. Αυτό σημαίνει ότι οι επαναστάτες χρειάζεται να χτίσουν ένα κόμμα που θα οργανώνει τους πιο ταξικά συνειδητοποιημένους και μαχητικούς εργάτες, την «πρωτοπορία», όπως τους αποκαλούσε ο Λένιν. Ένα τέτοιο επαναστατικό κόμμα χρειάζεται να υψώνει γενικότερα το επίπεδο της ταξικής συνείδησης, με την οποία ο Λένιν εννοούσε το βαθμό στον οποίο οι εργάτες κατανοούν τον ρόλο της τάξης τους, τον ρόλο των άλλων κοινωνικών στρωμάτων και συνειδητοποιούν την ταξική τους δύναμη. Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι, προκειμένου να ανατραπεί ο καπιταλισμός, η τάξη τους μπορεί και πρέπει να οδηγήσει τις άλλες τάξεις σε μια επανάσταση. Το κόμμα χρειάζεται να αποκτήσει μια ιστορία συμμετοχής σε αγώνες, και καθοδήγησης των αγώνων, ώστε να αποκτήσει μια ευρεία αντίληψη της συγκυρίας όπου βρίσκεται η ταξική πάλη, να μπορεί να αξιολογεί διάφορες στρατηγικές όπως και τα επιχειρήματα άλλων πολιτικών κομμάτων. Αυτός ο τρόπος προσφέρει τις καλύτερες πιθανότητες για να ηττηθούν πολιτικά τα επιχειρήματα αυτών που πάντα αναζητούν την μετριοπάθεια και τον συμβιβασμό.


Η πρωτοπορία οφείλει να έχει εντυπωμένη στη συνείδησή της, την επίγνωση ότι εφόσον η πλευρά μας αμφισβητήσει με σοβαρούς όρους την άρχουσα τάξη και το κράτος της, δεν υπάρχει όριο στην «απροκάλυπτη αγριότητα και άνομη εκδίκησή τους», όπως το έθετε ο Μαρξ. Οι επαναστάσεις έχουν πολλές φορές συντριβεί από την φαινομενικά αέναη ύπαρξη του κράτους, αλλά και από το λάθος να παραμένουν εμμονικά εντός του «νομικού πλαισίου». Η λύση του Λένιν ήταν να οργανωθεί η πρωτοπορία ώστε να είναι έτοιμη να επαναλάβει τις πρώτες πράξεις της Κομμούνας: να διαλύσει την αστυνομία και τον στρατό και να οπλίσει την εργατική τάξη και τους φτωχούς. Στην υπεράσπιση της επανάστασης, δεν πρέπει να αποφύγει να απαντήσει στη βία της άρχουσας τάξης.


Η Κληρονομιά της Κομμούνας


Στην Παρισινή Κομμούνα η άρχουσα τάξη είδε το περίγραμμα μιας νέας κοινωνίας. Κατανοούσαν ότι ένας τέτοιος κόσμος ισότητας και δικαιοσύνης θα μπορούσε να χτιστεί μόνο πάνω στα συντρίμμια του καπιταλισμού. Για αυτόν το λόγο, προσπάθησαν να εξαλείψουν τελείως τη μνήμη της.


Σήμερα στο Λούβρο, οι μορφές της βασιλικής οικογένειας που εκθρονίστηκε κατά την Γαλλική Επανάσταση παρουσιάζονται με συμπάθεια. Αντίθετα, μια πολύ μικρή συλλογή για την Κομμούνα, είναι καταχωνιασμένη στο υπόγειο. Μια συλλογή κειμηλίων, εγγράφων και άλλων αντικειμένων βρίσκεται στο μουσείο που είναι αφιερωμένο στην τέχνη του Πωλ Ελυάρ, στο Σεν Ντενί. Η ειρωνεία είναι ότι στεγάζεται σε ένα παλιό κατάλυμα καρμελιτών μοναχών. Δημιουργήθηκε από το κομμουνιστικό δημοτικό συμβούλιο του Σεν Ντενί. 


Κατά τη δεκαετία του 1870, η αστική τάξη ανάπλασε το Παρίσι κατασκευάζοντας μνημεία για τη [Γαλλική] Δημοκρατία. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έχει χαρακτηριστεί ως «μια χρυσή εποχή της μνημειακής αρχιτεκτονικής», όντας μέρος της προσπάθειας του «αυτοπροσδιορισμού», μιας προσπάθειας που προσπαθούσε να επουλώσει το τραύμα του 1870-71. Η παλινόρθωση της Στήλης της Βαντόμ ήταν, φυσικά, βασική προτεραιότητα. Μερικές φορές ο σκοπός της κατασκευής νέων μνημείων ή κτιρίων γινόταν ξεκάθαρος. Η εκκλησία της Sacre-Coeur χτίστηκε στη Μονμάρτη. Όταν έβαζαν τον θεμέλιο λίθο, ο αρχιτέκτονας Charles Rohault de Fleury, δήλωσε ότι η Sacre-Coeur ανακτούσε στο όνομα του έθνους «τον τόπο που επιλέχτηκε από τον Σατανά και όπου τελέστηκε η πρώτη πράξη αυτών των τρομερών Σατουρναλίων».[112]


Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την διάθεση ακύρωσης της Κομμούνας στο γκροτέσκο μεγαλείο της Sacre-Coeur. Αλλά ένα μεγάλο τμήμα της υπόλοιπης ανάπλασης δεν είχε τόσο ανοιχτά δηλωμένη την πρόθεσή της. Μεγάλο κομμάτι των τεχνουργημάτων που προωθούνταν και των χώρων που αναδομούνταν, παρουσιαζόταν απλώς ως φόρος τιμής στη Δημοκρατία. Αλλά παρά τις προσπάθειές τους, η μνήμη πολλές φορές αντηχούσε σε αυτά που δεν λέγονται ή δεν κτίζονται. Ένας χώρος που «παραχωρήθηκε» στους σοσιαλιστές ήταν ο Mur des Federes, (Ο Τοίχος των Ομοσπονδιακών),[113] που βρίσκεται στο νεκροταφείο του Περ Λασαίζ, εκεί όπου χύθηκε το αίμα ενός άγνωστου αριθμού ανώνυμων Κομμουνάρων τις τελευταίες μέρες της Κομμούνας. Πιθανότατα οι Αρχές θεώρησαν ότι ήταν ένα ταιριαστό μνημείο: Προορισμένο να μαστιγώνει τις ψυχές μας, και να υπενθυμίζει ότι κάθε απόπειρα αντικαπιταλιστικής εξέγερσης θα καταλήγει πάντα να καταπνίγεται με αδιανόητη αγριότητα. Έκαναν όμως λάθος. Οι επισκέπτες αφήνουν σωρούς από κόκκινα τριαντάφυλλα και φεύγουν με ανανεωμένο το μίσος τους για την αστική τάξη καθώς και μια επιθυμία να αγωνιστούν για την υπόσχεση της Κομμούνας. Το 1907, το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού σχεδίασε να εγκαταστήσει εκεί το Μνημείο για τα θύματα των Επαναστάσεων του Paul Vautier-Moreau, σμιλεμένο από πέτρες οδοφραγμάτων, πάνω στις οποίες θα αναγραφόταν η έκκληση του Βίκτωρος Ουγκώ να μπει τέλος στην «εκδικητικότητα». Ήταν τέτοια η αντίδραση των υποστηρικτών της Κομμούνας, που προτιμούσαν να μείνει ο χώρος απλά για τους Κομμουνάρους, ώστε τελικά το μνημείο τοποθετήθηκε έξω από τα τείχη του νεκροταφείου.[114]


Ο Γουίλιαμ Μόρις απέδωσε φόρο τιμής στην καταστροφή της στήλης της Βαντόμ στην νουβέλα του Νέα από το Πουθενά, που κυκλοφόρησε το 1890. Ο κήπος με τις βερικοκιές που έχει αντικαταστήσει [ΣτΜ: στο βιβλίο του Μόρις] την πλατεία Τραφάλγκαρ, όπου κυριαρχούσε η Στήλη του Ναυάρχου Νέλσον είναι, όπως υποστηρίζει η Ρος «ένας συμβολικός επανοραματισμός και της Πλατείας Βαντόμ και της Πλατείας Τραφάλγκαρ… η εθνικιστική αισθητική τους, των διαχρονικών  μνημείων του έθνους, μετατρέπεται σε υπερεθνικό χώρο».[115]


Παρά τις προσπάθειες των επιγόνων των χασάπηδων που αιματοκύλησαν το Παρίσι, η μνήμη της πρώτης εργατικής επανάστασης δεν μπορεί να απωθηθεί τελείως. Μια κοινωνική ιστορία του Παρισιού, που εκδόθηκε στα αγγλικά το 2010, επαναφέρει κάποια απομνημονεύματα μαχητών και υποστηρικτών της Κομμούνας. Ο Ερίκ Χαζάν, ο συγγραφέας, μας θυμίζει πώς οι σύγχρονοι τσαρλατάνοι, προτιμούν αντί να αποκρύπτουν την ιστορία της Κομμούνας εντελώς, να προσπαθούν κυνικά να την οικειοποιηθούν για τους δικούς τους λόγους. Μια πλάκα στο Παρίσι γράφει: «Το τελευταίο οδόφραγμα της Κομμούνας υπερασπίστηκε την Rue de la Fontaine-au-Roi. 120 χρόνια αργότερα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ο γενικός του γραμματέας, Πιερ Μορουά, αποτίουν φόρο τιμής στους ανθρώπους που προσπάθησαν να αλλάξουν τις ζωές τους, και στους 30.000 νεκρούς του Καιρού των Κερασιών». Ο Χαζάν, ο οποίος καταγράφει την αλήθεια εκείνων των ημερών, μας υπενθυμίζει: «Αυτή η ανοησία παραποιεί την ιστορία, γιατί ο Λουί Μπλαν, ο Μορουά της εποχής, υποστήριζε ότι “η εξέγερση αυτή είναι απολύτως καταδικαστέα και πρέπει να καταδικαστεί από κάθε δημοκράτη”».[116] Το Les temps des cerises [ΣτΜ. Ο Καιρός των Κερασιών], στο οποίο αναφέρεται η επιγραφή, είναι ένα τραγούδι γραμμένο το 1866. Έγινε δημοφιλές στην Κομμούνα, με προσθήκη νέων στίχων, καθώς τραγουδιόταν στα οδοφράγματα και στις λέσχες. Ο τίτλος είναι μια μεταφορά για την ελπίδα μιας νέας ζωής μετά την επανάσταση, καθιστώντας την υποκριτική επιγραφή του ρεφορμιστικού κόμματος ακόμα πιο ενοχλητική.


Για δεκαετίες οι εργάτες θυμόντουσαν την θαρραλέα ανυπακοή των Κομμουνάρων. Την Πρωτομαγιά του 1901, χιλιάδες παρακολούθησαν την κηδεία της Πόλα Μινκ στους δρόμους του Παρισιού. Φώναζαν «Ζήτω η Κομμούνα!» και «Ζήτω η Διεθνής!», καθώς πάνω από 600 αστυνομικοί, 500 στρατιώτες και 100 ιππείς φυλούσαν τους δρόμους για να αποφευχθεί κάθε πιθανότητα επανάληψης του 1871.[117] Περισσότεροι από 100.000 παρακολούθησαν την κηδεία της Λουίζ Μισέλ, στο Παρίσι το 1905. Σοσιαλιστές και αναρχικοί γιόρταζαν την Κομμούνα κάθε Μάρτη. Οι φρικτές εικόνες των βασανισμένων γυναικών που κυκλοφόρησαν σε ολόκληρο τον κόσμο από τις αστικές εφημερίδες, δεν μπορούσαν να υπονομεύσουν την αίσθηση περηφάνιας και αλληλεγγύης που ενέπνευσε το κουράγιο τους. Για παράδειγμα, στην επαρχιακή πόλη ανθρακωρύχων Broken Hill, της Πολιτείας New South Wales, στην Αυστραλία, για πολλά χρόνια του εικοστού αιώνα, το Σοσιαλιστικό Κυριακάτικο Σχολείο οργάνωνε μια ετήσια τιμητική επέτειο της Κομμούνας. Σε ένα προηγούμενο άρθρο κατέληγα ότι «[η επέτειος] δεν παρουσιαζόταν τόσο σαν μια γιορτή ανδρικών επιτευγμάτων, όπως συχνά ισχυρίζονται φεμινίστριες ιστορικοί: “Ποια πράξη ξεπερνά σε μεγαλείο την ετοιμότητα αντρών και γυναικών να θυσιαστούν για ένα όνειρο;”». Ένα άρθρο στη σοσιαλιστική εφημερίδα της πόλης “τόνιζε τη γενναιότητα των γυναικών”, αναπαράγοντας την ιστορία όπου στρατιώτες προσπάθησαν να αναγκάσουν τους Κομμουνάρους να γονατίσουν μπροστά στα όπλα τους: «Μια γυναίκα με ένα παιδί στα χέρια της αρνήθηκε να το κάνει, φωνάζοντας στους συντρόφους της: “Δείξτε σε αυτούς τους άθλιους ότι ξέρετε πώς να πεθάνετε όρθιοι”».[118]


Ένας ιστορικός αυτών των επετειακών εκδηλώσεων που συνέχισαν για δεκάδες χρόνια γράφει:


«Έβλεπαν την Κομμούνα σαν ένα παράδειγμα διεθνούς συνεργασίας, βασισμένο στην κοινή τους ταξική ταυτότητα. Η Κομμούνα ξαναγραφόταν κάθε χρόνο, δημιουργώντας ένα παλίμψηστο. Οι ομιλητές έβλεπαν την Κομμούνα, σαν ένα σύμβολο της κυβέρνησης της εργατικής τάξης, ή της επανάστασης, ένα σύμβολο προειδοποίησης και ελπίδας, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, κάτι από το οποίο είχαν να μάθουν, κάτι που είχαν να τιμούν».[119]


Παρά τις προσπάθειες να συσκοτιστεί η ιστορία της, η Κομμούνα αποτελεί ακόμα σημείο αναφοράς για την ιδέα της επανάστασης, ή της αμφισβήτησης της εξουσίας, ακόμα και σήμερα. Καθώς γράφω αυτό το άρθρο, ένα ποστ στο Buzzfeed, «Οι έφοδοι της ιστορίας, από την καλύτερη στην χειρότερη» δημοσιεύτηκε για να χλευάσει την εισβολή στο Καπιτώλιο από ακροδεξιούς υποστηρικτές του Τραμπ. Η Κομμούνα αναφέρεται ως η δεύτερη πιο σημαντική έφοδος στην ιστορία, πίσω μόνο από την Οκτωβριανή Επανάσταση.[120] Ακόμα και το διακεκριμένο [ΣτΜ: επιστημονικό ιατρικό περιοδικό] Lancet απέτισε φόρο τιμής στην Κομμούνα για την 150ή της επέτειο, με ένα άρθρο-αφιέρωμα για την Μαίρη Πάτναμ Τζάκομπι. Η κατάληξη του άρθρου ισοδυναμεί με φόρο τιμής στη δύναμη της Κομμούνας να εμπνέει ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο: «Οι βάσεις της φιλοσοφίας της, μιας φιλοσοφίας που βάζει τον σπόρο για μια αμερικάνικη αναγέννηση σήμερα, βρίσκονται στο αίμα που χύθηκε στους δρόμους του Παρισιού 150 χρόνια πριν».[121]


Συμπέρασμα


Ξεκινήσαμε με την εικόνα της «Σφίγγας» όπως την επικαλέστηκε ο Μαρξ για να περιγράψει τον τρόμο των αστών μπροστά στην Κομμούνα. Κλείνουμε με τον κόσμο να βυθίζεται σε μια ακόμη πιο τρομακτική εποχή χάους, η οποία δημιουργεί καταστροφές την μία μετά την άλλη. Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί τις κυβερνήσεις του κόσμου να μη βιαστούν να περικόψουν τα μέτρα που πάρθηκαν για να αποτρέψουν την κατάρρευση των οικονομιών. Η συμβουλή αυτή δεν προέρχεται από ανθρωπιστική ευαισθησία για αυτούς που θα υπέφεραν από την απόσυρση των μέτρων, αλλά από τον φόβο μιας εξέγερσης. Η Σφίγγα τους στοιχειώνει ακόμα.


Η Παρισινή Κομμούνα μας θυμίζει αυτό που είπε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι οι εκλεπτυσμένες και πνευματικές πλευρές της ζωής τις οποίες λαχταρούμε, μπορούν να κερδηθούν μόνο με την πάλη για τα σκληρά και υλικά πράγματα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχουν. Και ότι «κάνουν εδώ την εμφάνισή τους ως εμπιστοσύνη, ως θάρρος, ως χιούμορ, ως πανουργία, ως αδιάσειστη πεποίθηση σε αυτόν τον αγώνα». Για αυτόν τον λόγο η Παρισινή Κομμούνα ακόμα και σήμερα τραβάει την προσοχή μας, και αξίζει σοβαρή μελέτη. Γι’ αυτό, επίσης, έχει ακόμα την δύναμη να εμπνέει την εμπιστοσύνη στην εργατική τάξη προς τον στόχο να δημιουργήσει μια «Κοινοτική Πολυτέλεια» για την ανθρωπότητα σήμερα. 


Βιβλιογραφικές αναφορές


Benjamin, Walter 1968, «Theses on the Philosophy of History» στο Illuminations, Essays and Reflections, Schocken Books.


Bloodworth, Sandra 2005, «Militant spirits: the rebel women of Broken Hill». https://sa.org.au/interventions/rebelwomen/militant.htm


Bloodworth, Sandra 2013, «Lenin vs “Leninism”», Marxist Left Review, 5, Καλοκαίρι. https://marxistleftreview.org/articles/lenin-vs-leninism/

Buzzfeed 2021, «Stormings of History Ranked from Best to Worst», Ιανουάριος. https://www.buzzfeed.com/tessred/stormings-of-history-ranked-from-best-to-worst-dogxsiwtv3?utm_source=dynamic&utm_campaign=bfsharefacebook&fbclid=IwAR0Bm0V61HcfuBZsc6jth8J51i6z-enf8-N_WefnVp1pITFqvlRQoAa9_kI

Cox, Judy 2021, «Genderquake: socialist women and the Paris Commune», International Socialism, 169, 5 Ιανουαρίου. http://isj.org.uk/genderquake-paris-commune/

Edwards, Stewart (επιμ.) 1973, The Communards of Paris, 1871 (Documents of Revolution series, Heinz Lubasz), Thames and Hudson.

Eschelbacher, Andrew 2009, «Environment of Memory: Paris and Post-Commune Angst», Nineteenth Century Art World, 8 (2), Φθινόπωρο. https://www.19thc-artworldwide.org/autumn09/environment-of-memory

Gluckstein, Donny 2006, The Paris Commune. A Revolution in Democracy, Bookmarks.

Hazan, Eric 2011, The  Invention of Paris. A History in Footsteps, μετάφραση David Fernbach, Verso.

Horton, Richard 2021, «The Paris Commune and the birth of American medicine», The Lancet, 397, (102070), 16/1. https://www.thelancet.com/journals/lancet/article/PIIS0140-6736(21)00086-6/fulltext

Landrigan, Aloysius Judas 2017, Remembering the Commune: Texts and Celebrations in Britain and the United States, διπλωματική εργασία, University of Melbourne. https://minerva-access.unimelb.edu.au/handle/11343/198112

Lissagaray 1976 [1876], History of the Paris Commune of 1871, μετάφραση Eleanor Marx, New Park Publications.

Luxemburg, Rosa 1919, «Order Prevails in Berlin», Die Rote Fahne, 14/1 https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1919/01/14.htm

Marx, Karl 1845, Theses on Feuerbach.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/theses/theses.htm

Marx, Karl 1852, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1852/18th-brumaire/

Marx, Karl 1871, The Civil War in France.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/index.htm

Marx, Karl and Friedrich Engels 1932 [1846], The German Ideology.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/german-ideology/index.htm

Marx, Karl, Friedrich Engels, Mikhail Bakunin και Peter Kropotkin 2008, Writings on the Paris Commune, Red and Black Publishers.

Merriman, John 2016, Massacre. The Life and Death of the Paris Commune of 1871, Yale University Press.

Ross, Kristin 2016, Communal Luxury. The Political Imaginary of the Paris Commune, Verso.

Thomas, Edith 1966 [1963 με τίτλο Les Pétroleuses], The Women Incendiaries, Secker and Warburg.

Tod, MK 2020, Poetry about the Paris Commune, blog, 10 Σεπτεμβρίου. https://awriterofhistory.com/tag/poetry-about-the-paris-commune/

* Η φράση «ένδοξος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας» είναι από τον Μαρξ (1871). Χάρη στη διεισδυτική ματιά και στις σκέψεις του Ομάρ Χασάν και του Μικ Αρμστρονγκ, το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά βελτιωμένο από το προσχέδιο.

Σημειώσεις

1. Lissagaray 1976, εισαγωγή σελ. 3.

2.  Ο λόγος αυτός τυπώθηκε ως μέρος του βιβλίου Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία.

3. Marx 1871.

4. Benjamin 1968,  σελ. 254-255. 
ΣτΜ: Η μετάφραση προέρχεται από το Michael Löwy, Walter Benjamin: Προμήνυμα κινδύνου μια ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας», μτφρ. Ρεβέκα Πεσσάχ, Αθήνα: Πλέθρον, 2004.

5. Το δημοτικό διαμέρισμα ήταν διοικητική υποδιαίρεση, σαν τα προάστια των σημερινών πόλεων. 

6. Edwards 1973, σελ. 58-59.

7. Merriman 2016, σελ. 41.

8. Edwards 1973, σελ. 15.

9. Edwards 1973, σελ. 59-60.

10. Gluckstein 2006, σελ.13.

11. Merriman 2016, σελ. 44. Η κυβέρνηση αναφέρεται συχνά ως Βερσαλλίες γιατί είχε μεταφερθεί εκεί.

12. Gluckstein 2006, σελ.13.

13. Merriman2016, σελ. 43.

14. Edwards1973, σελ. 60-61.

15. Hazan 2010, σελ. 236-245.

16. Edwards1973, σελ. 61-62.

17. Gluckstein 2006, σελ.14.

18. Edwards1973, σελ. 22. Η έμφαση στο πρωτότυπο. 

19. Marx 1871.

20.  Γνωστός και ως Βαρόνος Οσμάν.

21. Gluckstein 2006, σελ. 68-69.

22. Merriman 2016, σελ. 7-8.

23. Merriman 2014, σελ. 46-47.

24. Marx 1871.

25. Gluckstein 2006, σελ. 53. Η έμφαση στο πρωτότυπο.

26. Marx 1871.

27. Marx 1871.

28. Marx 1871.

29. Marx 1871.

30. Όλα τα παραδείγματα και αποφθέγματα της Επιτροπής Εργασίας προέρχονται από τον Gluckstein 2006, σελ. 28-31.

31. Η Διεθνής συμπεριλάμβανε εκτός από τους σοσιαλιστές, τους Προυντονικούς, οι οποίοι είχαν την πλειοψηφία στο γαλλικό τμήμα, τους Μπλανικστές και άλλους.

32. Πολλές επαναστάτριες διέφυγαν την πίεση να παντρευτούν, που τους ασκούσαν οι οικογένειές τους, με το να κάνουν «λευκούς γάμους», στους οποίους οι σύζυγοι δεν ανέμεναν κάποια σεξουαλική σχέση.  

33. Ross 2016, σελ. 27-29.

34. Thomas 1967, σελ. 62-63.

35. Ross 2016, σελ. 27.

36. Gluckstein 2006, σελ. 50.

37. Ross 2016, σελ. 26-28.

38. Gluckstein 2006, σελ. 31.

39. Gluckstein 2006, σελ. 48-49.

40. Gluckstein 2006, σελ. 545-46.

41. Ross 2016, σελ. 17.

42. Αναφέρεται στο Gluckstein 2006, σελ. 49. O Λισαγκαρέ χρησιμοποιεί τον όρο «oriflamme» για το κόκκινο λάβαρο, το οποίο μεταφορικά σημαίνει ένα ιδανικό που χρησιμοποιείται ως ενοποιητικό σημείο/αφετηρία ενός αγώνα.

43. Marx 1871.

44. Merriman 2016, σελ. 10-11.

45. Merriman 2016, σελ. 104.

46. Merriman 2016,σελ. 107- 109. Gluckstein 2006, σελ. 49.

47. Merriman 2016,σελ. 105.

48. Merriman 2016,σελ. 101.

49. Merriman 2016,σελ. 11.

50. Ross 2016, σελ. 39-40.

51. Ross 2016, σελ. 40.

52. Ross 2016,σελ. 44.

53. Ross 2016, σελ. 41-42.

54. Merriman 2016, σελ. 104.

55. Ross 2016,σελ. 40-41.

56. Marx 1871.

57. Thomas 1967, σελ. 53.

58. Merriman 2016, σελ. 105.

59. Thomas 1967, σελ. 54.

60. Merriman 2016, σελ. 105-106.

61. Gluckstein 2006, σελ. 32-33.

62. Cox 2021.

63. Ross 2016.

64. Δες παρακάτω για μια ερμηνεία αυτής της κατεδάφισης.

65. Βλέπε Ross 2016, σελ. 42-65 για μια ανάλυση των συζητήσεων της Ομοσπονδίας των Καλλιτεχνών και ποιοι συμμετείχαν.

66. Ross 2016, σελ. 55-56.

67. Ross 2016, σελ. 55-56.

68. Marx 1871.

69. Ross 2016, σελ. 23.

70. Lissagaray 1976, σελ. 10-12.

71. Gluckstein 2006, σελ. 46-53.

72. Gluckstein 2006, σελ. 49.

73. Gluckstein 2006, σελ.50.

74. Cox 2021.

75. Ross 2016, σελ. 28.

76. Αυτό ήταν το ψευδώνυμο της Victoire Léodile Béra, με το οποίο υπέγραψε πολλά βιβλία, και έμεινε γνωστή στα αρχεία της Κομμούνας

77. Gluckstein 2006, σελ. 188-190.

78. Gluckstein 2006, σελ. 185-191.

79. Merriman 2016, σελ. 16.

80. Gluckstein 2006, σελ. 156-157. Για μια ανάλυση του γιατί οι Προυντονιστές ήταν στα δεξιά των Κομμουνάρων, βλέπε Gluckstein, σελ. 71-76.

81. Marx και άλλοι 2008, σελ. 71.

82. Gluckstein 2006, σελ. 69-71.

83. Marx 1871.

84. Marx 1852.

85. Hazan 2010, σελ. 238.

86. Lissagaray 1976, Merriman 2016.

87. Lissagaray 1976, σελ. 307-311.

88. Για μια ενδελεχή περιγραφή Lissagaray 1976, σελ. 146-174, Merriman 2016, κεφάλαια 9 και 10.

89. Merriman 2016, σελ. 226.

90. Thomas 1966, σελ. 140-159.

91. Merriman 2016, σελ.156-159.

92. Marx 1871.

93. Lissagaray 1976, σελ. 287.

94. Tod 2020.

95. Γνωστή αποικία ποινικών κρατουμένων στην Γαλλική Γουιάνα. Merriman 2016, σελ. 147.

96. Lissagaray 1976, σελ. 343-344.

97. Τοπικό δημαρχείο.

98. Thomas 1966, σελ.132

99. Merriman 2016, σελ. 245

100. Lissagaray 1976, σελ. 238.

101. Luxemburg 1919.

102. Edwards 1973, σελ. 26.

103. Edwards 1973, σελ. 26.

104. Gluckstein 2006, σελ. 130.

105. Gluckstein 2006, σελ. 76-80.

106. Bakunin, “The Paris Commune and the idea of the state”, στο Marx et al 2008, σελ. 78.

107. Gluckstein 2006, σελ. 28-29.

108. Marx καιEngels 1932, σελ. 60.

109. Marx 1845

110. Για την ανάλυσή μου στον Λένιν, βλέπε Bloodworth 2013.

111. Gluckstein 2006, σελ. 68-71 για λεπτομέρειες πάνω σε απεργίες και την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

112. Eschelbacher 2009.

113. Έτσι ονομάζονταν συχνά οι εθνοφύλακες.

114. Eschelbacher 2009.

115. Ross2016, σελ. 60.

116. Hazan 2010, σελ. 291.

117. Cox 2021.

118. Bloodworth 2005.

119. Landrigan 2017, σελ. 78.

120. Buzzfeed 2021.

121. Horton 2021.

Συντάκτης
Σάντρα Μπλάντγουορθ