Στις 21/1 συνεδρίασε το Γενικό Συμβούλιο του ΜΕΤΑ, με αυξημένη συμμετοχή από τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα και με προσκεκλημένους άλλων αριστερών παρατάξεων που μπαίνουν στον κόπο της προσπάθειας συνεννόησης, αναγνωρίζοντας τις θετικές επιπτώσεις που μπορεί να φέρει στο απογοητευμένο, αλλά και δυσαρεστημένο εργατικό κίνημα.

Το ΓΣ του ΜΕΤΑ πραγματοποιήθηκε λίγες μέρες μετά την ψήφιση του νέου αντεργατικού και αντιλαϊκού πακέτου μέτρων, για να κλείσει η 3η αξιολόγηση, με κορυφαία ζητήματα, την αλλαγή του απεργιακού δικαιώματος των συνδικάτων (50% συν 1, για την προκήρυξη απεργίας) και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ενώ συμπεριέλαβε και τις ιδιωτικοποιήσεις ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κ.λπ. 
Απέναντι σε αυτά τα ζωτικής σημασίας, για την εργατική τάξη, ζητήματα, που πλήττουν τους όρους ύπαρξης των συνδικάτων και τα στοιχειώδη αγαθά που ακόμη διαθέτουν οι εργαζόμενοι, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, μαζί με τις κυβερνητικές παρατάξεις αντέδρασαν όχι απλώς χλιαρά, αλλά μπλοκάροντας στην ουσία τις απεργιακές κινητοποιήσεις αντίστασης.
Το ΜΕΤΑ, σταθερό στην άποψη για έγκαιρη και καλά οργανωμένη προετοιμασία των απεργιακών κινητοποιήσεων, προκειμένου να υπάρχουν όροι επιτυχίας, είχε προτείνει την προκήρυξη απεργιακών κινητοποιήσεων σε συγκεκριμένη ημερομηνία που να μην αφήνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση. Αυτή η πρόταση έγινε στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς, ώστε από κοινού να γίνει προσπάθεια σε ΑΔΕΔΥ, ΕΚΑ, ΕΚΠ, ΓΣΕΕ κ.λπ. για να γίνει εφικτή η προκήρυξη ενός συνόλου κινητοποιήσεων που περιλάμβαναν συμμετοχή στις κινητοποιήσεις στα ειρηνοδικεία, 24ωρη απεργία για την 3η αξιολόγηση και συλλαλητήρια, γνωρίζοντας τη συμφωνία των παλιών και νέων μνημονιακών συνδικαλιστικών δυνάμεων (ΔΑΚΕ-π. ΠΑΣΚ-ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΑΤΡΟΠΗ) για προεδρείο στην ΑΔΕΔΥ, η οποία θα είχε (όπως και είχε) αρνητική επίπτωση και στην προκήρυξη απεργιών. 
Το ΠΑΜΕ ανταποκρίθηκε στην κοινή πρωτοβουλία του ΜΕΤΑ, για έκτακτη σύγκλιση ΕΕ ΑΔΕΔΥ στις 3/1, αλλά μέχρις εκεί. Παρόλο που ΜΕΤΑ και ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ κατέθεσαν την ίδια πρόταση, για συλλαλητήρια στα ειρηνοδικεία στις 10/1 και 24ωρη απεργία στις 11/1, το ΠΑΜΕ δεν συναίνεσε σε αυτή την πρόταση, θέτοντας μία αόριστη πρόταση για 24ωρη απεργία τη μέρα ψήφισης, αφήνοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση. 
Η απεργία στις 12/1 –η οποία προτάθηκε από το ΠΑΜΕ εκ των υστέρων και οι την οποία άλλες δυνάμεις της Αριστεράς είχαν την ευαισθησία και την ευελιξία να αποδεχτούν και να προσπαθήσουν την επιβάλουν, κόντρα στην αδράνεια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των μεγάλων συνομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων– έτσι όπως προκηρύχτηκε και με τον περιορισμένο χρόνο προετοιμασίας που της απέμενε, δεν είχε την επιτυχία που θα μπορούσε και που της άξιζε. Μαζί με τις στάσεις εργασίας που είχαν ανακοινωθεί από την ΑΔΕΔΥ και το συλλαλητήριο τη Δευτέρα 15/1, δημιούργησαν αλαλούμ στους χώρους δουλειάς, ακόμα και στα πιο οργανωμένα κομμάτια, κατακερματίστηκε η συμμετοχή στις απεργιακές κινητοποιήσεις και χάθηκε η ευκαιρία έμπνευσης των πιο απογοητευμένων.
Το σκηνικό των κινητοποιήσεων 12 και 15 Γενάρη μαζί με τη συκοφαντική επίθεση που εξαπολύει συνειδητά το ΠΑΜΕ κατά του META, τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στις ανώτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις, το πλαίσιο διεκδικήσεων (μισθοί, ωράρια, συλλογικές συμβάσεις, υπεράσπιση της δημόσιας Υγείας και Παιδείας, υπεράσπιση λαϊκής κατοικίας, αντιρατσιστική δράση, αιτήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την απειλή πολέμου στην περιοχή μας) και τους τρόπους διεκδίκησης στις νέες συνθήκες, παρουσίασε ο γραμματέας του ΜΕΤΑ, Γιώργος Χαρίσης, κατά την αρχική εισήγηση. 
Η κατάσταση και οι σεχταριστικές απόψεις του μεγαλύτερου τμήματος της Αριστεράς, μαζί με τη μακροχρόνια λιτότητα, τα όλο και αυξανόμενα ποσοστά ελαστικής εργασίας, ακόμα και στο Δημόσιο, οι ιδιωτικοποιήσεις, η βίαιη αρπαγή της λαϊκής περιουσίας, ο θεσμικός ρατσισμό που σκόπιμα καλλιεργείται και τα αποδυναμωμένα, απαξιωμένα και τα όλο και πιο γραφειοκρατικά συνδικάτα (μακριά από την πραγματική ζωή στους χώρους δουλειάς) απασχόλησαν το σώμα του Γεν. Συμβουλίου του ΜΕΤΑ και των προσκεκλημένων που ανταποκρίθηκαν (αντιπροσωπεία της Πανελλαδικής Ανεξάρτητης Ταξικής Εργατικής Κίνησης & Αντώνης Νταλακογεώργος). 
Έντονη δυσαρέσκεια εκφράστηκε από συντρόφους και συντρόφισσες για την «ενδιάμεση» στάση που τηρεί η ΛΑΕ, σχετικά με τις ενέργειες συνδικαλιστών του ιδιωτικού τομέα, εκλεγμένων σε ΕΚΑ και ΓΣΕΕ, που αναφέρονται σε αυτήν, αλλά κατ’ επανάληψη δεν τηρούν όσα συμφωνούνται στο κεντρικό ΜΕΤΑ (ούτε στην ίδια τη ΛΑΕ), με αποκορύφωμα την καταψήφιση της απεργίας για τις 12/1 στο ΕΚΑ. Τη φιλοκυβερνητική κι απεργοσπαστική αυτή στάση την χρεώνονται άδικα, τόσο το υπόλοιπο ΜΕΤΑ, όσο και η ΛΑΕ και δίνει το δικαίωμα σε άλλες αριστερές δυνάμεις να καλύπτουν την ούτως ή άλλως σεχταριστική στάση τους, πίσω από τέτοιες κινήσεις που μας εκθέτουν όλους.

 

Καμπάνια του ΜΕΤΑ για τους συμβασιούχους
Όχι στην ελαστική εργασία

Της Κατερίνας Γιαννούλια,
μέλους του ΓΣ ΑΔΕΔΥ και της ΕΕ του ΜΕΤΑ
 

Οι κινητοποιήσεις των 12 και 15 Γενάρη ανέδειξαν τι θα μπορούσε και δεν έκανε η Αριστερά.
Η στάση του ΠΑΜΕ δεν επέτρεψε μία στοιχειώδη συνεννόηση των δυνάμεων της Αριστεράς που θα έδινε τη δυνατότητα οργάνωσης κινητοποιήσεων, για πρώτη φορά χωρίς την κάλυψη της «υψηλής» συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, πιέζοντάς την κι ανοίγοντας νέες προοπτικές. 
Οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ στις συγκεκριμένες κινητοποιήσεις συνεργάστηκαν περισσότερο, ωστόσο, η μόνιμη απόρριψη κοινών πρωτοβουλιών δεν βοηθά καθόλου, αφήνοντας και το ΠΑΜΕ ανενόχλητο να συνεχίζει την ίδια τακτική σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Τόσο οι ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ, όσο και το ΠΑΜΕ, αντί για την κοινή δράση και τη συμμετοχή της βάσης των σωματείων στους πραγματικούς αγώνες, επιλέγουν συμβολικές και φαντεζί ενέργειες (έξω από τη ΓΣΣΕ, οι μεν -11/1-, στη συνεδρίαση της ΕΕ ΑΔΕΔΥ -16/10-, οι δε), που εκτονώνουν ένα πολύ μικρό τμήμα στελεχών τους ενάντια στις μνημονιακές ηγεσίες, αλλά στην πράξη δεν ενοχλούν καθόλου ούτε τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, ούτε την ίδια την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, αφού δεν οργανώνουν τη μεγάλη αντίσταση, που αφορά την εμπλοκή του εργατικού κινήματος.
Παρ’ όλα αυτά, το ΜΕΤΑ δεν μπορεί παρά να συνεχίσει να προβάλλει το ανοιχτό κάλεσμα για συνεργασία των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων, με όποιες από τις αριστερές δυνάμεις καταλαβαίνουν την ανάγκη και προτίθενται να συμπράξουν ακόμα και σε επιμέρους ζητήματα.
Συμβασιούχοι
Κεντρικό θέμα για τη συνδικαλιστική και όχι μόνο, Αριστερά, στους εργατικούς χώρους, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία, αποτελούν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας, οι οποίες επεκτείνονται ραγδαία και στο Δημόσιο, αυξάνονται σε ποικιλομορφία, χρηματοδοτούνται από ασταθείς πόρους και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό, αφήνουν ακόμα και τις βασικές δημόσιες λειτουργίας (παιδεία, υγεία, πρόνοια) αστήρικτες και με προβληματική απόδοση, ενώ, με την προκλητική στάση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας μένουν οι ίδιοι οι συμβασιούχοι και τα αιτήματά τους εκτός του οργανωμένου εργατικού κινήματος, με ό,τι προβλήματα επιφέρει αυτό.
Γι’ αυτό προτείνεται το ζήτημα της ελαστικής εργασίας και η εγγραφή όλων των συμβασιούχων στα σωματεία, τις μεγάλες ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες, να πάρει τη μορφή μεγάλης καμπάνιας. Με συλλογή υπογραφών, συζητήσεις, συνελεύσεις στους μεγάλους χώρους δουλειάς (νοσοκομεία, δήμοι, σχολεία), να συσπειρωθεί το τεράστιο τμήμα των συμβασιούχων που περιφρονείται συνειδητά και συστηματικά από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ (με τα παρακλάδια τους) και να διεκδικήσει, μαζί με τους μόνιμους εργαζόμενους (που και αυτοί φορτώνονται με περισσότερη δουλειά χάνοντας δικαιώματα), αλλά και με την κοινωνία που έχει ανάγκη από τις υπηρεσίες όπου δουλεύουν υπερφορτωμένοι μόνιμοι και ακάλυπτοι συμβασιούχοι, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους.
Πλειστηριασμοί
Το πρόβλημα των πλειστηριασμών και οσονούπω των εξώσεων χρειάζεται να μεταβεί από τα ειρηνοδικεία, στα σωματεία και τις γειτονιές.
Τα σωματεία πρέπει άμεσα να εμπλακούν ενεργά στην καταγραφή και την προστασία όχι μόνο των μελών τους, αλλά και της περιοχής όπου βρίσκονται. Τοπικοί σύλλογοι δασκάλων, ΕΛΜΕ, σωματεία εργαζομένων σε νοσοκομεία και δήμους, έχουν την ευκολία και τη δυνατότητα να παίξουν το ρόλο συντονιστικών αγώνα ενάντια στους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις σε κάθε γειτονιά, γιατί μπορούν να συγκεντρώσουν δυνάμεις, αφού εξ αντικειμένου φέρνουν κοντά εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, γιατρούς, νοσοκόμους, ασθενείς, δημοτικούς υπαλλήλους και δημότες.
Αντιρατσισμός
Σημαντική παραμένει η προσπάθεια εισαγωγής των αντιρατσιστικών θεμάτων στους χώρους δουλειάς και τα σωματεία. Ο ρατσισμός ως επιλογή των μεγάλων θεσμών και κρατών (ΕΕ, ΗΠΑ, κυβερνήσεις) χρειάζεται συνολική αντιπαράθεση κι αντιμετώπιση. Η φετινή 17η Μάρτη θα είναι ο πρώτος σταθμός, που μπορεί να αξιοποιηθεί με ψηφίσματα και εκδηλώσεις-συζητήσεις σε εργατικούς χώρους. 

(κείμενο βασισμένο στην τοποθέτηση 
στο ΓΣ του ΜΕΤΑ)
 

«Ανάγκη συγκρότησης ενός ενιαίου ταξικού μετώπου»

Συνέντευξη με τον Θοδωρή Παναγιωτόπουλο, μηχανικό στον κλάδο του Μετάλλου 
και μέλος της Γραμματείας της Πανελλαδικής Ανεξάρτητης Ταξικής Εργατικής Κίνησης

 

Πώς αποτιμάτε τις πρόσφατες κινητοποιήσεις (12/1 & 15/1) ενάντια στα μέτρα της 3ης αξιολόγησης;
Η επίθεση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή απέναντι στους εργαζόμενους είναι μεγάλη, ωστόσο οφείλουμε να παραδεχτούμε πως οι διαθέσεις του κόσμου της εργασίας και το ίδιο το εργατικό κίνημα βρίσκονται πίσω από τις απαιτήσεις. Αυτό φάνηκε και με τα ποσοστά απεργίας στις 15 Ιανουαρίου, και αντίστοιχα στην πανελλαδική απεργία του Δεκέμβρη. Στις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το πολυνομοσχέδιο αποδείχτηκε για άλλη μια φορά ο βρώμικος ρόλος της γραφειοκρατίας, που δεν έθεσε ούτε καν υπό συζήτηση το ζήτημα απεργιακής απάντησης της εργατικής τάξης. Είναι αδιαμφισβήτητο πως για τη σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος έχει ξεκάθαρες ευθύνες ο γραφειοκρατικός, εκφυλισμένος, εργοδοτικός συνδικαλισμός. Ωστόσο κι οι δυνάμεις που έχουν ταξική αναφορά, παρότι προσπάθησαν να οργανώσουν την αγωνιστική κινητοποίηση των εργαζομένων απέναντι στο πολυνομοσχέδιο, με τις παλινωδίες και τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη μέρα της απεργίας, δεν κατάφεραν να υπερβούν τις δυσκολίες. Και το σχέδιο του ΠΑΜΕ καθώς και των υπόλοιπων ταξικών αγωνιστικών δυνάμεων δεν κατόρθωσαν να δώσουν προοπτική στον αγώνα ούτε να προωθήσουν βήματα ουσιαστική ενότητας. Χρειάζεται ν’ αποτιμήσουμε με νηφαλιότητα την αγωνιστική δραστηριότητα του τελευταίου διαστήματος, να εκτιμήσουμε με σαφήνεια την κατάσταση στο εργατικό κίνημα, τη συνδικαλιστική πυκνότητα, τις διαθέσεις και τους προβληματισμούς των εργαζομένων για να κατορθώσουμε να κινητοποιήσουμε εκ νέου και μαζικά τον κόσμο της εργασίας.
Πώς θεωρείτε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει η συνδικαλιστική Αριστερά τη δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στους χώρους δουλειάς και την κρίση του εργατικού κινήματος;
Η κατάσταση είναι δύσκολη, ωστόσο η ταξική πάλη δεν σταματάει. Εμείς προκρίνουμε την ανάγκη συγκρότησης ενός Ενιαίου Ταξικού Μετώπου για την υπεράσπιση των εργατικών μας συμφερόντων. Σ’ αυτό χρειάζεται να βάλουν πλάτη όλες οι ταξικές δυνάμεις, όλα τα αγωνιστικά ρεύματα που παλεύουν για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου. Έκφραση αυτού πρέπει να είναι ένας μαζικός συντονισμός εργατικών σωματείων κι  εργατικών επιτροπών. Έτσι θα ασκηθεί πίεση και στο ΠΑΜΕ. Θεμέλια της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος δεν μπορεί παρά να είναι η ταξική ενότητα και η ανεξαρτησία. Τώρα όλα τα σφυριά πρέπει να χτυπήσουν μαζί. Χρειάζεται σκληρή δουλειά στη βάση, στους χώρους δουλειάς για την πρωτόλεια οργάνωση των εργαζομένων, με σχέδιο οικοδόμησης συνδικαλιστικής πυκνότητας και εργατικών αντιστάσεων στους κρίσιμους κλάδους της παραγωγής. Χρειάζεται δουλειά ειδικά στη νεολαία, στην καινούρια φουρνιά των εργαζομένων. Πρέπει να κατανοήσουμε πως είναι πρώτιστο καθήκον όλων να πείσουμε τον εργαζόμενο άνθρωπο πως ο ταξικός συνδικαλισμός αποτελεί ασπίδα και πραγματικό εργαλείο για να πάρει πίσω αυτά που του ανήκουν. Ούτως ώστε να νιώσει ξανά ασφάλεια στο χώρο εργασίας και στη ζωή του. Πρέπει η μαζική ταξική δράση να γίνει όπλο διεκδίκησης δικαιωμάτων από τους πολλούς και όχι ευχολόγιο των λίγων. Για να προχωρήσουν όλα τα παραπάνω, είναι ανάγκη να γίνουν κι οι αναγκαίες υπερβάσεις στη συνδικαλιστική Αριστερά. Να πάρουμε διαζύγιο με τις λογικές του κομματικού συνδικαλισμού και τα μικροκομματικά παιχνίδια που δεν αφορούν τις ανάγκες της εργατικής τάξης. Για να υπάρξει ουσιαστική δημοκρατία στα αγωνιστικά σχήματα, τα εργατικά σωματεία και τους εργατικούς συντονισμούς.
Πού αποδίδετε την άρνηση σημαντικού μέρους της Αριστεράς για κοινή δράση;
Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις σε μια σειρά ζητημάτων, ωστόσο το κρίσιμο για εμάς είναι η αντίληψη που κυριαρχεί για τη σχέση κόμματος-μετώπου-κινήματος. Διαιωνίζεται δυστυχώς η παλιά και ηττημένη αντίληψη για το κόμμα-ιμάντα μεταβίβασης της γραμμής στην παράταξη. Αυτή η λογική διαπερνά, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, όλες τις ταξικές δυνάμεις, δεν αφορά μόνο το ΚΚΕ. Στη νέα εποχή οφείλουμε να «διαβάσουμε» με νέο τρόπο τη σχέση πρωτοπορίας και μαζικού κινήματος. Εμείς δεν αρνούμαστε την ύπαρξη πρωτοποριών, σε καμία περίπτωση, αλλά θεωρούμε ότι η ηγεμονία τους κρίνεται στο ίδιο το μαζικό κίνημα, με τη δημοκρατία των ίδιων των εργαζομένων. Από αυτήν την οπτική υπερασπιζόμαστε την ταξική ανεξαρτησία του κινήματος. Οι πολιτικές γραμμές, οι συμμαχίες, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις να κρίνονται από τους ίδιους τους εργαζομένους και την ίδια την ταξική πάλη στην πράξη.
Βρεθήκατε στο ΓΣ του ΜΕΤΑ στις 21/1. Θεωρείτε ότι υπάρχει κοινό έδαφος συνεννόησης για κοινές πρωτοβουλίες;
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, θεωρούμε πως υπάρχει κοινό έδαφος κοινής δράσης με όλες τις ταξικές δυνάμεις παρά τις υπαρκτές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές. Ωστόσο η κοινή δράση στο κίνημα κι η ενότητα των μαχόμενων δυνάμεων είναι αναγκαία βήματα για να μπορέσουν να υπάρξουν επαρκείς αντιστάσεις στη βαρβαρότητα που επιβάλλεται, για να υπάρξουν επιμέρους νίκες και κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων. 
Στο ΜΕΤΑ έχουμε ιεραρχήσει το ζήτημα της ελαστικής εργασίας και της εγγραφής των συμβασιούχων στα συνδικάτα ως πολύ βασικό, που χρειάζεται να αντιμετωπιστεί άμεσα, με ιδιαίτερη έμφαση. Εσείς τι πιστεύετε γι’ αυτό;
Πιστεύουμε πως όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να οργανώνονται στα συνδικάτα ανεξαρτήτως της σχέσης εργασίας τους. Σήμερα το εργατικό κίνημα οφείλει να θέσει στην προμετωπίδα του το ζήτημα της σταθερής εργασίας με δικαιώματα και στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, με αύξηση του βασικού μισθού και συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τη μείωση του εργάσιμου χρόνου χωρίς μείωση των αποδοχών, σύμφωνα με τις τεχνολογικές κι επιστημονικές δυνατότητες της εποχής, την κατάργηση της ελαστικής εργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα πιστεύουμε ότι πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται τα επιμέρους αιτήματα. Έτσι ενισχύεται η ταξική ενότητα των εργαζομένων, χωρίς να δίνεται άλλοθι σε συντεχνιακές λογικές που δεν προωθούν τον αγώνα της εργατικής τάξης.