Το καλοκαίρι της οργής

κοινωνία / Χάρης Παπαδόπουλος / 05.10.2017

Detroit: Μια ταινία για την εξέγερση των μαύρων το 1967

Λέγεται συχνά πως μια ταινία που αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα μάς αποκαλύπτει περισσότερα για την εποχή που γυρίστηκε παρά για αυτήν στην οποία αναφέρεται. Το φιλμ «Ντιτρόιτ» της Κάθριν Μπίγκελοου επιβεβαιώνει αυτήν τη ρήση. Είναι αδύνατο να δεις την ταινία και να μην κάνεις τη σύνδεση ανάμεσα στην εξέγερση του Ντιτρόιτ του 1967 και στις τωρινές μάχες του Φέργκιουσον και του Σάρλοτσβιλ. Είναι αδύνατον να δεις στο πανί την τότε κτηνωδία της αστυνομίας απέναντι στους μαύρους και να μη σχολιάσεις: «Σαν να μην πέρασε μια μέρα». 
Η εξέγερση των μαύρων στην εργατούπολη Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν το καλοκαίρι του 1967 κατέληξε σε λουτρό αίματος από την αστυνομία, την Εθνοφρουρά και δύο επίλεκτες μεραρχίες του αμερικανικού στρατού που μόλις είχαν επιστρέψει από το Βιετνάμ. Οι μεραρχίες που είχαν κατασφάξει τα χωριά της Ινδοκίνας τώρα περιπολούσαν πυροβολώντας στις μαύρες γειτονιές του Ντιτρόιτ. Σε πέντε μέρες περισσότεροι από 40 μαύροι έχασαν τη ζωή τους από τις δυνάμεις του νόμου και της τάξης, ενώ 1200 τραυματίστηκαν σοβαρά από τα κρατικά πυρά και τα βασανιστήρια της αστυνομίας. Μέσα στα θύματα υπήρχαν αρκετοί μαύροι πρώην φαντάροι του αμερικανικού στρατού που είχαν επιστρέψει από το Βιετνάμ. Αυτοί βρέθηκαν να υπερασπίζουν τη ζωή τους απέναντι στο κράτος με την πέτρα ή τη μολότοφ στο χέρι και αποτελούσαν συχνά την πιο μαχητική πρωτοπορία των εξεγερμένων. 
Η ταινία «Ντιτρόιτ» εξελίσσεται μέσα σ’ αυτό το χρονικό, επιμένοντας σε ένα ιδιαίτερο επεισόδιο: την εν ψυχρώ εισβολή της αστυνομίας στο ξενοδοχείο «Αλγέρι» και τη δολοφονία τριών μαύρων που βρίσκονταν εκεί, έπειτα από πολύωρη ανάκριση.
Εκνευρίζοντας τους κριτικούς
«Μια χιλιοϊδωμένη ιστορία φυλετικού μίσους», ένα «εκβιαστικά διδακτικό θρίλερ», «ένα ψευδο-ντοκιμαντερίστικο στιλ» που «ξεχειλίζει πολιτικό διδακτισμό» σχολιάζει ένας κάποιος κριτικός, που φαίνεται έχει βαρεθεί να συναντά στις αίθουσες ταινίες με αντιρατσιστικό περιεχόμενο και τις θεωρεί πλέον «τρε μπανάλ»... 
Από κοντά και η κριτική της «Lifo» που χαλιέται με τα πάντα σ’ αυτή την ταινία: Είναι «παλαιομοδίτικο» που η σκηνοθέτρια χρησιμοποιεί κόκκο στην εικόνα, οι διάλογοι «δεν ξεπερνούν τη ρηχότητα», η ταινία τελικά «δεν βρήκε τίποτε το ουσιαστικό να πει» και είναι «αναδρομικά προοδευτική», ό,τι και αν μπορεί να σημαίνει αυτή η διατύπωση. Ο κριτικός της «Lifo» καταλήγει να προτείνει στην Μπίγκελοου να ασχοληθεί με το ντοκιμαντέρ και να περιοριστεί εκεί... Αλλά μια αρνητική κριτική στη «Lifo» δεν είναι παρά εύσημο και διάκριση για έναν καλλιτέχνη! 
«Η Μπίγκελοου λέει την αλήθεια. Αλλά με λάθος τρόπο»
Όμως, δεν λείπουν και οι κριτικές από τα αριστερά που θεωρούν πως η σκηνοθέτρια το παράκανε με το να προσπαθεί να νιώσει ο θεατής στο πετσί του τη βία της αστυνομίας και την αθλιότητα του δικαστικού συστήματος όταν αθώωσε πανηγυρικά τους φονιάδες αστυνομικούς. Μια κριτικός, για παράδειγμα, που τάσσεται σαφώς και ενθουσιωδώς υπέρ των μαύρων εξεγερμένων, εκνευρίζεται κι αυτή με το «διδακτισμό» της ταινίας που καταλήγει, κατά τη γνώμη της, σε μελό επειδή δεν δείχνει απλώς τον ρατσισμό, αλλά προσπαθεί να μας κάνει να τον αισθανθούμε. Η φράση της «η Μπίγκελοου λέει την αλήθεια. Αλλά με λάθος τρόπο» αναγκαστικά ρίχνει το βάρος στο δεύτερο σκέλος, τον τρόπο. Αλλά είναι ποτέ δυνατόν το περιεχόμενο να έχει λιγότερη σημασία από τη μορφή; 
Μια ταινία δεν γυρίζεται με σκοπό να ικανοποιήσει τα γούστα των κριτικών, ούτε καν για να συμμορφωθεί με τα κριτήρια μεγάλων δραματουργών, όπως του Μπρεχτ, που απαιτούσε να καλλιεργείται το μυαλό και η κριτική ικανότητα των θεατών, να μην εκβιάζεται το συναίσθημα αλλά να δίνεται τροφή στη σκέψη μέσω της αποστασιοποίησης. 
Όμως ο Μπρεχτ ήταν δημιουργός ο ίδιος, και π.χ. στα «Όπλα της κυρίας Καράρ» δεν φοβόταν να σπάσει τους κανόνες που ο ίδιος έθετε. Αντίθετα οι κριτικοί μας, ακόμα κι όταν έχουν σπουδάσει στο σχολειό του Μπρεχτ, είναι στείροι και άκαμπτοι με τους κανόνες και καταλήγουν συχνά ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι. 
Η ταινία «Ντιτρόιτ» δεν είναι μια ταινία που απευθύνεται σε ήδη πολιτικοποιημένους θεατές προσπαθώντας να καλλιεργήσει την κριτική τους ικανότητα. Αντίθετα, είναι ένα έργο ιστορικής μνήμης, που από τη μια μένει εξαιρετικά πιστό στα γεγονότα και από την άλλη μάς θυμίζει πως «όλα άλλαξαν για να μείνουν ακριβώς τα ίδια». Το ίδιο τέρας που προστάτεψε τους δολοφόνους των μαύρων στο Ντιτρόιτ είναι σήμερα παρόν και ολοζώντανο. 
Έχει πολύ μεγάλη σημασία που η Μπίγκελοου επιμένει στη βία και την ατιμωρησία της αστυνομίας. Η τηλεόραση και το σινεμά κατακλύζονται από ταινίες και σειρές που παρουσιάζουν την αστυνομία θετικά, ως τους κυνηγούς του εγκλήματος. Ταυτόχρονα, κάθε βδομάδα στις ΗΠΑ, κατά μέσο όρο δύο άοπλοι μαύροι δολοφονούνται εν ψυχρώ από αστυνομικούς. Η Μπίγκελοου κρατά εστιασμένο το φακό στο πραγματικό πρόσωπο της αστυνομίας: κτηνωδία, χυδαίος ρατσισμός, άθλιος σεξισμός. Αυτή είναι πραγματικά η αστυνομία, επιμένει η σκηνοθέτρια, όσο και αν κουράζονται με τον «διδακτισμό» της κάποιοι ανυπόμονοι κριτικοί. 
Η ταινία της Μπίγκελοου με έναν τρόπο μάς θυμίζει παλιότερες ταινίες που κατάφεραν μαζική προσέλευση στην εποχή τους, όπως το «Θίασο» του Αγγελόπουλου. Ο αργός ρυθμός με τον οποίο κυλούσε η ταινία ενοχλούσε και τότε αρκετούς διανοούμενους, όμως ο «Θίασος» αγαπήθηκε από τον κόσμο της Αριστεράς και της νεολαίας που πηγαίνοντας στο σινεμά μάθαινε και εντύπωνε την ιστορία του.
Τα μεγάλα ΜΜΕ
Πράγματι, η ταινία μας εκτός από πολλούς επικριτές διαθέτει και αρκετούς θαυμαστές στο αστικό στρατόπεδο, στο Δημοκρατικό Κόμμα και στους καλλιτέχνες του Χόλιγουντ. Στη χώρα μας πολύ χαρακτηριστικά το «Βήμα» και η «Καθημερινή» έχουν γράψει διθυράμβους για το «Ντιτρόιτ», στους οποίους δεν σταματούν να σχολιάζουν πως τίποτε ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει στις ΗΠΑ και πως ο ρατσισμός συνεχίζει να εκπορεύεται από το κράτος –και τον πρόεδρο Τραμπ!– την αστυνομική και τη δικαστική εξουσία. «Τραγικά επίκαιρη» βρίσκει την ταινία η «Καθημερινή». Τι έχει συμβεί; Είναι δυνατόν η ίδια ταινία να συγκίνησε και τους καθωσπρέπει αστούς, αλλά και τους στρατευμένους εχθρούς του συστήματος; 
Πολλά χρόνια πριν, ένας νεαρός κωμικός στην Ιταλία, ο Ντάριο Φο, έκανε καριέρα και έφτασε να έχει εκπομπή στην κρατική τηλεόραση κάνοντας αποκλειστικά άγρια σάτιρα στην αστική τάξη. Ό,τι και αν έλεγε ενάντιά τους, όχι μόνο δεν ενοχλούσε, αλλά αντίθετα κέρδιζε και αναγνωρισιμότητα, για να μπορεί να ξεσκίζει τους καπιταλιστές και τη Δεξιά στην κριτική σε πανεθνική μετάδοση. 
Αυτή η ιστορία έληξε μια μέρα, όταν ο Ντάριο Φο ανέβασε στην τηλεόραση το σκετς: «Η προσευχή ενός εργάτη». Σ’ αυτό, μέσα από έναν εμπνευσμένο μονόλογο, περνούσε το μήνυμα πως οι εργάτες και οι εργάτριες μπορούν μια χαρά να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και την κοινωνία, χωρίς να χρειάζονται τους κεφαλαιοκράτες. Το ίδιο βράδυ κιόλας ο Ντάριο Φο απολύθηκε, αφού κόπηκε η εκπομπή του στον αέρα. 
Η αστική τάξη, σε κανονικές συνθήκες, δεν έχει κανένα πρόβλημα με την κριτική εναντίον της. Αντίθετα, σε έναν βαθμό την επιζητεί κιόλας, ακριβώς όπως στο Μεσαίωνα ο φεουδάρχης είχε απαραίτητα μέσα στην Αυλή το γελωτοποιό του, με δικαίωμα να ασκεί την πιο αυστηρή κριτική. Όμως οι καπιταλιστές φοβούνται σαν το διάολο οτιδήποτε δείχνει πως η ζωή μπορεί να συνεχιστεί χωρίς τους ίδιους να καρπώνονται τον πλούτο, πως μπορεί να υπάρχει κανονικότητα χωρίς εκμετάλλευση, πως το σύστημα δεν παίρνει διορθώσεις αλλά ανατροπή.
Η Μπίγκελοου είναι αποδεκτή από σημαντικό κομμάτι των αστών, κυρίως του θεάματος, επειδή δείχνει το σύμπτωμα και όχι τη λύση, επειδή παρουσιάζει τους μαύρους ως θύματα του ρατσισμού της αστυνομίας και όχι ως πραγματικούς ανατροπείς. Το κύριο μήνυμα της ταινίας, που αποδίδει τόσο σωστά ο εμετός του σεκιουριτά στη σκηνή έξω από το δικαστήριο, είναι πως τόση αδικία πια δεν υποφέρεται, πως οι εξεγέρσεις των μαύρων είναι η τιμωρία για την αυθαιρεσία της αστυνομίας και των δικαστών. Η σκηνοθέτρια φωνάζει πως πρέπει να μπει φρένο πριν να είναι πολύ αργά, και γι’ αυτό το μήνυμά της εισακούεται από ένα κομμάτι του συστήματος που δυσανασχετεί με την πορεία του Τραμπ και το ξεσάλωμα των ρατσιστών. 
Αλλά η ταινία «Ντιτρόιτ» αρέσει και σε μας, που θέλουμε να κάνουμε τη δουλειά του τερμίτη, να προπαγανδίσουμε ενάντια στο ρατσισμό και το σύστημα που τον γεννά, και να οργανώσουμε τους πιο αποφασισμένους και αποφασισμένες για την ανατροπή του.