Το εθνικιστικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν σε καμία περίπτωση στα μέτρα του 1992. Παρά τις κορόνες της ακροδεξιάς εντός και εκτός ΝΔ και τα πρωτοσέλιδα των αντιπολιτευόμενων από τα δεξιά εφημερίδων, τα νούμερα δεν έφτασαν σε καμία περίπτωση τις πολλές εκατοντάδες χιλιάδες που είχαν κατέβει στους δρόμους πριν από 25 χρόνια.

Μάλιστα μία ημέρα πριν το συλλαλητήριο η ALCO έβρισκε σε δημοσκόπησή της ότι μόνον το 9% ήθελε τη συνέχιση της σκληρής γραμμής απέναντι στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, καθώς και ότι το 63% θεωρούσε προτιμότερο να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το συλλαλητήριο δεν ήταν μεγάλο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η αποχή των κρατικών αρχών και η τυπική έλλειψη της «ευλογίας» του αρχιεπισκόπου. Επίσης άλλες δημοσκοπήσεις έδιναν πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα. Το εθνικιστικό δηλητήριο έχει απλωθεί και πάλι και είναι πολύ εύκολο να μεθύσουν οι λαϊκές τάξεις, ελλείψει άλλης διεξόδου στα πραγματικά τους προβλήματα. Ταυτόχρονα οι ναζί ξαναβρήκαν και πάλι την κεντρική θερμοκοιτίδα τους. Οι επιθέσεις που ξεκίνησαν από το ίδιο το συλλαλητήριο ενάντια σε κοινωνικοπολιτικά στέκια και καταλήψεις ήταν απόλυτα αναμενόμενες όχι μόνο εξαιτίας της παρουσίας και της δράσης των ναζί, αλλά και εξαιτίας της αντικομουνιστικής υστερίας του κεντρικού ομιλητή Φρ. Φράγκου από το βήμα του συλλαλητηρίου. Πιθανή ονείρωξη του εν λόγω στρατηγού και άλλων διοργανωτών είναι η δημιουργία ενός νέου ακροδεξιού κόμματος τύπου ΛΑΟΣ.
Ευθύνη
Ο δρόμος για αυτές τις επικίνδυνες εξελίξεις άνοιξε εξαιτίας της πολιτικής της κυβέρνησης: Επί τρία περίπου χρόνια συνεχίζει τις ακραίες μνημονιακές πολιτικές ταξικής λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών τάξεων. Μάλιστα επιχαίρει απέναντι στην αντιπολίτευση και τους δανειστές-συνεργάτες της για την έλλειψη εργατικών αντιστάσεων. Πράγματι ο Τσίπρας και η ηγετική ομάδα έχουν οδηγήσει σε απογοήτευση, κοινωνική αποστράτευση, αδυνάτισμα πολιτικό, ηθικό και αριθμητικό της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος συνολικά.
Σε αυτές τις συνθήκες η κυβέρνηση, υλοποιώντας μια πολιτική ανταλλαγμάτων μέσα στην ιμπεριαλιστικές συμμαχίες στις οποίες ανήκει, θεώρησε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να λύσει το πρόβλημα του ονόματος της γειτονικής χώρας στο πλαίσιο των συνολικότερων ιμπεριαλιστικών διευθετήσεων στην περιοχή, μεταξύ άλλων την ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. 
Μια κυβέρνηση που θα είχε σταματήσει τα μνημόνια, που θα είχε επαναφέρει τον κατώτατο μισθό και τη 13η σύνταξη και που θα είχε καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ και τους πλειστηριασμούς της α’ κατοικίας, θα είχε τη λαϊκή υποστήριξη να προχωρήσει σε συμβιβασμό με τους γείτονες στη βάση της φιλίας και της ειρήνης και σε ρήξη με τις εθνικιστικές πολιτικές και δυνάμεις που καλλιεργούσαν εδώ και δεκαετίες το μίσος και το θερμοπολεμικό κλίμα.
Όμως αυτή η κυβέρνηση υπηρετεί μια άλλη πολιτική, δηλ. υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Και επιχειρεί να λύσει το ζήτημα σε συμμαχία με αυτή την άρχουσα τάξη. Αυτός είναι και ο λόγος που, σε τυπικό επίπεδο, εξαναγκάστηκε και η ανώτερη ιεραρχία της Εκκλησίας να απέχει από το συλλαλητήριο. Δεν τράβηξε ο Τσίπρας το αφτί του Ιερώνυμου, αλλά οι πραγματικές δυνάμεις εξουσίας. 
Περιοχή 
Η συζήτηση για την είσοδο της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ (γιατί περί αυτού πρόκειται) ξανάρχισε σε μια περίοδο που υπάρχει πλέον μια αναδιάταξη των δυνάμεων και των συσχετισμών στην Α. Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Η Τουρκία έχει απομακρυνθεί αισθητά από τη συμμαχία της με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και φλερτάρει με τη Ρωσία. Αντίθετα η Ελλάδα, δράττοντας την ευκαιρία έχει επιλέξει μια πολύ στενή σχέση με το σιωνιστικό κράτος και την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη. Σε μια στενή συμμαχία με την Κύπρο, το δικτατορικό καθεστώς Σίσι στην Αίγυπτο και μερικές από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές του κόσμου, απεργάζονται την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Α. Μεσόγειο αλλά και τη μεταφορά αυτών των υδρογονανθράκων προς τη Δ. Ευρώπη μέσω του αγωγού East Med, αποκλείοντας την Τουρκία, μέσω των ΑΟΖ.
Στο ίδιο πλαίσιο διεξάγεται και η «μάχη» των αγωγών στα Βαλκάνια, αλλά όχι μόνον αυτή: ήδη έχει δρομολογηθεί σε συνεργασία Ελλάδας-Βουλγαρίας η πλωτή σύνδεση Θεσσαλονίκης-Κεντρικής Ευρώπης μέσω της «διώρυγας» που θα συνενώσει τον Αξιό με τον Δούναβη. 
Τον αμερικανικών συμφερόντων αγωγό TAP που διασχίζει τη Β. Ελλάδα προστατεύει η μεγαλύτερη αμερικανική βάση στην περιοχή, αυτή στο Κόσοβο, αλλά αυτό δεν αρκεί. Η άρχουσα τάξη της Σερβίας παλατζάρει ως προς τα πού θα στραφεί: Θέλει μεν την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, όμως η πολιτική υποστήριξη στα «εθνικά» της ζητήματα και τα λεφτά έρχονται από τη Ρωσία –γι’ αυτό και αμφιταλαντεύεται και η πολιτική ηγεσία της χώρας. Αν όμως η Σερβία περικυκλωθεί από φίλιες δυνάμεις του ΝΑΤΟ, τότε –θεωρεί η Ουάσινγκτον– το σερβικό εκκρεμές θα γείρει προς την πλευρά της Δύσης και η Ρωσία θα χάσει το τελευταίο σημαντικό πιόνι στην περιοχή. Και για να επιτευχθεί αυτό πρέπει η Δημοκρατία της Μακεδονίας να μπει στο ΝΑΤΟ. Ορόσημο σε αυτό είναι η σύνοδος του οργανισμού τον Ιούλιο. Ταυτόχρονα με την ένταξη στο ΝΑΤΟ ξεκινά και η διαδικασία για είσοδο στην ΕΕ.
Υποτέλεια;
Πάνω κάτω σε αντίστοιχες αναλύσεις καταλήγουν πολλές αριστερές οργανώσεις και διανοητές. Και από αυτή την άποψη κάνουν σωστή κριτική στην κυβέρνηση. Ωστόσο συχνά καταλήγουν στη γνωστή επωδό περί υποτέλειας της ελληνικής πλευράς. 
Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ο ελληνικός καπιταλισμός –ο πιο ισχυρός μαζί με τον τουρκικό στην περιοχή εδώ και δεκαετίες– συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, στις ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις και σχέδια, αλλά με πολύ απτά ανταλλάγματα. Για να αρθεί το βέτο της εισόδου της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιδιώκει κι απ’ ό,τι φαίνεται αποσπά: α) Αποδοχή και σημαντική υποστήριξη στα «μεγάλα» αιτήματά της στη ΝΑ Μεσόγειο (ΑΟΖ, αγωγός σύνδεσης με το Ισραήλ που θα παρακάμπτει την Τουρκία, στρατιωτική εγγύηση του ΝΑΤΟ ότι θα προχωρήσουν απρόσκοπτα τα σχέδια εξορύξεων στην ΑΟΖ της Κύπρου). β) Αναγνώριση ρόλου πρωτοκαθεδρίας στα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς και ρόλο τοπικού συντονιστή στις ΝΑΤΟϊκές κινήσεις. γ) Σοβαρή συμμετοχή των Ελλήνων καπιταλιστών στα έργα της περιοχής με την ιδιότητα των «επιτόπιων συνεταίρων» (local partners) σε δουλειές που είναι τόσο μεγάλες, ώστε θα ήταν αδύνατον να ονειρευτούν ότι θα τις αναλάβουν μόνοι τους.
Η διαπραγματευτική δύναμη του ελληνικού καπιταλισμού αναγνωρίζεται σε κορυφαίο διπλωματικό επίπεδο καθώς οι ηγεσίες ΕΕ και ΝΑΤΟ έχουν δηλώσει δημόσια ότι η «λύση περνάει μέσα από την Αθήνα». Πιο πρόσφατο παράδειγμα οι πολύ αυστηρές δηλώσεις του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ, κατά την επίσκεψή του στα Σκόπια στα μέσα Ιανουαρίου:  «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ενταχθεί η χώρα στο ΝΑΤΟ, παρά μόνο εάν λύσετε το ζήτημα του ονόματος. Έχει ειπωθεί αρκετές φορές, πρώτα στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, το επαναλάβαμε στην Σύνοδο Κορυφής στην Ουαλία το 2014 και στη Βαρσοβία το 2016. Έτσι, λοιπόν, δεν υπάρχει ‘‘σχέδιο Β’’ για να μπει η χώρα στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχει τρόπος να ενταχθείτε στο ΝΑΤΟ εάν δεν επιλυθεί το ζήτημα του ονόματος» ανέφερε ο γγ του ΝΑΤΟ σε κοινές δηλώσεις με τον Ζόραν Ζάεφ, μετά τη συνάντησή τους. Και επανέλαβε, σε περίπτωση που δεν έγινε αντιληπτός: «Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας […] είναι πολύ σημαντικό να είστε ρεαλιστές και να αντιληφθείτε ότι το ΝΑΤΟ λαμβάνει τις αποφάσεις του με ομοφωνία και εάν ένα κράτος εμποδίσει με την ψήφο του μία απόφαση, τότε δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση. Αυτό που κάνει πιο δύσκολη την ένταξή σας, είναι να στηρίζεστε στην ψευδαίσθηση ότι είναι δυνατόν να ενταχθείτε στο ΝΑΤΟ χωρίς να έχετε επιλύσει το ζήτημα του ονόματος. Έχει ειπωθεί ξανά και ξανά ότι πρέπει πρώτα να λύσετε το ζήτημα αυτό και ελπίζω ότι θα μπορέσετε να λύσετε».
Εκβιασμός
Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολη η θέση της κυβέρνησης Ζάεφ. Έχει να αντιμετωπίσει βολές από παντού για όποια συμφωνία: Από τα σύμμαχα αλβανικά κόμματα, αν η συμφωνία παραπέμπει σε «μακεδονικό» προσδιορισμό. Αλλά και από την εθνικιστική αντιπολίτευση του VMRO που μπορεί να συνετρίβη στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, ωστόσο μπορεί να αναβιώσει μέσα από αντίστοιχα συλλαλητήρια με αυτό που έγινε στη Θεσσαλονίκη. Για πολλούς αρθρογράφους μάλιστα, το VMRO και ο Γκρούεφσκι ενθαρρύνονται από τη Μόσχα που ασφαλώς επιθυμεί το σαμποτάρισμα της εισόδου της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. 
Σε αυτή τη μέγγενη (Ελλάδας-ΝΑΤΟ-
ΗΠΑ από τη μια μεριά και εσωτερικής αντιπολίτευσης-Ρωσίας από την άλλη) ο Ζάεφ είναι αναγκασμένος να προχωρήσει σε εξαιρετικά επώδυνο συμβιβασμό για το όνομα: η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απαιτεί να προφέρεται στα σλάβικα (π.χ. Νόβα Μακεντόνιγια) αμετάφραστο και άκλιτο (!) και για όλες τις χρήσεις (erga omnes: στο εσωτερικό και διεθνώς, επίσημα και στην καθομιλουμένη). Καταλαβαίνει κανείς ότι πρέπει κατ’ ανάλογο τρόπο να επιλυθεί το πώς θα αποκαλούνται οι κάτοικοι της χώρας, η γλώσσα της, οι θεσμοί της κ.λπ.
Αυτός ο εκβιασμός δεν έχει να κάνει βέβαια σε τίποτε με την αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, όπως θα περίμενε κανείς από μία αριστερή κυβέρνηση. Δεν σημαίνει καν ένα «δημοκρατικό» κλείσιμο ενός ζητήματος που η εθνικιστική γραμμή των προηγούμενων χρόνων άφησαν να κακοφορμίσει. Αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση λειτουργεί για λογαριασμό του ΝΑΤΟ και το ΝΑΤΟ για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης. Η επέκταση των Ελλήνων καπιταλιστών σε συνεργασία με τους μεγαλύτερους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς, αυτή είναι η μόνη «αρχή» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. 
Όμως η επέκταση τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ στα Βαλκάνια δεν θα σημάνει και επέκταση της δημοκρατίας και της ειρήνης, ειδικά αν είναι αποτέλεσμα εκβιασμών. Αυτή η συνεργασία στην περιοχή δεν έχει σε τίποτε να κάνει με τα λαϊκά συμφέροντα και μόνον νέους κινδύνους μπορεί να γεννήσει. Όπως δείχνει η αντιπαράθεσης Αθήνας-Άγκυρας και Μαδρίτης-Βαρκελώνης, η ένταση και οι στρατιωτικοί ανταγωνισμοί μπορούν κάλλιστα να συνεχίζονται στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Όσον αφορά τη ΝΔ, αυτή φλέρταρε ανοιχτά με το συλλαλητήριο στέλνοντας εκεί όλους τους τοπικούς βουλευτές και συνακόλουθα δείχνει αμφιταλάντευση ανάμεσα στη γραμμή για «γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό» και στη γραμμή για «καμία χρήση του όρου Μακεδονία». Η ηγεσία της ΝΔ ξέρει ότι οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο είναι εκλογική της πελατεία και αυτό της δημιουργεί προβλήματα. Αν όμως τιθασεύθηκε η ηγεσία της Εκκλησίας, πολύ περισσότερο θα τιθασευθεί –με βάση τις ανάγκες της ελληνικής άρχουσας τάξης και του ΝΑΤΟ– και η ηγεσία της ΝΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως η τελευταία δεν θα αυτοκτονήσει απεμπολώντας την εκλογική της βάση, ειδικά αν πιεστεί από την προοπτική δημιουργίας κόμματος Φραγκούλη.
Αλυτρωτισμός;
Το σημείο στο οποίο συμπίπτουν εθνικιστές, δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, η κυβέρνηση, κρατικά επιτελεία, το ΚΚΕ και μεγάλο μέρος της άκρας Αριστεράς –μεγάλων τμημάτων της ΛΑΕ περιλαμβανομένων– είναι το ζήτημα του «αλυτρωτισμού». Της υποτιθέμενης δηλ. απειλής για διεκδικήσεις εδαφών, δηλ. της υποτιθέμενης αξίωσης εκ μέρους της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, να αλλάξουν τα σύνορα. Είναι αλήθεια ότι πολλοί καλόπιστοι άνθρωποι ακολουθούν αυτό το επιχείρημα. 
Γι’ αυτό, π.χ. το ΚΚΕ λέει ότι πρέπει να αντιπαρέλθουμε το ζήτημα του ονόματος. «Πρέπει να προηγηθεί της ονοματολογίας μια συμφωνία για το απαραβίαστο των συνόρων» τόνισε ο Δ. Κουτσούμπας μιλώντας σε εκδήλωση του κόμματος για τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Υποστήριξε ότι το ΚΚΕ έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του από την αρχή της δεκαετίας του ‹90: Τυχόν χρήση του όρου Μακεδονία ή παραγώγου της είναι αποδεκτή μόνο ως γεωγραφικός προσδιορισμός και πρόσθεσε: «Δίνουμε βάρος στα ζητήματα των εγγυήσεων και των προϋποθέσεων, της καταδίκης του αλυτρωτισμού, του εθνικισμού, των αναγκαίων αλλαγών στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας». 
Είναι λάθος τόσο για το ΚΚΕ όσο και για άλλες δυνάμεις της Αριστεράς –και πάλι περιλαμβανομένων τμημάτων της ΛΑΕ– που ανέχονται την εθνικιστική ρητορική. 
Το κυριότερο είναι όμως ότι αυτή η λογική διαστρέφει την πραγματικότητα: Ποιος είναι ο απειλητικός; Η Ελλάδα διαθέτει τον πιο ισχυρό στρατό στα Βαλκάνια μετά την Τουρκία. Συμμετέχει και μάλιστα πλέον πολύ αναβαθμισμένα στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην ΕΕ. Έχει καταφέρει να μην αναγνωρίζεται με το συνταγματικό της όνομα η γειτονική χώρα. Έχει επιβάλει εμπάργκο που παραλίγο να στραγγαλίσει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας πριν από μερικά χρόνια. Έχει επιβάλλει αλλαγή σημαίας της γειτονικής χώρας. Κυρίως η Ελλάδα έχει «καταλάβει» μεγάλο μέρος της οικονομίας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, καθώς οι Έλληνες καπιταλιστές ελέγχουν τη διανομή καυσίμων, σούπερ-μάρκετ, τράπεζες, ασφάλειες και πολλούς άλλους τομείς. Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει τη μακεδονική κοινότητα (έστω με τον όρο σλαβομακεδονική) που έχει επιβιώσει παρά τους ατέλειωτους διωγμούς στην ελληνική επικράτεια. Δεν επιτρέπει επίσης να επιστρέψουν όσοι έφυγαν με το τέλος του εμφυλίου.
Κι όμως ακόμη κι αριστερά κόμματα μιλάνε για αλυτρωτισμό και επιθετικότητα των Σκοπίων, υποβαθμίζοντας έτσι την αναγκαία αντιπαράθεση με τον επιθετικό εθνικισμό που παρουσιάστηκε ολοζώντανος στο συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη.