Συνέντευξη του Ιγκόρ Γκόικοβιτς Ντονόζο στον Φρανκ Γκοντισό, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Contre Temps» το Σεπτέμβρη του 2015. Συνοδεύεται από μια εκτεταμένη ενημερωτική εισαγωγή του Γκοντισό. Τη μετάφραση έκανε ο Μάρκος Γαρμπής. Ο Ι. Γκ. Ντονόζο είναι ιστορικός, διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο ιστορία των κινημάτων στη Λατινική Αμερική και υπήρξε ο ίδιος μαχητής του MIR στην τραγική εποχή της αντίστασης κατά τη δεκαετία του 1980.

Ενημερωτική εισαγωγή του Φρανκ Γκοντισό
Στις 5 Οκτωβρίου του 1974, ο Μιγκέλ Ενρίγκεζ, Γενικός Γραμματέας του MIR –μια ιδιότητα που τον έβαζε στο στόχαστρο της μυστικής υπηρεσίας της δικτατορίας του στρατηγού Πινοσέτ– δολοφονήθηκε σε μια άνιση μάχη, στη Σαντα Φε του Σαντιάγκο.
Το 2014, σαράντα χρόνια μετά, οργανώθηκαν στην πρωτεύουσα της Χιλής και στην υπόλοιπη χώρα εκδηλώσεις μνήμης, εκθέσεις βιβλίου, και συζητήσεις από διάφορες πολιτικές συλλογικότητες, οργανώσεις και περιοδικά, όπως το διμηνιαίο «Punto Final» (σσ: «Τελευταίο Σημείο»), όχι μόνο για να θυμηθούμε τι τύπου πολιτικός ηγέτης ήταν ο Μιγκέλ, αλλά και την ιστορία όλων εκείνων των αντιστασιακών που πολέμησαν τη χούντα και πέθαναν στην προσπάθεια για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Χιλής. Σήμερα, πενήντα χρόνια από την ίδρυση αυτής της επαναστατικής πολιτικής οργάνωσης, πολλές πολιτικές εκδηλώσεις οργανώνονται στο Σαντιάγκο και σε αρκετές άλλες περιοχές της χώρας ιδιαίτερα στην Κονσεψιόν[1].
Φυσικά αυτό δεν συνέβη χωρίς να προκαλέσει τις αγανακτισμένες αντιδράσεις στο χώρο των συντηρητικών μέσων ενημέρωσης και των αντιπροσώπων της Δεξιάς (και πρώην υποστηριχτών της δικτατορίας του Πινοσέτ) εναντίον πρωτοβουλιών που οι ίδιοι θεωρούν ως την απολογία «μιας ομάδας που προώθησε την ανατρεπτική, ένοπλη σύγκρουση στην ιστορία της Χιλής» και η οποία (απολογία) δεν πρέπει –κατά την άποψή τους– να αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων στα διάφορα συνέδρια, φόρα και σεμινάρια σε δημόσιους χώρους της πρωτεύουσας[2].
Το ΜΙR γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1965 ως σύγκλιση αρκετών μικρών ρευμάτων της «κριτικής Αριστεράς» (Τροτσκιστές, Γκεβαριστές, ριζοσπάστες Χριστιανοί, πρώην σοσιαλιστές ή κομουνιστές), τα οποία εκείνη την εποχή ήταν αντίθετα στον κοινοβουλευτισμό και τον λεγκαλισμό της πλειοψηφίας της Αριστεράς (ιδιαίτερα του Κομουνιστικού Κόμματος Χιλής) και φιλοδοξούσαν να οικοδομήσουν μια μαρξιστική Επαναστατική Οργάνωση, ερχόμενοι σε ρήξη με τις εκλογικές στρατηγικές και το κράτος. Η περίοδος σημαδευόταν από τον Ψυχρό Πόλεμο, τις αντι-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις στον Τρίτο Κόσμο, ειδικά στη Λατινική Αμερική, την πλανητική επιρροή της Κουβανέζικης Επανάστασης, όπως επίσης και από τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από το θέμα της ένοπλης πάλης (σε αντίθεση με τη «θεσμική» αντιπαράθεση). Στα ιδρυτικά κείμενά του, το MIR διαφοροποιείται στην ανάλυσή του από την παραδοσιακή μαρξιστική Χιλιάνικη Αριστερά. Έδινε έμφαση στον ανισόμερο και εξαρτημένο χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη χώρα, απορρίπτοντας την ψευδαίσθηση της συμμαχίας με μια ανύπαρκτη «εθνική αστική τάξη» ή ακόμα και με την ειρηνική και λεγκαλιστική τακτική των σταδίων προς την Επανάσταση, όπως πρότεινε το ΚΚ Χιλής.
Οι Miristas πίστευαν ότι η επαναστατική διαδικασία έπρεπε να είναι αδιάκοπη, στηριγμένη στο στρατόπεδο της «εργατικής τάξης», δηλαδή μιας συμμαχίας των εργατών με τους «φτωχούς της πόλης και του χωριού», ενώ θεωρούσαν αναγκαία τη βίαιη καταστροφή του αστικού κρατικού μηχανισμού, όμως με παράλληλη και ταυτόχρονη άμυνα ενάντια στη σφοδρή επίθεση του ιμπεριαλισμού. Το MIR δομήθηκε με μοντέλο τα λενινιστικά κριτήρια, με όρους «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» και θεωρούσε τον εαυτό του «επαναστατική πρωτοπορία» στην υπηρεσία του Χιλιάνικου λαού και της Λατινοαμερικάνικης επανάστασης, καλλιεργώντας σαν «δικό του» ένα ξεκάθαρα διεθνιστικό Λατινοαμερικάνικο όραμα. Το πρώτο συνέδριο ενέκρινε ένα κείμενο με τίτλο «Προς την κατάληψη της εξουσίας μέσω του δρόμου της εξέγερσης», που θεωρούσε την ένοπλη σύγκρουση και τον παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο ως τα νόμιμα μέσα του επαναστατικού κινήματος, ενώ επεξεργάστηκε τις «πολιτικές-στρατιωτικές θέσεις» που επαληθεύτηκαν στη διάρκεια των μεταγενέστερων εθνικών συγκρούσεων.
Στο τρίτο συνέδριο (1967), μια νέα γενιά στελεχών, προερχόμενη κατά ένα μεγάλο μέρος από το φοιτητικό περιβάλλον της πόλης Κονσεψιόν, απέκτησε τον έλεγχο στην ηγεσία, με επικεφαλής τον Μιγκέλ Ενρίκεζ, λαμπρό φοιτητή της ιατρικής (και πρώην στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος), αλλά και τους Έντγκαρ (αδελφό του Μιγκέλ), Μπαουτίστα Βαν Σόουαν, Σέρτζιο Περέζ και Ρικάρντο Κρουζ μεταξύ άλλων. Αυτή η μαχητική νεολαία κατέληξε μέσα σε αυτά τα χρόνια να παραγκωνίσει (ακόμα και διαγράφοντας το 1969) την πλειοψηφία των «παλιών» συνδικαλιστικών στελεχών και την τροτσκιστική τάση (συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού Λουίς Βιτάλ, του συνδικαλιστή Ουμπέρτο Βαλενζουέλα και του Όσκαρ Βάις), θεωρώντας τους εμπόδιο στην ανάπτυξη του κόμματος. Το MIR αναπροσανατόλισε την οργάνωση σε μια Κάστρο-Γκεβαριστική στρατηγική: μαχητικές ενέργειες και «απαλλοτριώσεις» τραπεζικών κεφαλαίων, σπρώχνοντας τους αγωνιστές του στην παράνομη δράση. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1970 και την επιστροφή της Οργάνωσης στη νομιμότητα (χάρη σε μια προεδρική αμνηστία), το MIR –παρά το γεγονός ότι αποτελούσε μια οργάνωση μερικών χιλιάδων μελών– μετατράπηκε σε μια από τις κορυφαίες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με μια διόλου ευκαταφρόνητη επιρροή στο λαϊκό κίνημα, ή τουλάχιστον στα πιο πολιτικοποιημένα του κομμάτια.
Η εποχή της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, του αριστερού συνασπισμού γύρω από το Σοσιαλιστικό και το Κομουνιστικό Κόμμα, αξιολογήθηκε από την ηγεσία του MIR ως μια «προεπαναστατική περίοδος», όμως το στοίχημα των Allendista για έναν «θεσμικό», χωρίς όπλα, με σεβασμό στο Σύνταγμα και τις Ένοπλες Δυνάμεις «Χιλιανό Δρόμο για το Σοσιαλισμό», καταγγελλόταν από το MIR με σφοδρότητα ως απατηλό. Στις αναλύσεις τους, η κυβέρνηση θεωρούταν δημοκρατική, λαϊκή και αντι-ιμπεριαλιστική, στην οποία όμως κυριαρχούσε ο «εργατικός και μικροαστικός ρεφορμισμός». Παρ’ όλα αυτά το MIR έδινε «υλική και κριτική υποστήριξη» στα πλέον προοδευτικά μέτρα της κυβέρνησης, μέτρα που υπό το φως του σήμερα φαίνονται ιδιαίτερα ριζοσπαστικά: εθνικοποίηση των μεταλλείων χαλκού που βρίσκονταν στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών, εθνικοποίηση του 90% του τραπεζικού συστήματος και αρκετών «μονοπωλιακών» εταιρειών, βάθεμα της αγροτικής μεταρρύθμισης, ουσιαστικές αυξήσεις στους βασικούς μισθούς, μια μη ευθυγραμμισμένη αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική κ.ά.
H οργάνωση φιλοδοξούσε να ριζοσπαστικοποιήσει τα πλέον μάχιμα τμήματα της Λαϊκής Ενότητας με αυτό τον τρόπο (την αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού κόμματος και τη Χριστιανική Αριστερά ειδικότερα), ανέστειλε τις ένοπλες επιχειρήσεις, ενώ αργότερα έθεσε ένα μέρος του μηχανισμού της στην υπηρεσία της ασφάλειας του Προέδρου Αλιέντε (με τη δημιουργία της GAP, «Ομάδα Προσωπικών Φίλων», μια υπηρεσία προσωπικής ασφάλειας του Αλιέντε που υπεράσπισε το Προεδρικό Μέγαρο στις 11/9/1973). Στη διάρκεια αυτών των 1.000 ημερών που σημάδεψαν για πάντα τη συλλογική μνήμη του Χιλιανού λαού και την παγκόσμια Αριστερά,[3] η οργάνωση του MIR, έντονα καθετοποιημένη, «στεγανοποιημένη και συγκεντρωτική» γύρω από τους πολιτικο-στρατιωτικούς πυρήνες (GPM), βρέθηκε ολοένα και περισσότερο σε απόσταση από την πραγματική δυναμική της ταξικής σύγκρουσης και τις πιο «οριζόντιες» μορφές λαϊκής εξουσίας που γεννιόντουσαν, όπως τα cordones industriales [σσ: συντονιστικών λαϊκών οργανώσεων σε τοπικό επίπεδο] που ξεκίνησαν το 1972. Πολλοί από τους μαχητές και τους οπαδούς –που έζησαν αυτή την αντίθεση ανάμεσα σε έναν άκαμπτο κομματικό μηχανισμό και την καθημερινή τους πάλη μέσα σε ένα ζωντανό λαϊκό κίνημα που έβραζε– έβλεπαν αυτή την αντίθεση ως ένα πραγματικό εμπόδιο για την ανάπτυξη του κινήματος.
Η δημιουργία των commandos communales από εργάτες, φοιτητές και αγρότες, ήταν μια θέση που επεξεργάστηκε το MIR μέχρι το 1972 ως απάντηση στο πρόβλημα αυτό.[4] Παρά ταύτα, το Κίνημα μετρούσε δέκα ως δεκαπέντε χιλιάδες μέλη το 1972, ενώ ενέπνευσε πολλές χιλιάδες άλλων ενεργών μελών, ενός λαϊκού κινήματος που αναπτυσσόταν στα «ενδιάμεσα μέτωπα» [σσ: μια κρίσιμη μεταβατική έννοια που επεξεργάστηκε το MIR] και «μέσα στις μάζες». Και αυτό παρά τη δυσκολία να «εισχωρήσουν» στους πιο δομημένους και συγκεντρωτικούς τομείς του εργατικού κινήματος, που κατά κύριο λόγο ελέγχονταν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το ΚΚ Χιλής και τη Χριστιανική Δημοκρατία. Πέτυχαν όμως μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη στις φτωχές γειτονιές των πόλεων, ανάμεσα στους φοιτητές, αλλά ακόμα και στους αγρότες (όπως στο Καουτίν), προωθώντας μια οργάνωση «από τα κάτω» και το «επαναστατικό κλειδί» που απέρριπτε τους καθεστωτικούς και θεσμικούς συμβιβασμούς.
Μετά από το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973, το MIR ήταν μία από τις πρώτες οργανώσεις που μπήκαν στην αντίσταση και ανακοίνωσαν με θάρρος, αυταπάρνηση και ηθικό σθένος: το MIR δεν «αποζητά άσυλο» [σσ: θέση με την οποία δηλωνόταν ότι όλα του τα μέλη ρίχνονταν στην αντίσταση και δεν ζητούσαν άσυλο στις ξένες πρεσβείες]. Αντιμετωπίζοντας μιαν άγρια και ανελέητη πολιτικο-στρατιωτική δικτατορία, αυτοί οι μαχητές προσπάθησαν να αναπτύξουν, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, τη στρατηγική του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου» και το νόμιμο δικαίωμα στην ένοπλη εξέγερση ενάντια στην απειλή της τυραννίας.[5] Μετά τη δολοφονία του Μιγκέλ Ενρίκεζ (Οκτώβρης 1974) και το θάνατο πολλών στελεχών της παράνομης ηγεσίας στο Μαλόκο (Οκτώβρης 1975), η καταπίεση, οι διωγμοί και η παρανομία έκαναν το έργο της ανασυγκρότησης της οργάνωσης εξαιρετικά επίπονο και την εξασθένηση του Κινήματος –ως εκ τούτου– ακόμη μεγαλύτερη. Ο Αντρές Πασκάλ Αλιέντε [σσ: ανιψιός του Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο νέος Γενικός Γραμματέας, σύντομα θα γινόταν ένας από τους σκαπανείς της «Επιχείρησης Επιστροφής» (στα χρόνια 1977-1978), που σκόπευε να φέρει πίσω στην πατρίδα τους μαχητές που ζούσαν στο εξωτερικό, πολλοί εκ των οποίων ήταν νέοι επαναστάτες εκπαιδευμένοι στην Κούβα, για να οργανώσουν τις πολιτικο-στρατιωτικές αντιστασιακές ενέργειες ακόμη και αντάρτικες μάχες, όπως στη Νετούνε, στο Νότο της Χιλής (1981).
Όμως η ηγεσία είχε δυσκολία στο να εκτιμήσει την πραγματικότητα του συσχετισμού δυνάμεων, είχε την τάση να υποτιμά τη δύναμη της χούντας και να υπερεκτιμά τις δικές της δυνάμεις, χωρίς πραγματικά να «ακούει» τα στελέχη που έκαναν τη «δουλειά στο πεδίο» και επίσης χωρίς να εκτιμά σωστά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που είχε πλέον το καθήκον να επαναοργανώσει τις λαϊκές τάξεις. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές εκείνα τα σκοτεινά χρόνια ήταν τρομερό, ενώ τα πολιτικά αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους παλιούς μαχητές που επέζησαν, αλλά και ανάμεσα στους σύγχρονους ιστορικούς.
Τα χρόνια 1985-87 ήταν η περίοδος του τελικού κατακερματισμού και της παρακμής, ως αποτέλεσμα των δυσκολιών να προσαρμοστεί η οργάνωση στις αλλαγές της εποχής, τόσο σε επίπεδο εσωτερικό-εθνικό (διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ελίτ για μια συμπεφωνημένη μετάβαση στη δημοκρατία), όσο και σε διεθνές επίπεδο (ήττα των «υπαρκτών σοσιαλισμών», τέλος της εμπειρίας των Σαντινίστας, διεθνής ηγεμονία του νέο-φιλελευθερισμού). Οι πολλαπλές εσωτερικές συγκρούσεις και οι ανθρώπινες διαστάσεις, η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, όπως επίσης η τρομαχτική διάσταση της κρατικής τρομοκρατίας (περισσότεροι από 600 μαχητές εξαφανίστηκαν στα κέντρα βασανιστηρίων της δικτατορίας ή εκτελέστηκαν στο δρόμο) όξυναν και βάθυναν το χάσμα της κρίσης. Η κατάσταση αυτή διέσπασε το Κίνημα σε διάφορες τάσεις («Το Ιστορικό MIR» του Α. Πασκάλ Αλιέντε, «το Πολιτικό MIR» με τον Ν. Γκουτιέρεζ και το «Στρατιωτικό MIR» με τoν «Νάτσο» Αγκουίλο): μέχρι το 1987 η διάλυση είχε συντελεστεί, χωρίς να κατορθώσουν να φτάσουν σε ένα εθνικό συνέδριο.
Στις μέρες μας επιβιώνει η παράδοση «Mirista», πολύχρωμη και πλουραλιστική, σε αρκετές μικρές συλλογικότητες και αντικαπιταλιστικές οργανώσεις που θέλουν να ταυτίζονται με την επαναστατική κληρονομιά του MIR και την κοκκινόμαυρη σημαία της Γκεβαριστικής Αριστεράς. Μερικές ομάδες φτάνουν στο σημείο να διεκδικούν την άμεση συνέχεια της οργάνωσης, ειδικότερα το MIR που καθοδηγείται από τον Ντεμέτριο Χερνάντες και τη Μόνικα Κιλοντράν,[6] αλλά σε γενικές γραμμές με πολύ μικρή επιρροή στο πραγματικό λαϊκό κίνημα. Από την άλλη, κάποιες οργανώσεις της «νέας» Αριστεράς του σήμερα αναγνωρίζουν μια κάποια συγγένεια –παρότι απόμακρη και κριτική– με ένα μέρος αυτής της επαναστατικής παράδοσης (όπως κάποιες ομάδες της Αυτόνομης Αριστεράς και της Ελευθεριακής Αριστεράς) στη Χιλή.
Μετά από τέσσερις δεκαετίες νίκης του νέο-φιλελεύθερου καπιταλισμού και πάνω από είκοσι χρόνια ελεγχόμενου εκδημοκρατισμού, που έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους σοσιαλ-φιλελεύθερους (κυβερνήσεις της Concertacion, 1990-2010), οι κοινωνικοί αγώνες έχουν αρχίσει να διαβρώνουν το μύθο της «αναπτυγμένης», σύγχρονης και «σταθεροποιημένης» Χιλής. Οι μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2011, που στόχευαν στο να τερματίσουν την κληρονομιά του Πινοσέτ στην εκπαίδευση, τα αιτήματα υπέρ της συντακτικής συνέλευσης, ώστε να μπει ένα τέλος στο αυταρχικό σύνταγμα του 1980, η επιστροφή των εργατικών αγώνων και των αγώνων των επισφαλών (στα λιμάνια, τα ορυχεία, τα τηλεφωνικά κέντρα, στον τομέα της δασοκομίας κ.λπ.), ή ακόμα η επιστροφή της ιδέας της επανεθνικοποίησης των κοιτασμάτων χαλκού, σηματοδοτούν μια νέα περίοδο που μόλις έχει ανατείλει. Η παρούσα κρίση αξιοπιστίας της δεύτερης διακυβέρνησης της σοσιαλίστριας Μισέλ Μπασελέ και η ενσωμάτωση του Κομουνιστικού Κόμματος στη νέα εκτελεστική γραμματεία του συνασπισμού «Nueva Mayoria» (Νέα Πλειοψηφία) στη βάση ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων, που, σε τελευταία ανάλυση, συνεχίζουν τη λειτουργία του νεοφιλελεύθερου συστήματος, δημιουργούν χώρο για μια ανεξάρτητη ανοικοδόμηση της Αριστεράς και την πιθανή ανακάλυψη ξανά της αντι-καπιταλιστικής προοπτικής για τη Χιλή.
Αυτό είναι που τόνισε το 2014 ο Κάρμεν Καστίγιο, σύντροφος του Μιγκέλ Ενρίκεζ, που βρισκόταν στο πλευρό του στη διάρκεια της τελευταίας μάχης στη Σάντα Φε.[7] Για τον Χιλιανό κινηματογραφιστή, οι αγώνες αυτών που έπεσαν από τα τρομερά χτυπήματα της δικτατορίας στο όνομα της επαναστατικής αφοσίωσης, είναι ακόμα ζωντανοί στο παρόν και συνιστούν το απαραίτητο κόκκινο νήμα που μας βοηθά να στοχαστούμε το μέλλον:
«Η πίστη στον Μιγκέλ Ενρίκεζ είναι πάντα παρούσα στην πολιτική ζωή. Έχοντας στο μυαλό μας τα μαθήματα του Μιγκέλ και του MIR, με διαύγεια και με αρκετό χιούμορ, επαναστάτες γεμάτοι αμφιβολίες, χωρίς δογματική πίστη και βεβαιότητες, ρισκάροντας με τις αβεβαιότητες του αιώνα μας, έχοντας το θάρρος ως μια αδιαπραγμάτευτη αξία, βάζοντας στην υπηρεσία των όποιων βεβαιοτήτων μας όλη μας την ενέργεια –ας εφεύρουμε καινούριες μορφές αντικαπιταλιστικών αγώνων».[8]
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Μπορείς να μας μιλήσεις σύντομα για την προσωπική σου εμπειρία στο MIR, για το πώς έγινες μαχητής αυτής της οργάνωσης στη διάρκεια της δικτατορίας;
Η αρχική μου συγκρότηση, περισσότερο πολιτιστική παρά πολιτική, προέρχεται από το Σοσιαλιστικό Κόμμα - Αλμέιντα [σσ: Ο Αλμέιντα ήταν ο γενικός γραμματέας του ΣΚ, ηγέτης της αριστερής πτέρυγάς του, που στα χρόνια της Λαϊκής Ενότητας βρέθηκε στα αριστερά τόσο του ΚΚ Χιλής όσο και του Αλιέντε]. Προέρχομαι από σοσιαλιστική οικογένεια και μια περιοχή (επαρχία Τσοάπα) όπου ιστορικά το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Με αυτές τις καταβολές, έφτασα το 1981 στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐζο. Στις αρχές του 1982, η ένταξή μου στο Σοσιαλιστικό Κόμμα άρχισε να φθίνει. Αμφισβητούσα τη συνέπεια μεταξύ των λόγων του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των πράξεων που, ανάμεσα στα άλλα, θα έπρεπε να προετοίμαζαν την οργάνωση για την ανάπτυξη ενός μαζικού λαϊκού ξεσηκωμού. Από εκείνη τη στιγμή και μετά άρχισα να υποστηρίζω τις ενέργειες των συντρόφων του MIR, αυτές που ανέπτυσσαν μέσω των πολιτοφυλακών λαϊκής αντίστασης και αυτές που είχαν να κάνουν κυρίως με την προπαγάνδα και την πολιτική ζύμωση. Το 1984 πιάστηκα από την CNI [σσ: Υπηρεσία Ασφαλείας του καθεστώτος] και πέρασα δύο χρόνια στη φυλακή του Βαλπαραΐζο. Στη φυλακή, πήρα μέρος στη συλλογικότητα των κρατουμένων του MIR και ανατέθηκε σ’ εμένα η εκπροσώπηση της Οργάνωσης Πολιτικών κρατουμένων (OPP). Όταν βγήκα από τη φυλακή, ξαναγύρισα στο πανεπιστήμιο και ανέλαβα το καθήκον της δημόσιας εκπροσώπησης του MIR. Ήμουν φοιτητικό στέλεχος μέχρι το 1988.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου έγινα μάρτυρας της διάσπασης του κόμματος. Παρόλο που ασκούσα δριμεία κριτική για ό,τι συνέβαινε (θεωρούσα αυτή τη διάσπαση εκδήλωση μιας κρίσης ηγεσίας), παρέμεινα πιστός στην επίσημη κομματική οργάνωση και ακολούθησα τη γραμμή του Αντρές Πασκάλ Αλιέντε. Μοιραία παρακολούθησα τον συνακολουθούμενο κατακερματισμό της οργάνωσης. Ήμουν μαχητής μιας μικρής ομάδας του MIR μέχρι το 1992. Εκείνη τη χρονιά, η καταπιεστική κατάσταση στη Νότια Χιλή οδήγησε την ομάδα μου σε διάλυση και αποστράτευση.
Ποια είναι τα κυριότερα στάδια και γεγονότα στην πορεία του κόμματος που εσείς ως ιστορικός θα επισημαίνατε;
Νομίζω ότι υπήρξαν τέσσερις βασικές περίοδοι στην ιστορία του MIR και αυτές οι περίοδοι σηματοδοτούν την ύπαρξη τεσσάρων διακριτών «κομμάτων». Το πρώτο βήμα, από το 1965 έως το 1967, συμβαδίζει με το στάδιο του σχηματισμού του κόμματος, όπου η τροτσκιστική επιρροή κυριαρχούσε.
Το δεύτερο στάδιο άρχισε με το τρίτο Συνέδριο του 1969 και επεκτάθηκε μέχρι τη μάχη του Μαλόκο (Οκτώβρης 1975). Σε αυτό το στάδιο κυριάρχησε η Καστρο-Γκεβαριστική στρατηγική, ακολουθώντας τη γραμμή της συλλογικής ηγεσίας με επικεφαλής τον Μιγκέλ, και το MIR διεκδίκησε τον έλεγχο του επαναστατικού προτσές (1970-1973) και αργότερα την οργάνωση της αντίστασης στη δικτατορία (1973-1975). Όμως αυτό το «κόμμα», κατά την άποψή μου, άρχισε να εξαφανίζεται με το θάνατο του Μιγκέλ στη μάχη (1974) και με την –επακόλουθη– φυγή της ηγεσίας από τη χώρα (1975). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή πολλών μαχητών, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην εξορία, ενώ πολλά από αυτά τα στελέχη δεν γύρισαν ποτέ ξανά ως μαχητές στην οργάνωση.
Το τρίτο στάδιο ξεκίνησε στα τέλη του 1975, με έναν διαφορετικό πυρήνα κομματικής ανασυγκρότησης, που ενδυναμώθηκε με την «Επιχείρηση Επιστροφή» (1978) και επεκτάθηκε με τη στρατολόγηση νέων στελεχών: κυρίως νεολαίους, φτωχούς αγρότες και άνεργους ή υποαπασχολούμενους. Και αυτό κατά τη γνώμη μου αποτελούσε ένα νέο κόμμα. Ήταν το «κόμμα» των αδελφών Βεργκάρα Τολέντα, των Μαουρίτσιο Μαργκρέ και Αρασελί Ρόμο. Αυτό ήταν το «κόμμα» που –μέχρι το 1984– σήκωσε το κύριο βάρος του αγώνα ενάντια στη δικτατορία.
Το τελικό στάδιο άρχισε με την εσωτερική κρίση του 1986, που οδήγησε το MIR σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Τα κατασταλτικά χτυπήματα είχαν διαβρώσει την κομματική δομή και είχαν αποκόψει τη σχέση του κόμματος με το λαϊκό κίνημα. H οργάνωση κατακερματίστηκε, όμως ήταν αυτές οι ίδιες συνθήκες μέσα στις οποίες μπήκαν οι βάσεις αυτού που μέχρι τις μέρες μας είναι γνωστό ως «κουλτούρα Mirista», εμπνέοντας πλατιά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα.
Μετά την ίδρυσή του, όπου συμμετείχαν διαφορετικά επαναστατικά ρεύματα, το ΜΙR φάνηκε να επικεντρώνει σε μια πολιτικο-στρατιωτική στρατηγική επηρεασμένη από την Κουβανέζικη εμπειρία. Ποιες ήταν οι κεντρικές ιδέες και οι θεωρητικο-ιδεολογικοί άξονες αυτής της οργάνωσης;
Είναι καθαρό ότι η τάση που καθοδηγείτο από τον Μιγκέλ είχε μια ξεκάθαρη ιδεολογική, πολιτική και ηθική επιρροή από την Κουβανέζικη Επανάσταση. Ήταν επίσης καθαρό ότι η Κουβανέζικη Επανάσταση, που απαιτούσε ολοκληρωτική αφοσίωση, συγκινούσε βαθιά αυτή τη γενιά επαναστατών. Όμως ο Μιγκέλ και εκείνη η γενιά επαναστατών γνώριζαν πάντοτε ότι οι ιστορικές συνθήκες του επαναστατικού προτσές στη Χιλή, και ιδιαίτερα οι συνθήκες οικοδόμησης της Αριστεράς, είχαν τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους. Γι’ αυτό απέρριπταν τη θεωρία του «φόκο», όπως την εκλαΐκευσε ο Regis Debray [σσ: θεωρία εμπνευσμένη από την αντάρτικη δράση του Τσε, που έδινε προτεραιότητα στη δημιουργία του «φόκο», της «εστίας» πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχτεί το επαναστατικό παράδειγμα].
Οι πολιτικο-στρατιωτικές θέσεις του MIR, μέχρι το 1973, σχεδίαζαν τη συγκέντρωση πολιτικών, κοινωνικών και ένοπλων δυνάμεων για την ανάπτυξη ενός εξεγερτικού πολέμου των μαζών. Αυτό σημαίνει ότι το θεμελιώδες συστατικό αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού ήταν οι εργάτες και ο λαός. Γι’ αυτό το λόγο, η έμφαση της πολιτικής του MIR στη διάρκεια του πλέον σημαντικού κύκλου της ταξικής σύγκρουσης (1970-1973) δινόταν στο να γίνει η επαναστατική πρωτοπορία που θα κέρδιζε την καθοδήγηση του μαζικού αγώνα χωρίς να αποκηρύσσει την άμεση δράση. Αυτό γινόταν κατανοητό ως ένας συνδυασμός μορφών αγώνα νόμιμης, ημι-παράνομης και παράνομης δράσης μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο ανοιχτής ταξικής σύγκρουσης. Οι απαλλοτριώσεις γης, οι προσπάθειες για ανάκτηση της ιθαγενικής γης, οι καταλήψεις βιομηχανιών, οι συγκρούσεις με τις ομάδες κρούσης της Δεξιάς και των Χριστιανο-Δημοκρατών και η αυτοάμυνα και απόκρουση της κρατικής βίας, είναι η καλύτερη έκφραση του προχωρήματος αυτής της διαδικασίας –προχώρημα που, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν επαρκές. Είναι αναγκαίο να πούμε ότι το MIR δεν «ωρίμασε» ως επαναστατική πρωτοπορία και ως εκ τούτου δεν κατάφερε να κερδίσει την καθοδήγηση ολόκληρου του λαϊκού κινήματος, παρά μόνο των πιο ριζοσπαστικοποιημένων κομματιών του.
Τι είδος επαναστατικού κόμματος αντιπροσώπευε το MIR; Πολύ συχνά το αποκαλούν «κόμμα στελεχών» ή κόμμα «επαγγελματιών επαναστατών», δίνοντας έμφαση στην εσωτερική καθετοποίηση και το χαμηλό επίπεδο εσωτερικής δημοκρατίας. Ποια είναι η άποψή σας; Ειδομένα από τη σκοπιά του σήμερα, ποιες ήταν οι κυριότερες δυσκολίες ή oι οργανικές του αδυναμίες στη διάρκεια της Λαϊκής Ενότητας και της δικτατορίας;
Το έχω ξαναπεί: δεν υπάρχει ένα MIR. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία MIR, όπως επίσης υπάρχει και μια πολιτισμική συνέχεια. Από αυτά τα τρία MIR, δύο μπορούν να ταυτοποιηθούν ως κληρονομιά της παράδοσης Mirista. Το ένα είναι το MIR του Μιγκέλ, ανάμεσα στο 1967 και μέχρι δύο χρόνια μετά τον θάνατό του. Αυτό το MIR μπορεί να ονομαστεί «κόμμα στελεχών», αρθρωμένο κάτω από την καθοδήγηση μιας πλατιά αναγνωρισμένης συλλογικής ηγεσίας, αξιόπιστης και με σπουδαία μαζική δουλειά που απέρρεε από τη δημιουργία αυτών που ονομάστηκαν «ενδιάμεσα μέτωπα». Μετά από αυτό, υπήρξε το MIR που καθοδήγησε τους αντιδικτατορικούς αγώνες, ειδικότερα του κύκλου 1978-1984. Το δεύτερο αυτό MIR, που επίσης αυτοαποκαλείτο «κόμμα στελεχών», υποχρεώθηκε να οικοδομηθεί μέσα στην παρανομία και να αντιμετωπίσει άγριες κατασταλτικές επιθέσεις. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η εκπαίδευση επαγγελματικών στελεχών ήταν πολύ πιο σύνθετη και τα ελλείμματα –αν τα συγκρίνουμε με προηγούμενες γενιές– ολοφάνερα. Σε πείσμα όλων αυτών των δυσκολιών όμως, η αφοσίωση και το επαναστατικό πνεύμα θα πρέπει να μετρηθούν σε συνθήκες απείρως σκληρότερες από αυτές του κύκλου 1970-1973.
Και στις δύο περιπτώσεις, οι απαιτήσεις για πολιτικές έκτακτης ανάγκης και η ιδεολογική κληρονομιά του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» ευνοούσαν την οικοδόμηση ενός σκληρά συγκεντρωτικού κόμματος στο οποίο περιοριζόταν η εσωτερική δημοκρατία. Πιθανότατα σήμερα, μέσα στις παρούσες συνθήκες πολιτικού και κοινωνικού αγώνα, αυτό το μοντέλο οργάνωσης και πολιτικής καθοδήγησης να φαίνεται ακατάλληλο. Όμως το «λενινιστικό» μοντέλο κόμματος ήταν η μόνη διαθέσιμη επιλογή για τους επαναστάτες των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80. Και σ’ αυτό το κομματικό μοντέλο επιλέξαμε να μπούμε: κανένας δεν μας το επέβαλε… Το να ισχυρίζεσαι ότι μπορείς να αξιολογήσεις (ακόμα και να κατηγορήσεις) εκείνες τις πολιτικές πρακτικές με τις παραμέτρους της σημερινής συγκυρίας σ’ εμένα φαίνεται προδοσία.
Σαράντα χρόνια μετά την πτώση του Μιγκέλ στη μάχη, υπάρχουν πολλοί νέοι που αντικρίζουν με θαυμασμό αυτή την επαναστατική μορφή. Τι σημαίνει να είσαι μέλος του MIR στη σημερινή Χιλή και ποια είναι τα πιο βασικά διδάγματα που, εκείνη η αντι-καπιταλιστική γενιά μαχητών του ’70, μας κληροδότησε;
Η κληρονομιά είναι μεγάλη και μπορεί να ειδωθεί με πολλές διαστάσεις: πολιτική, κοινωνική, αισθητική, πολιτιστική και ηθική. Θα περιοριστώ στην πολιτική διάσταση. Σ’ αυτήν υπάρχουν πολλές πλευρές που μπορούμε να τονίσουμε. Από τη μια πλευρά έχουμε το προγραμματικό περιεχόμενο της πρότασης του MIR: αυτή η οργάνωση έβαλε ως στόχο και πολέμησε –με πραγματικούς, υλικούς όρους– για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Χιλή. Σήμερα, όπου οι εναλλακτικές στον καπιταλισμό διαμορφώνονται με έναν χαοτικό τρόπο, πολλοί νέοι άνθρωποι και πολλές επαναστατικές οργανώσεις επιστρέφουν στις συζητήσεις για την αναγκαιότητα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Τι είδους σοσιαλισμό; Δεν γνωρίζουμε –όμως η διαμάχη για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό του είναι θεμελιώδης απαίτηση της εποχής μας. Και πάνω σ’ αυτά, οι Miristas και το πρόγραμμα του MIR έχουν πολλά να πουν.
Από την άλλη πλευρά, η πρώτη γενιά μαχητών του MIR και η αμέσως επόμενη, στον αγώνα ενάντια στη δικτατορία, έθεσαν ένα πολιτικό παράδειγμα και μια ηθική πρόκληση. Αφορά γενιές επαναστατών των οποίων η γενναιοδωρία και η αφοσίωση τους οδήγησε να δίνουν τη ζωή τους για τα ιδανικά τους, χωρίς να ζητάνε κανένα αντάλλαγμα. Τόσο απόμακρο από το σήμερα, που οι ενασχολούμενοι με τα πολιτικά πράγματα (νέοι ή γέροι) χρησιμοποιούν την καριέρα τους σε μια δημόσια θέση ως στρατηγική απόκτησης πλούτου και εξουσίας. Το ηθικό ανάστημα αυτών των επαναστατών επηρεάζει, αναμφίβολα, με έναν καταλυτικό τρόπο την πολιτική στάση των αντικαπιταλιστών αγωνιστών του σήμερα.
Τέλος, είναι απαραίτητο να τονίσουμε την αναγκαιότητα μιας οργάνωσης. Πολλοί σήμερα, αφού περιπλανήθηκαν στους δρόμους ενός στείρου κινηματισμού, παραδέχονται ότι η πολιτική οργάνωση, η πολιτική πρωτοπορία, συνιστά ένα αναντικατάστατο εργαλείο κάθε επαναστατικής διαδικασίας. Το μαρτυρούν οι ιστορικές εμπειρίες (Ρωσία, Κίνα, Βιετνάμ, Κούβα, Νικαράγουα). Αυτή η πολιτική οργάνωση, που στηρίζεται σε μια επαναστατική στρατηγική και παίρνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες μιας περιοχής (Λατινική Αμερική) και μιας χώρας (Χιλή), πρέπει να οικοδομηθεί μέσα στους εργάτες και το λαό. Πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και το ιστορικό πλαίσιο. Αυτό το μάθημα της ιστορικής διαλεκτικής το MIR το έχτισε με αφοσίωση, γενναιότητα και αυτοθυσία.[9]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το σεμινάριο οργανώθηκε στο Σαντιάγκο από το Ίδρυμα Μιγκέλ Ενρίκεζ και το φόρουμ οργανώθηκε από τη Γκεβαριστική Αριστερά. H δημόσια συζήτηση στο Πανεπιστήμιο της Κονσεψιόν, στη νότια Χιλή, οργανώθηκε από την εφημερίδα «Resumen», από τη φοιτητική συνομοσπονδία (FEC) και από το Ίδρυμα Αλληλεγγύης Μπαουτίστα Βαν Σόουεν [σσ: πρόκειται για ένα εξίσου εμβληματικό ηγετικό στέλεχος του MIR που σκοτώθηκε στη μάχη κατά της δικτατορίας].
2. «Το UDI ζητά από το Γραφείο Έλεγχου να αναθεωρήσει την άδεια στο MIR να οργανώσει σεμινάριο στο Μουσείο Καλών Τεχνών», El Mercurio, 12 Αυγούστου, 2015.
3. Franck Gaudichaud, «Χιλή: 1970 -1973. Χίλιες Μέρες που Συγκλόνισαν τον Κόσμο, Rennes: Presses Universitaires de Rennes, 2013. Βλ. επίσης Peter Winn, «H Χιλιανική Επανάσταση», Santiago: LOM Ediciones, 2013.
4. Franck Gaudichaud, «Λαϊκή Εξουσία και Βιομηχανικές Ζώνες (Cordones Industriales): Μαρτυρίες από το Χιλιάνικο Λαϊκό Κίνημα (1970 -1973)», Santiago: LOM Ediciones, 2013.
5. Julio Pinto, «Και η Ιστορία τους Δικαιώνει; Το MIR στη Δικτατορία, 1973-1981», στo «Η Επανάστασή τους Εναντίον της Δικής μας Επανάστασης: Αριστεροί και Δεξιοί στη Χιλή του Πινοσέτ (1973-1981», των Veronica Valdivia o. de Z., Rolando Alvarez and Julio Pinto, Sandiago, LOM Ediciones, 2006.
6. www.mir-chile.cl.
7. Βλέπε την ταινία: «Calle Santa Fe», Chile –France, Les films d’ Ici, Les Films de la Passerelle, INA, Parox et Love Stream prοductiοns, 2007. Διανεμήθηκε στη Χιλή από τη «Monde Diplomatique» και από την Publishing House «Aun creemos en los suenos».
8. Carmen Castillo, «Οι Παρελθούσες Προκλήσεις και το Παρόν», Le Μonde Diplomatique – Chile, Οκτώβρης 2014 .
9. Βλέπε τη σύντομη ιστορία του MIR στο: Igor Coicovic Donoso, «Το Κίνημα της Επαναστατικής Αριστεράς», Κονσεψιόν, Ediciones Escaparate, 2012.