Eric Vuillard, Πόλις, 2018. • 160 σελ. • €14,00

Το διήγημα του Ερίκ Βιγιάρ «Ημερήσια Διάταξη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις», καταφέρνει να διαπραγματευτεί μια σειρά ζητήματα που αφορούν την άνοδο του ναζισμού με γλαφυρό λογοτεχνικό τρόπο.
Η πλοκή περιγράφει τις μέρες πριν και μετά το «Άνσλους», την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία του Χίτλερ. Προτού όμως φτάσει στην «ημερήσια διάταξη» της 12ης Μάρτη του 1938, επιλέγει στο πρώτο κεφάλαιο-προοίμιο να μας παρουσιάσει την «ημερήσια διάταξη» της 20ης Φλεβάρη του 1933: Μια σύσκεψη 24 μεγαλοβιομηχάνων με την ηγεσία του ναζιστικού κόμματος.
Μέσα σε 148 σελίδες και 16 μικρά κεφάλαια, προλαβαίνει να παρουσιάσει και να καταθέσει σκέψεις πάνω στην ανθρώπινη ψυχολογία των «μεγάλων προσωπικοτήτων», τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, τη δύναμη της εικόνας (της φωτογραφίας, του κινηματογράφου κλπ), την αθωότητα και την ενοχή.
Τι σκεφτόταν ο ακροδεξιός Αυστριακός δικτατορίσκος, όταν βρέθηκε απέναντι στην απειλή της ναζιστικής Γερμανίας; Τι έκανε έναν έμπειρο διπλωμάτη, όπως ο Χάλιφαξ, να ανέχεται τους θεατρινισμούς του Ρίμπεντροπ; Πώς εξηγείται η αποθεωτική υποδοχή που επεφύλαξαν πολλοί Αυστριακοί στον Χίτλερ; Μπορεί το «καδράρισμα» μιας φωτογραφίας να αλλάζει τελείως την εικόνα που εκπέμπει μια ιστορική στιγμή; Τι πραγματικά γνωρίζουμε για γεγονότα τα οποία αναμεταδίδονταν μόνο από τα γερμανικά «Επίκαιρα» των οποίων την επιμέλεια είχε ο Γκέμπελς;
Όλα αυτά παρουσιάζονται με έναν τρόπο γραφής που κινείται μεταξύ μυθιστορήματος, ιστορικής αφήγησης και δοκιμίου. Υπάρχει μυθοπλασία, η οποία όμως επιστρατεύεται για να «ζωντανέψει» γεγονότα που υποστηρίζονται από ντοκουμέντα, απομνημονεύματα πρωταγωνιστών, ιστορικές αλήθειες.
Όλα αυτά κάνουν το αφήγημα πραγματικά ενδιαφέρον (διαβάζεται μονομιάς) και το διευκολύνουν να πει μεγάλες πολιτικές αλήθειες, χωρίς να γίνεται «διδακτικό» ή «στεγνά» πολιτικό. Ο Βιγιάρ καταφέρνει μέσα από τις περιγραφές του και το ανελέητο ύφος του να καταγγείλει τη γερμανική αστική τάξη για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και το πολιτικό προσωπικό των ευρωπαϊκών κρατών για την ενίσχυση του ναζισμού στην Ευρώπη.
Ο Βιγιάρ φροντίζει να μας υπενθυμίσει ότι αυτή η συνάντηση στο Ράιχσταγκ στις 20 Φλεβάρη του 1933 δεν αφορά ένα μακρινό σκοτεινό παρελθόν. Γράφει για τους 24 βαρόνους:
«Όλοι θα επιβιώσουν και μετά την πτώση του καθεστώτος και θα χρηματοδοτήσουν στο μέλλον και άλλα πολιτικά κόμματα, ανάλογα με τις επιδόσεις τους… πρέπει στο εξής να αποκαλούμε αυτούς τους ανθρώπους με τα αληθινά τους ονόματα… οι είκοσι τέσσερις αυτοί δεν λέγονται ούτε Σνίτσλερ, ούτε Βιτσλέμπεν, ούτε Σμιτ, ούτε Φινκ, ούτε Ρόστεργκ, ούτε Χόιμπελ, όπως θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε το ληξιαρχείο. Λέγονται Basf, Bayer, Agfa, Opel, IG Farben, Siemens, Allianz, Telefunken. Με αυτά τα ονόματα τους ξέρουμε. Και τους ξέρουμε μάλιστα πολύ καλά. Είναι εδώ, μαζί μας, ανάμεσά μας…».
Όταν φτάνει στις μέρες πριν και μετά τη 12η Μάρτη του 1938, το «κατηγορώ» του στρέφεται ενάντια στην πολιτική ηγεσία της Αυστρίας, για την οποία του περισσεύει η περιφρόνηση, αλλά και στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας. Αν και η αφήγηση αφορά προσωπικότητες, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά τους, η πολιτική αιχμή είναι σαφής: Οι αγγλογάλλοι αξιωματούχοι δεν είναι αφελείς, ανέχονται συνειδητά την «ειρηνική συνύπαρξη» με τη χιτλερική Γερμανία. Ο Αυστριακός ηγέτης δεν είναι γενικά κι αόριστα «δειλός»: Ο Βιγιάρ υπενθυμίζει ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε δείξει απεριόριστη πυγμή, όταν είχε ως αντιπάλους τα συνδικάτα, την Αριστερά, τους δημοσιογράφους…
Η περιγραφή του Άνσλους στην πραγματική του διάσταση, κι όχι από τα πλάνα του Γκέμπελς, αποκαλύπτει ένα φιάσκο: Τα πρώτα πάντσερ, απολύτως πρωτόγονα και πολύ χειρότερα από τα μοντέλα που για λίγα χρόνια πράγματι θα κυριαρχούσαν στην Ευρώπη, κολλάνε στους δρόμους της Αυστρίας από μηχανικές βλάβες. Αυτή η απομυθοποίηση ενός ναζιστικού μύθου (που η απόστασή του από την ευτελή πραγματικότητα θυμίζει την «Πορεία στη Ρώμη» του Μουσολίνι) πρακτικά στέλνει επίσης ένα πολιτικό μήνυμα: Δεν ήταν αναπόφευκτο το Άνσλους και τα όσα ακολούθησαν, καθώς άνοιγε η όρεξη της ναζιστικής Γερμανίας. Η αυστριακή κυβέρνηση δεν λύγισε και οι δυτικές κυβερνήσεις δεν δίστασαν μπροστά σε μια «τρομερή πολεμική μηχανή».
Και ο λαός; Ο Βιγιάρ αποφεύγει τις γενικεύσεις. Ισορροπεί ανάμεσα στην πραγματικότητα των πληθυσμών που υποδέχτηκαν με ειλικρινή χαρά τον Χίτλερ, την οποία αποδέχεται και πασχίζει να κατανοήσει, αλλά και τη δύναμη της προπαγάνδας στην εικόνα που αποκτήσαμε. Η περιγραφή της πολιτικής κατάστασης που είχε ήδη διαμορφωθεί στην Αυστρία τη δεκαετία του ’30 επίσης είναι από μόνη της μια ερμηνεία: Εκείνοι που θα αντιστέκονταν είχαν ήδη ηττηθεί. Και συγκλονίζει θυμίζοντας εκείνους που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν τις μέρες του Άνσλους…
Στο τελευταίο κεφάλαιο, επιστρέφει στους «24 βαρόνους», για να υπενθυμίσει ξανά τους ενόχους και να εκτοξεύσει το τελευταίο του «κατηγορώ», με ορμητικό ύφος και λόγο.
Το μήνυμα που αποκόμισε τουλάχιστον ο γράφων είναι ότι δεν ήταν αναπόφευκτα τα σκοτεινά χρόνια του ναζισμού. Είναι αφήγημα κι όχι κείμενο πολιτικής στρατηγικής για να συζητήσει ποιος και πώς θα μπορούσε να τον σταματήσει. Φροντίζει όμως να υπενθυμίσει ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις δεν θέλησαν να τον σταματήσουν ή και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην άνοδό του. Στις συνθήκες επανεμφάνισης της ακροδεξιάς, είναι ένα βιβλίο χρήσιμο και πολιτικά.
Για νεότερους αντιφασίστες και αγωνιστές, είναι μια γλαφυρή και λογοτεχνικά απολαυστική περιγραφή των σχέσεων καπιταλισμού-φασισμού. Δείχνοντας τους ενόχους κι υπενθυμίζοντας ότι συνεχίσουν να «είναι εδώ μαζί μας, ανάμεσά μας», δείχνει ποιος είναι ο εχθρός και σήμερα. Δείχνοντας την ανικανότητα ή την απροθυμία των αστικών πολιτικών δυνάμεων να δείξουν απέναντι στο ναζισμό την ίδια πυγμή που είχαν δείξει απέναντι στο εργατικό κίνημα, μοιάζει να περιγράφει τους σύγχρονους «αντιφασίστες» του ακραίου κέντρου…
Λογοτεχνία, ιστορία, δοκίμιο και πολιτικό σχόλιο μαζί, η «Ημερήσια Διάταξη» μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει ένα πολύ ευχάριστο διάβασμα και να δώσει τροφή για πολιτική σκέψη.