Βιβλιοκριτική: Τα τρία Ε (ΕΕΕ) και ο  εμπρησμός του Κάμπελ - Το πογκρόμ του 1931 στη Θεσσαλονίκη 

Παναγιώτης Λίλλης
Ημερ.Δημοσίευσης

Μιχάλης Τρεμόπουλος, Αντιγόνη, 2018 • 440 σελ. • €20,00

Τα 3 Ε (ΕΕ) και ο εμπρησμός του Κάμπελ

Το βιβλίο «Τα τρια Ε (ΕΕΕ) και ο εμπρησμός του Κάμπελ – Το πογκρόμ του 1931 στη Θεσσαλονίκη» εκδόθηκε από το κέντρο πληροφόρησης «Αντιγόνη», τον Ιούνιο του 2018. Συγγραφέας του είναι ο Μ.Τρεμόπουλος,  οικολόγος ακτιβιστής με μακρά διαδρομή στο αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα της Θεσσαλονίκης.
Το βιβλίο υπάγεται στην κατηγορία της ιστορικής μονογραφίας και διαπραγματεύεται μια από τις μελανότερες σελίδες της πόλης, το πογκρόμ κατά της εβραϊκής κοινότητας το 1931 και την καταστροφή της συνοικίας Κάμπελ. Ο συγγραφέας έχει κεντρική θέση ότι ο εμπρησμός έγινε σε στενή συνεργασία του επίσημου κράτους με τη φασιστική οργάνωση τα τρία ΕΕΕ. Σχεδιάστηκε εν ψυχρώ από τους «επάνω» και εκτελέστηκε «από τα κάτω» από τους φασίστες. Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος υποστηρίζει τη θέση του με πλούσιο αρχειακό υλικό από εφημερίδες και δημόσια έγγραφα. Η δομή του βιβλίου (χωρισμένο σε αρκετά κεφάλαια και έχοντας αυτόνομα κατά κεφάλαιο τις παραπομπές για τις πηγές και το φωτογραφικό υλικό) και ο τρόπος γραφής το κάνουν ευανάγνωστο. 
Η Ελλάδα στο Μεσοπόλεμο
Η Ελλάδα, την περίοδο του μεσοπολέμου (1923-1940), και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη συγκλονίζονταν από κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις, συγκρούσεις και βία κάτω από τη στέγη της λεγόμενης  Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1935). Αυτή η δημοκρατία είχε γεννηθεί από τη μικρασιατική καταστροφή (1922) και ένα πραξικόπημα που γκρέμισε την μοναρχία (1923). Η νέα Ελλάδα ήταν διπλάσια σε έκταση από πριν τους βαλκανικούς πολέμους και είχε φτάσει ο πληθυσμός της στα 6,5 περίπου εκατομμύρια. Στην θέση της οριστικά χρεοκοπημένης και ενταφιασμένης Μεγάλης Ιδέας μπήκε το όραμα του εκσυγχρονισμού. Σε αυτή την πορεία, με αιχμές τη σταθεροποίηση, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την ομογενοποίηση, η άρχουσα τάξη είχε να ξεπεράσει μια σειρά από εμπόδια και είχε αναγορεύσει σαν κύριους εχθρούς της αυτή τη φορά από τη μια το εργατικό κίνημα και τους κομουνιστές και απ’ την άλλη τις εθνικές μειονότητες (σλαβο-μακεδόνες, μουσουλμάνους και εβραίους). 
Αυτή η επιλογή μεταφράστηκε σε μια συγκεκριμένη πολιτική πρακτική. Ιδιαίτερα μετά την ψήφιση του ιδιώνυμου το 1929, η καταστολή απέναντι στους «εσωτερικούς εχθρούς» της χώρας έφτασε σε πρωτοφανή ύψη. Σύμφωνα με έκθεση της Εργατικής Βοήθειας Ελλάδας, κατά την περίοδο 1929-1932 είχαμε 12.000 συλλήψεις ακτιβιστών (αγρότες, εργάτες, μειονότητες, κομουνιστές), 107 καταγγελθείσες περιπτώσεις βασανιστηρίων σε αστυνομικά τμήματα, 1.135 καταδίκες και 700 άτομα σε φυλακές και εξορίες με συνολικό χρόνο ποινών τα 2.721 χρόνια! Αυτό ήταν το νέο κοινωνικό και ταξικό υπόβαθρο της παράτασης του Εθνικού Διχασμού, μεταξύ βενιζελισμού και αντιβενιζελισμού, μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά το 1936. Εναλλακτική ταξική πρόταση ενάντια στα δύο αστικά στρατόπεδα του μοναρχισμού και του βενιζελισμού μπορούσε να αποτελέσει μόνο το ΚΚΕ. Η επικράτηση όμως του σταλινισμού στο κόμμα, στο τέλος της δεκαετίας του ’20, ακύρωσε για πάντα αυτή την προοπτική.
Θεσσαλονίκη και Εβραίοι
Η Θεσσαλονίκη, η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» για τους εβραίους ορθόδοξους και η «δεύτερη Βιέννη» για τους κοσμοπολίτες, ήταν το πιο σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την Ισταμπουλ. Όταν κατακτήθηκε από τον ελληνικό στρατό το 1912, είχε πληθυσμό ανάλογο με τις τέσσερις χριστιανικές βαλκανικές πρωτεύουσες (Αθήνα, Σόφια, Βουκουρέστι και Βελιγράδι, όλες μαζί γύρω στους 150.000 κατοίκους). Στην πρώτη απογραφή πληθυσμού που έκανε η ελληνική διοίκηση (η απογραφή του Ρακτιβάν το 1913), παρά τη μαζική εποίκιση από χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους προερχόμενους από την «Παλιά Ελλάδα» και την Κρήτη, το ελληνικό στοιχείο δεν ξεπερνούσε το 25%, οι μουσουλμάνοι αντιστοιχούσαν στο 29%, ενώ η εβραϊκή κοινότητα έφτανε στο 39%. Η λεγόμενη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης  από τον τουρκικό ζυγό ήταν και είναι από τα πιο «ευσεβή πατριωτικά ψέματα» με τα οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα ο ελληνικός εθνικισμός.
 Δέκα χρόνια μετά (1923), η Θεσσαλονίκη είχε αλλάξει πρόσωπο και ρόλο. Στον πληθυσμό της είχαν προστεθεί πάνω από 100 χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, είχαν αποχωρήσει όλοι σχεδόν οι Τούρκοι και μεγάλα κομμάτια εβραϊκού πληθυσμού είχαν μεταναστεύσει στη Γαλλία κλπ. Πιο πριν όμως, το 1917, μια τρομερή πυρκαγιά κατέστρεψε όλο το κέντρο της πόλης, όπου κατοικούσαν βασικά η εβραϊκή και μουσουλμανική κοινότητα. Αυτός ο «εξαγνισμός» από τα «ξένα παράσιτα», με τον εμπρησμό του 1/3 της πόλης, ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση στον εκσυγχρονισμό και τον εξευρωπαϊσμό, που οραματιζόταν ο ίδιος ο Βενιζέλος. Η Θεσσαλονίκη για το νέο της ρόλο (εθνικό ορμητήριο για τα Βαλκάνια) μετατράπηκε στη στρατιωτική πρωτεύουσα της χώρας και, αντί για οργάνωση του κρατικού μηχανισμού με βάση τη νομαρχιακή διαίρεση, απέκτησε κρατική διοίκηση και γενικό διοικητή με υπερεξουσίες. Γενικός διοικητής την περίοδο που μας ενδιαφέρει, ήταν ο στρατηγός Στυλιανός Γονατάς (1929-1932). Ο Στυλιανός Γονατάς ήταν κορυφαίος παράγοντας του βενιζελισμού, που αργότερα δοξάστηκε σαν εμπνευστής των Ταγμάτων Ασφαλείας. 
Εκτός όμως από τον γενικό διοικητή, καθοριστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της πόλης έπαιζε και η εφημερίδα «Μακεδονία», κεντρικό όργανο του βενιζελισμού. Η «Μακεδονία», από την αρχή της ίδρυσής της (1911), διέχεε με επιμονή και συστηματικότητα τον πιο ακραίο εθνικισμό και τον πιο χυδαίο αντισημιτισμό (με απαγωγές ελληνοπαίδων για αφαιμάξεις για τις τελετές του εβραϊκού πάσχα κλπ) και ήταν μαζί με τον γενικό διοικητή οι δύο βασικοί πυλώνες του αντικομουνισμού και αντισημιτισμού στην πόλη.
Η ρατσιστική πολιτική του ελληνικού κράτους απέναντι στην εβραϊκή κοινότητα δεν έμεινε όμως στο επίπεδο της ρητορικής. Πέρασε γρήγορα σε ανοικτά αντισημιτικά μέτρα. Το πρώτο ήταν οι εβραίοι πολίτες του ελληνικού κράτους να ψηφίζουν υποχρεωτικά σε ξεχωριστούς καταλόγους, για να μπορούν να εκβιάζουν την υποταγή τους ή να τους εκδικούνται, αν  ψήφιζαν αντίθετα από τις επιταγές του καθεστώτος. Το δεύτερο ήταν η επιβολή της κυριακάτικης χριστιανικής αργίας και στην εβραϊκή κοινότητα, παραβιάζοντας έτσι τις θρησκευτικές και εμπορικές της συνήθειες και παραδόσεις. 
Τα μαζικά στηρίγματα αυτής της αντισημιτικής πολιτικής ήταν οι εξαθλιωμένες προσφυγικές μάζες και οι έλληνες έμποροι ανταγωνιστές των εβραίων. Αντιθετικά σ’ αυτή την πολιτική, αλλά πάντα στα όρια των θεσμών και με νομοταγή συμπεριφορά, στέκονταν οι μοναρχικοί και το Λαϊκό Κόμμα, γιατί μεγάλο μέρος της εβραϊκής κοινότητας αποτελούσε εκλογική πελατεία τους.
Υπήρχε  όμως και μια άλλη Θεσσαλονίκη, πολυεθνική ακόμη, μια μεγάλη εργατούπολη με την πιο σημαντική σοσιαλιστική οργάνωση σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη Φεντερασιόν. Η Φεντερασιόν ιδρύθηκε το 1909 από εβραίους σοσιαλιστές με επικεφαλής τον Αβραάμ Μπεναρόγια και ενσωματώθηκε το 1918 στο ΣΕΚΕ. Η σπορά των σοσιαλιστικών ιδεών που έκανε όλα αυτά τα χρόνια, βρήκε μαζική ανταπόκριση καταρχήν μέσα στην ίδια την εβραϊκή κοινότητα. Έτσι για την άρχουσα ελίτ της Θεσσαλονίκης, οι εβραίοι ταυτίστηκαν με τους κομουνιστές, την πιο ριζοσπαστική αμφισβήτηση του κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος.
Για  εκείνη την εποχή, αυτή η προσέγγιση δεν ήταν λάθος. Το ΚΚΕ τότε είχε την πιο μεγάλη επιρροή του  απ’ όλη τη χώρα στην εβραϊκή κοινότητα, κερδίζοντας στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις από 15% μέχρι και 35% των ψήφων! Η δε εφημερίδα των θεσσαλονικιών εβραίων κομουνιστών, η «Avanti» (1912-1934), σε γλώσσα ladino, παραμένει μέχρι σήμερα ένα υπόδειγμα ριζοσπαστικού μειονοτικού έντυπου, αξεπέραστο. Εξάλλου μόνο το ΚΚΕ και οι Αρχειομαρξιστές της ΚΟΜΛΕΑ αντιδρούσαν τότε στις εθνικιστικές και φασιστικές καμπάνιες και συγκρούστηκαν ανοιχτά στους δρόμους με την αστυνομία και τις φασιστικές συμμορίες, προσπαθώντας να αποτρέψουν τον εμπρησμό του Κάμπελ.
Οι φασίστες του ’30
Η οικονομική κρίση του 1929 έφερε στο προσκήνιο της πόλης και έναν άλλο πρωταγωνιστή: τη φασιστική οργάνωση «Εθνική Ένωσις Ελλάς- ΕΕΕ». Τα τρία ΕΕΕ μαζικοποιήθηκαν γρήγορα (φτάνοντας τα 7.000 μέλη)  με την απροκάλυπτη στήριξη του κράτους και ιδιαίτερα των βενιζελικών παραγόντων της πόλης. Ακόμη και ο Στυλιανός Γονατάς δήλωνε μέλος τους. Τα τρία ΕΕΕ κέρδισαν τη φήμη τους σαν οι εκτελεστές του σχεδίου του αντισημιτικού πογκρόμ . Οργανωτές όμως ήταν η εφημερίδα «Μακεδονία», με τον στρατηγός Γονατά να υποδύεται τον ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Παρά το μέγεθός τους όμως, τα τρία ΕΕΕ δεν μπόρεσαν ποτέ να παίξουν έναν αυτόνομο πολιτικό ρόλο. Σε όλη την περίοδο της ύπαρξής τους (1927-1936) υπήρξαν μια παρακρατική οργάνωση, απόλυτα εξαρτημένη από τον βενιζελισμό. Το 1934, όταν οι Λαϊκοί κέρδισαν την πλειοψηφία και έγιναν κυβέρνηση, τα τρία ΕΕΕ παρέλυσαν και έπαψαν να δρουν. Ο Μεταξάς διέλυσε την οργάνωση το 1936, αλλά τότε είχε απομείνει μόνο μια σφραγίδα. 
Δεν είναι ακατανόητος ο πειρασμός να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ των τριών ΕΕΕ και της Χρυσής Αυγής. Σίγουρα και οι δύο οργανώσεις είναι ναζιστικές από την άποψη της ιδεολογίας και του προγράμματος. Όμως   ούτε οι εποχές ταυτίζονται, αλλά και οι ρόλοι που παίζουν, είναι εντελώς διαφορετικοί. Τα τρία ΕΕΕ δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν το στάδιο της παρακρατικής συμμορίας. Όταν κάποια στιγμή αποφάσισαν να μετατραπούν σε ανεξάρτητο κόμμα από τον βενιζελισμό, γελοιοποιήθηκαν στις εκλογές του 1936, κερδίζοντας 505 ψήφους πανελλαδικά ή το 0.04%.
Αντισημιτισμός και αντισιωνισμός
Το βιβλίο γράφτηκε σε μια συγκυρία που στο δημόσιο διάλογο κυριαρχεί η ισλαμοφοβία και η άνοδος μιας ποικολόμορφης Ακροδεξιάς στην Ευρώπη.  Όμως όσο και να φαίνεται «περίεργο», η ισλαμοφοβία έχει γίνει ένας πολύ καλός αγωγός για την επανεμφάνιση και του αντισημιτισμού με μαζικούς όρους. Ταυτόχρονα το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ, αξιοποιώντας το χάος και την κρίση στη Μέση Ανατολή, προβαίνει σε πράξεις ακραίας ρατσιστικής βίας απέναντι στους παλαιστινιακούς πληθυσμούς, πράξεις που συναντούν την καταγγελία και την αντίδραση της δημοκρατικής Αριστεράς στην Ευρώπη.
 Μπροστά σ’ αυτή τη διπλή πρόκληση, γίνεται μεγάλη προσπάθεια από διάφορους πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους του κατεστημένου να καθιερωθεί  ο όρος του «αριστερού αντισημιτισμού». Με αυτό τον όρο υποδηλώνεται κάθε κριτική στο σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ και στις πολιτικές του και η υποστήριξη και αλληλεγγύη στον αγώνα του παλαιστινιακού λαού, ταυτίζοντας ουσιαστικά τον αντισημιτισμό της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς με τον αντισιωνισμό της αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Είναι τόσο διαστρεβλωτική και παραπλανητική αυτή η ταύτιση,  που σημαίνει κατά αναλογία, και επιστρέφοντας στην εποχή που  καταστράφηκε το Κάμπελ, ότι οποιαδήποτε κριτική που γινόταν τότε στη Μεγάλη Ιδέα δεν ήταν απλά αντιεθνικιστική και δημοκρατική, αλλά ήταν  ενάντια στον ελληνικό λαό και στην εθνική του ταυτότητα, ήταν ανθελληνική με άλλα λόγια.
Αλλά αυτός ο όρος έχει και πολιτικές επιπτώσεις σήμερα. Έτσι η Λεπέν αθωώνεται για τον ρατσισμό της, αλλά επιβραβεύεται για την υποστήριξη που παρέχει στο Ισραήλ και στον σιωνισμό.  Έτσι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που έχει χρεωθεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου, ιδιαίτερα στη Μόρια, ξεπλένει τον ρατσισμό της με τη συμμαχία που έχει με το κράτος του Ισραήλ για τις ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου.
Συστήνουμε ανεπιφύλακτα το βιβλίο του Μιχάλη Τρεμόπουλου, γιατί αποτελεί βάθεμα της ιστορικής έρευνας για την πόλη της Θεσσαλονίκης και λειτουργεί παιδαγωγικά για το τι σημαίνει ρατσισμός και αντισημιτισμός.

Συντάκτης
Παναγιώτης Λίλλης