Βιβλιοκριτική: Μαρτυρίες από τη γερμανική Επανάσταση

Φοίβος Αρβανίτης
Ημερ.Δημοσίευσης

Βικτόρ Σερζ, Red Marks, 2018 • 352 σελ. • €17,50

Μαρτυρίες από τη γερμανική επανάσταση

Ο φασισμός τελευταία εφεδρεία της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων


«Περνάω δίπλα από μια θλιβερή ουρά έξω από ένα κατάστημα σε φτωχή γειτονιά. Τριάντα γυναίκες. Ξεφτισμένα σάλια, με τρύπες και μπαλώματα. Ρυτιδωμένα χέρια, γερασμένα. Πρόσωπα τσακισμένα από την κούραση και την κακουχία. Οι θυμωμένες φωνές τους είναι ένα χαμηλό, αδιάκοπο μουρμουρητό. Ο μαγαζάτορας πήγε τις τιμές του τρεις φορές πάνω μέσα σ’ ένα πρωί. “Σπάστου τα μούτρα”, φωνές από παντού. “Σπάστου τα μούτρα”...
Αλλά υπάρχουν δυο πράσινοι αστυνομικοί με γυαλισμένα μυτερά κράνη, λουράκια και περίστροφα στις ζώνες τους, τρία μέτρα από το ταμείο του λωποδύτη.
Λίγο παρακάτω, άλλη μάζωξη, μπροστά σε μια αφίσα. Διαβάζουν και συζητάνε. Οι δημοτικές αρχές αυξάνουν την τιμή του γκαζιού αναδρομικά από το προηγούμενο δεκαπενθήμερο και την υπολογίζουν σε χρυσό με την τρέχουσα τιμή του δολαρίου (150 εκατομμύρια σήμερα). 
Ένας ηλικιωμένος κύριος, που μοιάζει με συνταξιούχο υπάλληλο γραφείου, βγάζει τα ματογυάλια του και λέει επιγραμματικά: “Καθάρματα”».
[…]
«Ο φον Κένε κατηγορούνταν ότι σκότωσε ένα νεαρό εργάτη, τον Λάασε, ο οποίος μάζευε ξύλα στα κτήμα του. Ο φον Κένε και οι γιοι του, που είχαν πάρει ανατροφή βάρβαρων γιούνκερ, είχαν διωχθεί αρκετές φορές για επιθέσεις και ξυλοδαρμούς φτωχών ανθρώπων, που δεν έδειχναν σεβασμό στην περιουσία τους. Ένας από τους φον Κένε είχε συναντήσει κάποτε έναν χωρικό που μάζευε μανιτάρια στο κτήμα του και τον λιάνισε κατάχαμα στο ξύλο. Σε βάρος του γέρου φον Κένε υπήρχαν ισχυρότατες ενδείξεις που στοιχειοθετούσαν την κατηγορία του φόνου. Όσο δε για την έπαρση και την απανθρωπιά του Πρώσου γιούνκερ, την επέδειξε περήφανα στο δικαστήριο με δηλώσεις του εξής τύπου:
“Είμαστε πάντα οπλισμένοι και κανείς δεν έχει δικαίωμα να μας κατηγορήσει γιατί προστατεύουμε την περιουσία μας. Δεν πυροβολώ αξιοπρεπείς ανθρώπους, αλλά δε φοβάμαι να πυροβολήσω τους λωποδύτες”. Παραδέχτηκε πως, όταν του είπαν ότι βρέθηκε το πτώμα  ενός πλανόβιου στα κτήματά του, εκείνος απάντησε: “Ας μείνει εκεί να τον φάνε τα γουρούνια”.
Το δικαστήριο του Πότσνταμ τα έκρινε αυτά απολύτως θεμιτά και τον απάλλαξε».
[…]
«Σ’ ένα δρόμο κοντά στην Αλεξάντερπλατς, ο όχλος έπιασε ένα νεαρό Εβραίο στη μέση του δρόμου, τον έγδυσε και τον ξυλοκόπησε. Κατάφερε να ξεφύγει γυμνός από το πλήθος, που κάγχαζε και γιουχάριζε, και να σώσει τη ζωή του χάρη στο κουράγιο ενός κρεοπώλη, που τον έκρυψε στο μαγαζί του και στάθηκε στην πόρτα απειλώντας τους πάντες μ’ ένα μπαλτά. Σ’ έναν άλλο πλαϊνό δρόμο, όπως στο Ζίτομιρ επί τσάρου Νικόλαου ΙΙ, πέταξαν από το παράθυρο τα πιατικά και τα κλινοσκεπάσματα κάποιων εβραϊκών σπιτιών. Αυτό έγινε ακριβώς απέναντι από το Polizeipräsidium κι ένα στρατώνα της πράσινης αστυνομίας».

Βικτόρ Σερζ: «Μαρτυρίες από τη Γερμανική Επανάσταση»,
Correspondance Internationale, 10 Νοεμβρίου 1923.

Θα μπορούσε κανείς να σταθεί μόνο σ’ αυτά τα τρία σύντομα αποσπάσματα από τη συλλογή των άρθρων του Βικτόρ Σερζ, που έχει συγκεντρώσει ο Ίαν Μπίρτσαλ –μελετητής και μεταφραστής του Σερζ στα αγγλικά– στο βιβλίο «Witness to the German Revolution». Θα αρκούσαν για να νιώσουμε και την ατμόσφαιρα της Γερμανίας δέκα ολόκληρα χρόνια πριν από την επικράτηση του ναζισμού και την κοφτερή ματιά και αιχμηρή πένα που έκανε διάσημο το συγγραφέα, αλλά κυρίως την τρομακτική επικαιρότητα που αποκτούν ξανά αυτές οι εικόνες στην Ευρώπη σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Αυτές λοιπόν οι εικόνες των «χιλίων λέξεων» δεν μπορούν παρά να είναι αναπόσπαστο μέρος κάθε προσπάθειας να προσεγγίσουμε τη Γερμανική Επανάσταση με πληρότητα και πολιτική στόχευση.
Υπάρχει η αναγκαία απόσταση, η στάθμιση, η νηφαλιότητα, η εκ των υστέρων  εποπτεία και «σοφία» του ιστορικού. Αυτό είναι ένα πράγμα.  Αναντικατάστατο! Απ’ την άλλη μεριά υπάρχει η αμεσότητα, η ζωντάνια  και η πειστικότητα του στρατευμένου δημοσιογράφου, η σύλληψη της ουσίας των γεγονότων από τη ματιά του παθιασμένου και μεροληπτικού αυτόπτη μάρτυρα της ιστορίας. Αυτό είναι ένα άλλο πράγμα. Εξίσου αναντικατάστατο! Και εδώ είναι που συναντάμε ξανά τον πανταχού παρόντα Βικτόρ Σερζ. Με το nom de guerre Ρ. Αλμπέρ αυτή τη φορά, μέσα στις τρικυμίες της Γερμανικής Επανάστασης και στους αιματηρούς και ατελέσφορους αγώνες της γερμανικής εργατικής τάξης. 
Είμαστε στο 1923. Η γερμανική εργατική τάξη δίνει μεγάλες μάχες αναδίπλωσης και παλεύει να ανασυνταχτεί πολιτικά με βάση την τεράστια πείρα που απόκτησε τα προηγούμενα εννιά χρόνια. Παλεύει μέσα σ’ ένα εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον εξαιρετικά δυσμενές, παρά την ύπαρξη και τη συμπαράσταση της Σοβιετικής Ρωσίας. Στην ουσία καλείται να αποκρούσει την επιβολή εργασιακού μεσαίωνα και πείνας, την οποία απαιτεί το γερμανικό κεφάλαιο για να ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στη διεθνή οικονομία, μετά την ήττα του στον πόλεμο και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Το γερμανικό προλεταριάτο καλείται να αναχαιτίσει τον ανερχόμενο φασισμό ή άλλης μορφής δεξιά δικτατορία ως κατεξοχήν πολιτικά εργαλεία του γερμανικού κεφαλαίου. Καλείται να αποφασίσει αν πράγματι η μόνη «διαφυγή» του είναι η επανάσταση και κατά πόσο υπάρχουν ακόμα δυνατότητες για κάτι τέτοιο.
Αυτά τα ζητήματα απαρτίζουν τον πυρήνα της θεματολογίας των άρθρων του Σερζ. Αλλά πώς βρίσκεται ο νεαρός ακόμα Σερζ –32  ετών– στη Γερμανία του 1923, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου; Ποιοι δρόμοι οδήγησαν αυτόν τον κοσμοπολίτη επαναστάτη από τη σοβιετική Πετρούπολη στο Βερολίνο της Βαϊμάρης; Μας το εξηγεί ο Ίαν Μπίρτσαλ στην εισαγωγή του βιβλίου:
«Το 1922 είχε ήδη αρχίσει να τον κυριεύει απογοήτευση για την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα στη Ρωσία. Πίστευε ότι μόνο με την εξάπλωσή της θα μπορούσε να επιζήσει η επανάσταση: “Η απαντοχή και η σωτηρία πρέπει να έρθουν από τη Δύση. Από δω και στο εξής ήταν αναγκαίο να δουλέψουμε για να χτίσουμε ένα κίνημα της δυτικής εργατικής τάξης ικανό να στηρίξει τους Ρώσους και κάποια στιγμή να αναλάβει το ρόλο τους” [ γράφει στο έργο του «Αναμνήσεις Ενός Επαναστάτη»]. Με τη βοήθεια του Ζινόβιεφ βρήκε δουλειά στο Βερολίνο, στο πρακτορείο ειδήσεων Ινπρεκόρ (Correspondance Internationale ) της Κομιντέρν• το πρακτορείο έστελνε ανταποκρίσεις στον κομουνιστικό τύπο σε όλο τον κόσμο. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 1922 και 1923 στο Βερολίνο, κατόπιν εργάστηκε στη Βιέννη και αλλού, για να επιστρέψει στη Ρωσία το 1926».
Ασφαλώς δεν κάνει μια συμβατική δουλειά ρεπορτάζ. Είναι συνάμα αναλυτής, προπαγανδιστής, λιβελογράφος, ακόμα και κριτικός τέχνης και λογοτεχνίας κάποιες φορές. Η απασχόλησή του είναι να διαβάζει το σύνολο του γερμανικού Τύπου, να μιλάει με τους ανθρώπους του Γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος (KPD), να συναναστρέφεται κόσμο μέσα στο ρυθμό της καθημερινότητας, να τριγυρίζει στους δρόμους του Βερολίνου και να πιάνει κουβέντα, να συλλέγει κοντολογίς το υλικό του και να συλλαμβάνει την «αιχμή της στιγμής». Και κάθε βδομάδα γράφει και δίνει τις ανταποκρίσεις του στην Correspondance Internationale. 
Πασχίζει να μη χάσει καμία πτυχή των πραγμάτων. Από τα στεγνά, τρομακτικά στατιστικά κατεβατά του υπερπληθωρισμού της Γερμανίας του 1923 μέχρι τις γελοιογραφίες των χιουμοριστικών εντύπων, όλα αξιοποιούνται και προσθέτουν αδρές πινελιές στους εβδομαδιαίους πίνακες που συνθέτει. Γράφει σε κάποιο σημείο:
«με καθήλωσαν πέντε τραγικές γελοιογραφίες:Μια ουρά φτωχών ανθρώπων σε ένα σκοτεινό δρόμο έξω από ένα μαγαζί. Κάποιος λέει: “Ευτυχώς λίγη τύχη! Θα μπούμε πιο σύντομα: δύο άτομα μπροστά μόλις λιποθύμησαν”. Έχω δει τόσες πολλές απ’ αυτές τις θλιβερές ουρές στα προάστια του Βερολίνου, που δε βρίσκω καμία υπερβολή σ’ αυτό το αιχμηρό αστείο…».
Η αγγλική έκδοση του βιβλίου, από την οποία έγινε και η μετάφρασή του στα ελληνικά, χρονολογείται από το 1999. Εκείνη την εποχή, μόλις πριν από είκοσι χρόνια, ο Ίαν Μπίρτσαλ, στο εισαγωγικό του σημείωμα, θεωρούσε ότι δεν ήταν καθόλου προφανής η επικαιρότητα του κόσμου τον οποίο περιγράφει ο Σερζ.
Έτσι ένιωσε υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις για την επικαιρότητα του βιβλίου, επικαλούμενος καταστάσεις «ξένες» για τους αναγνώστες του καπιταλιστικού κέντρου. Έγραφε ο Μπίρτσαλ: 
«Από κάποιες πλευρές το σύμπαν της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μπορεί να φαίνεται πολύ μακρινό στο σημερινό αναγνώστη. Ωστόσο υπάρχουν πολλά στοιχεία της αφήγησης του Σερζ που μας θυμίζουν ότι και σήμερα έχουμε να κάνουμε με το ίδιο χρεοκοπημένο κοινωνικό σύστημα. Η πείνα που μαστίζει τεράστια τμήματα του Τρίτου Κόσμου, η αποσύνθεση της Ρωσίας της δεκαετίας του ’90, ο οικονομικός πόλεμος που προηγήθηκε του πραξικοπήματος του Πινοσέτ».
Ποιος φανταζόταν ότι είκοσι χρόνια μετά, το «σύμπαν της Βαϊμάρης» θα επέστρεφε μεταμορφωμένο να στοιχειώσει ξανά την Ευρώπη; Διότι ναι μεν η AfD δεν είναι αντίγραφο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, ούτε ο Σαλβίνι πολιτικός σωσίας του Μουσολίνι, αλλά από κάτω, το κοινωνικο-ιδεολογικό ρεύμα που τους αναδεικνύει, διαβάζεται και κατανοείται με τα ίδια κατά βάση αναλυτικά εργαλεία που υπάρχουν στις περιγραφές, στα σχόλια και στις ερμηνείες του Βικτόρ Σερζ από τη Γερμανία του 1923. Σε μια εποχή που, ας μην ξεχνάμε, η φύση του φασισμού δεν ήταν ακόμα προφανής όχι μόνο για τις πλατιές μάζες των εργαζόμενων, αλλά ούτε για το σύνολο των αριστερών. Ήδη από τότε, ο Σερζ έχει δει πολύ καθαρά το μέλλον:
«Το φασιστικό κίνημα γεννιέται από την άθλια κατάσταση των μεσαίων τάξεων, που έχουν φτωχοποιηθεί από τις συγκρούσεις της ιμπεριαλιστικής εποχής και έχουν απελπιστεί από τη δημοκρατία, τον πασιφισμό, το ρεφορμισμό και το σοσιαλισμό της μαρμελάδας, με τον οποίο ταΐστηκαν την εποχή που η ευημερία φαινόταν να είναι το ανέκκλητο πεπρωμένο τους. Το φασιστικό κίνημα στρέφεται ενάντια στα εκατομμύρια των προλετάριων, που είναι αποφασισμένοι να διακινδυνεύσουν τα πάντα γιατί έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα. Οι φασίστες εχθρεύονται το σοσιαλισμό που τους γέλασε και γι’ αυτό το λόγο είναι πρόθυμοι να πιστέψουν στο αντίθετο απ’ αυτό που πίστευαν χτες. Στη Γερμανία ο φασισμός αποτελεί την τελευταία εφεδρεία της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Και δεδομένου ότι στηρίζεται σε κοινωνικά στρώματα πάνω από δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν έρθει η ώρα, θα υποστηριχτεί από το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο και τη βαριά βιομηχανία, θα στελεχωθεί από την αστυνομία και τη Ράισχβερ και θα καθοδηγηθεί από τους καλύτερους επιτελικούς αξιωματικούς του Κάιζερ. Θα αποτελέσει ένα τρομακτικό όπλο στα χέρια της αντίδρασης».

Συντάκτης
Φοίβος Αρβανίτης