Συνέντευξη του Φρανκ Γκοντισό στον Γιαν Μαλέφσκι για το περιοδικό «Imprecor», τον Οκτώβρη του 2013. Τη μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Σπύρος Μπενετάτος. Ο Φρ. Γκοντισό είναι αντικαπιταλιστής ακτιβιστής. Διδάσκει ιστορία της Λατ. Αμερικής στη Γκρενόμπλ και είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο. Έχει εκδώσει δύο βιβλία για την εμπειρία της Λαϊκής Ενότητας που θεωρούνται σημεία αναφοράς.

Δημοσίευσες πρόσφατα δύο βιβλία για τη Χιλιανή εμπειρία των ετών 1970-1973. Πρόκειται πιθανόν για την τελευταία μεγάλη εμπειρία μεταρρύθμισης του καπιταλισμού, και γνωρίζουμε την τρομερή της κατάληξη. Στη διάρκεια της εμπειρίας αυτής δεν παρακολουθήσαμε απλώς μια κυβερνητική πολιτική, αλλά επίσης μια λαϊκή κινητοποίηση. Θα μπορούσες να μας μιλήσεις γι’ αυτή τη λαϊκή εμπειρία;
Το ενδιαφέρον της επιστροφής σ’ αυτή την εποχή είναι να δούμε πώς –όπως σε όλες τις μεγάλες κλιμακώσεις επαναστατικών αγώνων– αναπτύχθηκε ένα φαινόμενο υπέρβασης των μεγάλων κομμάτων, των συνδικαλιστικών ηγεσιών, των πολιτικών επιτελείων. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο αυτού που η Χιλιανή αριστερά ονόμασε «θεσμικό δρόμο στον σοσιαλισμό», προέκυψε η υπέρβαση του νομικού και πολιτικού πλαισίου. Το στοίχημα του Αλιέντε και του συνασπισμού που κέρδισε τις εκλογές του 1970 ήταν ακριβώς η δυνατότητα –στην εποχή του ψυχρού πολέμου!– μιας ειρηνικής ή «νόμιμης» μετάβασης στον σοσιαλισμό, διαφοροποιούμενης τόσο από την ΕΣΣΔ, όσο και από τον ένοπλο αγώνα (όπως στην Κούβα). Μια μετάβαση που εννοείτο ως κλιμακωτή, με στάδια, σεβόμενη το Σύνταγμα του 1925 και το υφιστάμενο κράτος, ένα κράτος που θεωρείτο αρκετά «ανεκτικό», ώστε να ενσωματώσει ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Στοιχημάτιζε επίσης ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις θα παρέμεναν πιστές στο Σύνταγμα, ότι θα σεβόντουσαν την καθολική ψηφοφορία και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Τα στρατηγικά αυτά στοιχήματα του «Χιλιανού δρόμου» κατηγορούσε η επαναστατική αριστερά εκείνης της εποχής, κυρίως το Κίνημα της Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), ως «αστικά ρεφορμιστικά». Και ακριβώς το θεσμικό πλαίσιο (καθώς ο συνασπισμός της Λαϊκής Ενότητας παρέμενε μειοψηφικός στο κοινοβούλιο) ήταν αυτό που θα ξεπερνιόταν σταδιακά από τη δυναμική της πάλης των τάξεων, από το εργατικό κίνημα, παρόλο που αυτό το εργατικό κίνημα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από τα δύο μεγάλα κυβερνητικά κόμματα –το Κομουνιστικό Κόμμα (PCC) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSC) (κι εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τη Χριστιανική Δημοκρατία που διέθετε πραγματικές συνδικαλιστικές βάσεις). Υπήρχε λοιπόν μια αντιφατική δυναμική, διαλεκτική, μεταξύ της κυβέρνησης και της κινητοποιημένης κοινωνικής βάσης, μεταξύ των μεγάλων κομμάτων της κοινοβουλευτικής αριστεράς και των στρατευμένων μελών και οπαδών τους.
Πολιτικές και συνδικαλιστικές γραμμές ξεπερνιόνταν σιγά-σιγά, φανερά από το 1972 και μετά, από τη δυναμική των κοινωνικών αγώνων και από τις μορφές αυτο-οργάνωσης –εμβρυακές ακόμη– στις φτωχές γειτονιές (poblaciones) και στα εργοστάσια, οργανώσεις που δικτυώνονταν και αποκαλούνταν «λαϊκή εξουσία».
Τι είναι αυτό που κάποια δεδομένη στιγμή κάνει τους εργαζόμενους, τον λαό γενικά, να κινητοποιείται και να αρχίζει να διαμορφώνει ο ίδιος τα πράγματα; Πώς φτάνουμε σ’ αυτό;
Αυτό που πρέπει να θυμηθούμε είναι ότι η ανάληψη της κυβέρνησης από τη Λαϊκή Ενότητα δεν έγινε στα πλαίσια κάποιων «χαλαρών» εκλογών, αλλά ότι αυτή η εκλογική νίκη ήταν το προϊόν μιας δυναμικής ανόδου των κοινωνικών κινητοποιήσεων από τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Η ίδια η εκλογή του Αλιέντε στην προεδρία της Δημοκρατίας έγινε εν μέσω μαζικών κινητοποιήσεων. Αυτές, για παράδειγμα, των Επιτροπών της Λαϊκής Ενότητας (CUP), που η ιδέα ήταν να μετασχηματιστούν αργότερα σε κάτι περισσότερο από εκλογικές επιτροπές. Είχαν δημιουργηθεί 14.000 επιτροπές, κινητοποιώντας δεκάδες χιλιάδες στρατευμένους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες. Η άνοδος του Αλιέντε στην προεδρία το 1970 δεν ήταν το τέλος των αγώνων, ήταν η κλιμάκωση των αγώνων. Οι εργαζόμενοι δεν υποδέχτηκαν την εκλογή του Αλιέντε αναμένοντας αυτά που θα κάνει, αλλά τη χρησιμοποίησαν επιταχύνοντας τις κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα με τις απεργίες και τις καταλήψεις εργοστασίων. Βλέπουμε, για παράδειγμα, την εκθετική αύξηση του αριθμού των «παράνομων» απεργιών, που θα επιταχυνθεί κι άλλο το 1971-1972, στον βαθμό που η αστική τάξη και τα μεγάλα κόμματα της δεξιάς κατανοούν ότι πρέπει να πολεμήσουν, στο οικονομικό επίπεδο και στο πεδίο του ταξικού αγώνα, το κίνημα που περιστοιχίζει τον Αλιέντε. Για τους από κάτω, η απάντηση δεν ήταν να αφεθούνε απλώς στον πρόεδρο –ακόμη κι αν μεγάλες εργατικές πλειοψηφίες θα αναγνωρίζουν μέχρι τέλους στο πρόσωπό του τον προστάτη τους. Οι εργάτες και οι συνδικαλιστές θεωρούν ότι πρέπει να υπερασπιστούν την κυβέρνηση, πάνω απ’ όλα όμως τη διεργασία του μετασχηματισμού, με τα εργαλεία που διαθέτουν οι εργαζόμενοι: κατάληψη των εργοστασίων, διαδήλωση στο δρόμο, αυτοάμυνα των γειτονιών κλπ.
Ένα από τα μεγάλα σχέδια της κυβέρνησης Αλιέντε ήταν η σύσταση του «τομέα κοινωνικής ιδιοκτησίας» αποτελούμενου από τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις. Υπήρξε εθνικοποίηση –και απαλλοτρίωση χωρίς αποζημιώσεις– των τεράστιων ορυχείων χαλκού, μέχρι τότε στα χέρια μεγάλων πολυεθνικών και του ιμπεριαλισμού, εθνικοποίηση των 91 μεγάλων βιομηχανικών μονοπωλίων, του τραπεζικού συστήματος… Πολλοί μισθωτοί όμως δεν συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτόν τον «κοινωνικό τομέα», που συν τοις άλλοις προέβλεπε ένα πρωτότυπο σύστημα συνδιαχείρισης και συμμετοχής. Αυτοί λοιπόν είπαν: «Θέλουμε κι εμείς να ενταχθούμε σε αυτόν τον εθνικοποιημένο τομέα, θέλουμε να έχουμε το δικαίωμα να συμμετέχουμε, να επωφεληθούμε από τους καλύτερους μισθούς, να μην εξαρτιόμαστε από το αφεντικό κλπ…». Και έτσι, στο όνομα των πρώτων μέτρων που πάρθηκαν από την κυβέρνηση, αυτοί βάλθηκαν να ξεπεράσουν το περιορισμένο νομικό πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που προτάθηκαν από τη Λαϊκή Ενότητα, να καταλάβουν τις επιχειρήσεις τους για να επιβάλουν την εθνικοποίηση…
Το φαινόμενο αυτό της «λαϊκής εξουσίας» ξεκίνησε στον τομέα που δεν είχε εθνικοποιηθεί;
Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια συνδυασμένη δυναμική. Τα μεγάλα εργατικά προπύργια, ενταγμένα στον εθνικοποιημένο τομέα, αρχίζουν σιγά-σιγά να ασκούν κριτική στους περιορισμούς του συστήματος συνδιαχείρισης που προτάθηκε από την κυβέρνηση, αλλά και από το μεγάλο συνδικάτο, τη CUT (Central Únicade Trabajadores de Chile – Ενιαία Κεντρική των Εργαζομένων της Χιλής): Το κράτος όριζε έναν διοικητή και υπήρχε ένα σύστημα συνδιαχείρισης με αντιπροσώπους των εργαζομένων και «επιτροπές παραγωγής». Σε μερικές από αυτές τις επιχειρήσεις, όπου υπήρχε δυνατή παρουσία της αριστερής πτέρυγας της Λαϊκής Ενότητας, του Σοσιαλιστικού Κόμματος[1] ιδιαίτερα, ή του MIR, οι συνδικαλιστές άρχισαν να αμφισβητούν και να προχωράνε παραπέρα το σύστημα συνδιαχείρισης. Παράλληλα, στις επιχειρήσεις που δεν είχαν εθνικοποιηθεί, η διεκδίκηση της ένταξης έγινε όλο και πιο ισχυρή. Ασκείται με πίεση στην κυβέρνηση –διαδηλώσεις, οδοφράγματα στις μεγάλες περιφερειακές αρτηρίες του Σαντιάγκο– ή, πολύ συχνά, με καταλήψεις εργοστασίων, καταγγέλλοντας τις αυθαιρεσίας των αφεντικών. Αυτές οι καταλήψεις (tomas) γίνονται επίσης, όλο και περισσότερο, σε αντίδραση στις επιθέσεις της μπουρζουαζίας και της ακροδεξιάς.
Η στιγμή του ποιοτικού άλματος είναι ο Οκτώβρης του 1972. Στο υπέροχο ντοκιμαντέρ «Η μάχη της Χιλής», ο Πατρίτσιο Γκουζμάν παρουσιάζει αυτή τη στιγμή με τον τίτλο «Η εξέγερση της μπουρζουαζίας» –δίνοντας καλά την εικόνα: υπάρχει τότε το λοκάουτ των αφεντικών σε μαζική κλίμακα, το μπλοκάρισμα της χώρας από το συνδικάτο των φορτηγατζήδων (χρηματοδοτούμενο απευθείας από τη CIA) και η υποστήριξη από τους ελεύθερους επαγγελματίες. Τα όρια και οι αδυναμίες του λεγκαλισμού του Αλιέντε γίνονται εμφανέστερα σε αρκετούς αγωνιστές-στριες. Η κυβέρνηση φαίνεται να παραλύει –αρχίζει τότε να καλεί τους στρατιωτικούς να διατηρήσουν την «τάξη» και να προσπαθήσουν να λύσουν το πρόβλημα. Οι εργαζόμενοι απαντούν με καταλήψεις σε πολύ περισσότερες επιχειρήσεις –σε ορισμένες οι εργαζόμενοι εισάγουν ενδιάμεσες και μεταβατικές μορφές εργατικού ελέγχου– και με το να αναλαμβάνουν την τροφοδοσία των γειτονιών της περιοχής, δημιουργώντας εναλλακτικές συλλογικές μορφές μεταφοράς κλπ. Τότε ακριβώς αναδεικνύεται αυτό που ονομάστηκε «cordones industrialεs» [ΣτΜ: «βιομηχανικό κορδόνι», συντονιστικά όργανα που συνένωναν τις δυνάμεις των εργοστασίων μιας περιοχή], οριζόντιοι εδαφικοί συντονισμοί, φτιαγμένοι κυρίως στις μεγάλες περιφερειακές αρτηρίες του Σαντιάγκο, αλλά που τους βρίσκουμε επίσης (σε μικρότερο όμως βαθμό) από την Αρίκα στον βορρά (στον κλάδο της ηλεκτρονικής) ως την Παταγονία (Punta Arenas), περνώντας από πόλεις όπως η Κονσεψιόν ή το Βαλπαραΐζο. Σ’ ολόκληρη λοιπόν τη χώρα, έχουμε το ίδιο φαινόμενο αυτοοργάνωσης και εδαφικού συντονισμού που αναδύεται από τα κάτω, χάρη στη δουλειά των συνδικαλιστών και των αγωνιστών-στριών.
Πώς λειτουργούσε ένα τέτοιο «βιομηχανικό κορδόνι»;
Υπήρχαν πολλές δεκάδες από αυτούς τους συντονισμούς στο Σαντιάγκο. Υπάρχει μια ιστοριογραφική συζήτηση ως προς τους αριθμούς, πρόκειται όμως για πολλές δεκάδες χιλιάδες αναμεμειγμένων μισθωτών (περίπου 100.000 σε εθνικό επίπεδο). Δούλεψα πολλά χρόνια στο Σαντιάγκο στον Τύπο, παίρνοντας δεκάδες συνεντεύξεις, εντούτοις παραμένει δύσκολο να προσδιορίσουμε τον ακριβή αριθμό αυτών των δομών, διότι μερικές είναι πολύ δραστήριες, ενώ άλλες υπήρξαν μόνο «στα χαρτιά», στην προπαγάνδα της αριστεράς. Ήταν ωστόσο ένα σημαντικό φαινόμενο: Ακόμη κι αν ήταν μειοψηφικό, αφορούσε εντούτοις τομείς κλειδιά της οικονομίας και πολύ δραστήριες πλευρές του συνδικαλιστικού και πολιτικού πεδίου.
Το πιο ισχυρό από αυτά τα cordones ήταν αυτό του Cerillos-Maipú, στην πιο βιομηχανική περιοχή του Σαντιάγκο (με 250 επιχειρήσεις και με χιλιάδες εργαζόμενους). Η γραμμή της εδαφικής του συγκρότησης είναι πολύ εμφανής, διότι οι επιχειρήσεις ήταν ανεπτυγμένες κατά μήκος των οδικών αξόνων και των σιδηροδρομικών γραμμών. Όπως το εξηγώ στο βιβλίο μου, προκύπτει έτσι ένα «κορδόνι καθαυτό» που, καθώς υπάρχει αντικειμενικά στη γεωγραφία της πόλης, πρόσφερε εντέλει ένα «κορδόνι για τον εαυτό του», μια οργάνωση σε κινητοποίηση, προϊόν της αυτο-οργάνωσης της εργατικής τάξης. Στο Maipú, ένας μεγάλος αριθμός μεσαίων επιχειρήσεων, που δεν ήταν ενταγμένες στον τομέα της κοινωνικής ιδιοκτησίας, ήταν συνδικαλιστικά προπύργια του MIR και της αριστερής (πολύ δυναμικής) πτέρυγας του PS. Από τον Ιούνιο του 1972, πριν δηλαδή την κρίση του Οκτώβρη, άρχισε αυτό το βιομηχανικό κορδόνι να οργανώνεται. Τούτο δείχνει ότι αυτή η μορφή οργάνωσης υπέβοσκε στους κόλπους της εργατικής τάξης και έτσι εξηγείται πώς, όταν ανακύπτει η κρίση του Οκτώβρη, αυτές οι οργανώσεις πολλαπλασιάζονται.
Αυτές οι οργανώσεις γεννήθηκαν, κατά κανόνα, από την πρωτοβουλία των αριστερών στρατευμένων και συνδικαλιστών. Στις πιο κινητοποιημένες επιχειρήσεις ήταν προϊόν πραγματικών εργατικών συνελεύσεων, στις οποίες εκλέγονταν εκπρόσωποι για τη συνέλευση του «cordone». Η επιτόπια έρευνα που πραγματοποίησα, δείχνει ωστόσο ότι πρέπει να σχετικοποιήσουμε την εικόνα της «χιλιανής εκδοχής των σοβιέτ», διότι δεν πρόκειται παρά για ένα εμβρυακό ξεκίνημα μορφών διπλής εξουσίας (με την έννοια του Λένιν ή του βολιβιανού μαρξιστή Zavaleta Mercado[2] –πράγμα που εξηγεί εν μέρει την ταχύτητα του πραξικοπήματος. Τα «κορδόνια» συχνά δυσκολεύονταν να ξεπεράσουν το αμυντικό και μεταβατικό στάδιο, λόγω των πολιτικών προσανατολισμών που ήταν πλειοψηφικές στην αριστερά, των διακομματικών συγκρούσεων μεταξύ των αγωνιστών εντός των επιχειρήσεων και των προβλημάτων συντονισμού σε επίπεδο δήμων και σε εθνικό επίπεδο. Οι συνελεύσεις αυτές ήταν ανοιχτές σε όλες και όλους, κατά κανόνα όμως ήταν ουσιαστικά οι στρατευμένοι-ες στα κόμματα και τα συνδικαλιστικά στελέχη που πήγαιναν σ’ αυτές και τους έδιναν ζωή.
Οι συνελεύσεις αυτές ήταν μια μορφή υπέρβασης ή ανάπτυξης των Επιτροπών Λαϊκής Ενότητας ή ήταν κάτι το διαφορετικό;
Ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, καθώς οι Επιτροπές Λαϊκής Ενότητας βρισκόντουσαν σε ύφεση από το 1971, λόγω της έλλειψης πολιτικού προσανατολισμού από πλευράς της Λαϊκής Ενότητας. Τα «κορδόνια» ήταν, λοιπόν, πραγματικά ριζωμένα στη βιομηχανική εργατική τάξη, διεκδικούσαν τον εργατικό έλεγχο, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, ενώ συγχρόνως υπερασπίζονταν την κυβέρνηση απέναντι στην μπουρζουαζία. Ήρθαν σε αντιπαράθεση με το ενιαίο συνδικάτο των εργαζομένων(CUT), που είχε αδύναμη εδαφική οργάνωση. Τα κορδόνια επομένως αναπλήρωσαν αυτό το οργανωτικό έλλειμμα.
Πώς λειτουργούσε μέσα στο εργοστάσιο η συνέλευση των εργαζομένων; Ήταν μια γενική συνέλευση όλων των εργαζομένων ή μήπως μόνο ένα μέρος τους συμμετείχε σ’ αυτές;
Υπάρχει κι εδώ κάποιος περιορισμός, είναι μια ιστορία που διαφοροποιείται συχνά από εργοστάσιο σε εργοστάσιο. Γράφτηκε μια μονογραφία για το μεγάλο εργοστάσιο υφαντουργίας Yarur από τον ιστορικό Peter Winn.[3] Το Yarur, ένα προπύργιο της εργατικής τάξης, όπου το επίπεδο οργάνωσης ήταν τέτοιο ώστε ανέκυψαν πραγματικές συνελεύσεις όλων των εργαζομένων που προσέρχονταν, συζητώντας για την πολιτική, για τον προσανατολισμό της παραγωγής στο εργοστάσιο, αλλά και για την πάλη των τάξεων σε εθνικό επίπεδο, για τη συμμετοχή στο «κορδόνι», για τα όρια της κυβερνητικής αριστεράς ή για τον θεσμικό δρόμο που ακολουθούσε ο Αλιέντε… Σε άλλα εργοστάσια το πράγμα ήταν πιο περιορισμένο και οι γενικές συνελεύσεις δεν συγκέντρωναν παρά μόνο τους πιο οργανωμένους και τους πιο συνειδητοποιημένους εργαζόμενους, συχνά αυτές και αυτούς που ανήκαν κυρίως στην αριστερή πτέρυγα του σοσιαλιστικού κόμματος. Ανάλογα με την πολιτική γεωγραφία στο εργοστάσιο διαφοροποιούνταν και η δυναμική. Για παράδειγμα, μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε εκείνη την περίοδο σε περισσότερες από 30 επιχειρήσεις, επιβεβαιώνει ότι, όπου κυριαρχούσε η Χριστιανική Δημοκρατία ή το ΚΚ Χιλής, το επίπεδο συμμετοχής ήταν πολύ χαμηλότερο, η γραφειοκρατία ήταν αυτή που έδινε τη γραμμή και η συγκρότηση των «κορδονιών» δεν αποτελούσε προτεραιότητα.[4] Βλέπουμε εδώ τον θεμελιώδη ρόλο που έπαιξε το ΚΚ Χιλής σε αυτή την περίοδο για να περιχαρακωθεί, να «περιοριστεί», αλλά και για να σταματήσει αυτός ο τύπος πρωτοβουλιών «από τα κάτω» που ξεπερνάγανε το πλαίσιο της CUT και τη λογική «σταδίων» της κυβέρνησης.
Το ΚΚ Χιλής καταδίκασε εξαρχής σταθερά τα βιομηχανικά κορδόνια, αντιμετωπίζοντάς τα ως διάσπαση των εργαζομένων, ως μια «αριστερίστικη» και «τυχοδιωκτική» πρωτοβουλία, μολονότι τα «βιομηχανικά κορδόνια» ήταν αυτά που τον Οκτώβρη του 1972 και στη συνέχεια τον Ιούνιο του 1973, στις μεγάλες στιγμές της κρίσης, κατέστησαν δυνατή την παραμονή του Αλιέντε στην προεδρία. Εδώ ακριβώς φαίνεται καθαρά ο ρόλος ενός ολόκληρου τομέα της Λαϊκής Ενότητας, συγκεκριμένα του Κομουνιστικού Κόμματος, που με τη συνδικαλιστική του δύναμη επιδίωξε να βάλει φρένο στις πρωτοβουλίες αυτο-οργάνωσης και σε αυτό που ονομάζω «συντεταγμένη λαϊκή εξουσία», διότι αυτή έθετε σε αμφισβήτηση τις τρέχουσες τότε διαπραγματεύσεις με τη Χριστιανική Δημοκρατία στη Βουλή. Αντίθετα, η αριστερή πτέρυγα του ΣΚ, οι Χριστιανοί Επαναστάτες, το MIR καλούσαν: «προχωράμε χωρίς συμβιβασμούς» και «χτίζουμε, χτίζουμε τη λαϊκή εξουσία», χωρίς εντούτοις αυτό να συνοδεύεται πάντοτε από συγκεκριμένες πράξεις. Ανάμεσα στην προπαγάνδα και στην πράξη υπήρχαν ενίοτε πολλές αναντιστοιχίες!
Ποιο ήταν το 1970-1973 το ποσοστό συνδικαλιστικής ένταξης; Και η επιρροή των πολιτικών κομμάτων;
Το ποσοστό συνδικαλιστικής ένταξης κυμαινόταν πολύ, ανάλογα με τον κάθε τομέα. Στον δημόσιο τομέα ο συνδικαλισμός ήταν σχεδόν υποχρεωτικός, οπότε το ποσοστό ένταξης ξεπερνούσε το 85%! Στον ιδιωτικό τομέα η συνδικαλιστική ένταξη ήταν σημαντική –της τάξης του 20%– ανάλογα με τον τομέα. Η Ενιαία Κεντρική των Εργαζομένων (CUT) ήταν ηγεμονική και θεμελιώδης για τις κινητοποιήσεις, αλλά δεν αντιπροσώπευε όλο το συνδικαλιστικό κίνημα, διότι στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις υπήρχαν πολυάριθμα συνδικάτα που δεν ήταν μέλη της CUT, λόγω του κώδικα εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η CUT συγκέντρωνε γύρω στους 700.000 μισθωτούς το 1970 (σε έναν πληθυσμό 9 εκατομμυρίων κατοίκων). Μέσα στην Κεντρική, υπήρχαν τρία βασικά πολιτικά ρεύματα: Το ΚΚ, πολύ δυνατό, καλά δομημένο και πειθαρχημένο, με έντονα σταλινικά χαρακτηριστικά (είχε πάνω από 250.000 μέλη), που ήταν το κυριότερο στήριγμα του Αλιέντε. Το ΣΚ, πολύ πιο διαιρεμένο, με μια ισχυρή αριστερή πτέρυγα πρόθυμη ακόμη και να καλέσει σε γενική απεργία ανατρεπτικού χαρακτήρα, πιο διαταξικό (περίπου 180.000 μέλη). Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τη Χριστιανική Δημοκρατία, που ήταν η δεύτερη συνδικαλιστική δύναμη.
Η άκρα αριστερά ήταν τότε κυρίως το Κίνημα της Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), πολύ νέο (συγκροτημένο το 1965), καθορισμένο από τη θεωρία του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου» και έχοντας να αντιμετωπίσει την ηγεμονία των μεγάλων εργατικών κομμάτων, διείσδυε στους πιο περιθωριοποιημένους τομείς της εργατικής τάξης, τους λιγότερο ελεγχόμενους –βλέπε εγκαταλειμμένους– από τη CUT, με περίπου 10-15.000 πολύ δραστήριους στρατευμένους-ες και έναν ευρύτερο κύκλο συμπαθούντων. Υπήρχαν επίσης κι άλλες μικρές οργανώσεις, όπως το PSR (Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) ή η Κομουνιστική Λίγκα, που έβλεπαν τότε τον εαυτό τους στο πλαίσιο της 4ης Διεθνούς. Όσο περισσότερο γινόντουσαν εμφανή τα όρια του σχεδίου του Αλιέντε και οι δυνατότητες μιας συνταγματικής μετάβασης έμπαιναν σε κρίση, τόσο αναπτυσσόταν η επιρροή του MIR, υπό την ηγεσία του Μιγκέλ Ενρίκεζ, ιδιαίτερα στον χώρο της αριστεράς της Λαϊκής Ενότητας. Η πολιτική του MIR αμφιταλαντευόταν τότε μεταξύ μιας κριτικής του «ρεφορμισμού και της αστικής νομιμοφροσύνης» του Αλιέντε και προσπαθειών συμμαχίας με την αριστερή πτέρυγα του ΣΚ. Το MIR κάποιον καιρό έφτασε μάλιστα να παράσχει την αναγκαία προστασία στον πρόεδρο Αλιέντε.
Στη συζήτηση που διεξήγαγες στο θερινό Πανεπιστήμιο του NPA, ένας χιλιανός σύντροφος υπογράμμισε ότι στις δομές λαϊκής εξουσίας, οι οποίες με την πρακτική τους ξεπερνούσαν το σχέδιο της Λαϊκής Ενότητας, η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων ήταν την ίδια ώρα «αλιεντικοί». Πώς εξηγείς αυτή την κατάσταση: προχωρημένες πρακτικές, από τη μια, και την ίδια ώρα μια μορφή ιδεολογικής υποταγής;
Για τη μεγάλη πλειοψηφία του εργατικού κινήματος, ο Αλιέντε παρέμεινε μέχρι τέλους «ο σύντροφος Πρόεδρος», ένα σύμβολο πολύ σπουδαιότερο από την εκλογική του διάσταση. Είχε μάλιστα μια όλο και μεγαλύτερη επιρροή στους δημοκράτες-χριστιανούς εργάτες, που έβλεπαν ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση είχε πάρει μέτρα υπέρ των εργαζομένων –αύξηση των μισθών, εθνικοποίηση του χαλκού, εργατική συμμετοχή και συνδιαχείριση… Μέχρι το τέλος, η χαρισματική αύρα του Αλιέντε δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, παρά τα όρια του προγράμματός του ή τις αυταπάτες περί των «φιλοσυνταγματικών» στρατιωτικών δυνάμεων. Η διαλεκτική αντίφαση έγκειται στο ότι η λαϊκή εξουσία αναπτυσσόταν στο όνομα της υπεράσπισης της κυβέρνησης, στη βάση όμως καθαρά εργατικών διεκδικήσεων… που ξεπερνούσαν αυτή την ίδια την κυβέρνηση, όπως κι όλα τα κόμματα άλλωστε. Για παράδειγμα, τα συνθήματα του «βιομηχανικού κορδονιού» Cerillos y Maipú το 1972 ήταν η επέκταση του εθνικοποιημένου τομέα, ενώ συγχρόνως μερικοί απαιτούσαν μια Συντακτική Συνέλευση και το κλείσιμο της «αστικής Βουλής» (στον απόηχο της Λαϊκής Συνέλευσης της Κονσεψιόν τον Μάη του 1972), την τροφοδοσία υπό εργατικό έλεγχο, την πολιτική παρέμβαση στον στρατό για να εκδιωχθούν οι αντιδραστικοί… Είχαν λοιπόν διεκδικήσεις που προχώραγαν πολύ πιο πέρα από το πλαίσιο που είχε ορίσει ο Αλιέντε, αλλά τις έθεταν πάντοτε στο όνομα των στόχων της κυβερνητικής Αριστεράς. Τούτο το μαρτυρεί επίσης το γράμμα «στον σύντροφο Πρόεδρο», της 5ης Σεπτέμβρη 1973, του περιφερειακού συντονισμού των βιομηχανικών «κορδονιών» του Σαντιάγκο (αναπαράγεται στο βιβλίο «Venceremos»), το οποίο στην ουσία του έλεγε: «αν δεν έχετε εμπιστοσύνη στις μάζες, αν συνεχίσετε να διστάζετε και να αναζητάτε συμμαχίες με τη Χριστιανική Δημοκρατία ή να εντάσσετε στρατιωτικούς στην κυβέρνηση, θα έχετε την ευθύνη για την εν ψυχρώ σφαγή της εργατικής τάξης». Κι αυτό ήταν πάλι ένα αίτημα στον Αλιέντε για να στηριχτεί περισσότερο στις μορφές εργατικής εξουσίας. Τούτο υπογραμμίζει επίσης ότι το λεγόμενο «συγκρουσιακό», επαναστατικό σκέλος –το MIR, η αριστερή πτέρυγα του ΣΚ και οι ριζοσπαστικοποιημένοι χριστιανικοί τομείς– δεν είχε κατορθώσει να φέρει σε πέρας, να προτείνει ένα σχέδιο εναλλακτικό προς τον Αλιέντε, προς τη στρατηγική μιας νόμιμης και ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό. Σε δύο καμπές, ο Αλιέντε εντάσσει τους ανώτατους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων στην κυβέρνησή του, τους συμπεριλαμβάνει στο πλάι των ανώτατων στελεχών της CUT, τους κάνει κι αυτούς υπουργούς… Ο Αλιέντε είναι αυτός που διόρισε τον Πινοσέτ Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου τον Αύγουστο του 1973, πεπεισμένος ότι ήταν «νομιμόφρων». Κι ο στρατός είναι αυτός που επιφορτίζεται από τη Λαϊκή Ενότητα να αναλάβει την τροφοδοσία ή να «ελέγξει» την κυκλοφορία των όπλων, πράγμα που του επιτρέπει έναν χρόνο πριν το πραξικόπημα να εισέλθει στα εργοστάσια και να εκτιμήσει τις αντιστάσεις.
Παρόλο που οι αγωνιστές του MIR είχαν δίκιο σε μια σειρά πραγμάτων –προανήγγειλαν το πραξικόπημα περισσότερο από δυο χρόνια πριν γίνει, επέμεναν για την ανάγκη μιας πολιτικής δουλειάς μέσα στους στρατιώτες, όπως και για την ανάγκη ενδυνάμωσης των μορφών πολιτικής εξουσίας– αυτή η πολιτική οργάνωση δεν μπόρεσε να ενσαρκώσει στα μάτια των μεγάλων λαϊκών μαζών μία εναλλακτική εθνική πολιτική, που θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον ρου της ιστορίας.
Μπορείς να επανέλθεις στη Λαϊκή Συνέλευση της Κονσεψιόν;
Οι διαφωνίες αυξάνονταν στους κόλπους της Αριστεράς, ως επακόλουθο του μόνιμου παζαρέματος του Αλιέντε και του ΚΚ, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν συμφωνίες με τη Χριστιανική Δημοκρατία, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν να νομοθετούν και να εδραιώνουν το μοντέλο τους, ενώ η Αριστερά –κι αυτό είναι ουσιώδες– ήταν μειοψηφική στο κοινοβούλιο. Απέναντι σ’ αυτό, παρατηρούμε την άνοδο των κοινωνικών αγώνων, που έχουν ως αποτέλεσμα διάφοροι τοπικοί και περιφερειακοί τομείς του ΣΚ, του MAPU –ριζοσπαστικοποιημένοι χριστιανοί που εγκατέλειψαν τη Χριστιανική Δημοκρατία– και του MIR, να καλούν για την επιτάχυνση των πραγμάτων, για «προχώρημα χωρίς αμφιταλαντεύσεις», για να επέλθει η ρήξη με το κράτος και την κυρίαρχη τάξη. Μετά από μεγάλες διαδηλώσεις, τον Μάη του 1972, διεξάγεται μια Λαϊκή Συνέλευση στην πόλη της Κονσεψιόν με κάλεσμα από δεκάδες συνδικαλιστικές και κοινωνικές οργανώσεις, από επιτροπές γειτονιών κι απ’ όλη την Αριστερά, εκτός από το ΚΚ Χιλής. Η Συνέλευση καλεί για την ενοποίηση των μορφών λαϊκής εξουσίας. Εκ των υστέρων, μερικοί θέλουν να δουν αυτό το εγχείρημα ως ένα είδος διπλής λαϊκής εξουσίας. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια μεγάλη αποφασιστικού κύρους συνέλευση συναγερμού εκ μέρους της αριστεράς της Λαϊκής Ενότητας και της άκρας Αριστεράς, περισσότερο ένα κάλεσμα-πρόσκληση προς την κυβέρνηση, παρά κάποια διπλή εξουσία, όπως ενίοτε νομίζουν μερικοί εδώ στη Γαλλία. Αρχικά, επρόκειτο να είναι μία συζήτηση μεταξύ κομμάτων, οι συνδικαλιστές όμως και οι κοινωνικοί ακτιβιστές επέβαλαν τη φωνή τους, παρεμβαίνοντας σχετικά με τις αντιφάσεις της περιόδου εκείνης, ασκώντας κριτική στις πολιτικές ηγεσίες τους κλπ. Η Συνέλευση καταγγέλθηκε πάραυτα: από το ΚΚ (που ήταν το μόνο κόμμα που αρνήθηκε να συμμετάσχει) ως αριστερίστικο τέχνασμα, και χειραγωγημένη μάλιστα από τον ιμπεριαλισμό, καθώς και από τον ίδιο τον Αλιέντε, ήδη την επόμενη μέρα από τις σελίδες της εφημερίδας «Mercurio»,[5] υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να οδηγούσε σε έναν επικίνδυνο διχασμό για τη λαϊκή κυβέρνηση και καλώντας για την ενότητα υπό τη σκέπη της εκτελεστικής εξουσίας.
Μίλησες για τα βιομηχανικά κορδόνια. Υπήρχε επίσης αυτό που αποκαλείτο τα «commando communales». Μπορείς να εξηγήσεις σε τι διέφεραν από τα κορδόνια;…
Τα «κοινοτικά κομάντος» [ΣτΜ: τοπικές οργανώσεις που συντόνιζαν επιτροπές φτωχών, γυναικών κ.ο.κ.] ήταν ουσιαστικά ένα αίτημα του MIR και μερικών τμημάτων της αριστεράς της Λαϊκής Ενότητας. Η ιδέα ήταν να ομαδοποιήσουν, πέρα από την εργατική τάξη, όλα τα καταπιεσμένα τμήματα των λαϊκών τάξεων, τους «φτωχούς της πόλης», όπως έλεγε το MIR, τους φοιτητές, τους μικροέμπορους, τους χωρικούς. Ήθελαν να είναι μια προδρομική μορφή των μελλοντικών επαναστατικών κοινοτήτων. Αυτή είναι η θεωρία που υποστηρίχτηκε ιδιαίτερα από το MIR. Στην πράξη, διαπιστώνουμε ότι δυσκολευόντουσαν πολύ να ξεπεράσουν το στάδιο οργανωτικής συγκρότησης των λεγόμενων «περιθωριακών» κοινωνικών τομέων των πόλεων, των pobladores[6] και των εγχειρημάτων επισιτισμού αυτών των γειτονιών. Η έλλειψη διασύνδεσης μεταξύ της εργατικής τάξης και αυτών των σημαντικών τμημάτων του κοινωνικού κινήματος ήταν μία επιπλέον δυσκολία για τούτη την επαναστατική διαδικασία: Πώς να οικοδομηθεί η ενότητα αυτού του κοινωνικού χώρου, εξαιρετικά ετερογενούς και με ξέχωρες, διαφορετικές ιστορικές πρακτικές; Η αριστερά του ΣΚ, αντίθετα, επιθυμούσε να δώσει προτεραιότητα στα «κορδόνια». Πολύ συχνά η συζήτηση αυτή αντανακλούσε τη διαφορά ως προς την κοινωνική διείσδυση των κομμάτων: Το ΣΚ ήταν πολύ δυνατό στα βιομηχανικά κορδόνια και στην εργατική τάξη, το MIR, του οποίου η βιομηχανική διείσδυση ήταν περιορισμένη, ανέπτυξε τα «κοινοτικά κομάντος», ξεκινώντας από φτωχογειτονιές, όπως τη Nueva La Habana. Εκ των υστέρων, μπορούμε αυτό να το εκτιμήσουμε ως έναν εσφαλμένο προσανατολισμό του MIR, το οποίο ήθελε πάντοτε τα εργατικά κορδόνια –η πιο προωθημένη μορφή της χιλιανής λαϊκής συντακτικής εξουσίας– να επανενταχθούν στη CUT, διότι στη δική του σύλληψη το κοινοτικό κομάντο ήταν η πραγματική μορφή της λαϊκής εξουσίας. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά λειτούργησε ήταν τα «βιομηχανικά κορδόνια», στο Σαντιάγκο τουλάχιστον και σε ορισμένες μεσαίου μεγέθους πόλεις… Βέβαια, θα έπρεπε να αναλυθεί επίσης αυτό που συνέβαινε στην ύπαιθρο, τούτο όμως είναι μια άλλη συζήτηση και παραπέμπει σε μιαν άλλη έρευνα. Όπως και να ’χει, το MIR δεν συνειδητοποίησε πλήρως την αναγκαιότητα κεντρικού συντονισμού των βιομηχανικών cordones, τα οποία συγκαταλέγονταν στους «χαμένους θησαυρούς» –για να παραφράσουμε τη Χάνα Άρεντ– της Χιλιανής επανάστασης… και τα οποία, 40 χρόνια μετά από το πραξικόπημα και την καταστολή, αξίζουν να ανασυρθούν απ’ τη λήθη και να αντλήσουμε τα διδάγματά τους για το μέλλον.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το Χιλιανό Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν την εποχή εκείνη ένα μαρξιστικό κόμμα, με μια πολύ ισχυρή αριστερή πτέρυγα, προερχόμενη κυρίως από τον τροτσκισμό. Δεν είχε τίποτα κοινό με τη σημερινή εικόνα του ΣΚ. Και δεν ήταν μέλος της Β΄Διεθνούς.
2. Για τον René Zavaleta Mercado (1935-1984) βλ.: https://en.wikipedia.org/wiki/Ren%C3%A9_Zavaleta_Mercado [ΣτΜ].
3. Peter Winn, «Weavers of Revolution: The Yarur Workers and Chile’s Road to Socialism», New York, Oxford University Press, 1986.
4. Juan Espinosa and Andrew Zimbalist, «Economic Democracy: Workers’ Participation in Chilean Industry, 1970 -1973», London, Academic Press, 1978.
5. Η παλαιότερη εθνικής εμβέλειας εφημερίδα, με εκδόσεις στο Βαλπαραΐζο και το Σαντιάγκο. Το 1970-1973 χρηματοδοτήθηκε από τη CIA, για να συμβάλει στην ανατροπή του Αλιέντε και έπαιξε σημαντικότατο ρόλο ως φωνή της αντικυβερνητικής προπαγάνδας, στην προετοιμασία του κλίματος για το στρατιωτικό πραξικόπημα -https://en.wikipedia.org/wiki/El_Mercurio [ΣτΜ].
6. «Μετανάστες από την επαρχία [οι οποίοι] είχαν εγκατασταθεί σε εργατικές γειτονιές, χτίζοντας παραγκουπόλεις: είχαν αρχίσει να οργανώνονται και να παλεύουν για το δικαίωμα στη στέγαση και σε βασικές υπηρεσίες». Παραπομπή από το άρθρο του Mike González, «Chile 1972-1973: The Workers United», Revolutionary Rehearsals, ed. Colin Barker, London, Bookmarks, 1987, σελ. 81, στο άρθρο: «Χιλή: Κράτος και Επανάσταση», του Tom Lewis, (μετάφραση Βασίλης Γιαννούλης, RProject, 10.9.2013) - https://rproject.gr/article/hili-kratos-kai-epanastasi [ΣτΜ].