Το πρώτο από τα δύο μέρη μιας κριτικής παρουσίασης του εμβληματικού βιβλίου του Πιερ Μπρουέ «Η Γερμανική Επανάσταση 1917-1923», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό International Socialist Review. Ο Τοντ Κρετιέν είναι στέλεχος της επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης ISO στις ΗΠΑ. Είναι τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό International Socialist Review.

«Στεκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια φοβερή επιλογή: ή τον θρίαμβο του ιμπεριαλισμού και συνακόλουθα την καταστροφή ολάκερου του πολιτισμού, και, όπως στην Αρχαία Ρώμη, την ερήμωση, την απόγνωση, τον εκφυλισμό, την καταστροφή των γενεών, ένα “γιγάντιο νεκροταφείο” –η τη νίκη του σοσιαλισμού».
Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Μπροσούρα του Γιούνιους» γραμμένο στη φυλακή το 1915.
Το 1971, ο Γάλλος μαρξιστής Πιερ Μπρουέ έγραψε μια αναλυτική ιστορία των επαναστατικών εξεγέρσεων στη Γερμανία, που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για ένα εμβληματικό βιβλίο 1.000 σελίδων. Η έκδοση περιλαμβάνει έναν πολύτιμο χρονολογικό πίνακα των σημαντικών γεγονότων και βιογραφικά σημειώματα των 100 πιο σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων. Αν δεν είναι κάποιος βαθύς γνώστης της Γερμανικής Ιστορίας, θα μπορεί να ανατρέξει πολλές φορές στο πίσω μέρος του βιβλίου, αν θέλει να διακρίνει, για παράδειγμα, τον Ερνστ Τέλμαν από τον Αύγουστο Ταλχάιμερ. Αλλά αξίζει τον κόπο.
Ποιος ο λόγος να γραφτεί ένα τέτοιο μεγάλο βιβλίο για μια επανάσταση που ηττήθηκε; H απάντηση βρίσκεται στον ιστορικά θεμελιώδη χαρακτήρα αυτής της περιόδου στη Γερμανία. Στα 1917, ο Λένιν και ο Τρότσκι έλπιζαν ότι μια συμμαχία ανάμεσα στην Επαναστατική Ρωσία, με την τεράστια αγροτική δυνατότητα, και τη Γερμανία με το πανίσχυρο βιομηχανικό δυναμικό, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας βιώσιμης σοσιαλιστικής δημοκρατίας ευρωπαϊκής εμβέλειας, που θα ενέπνεε τον υπόλοιπο κόσμο.
Το Νοέμβρη του 1917, η πτώση του Κάιζερ φάνηκε να σηματοδοτεί την έναρξη της ίδιας διαδικασίας που είχε αρχίσει τον Φεβρουάριο του 1917 με την πτώση του Τσάρου και κατέληξε στην Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση. Όμως δεν έγινε έτσι. Παρά τις ηρωικές μάχες, η επανάσταση νικήθηκε στη Γερμανία στα χρόνια 1917-1923, αφήνοντας τη Ρώσικη Επανάσταση απομονωμένη και λιμοκτονούσα.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε δίκιο. Η ήττα του σοσιαλισμού γρήγορα μετέτρεψε μεγάλα τμήματα της Ευρώπης σε ένα «γιγάντιο νεκροταφείο». Ο Στάλιν στη Ρωσία ισχυροποίησε το γραφειοκρατικό καθεστώς, στηριζόμενος στην απογοήτευση από την ήττα της Γερμανίας και τη φτώχεια. Στη Γερμανία οι Ναζί ακόνιζαν τα δόντια τους και, στην πάλη εναντίον των επαναστατών εργατών, αναπτύχθηκαν σε μια πανίσχυρη μαζική οργάνωση. Το δίδυμο Σταλινισμός - Ναζισμός έθαψε τις άμεσες προοπτικές του επαναστατικού Μαρξισμού.
Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν συνέβη αυτόματα. Ο Μπρουέ δεν μασάει τα λόγια του, όταν αναλύει τα λάθη που έγιναν από τους επαναστάτες, είτε μιλάμε για λάθη νεανικής απειρίας, είτε –αργότερα– για λάθη που οφείλονταν στη γραφειοκρατική ηλιθιότητα. Ταυτόχρονα, φέρνει στην επιφάνεια έναν πλούτο συμπερασμάτων όσον αφορά τη στρατηγική και τις τακτικές. Τις δυσκολίες να γίνει η επανάσταση σε μια αναπτυγμένη κοινωνία –με πιο επίπονη απ’ όλες τις δυσκολίες την αναγκαιότητα να οικοδομηθούν ανεξάρτητες επαναστατικές οργανώσεις πριν από τη στιγμή της επαναστατικής κρίσης, που δεν θα χτίζονται από το μηδέν μέσα στη φωτιά της μάχης. Αυτά τα μαθήματα, και τα θετικά και τα αρνητικά, κατακτήθηκαν με πολύ μεγάλο κόστος. O Μπρουέ όχι μόνο επαναφέρει στην επιφάνεια ένα θέμα ξεχασμένο από καιρό και ελάχιστα κατανοητό από τους ακτιβιστές και τους σοσιαλιστές του σήμερα, αλλά αποδίδει μέγιστη τιμή στους σοσιαλιστές που έδωσαν τη ζωή τους σε μια από τις μεγαλύτερες μάχες της εργατικής τάξης που έζησε ο κόσμος.
Αυτή η παρουσίαση, σε δύο μέρη, θα ασχοληθεί με τις κεντρικές διαμάχες και τα προβλήματα που συζητά ο Μπρουέ μέσα στους κόλπους της Γερμανικής Επαναστατικής Αριστεράς. Το πρώτο μέρος θα ασχοληθεί με τα ζητήματα όπως το «μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» ή το ζήτημα του πώς θα έπρεπε να οργανώνονται οι επαναστάτες σε σχέση με τους υπόλοιπους εργάτες ή τα μη-επαναστατικά πολιτικά κόμματα. Το δεύτερο μέρος θα ασχοληθεί με τις δυσκολίες της δημιουργίας μιας ηγεσίας μέσα σε ένα επαναστατικό κόμμα, τη στρατηγική και τις τακτικές, το ζήτημα της ρεφορμιστικής συνείδησης στην εργατική τάξη και τα προβλήματα που τέθηκαν από την κρίση στη Ρώσικη Επανάσταση και πώς αυτή επηρέασε το Κομουνιστικό Κόμμα στη Γερμανία.
Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση
Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ήταν το καμάρι του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιδρύθηκε το 1875 στη Γκότα, ως μία συγχώνευση του Μαρξιστικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που καθοδηγούσαν οι Αύγουστος Μπέμπελ και Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και της Γενικής Ένωσης Γερμανών Εργατών με ηγέτη τον Φέρντιναντ Λασάλ.
Ο Μαρξ έγραψε μια περίφημη κριτική για το πρόγραμμα του κόμματος, όπου θεωρούσε ότι το πρόγραμμα έκανε πολλές παραχωρήσεις στους Λασαλικούς. Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων, το SPD αντιμετώπισε σκληρή καταπίεση, κυρίως με τη μορφή των Νόμων των Εξαιρέσεων (ο Μπέμπελ φυλακίστηκε δύο φορές) και αυτό ώθησε το κόμμα σε πιο ριζοσπαστική μαρξιστική κατεύθυνση. Τραυματισμένο, αλλά όχι συντετριμμένο, το κόμμα κατάφερε να μεγαλώσει σημαντικά σε μια περίοδο σημαντικής ανάπτυξης, που συνοδεύτηκε από μια σχετικά μικρής έντασης ταξική πάλη. Από το 1880 και μέχρι τον πόλεμο, οι απεργίες ήταν σπάνιες και το βιοτικό επίπεδο των εργατών ανέβαινε, αν και όχι στην ίδια αναλογία με την αύξηση των κερδών. Οι αριθμοί που σχετίζονται με το κόμμα αυξάνονταν σταθερά και το 1914 αριθμούσε 1.085.905 μέλη. Η εκλογική του δύναμη αυξήθηκε από 311.900 ψήφους το 1881 σε 4 εκατομμύρια στις εκλογές το 1912, όταν έβγαλε 110 βουλευτές στην Εθνική Αντιπροσωπία (Ράιχσταγκ). Το κόμμα εξέδιδε 90 ημερήσιες εφημερίδες, απασχολούσε 267 δημοσιογράφους πλήρους απασχόλησης και 3.000 επαγγελματικά στελέχη, ενώ ηγείτο εργατικών συνδικάτων με συνολικό αριθμό 2 εκατομμύρια μέλη. Καθώς στη Γερμανία απουσίαζαν οι δημόσιες δομές, το κόμμα δημιούργησε βιβλιοθήκες, εργατικά σχολεία, νεολαιίστικες ομάδες, γυναικείες οργανώσεις, αθλητικά σωματεία και χώρους αναψυχής. Ήταν κάτι περισσότερο από ένα πολιτικό κόμμα –ήταν ακόμα ένας χώρος ζωής για πολλούς εργάτες.
Το SPD ήταν σίγουρα ένα μαζικό κόμμα. Όμως η επιτυχία στην οικοδόμηση των εντυπωσιακών δομών του οδήγησε σε έντονες αντιπαραθέσεις για θέματα στρατηγικής, τακτικής και θεμελιωδών αρχών. Το 1891, με την απόσυρση των Νόμων των Εξαιρέσεων, το κόμμα ήταν πλέον πλήρως νομιμοποιημένο. Τότε ξέσπασε διαμάχη για το κατά πόσο θα έπρεπε αντιπρόσωποί του να αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα. Όπως διηγείται ο Μπρουέ:
«Σε αντίθεση με τη “νεολαία” που υποστήριζε το μποϊκοτάρισμα των εκλογών και μια μόνιμα επιθετική πολιτική και τη δεξιά πτέρυγα… που ήθελε να περιορίσει το κόμμα στο “εφικτό” και έναν αγώνα αποκλειστικά εκλογικό, η ηγεσία νίκησε στη συζήτηση για το πρόγραμμα, που επιβλήθηκε στο Συνέδριο της Ερφούρτης που υιοθέτησε τις ιδέες του Καρλ Κάουτσκι. Ο Κάουτσκι δεν απεμπολούσε μεν το μάξιμουμ πρόγραμμα, τη σοσιαλιστική επανάσταση, που η καπιταλιστική ανάπτυξη είχε αναγάγει σε μια μακρινή προοπτική, αλλά υποστήριζε ότι το Κόμμα μπορεί και πρέπει να παλέψει για τα αιτήματα ενός μίνιμουμ προγράμματος, τους μικρούς επί μέρους στόχους, τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ θα πρέπει να εργάζεται για την ενδυνάμωση της πολιτικής και οικονομικής ισχύος του εργατικού κινήματος και ταυτόχρονα να ανεβάζει την ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης. Έτσι δημιουργήθηκε το ρήγμα… Αυτή η διχογνωμία έμελε να κυριαρχήσει στη θεωρία και πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας για δεκαετίες».
Ο ρόλος του Κάουτσκι, όπως γράφει ο ιστορικός Carl Schorske, ήταν «η συμφιλίωση μεταξύ ανταγωνιστικών τάσεων, μέσω των θεωρητικών συλλήψεων».[1]
Το 1898, ο Έντουαρντ Μπερνστάιν, βετεράνος της εποχής των διώξεων και γνωστός κομματικός ηγέτης, όξυνε την αντιπαράθεση ανάμεσα στη μεταρρύθμιση και την επανάσταση. Ο Μπερνστάιν αμφισβήτησε τη θέση του Μαρξ ότι το ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων είναι σύμφυτο στον καπιταλισμό. Έβλεπε τον «σοσιαλισμό ως ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων, ανεξαρτήτως της οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης, ως μια ηθική επιλογή περισσότερο παρά μια κοινωνική αναγκαιότητα. Αντιπαράβαλε αυτό που θεωρούσε παρωχημένη επαναστατική φρασεολογία με μια ρεαλιστική αναζήτηση μεταρρυθμίσεων, για τις οποίες η εργατική τάξη θα έπρεπε να βυθιστεί σε ένα πλατύ δημοκρατικό κίνημα που θα περιλάμβανε σημαντικά τμήματα της μπουρζουαζίας». Σε απάντηση η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;», καταγγέλλοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα στη Μεταρρύθμιση και την Επανάσταση ως παραπλανητικό. Οι ρεφορμιστές που θα εγκατέλειπαν την επανάσταση ως δρόμο για τον σοσιαλισμό, δεν θα διάλεγαν μόνο έναν διαφορετικό δρόμο, αλλά έναν διαφορετικό στόχο, γιατί οι καπιταλιστές δεν θα παρέδιδαν ποτέ την πολιτική εξουσία ειρηνικά. Οι επαναστάτες, από την άλλη, δεν θα έπρεπε να απορρίπτουν τη μάχη για μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά να υποστηρίζουν ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα μπορούσαν να είναι μόνιμες κατακτήσεις και αναπόφευκτα θα ήταν ευάλωτες στην αντίδραση, όσο θα κυριαρχούσε το καπιταλιστικό κίνητρο για κέρδος. Ο Κάουτσκι πήρε το μέρος της Λούξεμπουργκ, κερδίζοντας την πλειοψηφία του SPD στην ψηφοφορία για την απόρριψη της πολιτικής του Mπερνστάιν με στόχο να «αντικαταστήσει την πολιτική της κατάκτησης της εξουσίας μέσω της πολιτικής νίκης με μια πολιτική που συμφιλιώνεται με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων». Αλλά όπως σημειώνει ο Schorske, ούτε η απόφαση σε βάρος του Μπερνστάιν το 1899, ούτε μια ακόμη αντίστοιχη το 1901, «μετρίασαν τη διάδοση των αναθεωρητικών (ρεβιζιονιστικών) ιδεών. Το κόμμα –συμπεριλαμβανομένης της Αριστεράς– απέδιδε μεγάλη σημασία στους αριθμούς των μελών και στην ενότητά του για να σκεφτεί να αποβάλει τη μειοψηφία».[2]
H διαμάχη κάθε άλλο παρά καταλάγιασε. Η Ρώσικη Επανάσταση του 1905 (που ηττήθηκε μετά από έναν ολόκληρο χρόνο μαζικών απεργιών και μισο-εξεγέρσεων) σε συνδυασμό με μια κακή επίδοση του SPD στις εκλογές του 1907 είχαν ως αποτέλεσμα να αποκρυσταλλωθούν τρείς διακριτές τάσεις μέσα στο κόμμα.
Στα δεξιά, στέκονταν «οι Έμπερτ, Μπράουν, Σάιντεμαν (οι γνωστοί ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας του SPD ) και οι άλλοι που βρίσκονταν σε προνομιούχες θέσεις, ανάμεσα στις αντιμαχόμενες ταξικές δυνάμεις. Ο οικονομικός μετασχηματισμός της Γερμανίας και η σχετική κοινωνική ειρήνη στην Ευρώπη, οι πρόοδοι στις κοινωνικές νομοθεσίες, που κερδήθηκαν από τη σοσιαλδημοκρατία και τα εργατικά συνδικάτα, αλλά και οι προοπτικές κοινωνικής προόδου και ατομικής επιτυχίας που προσέφεραν στα ικανά μέλη της εργατικής τάξης οι εργατικές ενώσεις, όλα αυτά έθρεφαν τις ρεβιζιονιστικές τάσεις. Αυτές οι τάσεις ήταν θεμελιακά αντίθετες στον Μαρξισμό... (Αυτοί θεωρούσαν) το επίπεδο ζωής της Γερμανικής εργατικής τάξης… να συνδέεται άρρηκτα με την ευμάρεια των “δικών τους” καπιταλιστών και την εξάπλωση του Γερμανικού ιμπεριαλισμού».
Στα αριστερά, επαναστάτες όπως η Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ έβλεπαν τις εκλογικές αναμετρήσεις ως δευτερεύουσα διαδικασία σε σύγκριση με τους εργατικούς οικονομικούς αγώνες, οι οποίοι, όπως πίστευαν, θα άνοιγαν το δρόμο για μαζικές απεργίες και επαναστατικές συγκρούσεις, όπως είχε συμβεί το 1848 στη Γερμανία, το 1871 στο Παρίσι και το 1905 στη Ρωσία. Υποστήριζαν τη βαθιά πεποίθηση του Μαρξ και του Ένγκελς ότι ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει την τάση για οικονομικές κρίσεις. Συνειδητοποιούσαν τον κίνδυνο των κλιμακούμενων ιμπεριαλιστικών εντάσεων μεταξύ των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων και ήταν αντίθετοι στις αυξανόμενες μιλιταριστικές και αποικιοκρατικές φιλοδοξίες της Γερμανικής άρχουσας τάξης.
Στο κέντρο, πολλοί από τους ηγέτες της «παλιάς φρουράς», όπως ο Κάουτσκι και ο Μπέμπελ, αοριστολογούσαν. Είχαν ξοδέψει όλη τη ζωή τους στην προσπάθεια να χτίσουν ένα πανίσχυρο κόμμα. Ακόμα πίστευαν στο σοσιαλισμό και στην «ιδέα της επανάστασης», όμως με την έννοια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφικής νίκης, γεγονός που μετέπειτα θα άνοιγε το δρόμο για βαθιές και πλήρεις μεταρρυθμίσεις.
Εκείνο που φοβόντουσαν πάνω απ’ όλα ήταν ότι η Γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως άλλοθι τη ρητορική και την πρακτική της αριστερής πτέρυγας του κόμματος ως δικαιολογία για να επαναφέρει τα καταπιεστικά μέτρα της δεκαετίας του 1880 και να διαλύσει την «όμορφη μηχανή» που είχαν κοπιάσει τριάντα χρόνια για να κατασκευάσουν. Έτσι λοιπόν, στην πράξη, αν και το κέντρο δεν μπορούσε ανοιχτά να αποδεχτεί την απόρριψη από τη δεξιά του τελικού σκοπού, που ήταν η αντικατάσταση του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό, υπήρχε ο «κίνδυνος μας στενότερης συνεργασίας μεταξύ του κέντρου και της δεξιάς πτέρυγας». Από εκείνο το σημείο και μετά, λέει ο Μπρουέ, η ηγεσία του SPD, δεξιοί και κεντρώοι, «γύρισαν την πλάτη κατηγορηματικά στην ταύτιση του κόμματος με την επανάσταση, και οι αναφορές σ’ αυτήν στις μετέπειτα συζητήσεις έγιναν όλο και πιο σπάνιες».
Η διαμάχη στο SPD δεν ήταν απλά μια σύγκρουση ιδεών αποκομμένη από τις κοινωνικές δυνάμεις. Ο ιδέες της δεξιάς ήταν βαθιά ριζωμένες στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και στους εκλεγμένους ανώτερους αξιωματούχους, των οποίων η δουλειά ήταν εξαρτημένη από το πολιτικό σύστημα που υπηρετούσε τον Γερμανικό καπιταλισμό. Οι ιδέες του κέντρου έτειναν να είναι ισχυρότερες στις τάξεις των ανώτερων κομματικών επαγγελματικών στελεχών, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πρωτίστως να κρατήσουν το SPD ενωμένο. Οι θέσεις της αριστεράς επικρατούσαν στα δημοσιογραφικά στελέχη και στους εργάτες πλήρους απασχόλησης στο κόμμα, που δεν έφεραν καμιά άμεση ευθύνη για τα οργανωτικά ζητήματα. Φυσικά, υπήρχαν σημαντικές εξαιρέσεις σ’ αυτή την περιγραφή (όπως ο Λίμπκνεχτ), αλλά ο Μπρουέ –στη συζήτηση για την άνοδο της γραφειοκρατίας στο SPD– μας παρέχει μια καλή αφετηρία για να κατανοήσουμε την έκβαση αυτής της διαμάχης.
Οι ρεφορμιστικές όπως και οι επαναστατικές αναλύσεις για τον καπιταλισμό μπήκαν σε σοβαρή δοκιμασία στις 4 Αυγούστου του 1914. Εκείνη τη μέρα, όλοι οι βουλευτές του SPD στο Ράιχσταγκ, ακολουθώντας την κομματική πειθαρχία, ψήφισαν εγκρίνοντας τις πολεμικές πιστώσεις για να προετοιμαστεί ο πόλεμος με τη Ρωσία κα τη Γαλλία.
«Οι σοσιαλδημοκράτες πήραν μέρος στον πόλεμο», γράφει ο Μπρουέ.
«Τα λόγια τους αποδείχτηκαν μια πενιχρή ρητορική κάλυψη της πραγματικότητας, που τη συνέθεταν θραύσματα, βόμβες, πολυβόλα, δηλητηριώδη αέρια και ιμπεριαλιστικοί στόχοι… Η Διεθνής πέθανε την 4η του Αυγούστου».
Μέσα σε λίγους μήνες, μετά τις πρώτες μάχες του φθινοπώρου του 1914, έγινε ξεκάθαρο ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν θα συγκρινόταν με κανέναν άλλο πόλεμο στην ανθρώπινη Ιστορία. Οι πλέον προηγμένες βιομηχανικές οικονομίες στον κόσμο κατασκεύασαν αποτελεσματικά όπλα για να σφαγιάσουν αδιανόητα μεγάλους –μέχρι τότε– αριθμούς στρατιωτών και πολιτών. Οι ρεφορμιστές σοσιαλιστές είχαν επενδύσει σε μια διαρκή πρόοδο του καπιταλισμού, που σταδιακά θα ανέβαζε το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης. Τώρα το ίδιο αυτό το σύστημα αποδείκνυε ότι μπορούσε το ίδιο αποτελεσματικά να ρίξει ολόκληρους πληθυσμούς πίσω στον Μεσαίωνα. Η δεξιά πήρε μέρος στον πόλεμο, ελπίζοντας ότι η Γερμανία θα νικούσε τους άλλους. Η ελπίδα του κέντρου για έναν σύντομο πόλεμο και μια άμεση επιστροφή στην ειρήνη κατάρρευσε. Η αριστερά δικαιώθηκε. Όμως, ήταν η λιγότερο οργανωμένη από όλες τις άλλες τάσεις μέσα στο SPD.
Η επαναστατική Αριστερά
Μερικές από τις πλέον εντυπωσιακές προσωπικότητες του SPD πρωταγωνίστησαν στην επαναστατική αριστερή πτέρυγα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που διακρίθηκε στην οργάνωση των Πολωνών σοσιαλδημοκρατών, ήρθε γρήγορα στην επιφάνεια μέσα από τις άγριες συγκρούσεις της με τον Μπερνστάιν. Επίσης έγραψε ένα μνημειώδες έργο πάνω στη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου, υπερασπίστηκε τις μαζικές απεργίες στη Ρωσία και έγινε μία από τις διασημότερες ηγέτιδες (παρότι ξένη και Εβραία) μέσα στο μεγαλύτερο σοσιαλιστικό κόμμα στη γη. Ο Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν ένας πασίγνωστος αγκιτάτορας εναντίον του Γερμανικού μιλιταρισμού, είχε επιρροή σε ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, ενώ είχε βουλευτική έδρα στο Ράιχσταγκ. Η Κλάρα Τσέτκιν ήταν γνωστή διεθνώς ως η ηγέτιδα των σοσιαλιστριών γυναικών. Άλλοι είχαν στις πλάτες τους δεκαετίες αγώνων, που τους έκαναν πλατιά αναγνωρίσιμοuς μέσα στο κόμμα, όπως ο Φραντς Μέρινγκ, o Λέο Γιόγκισες (στενός συνεργάτης και σύντροφος της Λούξεμπουργκ για πολλά χρόνια), ο Πάουλ Φρέλιχ και ο Χάινριχ Μπράντλερ. Ως προσωπικότητες, βρίσκονταν ανάμεσα στους πιο διάσημους αγκιτάτορες, διανοούμενους και εργατικούς ηγέτες που είχε αναδείξει το σοσιαλιστικό κίνημα.
Παρά ταύτα, όταν το SPD συνθηκολόγησε υπέρ του πολέμου, αυτές οι ηγετικές μορφές απομονώθηκαν, βρέθηκαν ανίκανες να παρέμβουν στη ροή των γεγονότων. Το σοκ της προδοσίας εξηγεί ένα μέρος αυτής της κατάστασης. Όταν για παράδειγμα ο Λένιν πληροφορήθηκε για την ψηφοφορία της 4ης Αυγούστου, υπέθεσε ότι επρόκειτο για απάτη από μέρους των Γερμανικών Αρχών, με σκοπό την αποθάρρυνση των σοσιαλιστών άλλων χωρών. Αλλά το βάθος της παράλυσης της Αριστεράς είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Το Σεπτέμβρη του 1914, η Λούξεμπουργκ , ο Γιόγκισες και ο Μέρινγκ έστειλαν 300 τηλεγραφήματα, ζητώντας από τα στελέχη της αριστερής πτέρυγας να συναντηθούν στο σπίτι της Λούξεμπουργκ για να συζητήσουν την αντιπολεμική στρατηγική. Μόνο η Τσέτκιν ανταποκρίθηκε θετικά.
Ο Μπρουέ χρησιμοποιεί την εμπειρία του Λίμπκνεχτ για να καταδείξει την απομόνωση και την αποθάρρυνση της Αριστεράς. Παρότι ήταν γνωστός ως αντιμιλιταριστής, είχε πεισθεί από την ηγεσία του SPD να σεβαστεί την κομματική πειθαρχία στο Ράιχσταγκ κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας της 4ης Αυγούστου. Μετά το ταξίδι του στο Βέλγιο, διαπίστωσε τις γερμανικές ακρότητες. Όταν αντιμετώπισε φίλους του στη Στουτγκάρδη, δήλωσε: «Οι επικρίσεις σας είναι απολύτως δικαιολογημένες… έπρεπε να έχω φωνάξει “Όχι” στη συνεδρίαση του Ράιχσταγκ. Έκανα ένα σοβαρό λάθος».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου, η Αριστερά προσπαθούσε να δουλέψει μέσα στις υπάρχουσες κομματικές δομές για να εκφράσει τη διαφωνία της, όμως η ηγεσία του SPD δούλευε χέρι-χέρι με την αστυνομία, συλλαμβάνοντας και καταστέλλοντας τους διαφωνούντες, λογοκρίνοντας τις εφημερίδες και απαγορεύοντας τις πολιτικές συναντήσεις. Μέχρι το Δεκέμβρη, ο Λίμπκνεχτ είχε αποφασίσει ότι η «νόμιμη αντιπολίτευση» μέσα στους κόλπους του SPD ήταν πλέον αδύνατη. Όπως διηγείται ο Μπρουέ:
«Αντιμέτωπος με την κατάρρευση των τελευταίων του ψευδαισθήσεων, με κλονισμένα νεύρα από την κρισιμότητα της κατάστασης αλλά και έχοντας συνειδητοποιήσει ότι το όφειλε σ’ αυτούς που δεν είχαν παραιτηθεί από τα σοσιαλιστικά τους ιδανικά, ο Λίμπκνεχτ αποφάσισε να κάνει το αποφασιστικό βήμα. Ένας μόνο τρόπος έκφρασης παρέμενε ανοιχτός γι’ αυτόν, αυτός της ψήφου εναντίον των πολεμικών πιστώσεων –της ψήφου εναντίον της απόφασης του κόμματός του. Τη νύχτα της 1-2 Δεκεμβρίου, σε μία δραματική συνεδρίαση στο διαμέρισμα του Λεμπεντούρ με τους άλλους αντιπροσώπους της αντιπολίτευσης, δεν κατόρθωσε να πείσει κανέναν ότι ήταν αναγκαίο, με κάθε κόστος, να κάνουν αυτή τη θεαματική κίνηση. Στις 3 Δεκεμβρίου ψήφισε μόνος του στο Ράιχσταγκ εναντίον των πολεμικών πιστώσεων και μ’ αυτό τον τρόπο έκανε τον εαυτό του σύμβολο της αντιπολίτευσης και κέντρο του αγώνα όλων των σκόρπιων δυνάμεων».
Για την ανυπακοή του, ο Λίμπκνεχτ επιστρατεύτηκε και στάλθηκε στο μέτωπο.
Γιατί χρειάστηκε τέσσερις μήνες ο Λίμπκνεχτ για να σπάσει την πειθαρχία στο SPD; Γιατί η Αριστερά υπήρξε τόσο αδύναμη; Σύμφωνα με τον Μπρουέ, παρά την εχθρότητα απέναντι στην ολοένα και αυξανόμενη γραφειοκρατία στο SPD και τη μετατόπιση του κόμματος προς τα δεξιά, η αριστερή πτέρυγα ποτέ δεν επεδίωξε να οργανωθεί ως μία συγκροτημένη ομάδα και να πολεμήσει για την ηγεσία του SPD. Η θεωρητική βάση για την παθητική τους στάση όσον αφορά το ζήτημα της οργάνωσης φαίνεται πιο καθαρά στον τρόπο που κατανοούσε η Λούξεμπουργκ τη σχέση μεταξύ σοσιαλιστικού κόμματος και εργατικής τάξης. Πίστευε ότι η κομματική γραφειοκρατία ήταν εγγενώς συντηρητική και αποτέλεσμα υπερβολικής συγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια του επαγγελματικού κομματικού μηχανισμού. Υποστήριζε ότι, αν και η Αριστερά θα έπρεπε να αντιμάχεται την τάση προς τη γραφειοκρατία, η αυθόρμητη πάλη της εργατικής τάξης θα ήταν ο παράγοντας-κλειδί για το ξεπέρασμα του γραφειοκρατικού συντηρητισμού την αποφασιστική στιγμή. Στο βιβλίο της γύρω από τη Ρώσικη Επανάσταση του 1905 [σσ: «Η Μαζική Απεργία, το Κόμμα και τα Συνδικάτα»] υποστήριζε ότι οι Ρώσοι εργάτες είχαν ανακαλύψει ότι ο συνδυασμός των μαζικών οικονομικών και πολιτικών απεργιών ήταν το μέσο με το οποίο μπορούμε να αντιπαλέψουμε τον καπιταλισμό και ταυτόχρονα να ξεπεράσουμε τα συντηρητικά ή γραφειοκρατικά στοιχεία στην πορεία.
Ο Μπρουέ συμφωνεί με την έμφασή της στον μαζικό αγώνα. Παρατηρεί όμως ότι ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τη Ρώσικη πραγματικότητα υπερεκτιμούσε το ρόλο της μαζικής δράσης στο ζήτημα για το ξεπέρασμα του ρεφορμισμού, ενώ υποτιμούσε τη σημασία της οργάνωσης, της οργάνωσης που, λόγω της περιορισμένης γερμανικής εμπειρίας, υπέθετε ότι γενικά θα έπαιζε επιβραδυντικό-ανασταλτικό ρόλο στον αγώνα.
«Οι επαγγελματίες επαναστάτες που είχαν κτίσει τη Μπολσεβίκικη πτέρυγα, με στόχο να αναπτύξουν την επαναστατική συνείδηση και τη σοσιαλδημοκρατική οργάνωση μέσα στη Ρώσικη εργατική τάξη, δρούσαν σε συνθήκες παρανομίας και καταστολής που κάθε άλλο παρά τους οδηγούσαν στον πειρασμό να προσαρμοστούν ή πολύ περισσότερο να ενσωματωθούν στο τσαρικό καθεστώς. Είχαν διατηρήσει τον επαναστατικό τους σκοπό στην πρώτη γραμμή της προπαγάνδας, αν και ο σκοπός τους ίσως να έμοιαζε ακόμα πιο απόμακρος από ό,τι στη Γερμανία, ενώ η οργάνωσή τους ήταν ισχυρά συγκεντρωτική –παρόλο που δεν υπήρχε συντηρητισμός στην καθημερινή τους πρακτική. Αντιθέτως, ο μηχανισμός της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας... κυνηγούσε την αποτελεσματική εκλογική καταγραφή… σε μια περίοδο σχετικής κοινωνικής ηρεμίας… ήταν απορροφημένος στο να σιγουρέψει ότι οι εσωτερικές διαμάχες δεν θα αποδυνάμωναν την εκλογική της επιρροή».
Η Λούξεμπουργκ διαφωνούσε με τη μέθοδο του Λένιν να οικοδομήσει ένα συγκροτημένο, πειθαρχημένο και αυστηρά οργανωμένο κύκλο επαναστατών, με τον δικό του Τύπο και το δικό του σύστημα επικοινωνίας, που αποσκοπούσε στο να διαδώσει τις θέσεις του σε κάθε παρακλάδι του κόμματος και σε κάθε πιθανή εργατική ομάδα. Απέρριπτε ως σεχταριστική τη Λενινιστική πρακτική οικοδόμησης μιας πτέρυγας όπου θα τους συνέδεαν κοινές εμπειρίες μέσα από χρόνια δουλειάς και μια συμπεφωνημένη ηθελημένη πειθαρχία. O Μπρουέ πιστεύει ότι η Λούξεμπουργκ λανθασμένα ταύτιζε την επιμονή του Λένιν στον περιορισμό του αριθμού μελών της επαναστατικής οργάνωσης σε εκείνους που συμφωνούσαν να δουλέψουν με συγκεντρωτικό και πειθαρχημένο τρόπο, με την τάση για γραφειοκρατικοποίηση που η ίδια αντιπάλευε μέσα στο SPD. Το παράδοξο είναι ότι η πεισματική πολεμική της Λούξεμπουργκ ενάντια στη γραφειοκρατία και το συγκεντρωτισμό γενικά την οδηγούσε σε αδυναμία, σε σημείο να μην παίρνει κανένα οργανωτικό μέτρο για να πολεμήσει τη γραφειοκρατία με έναν συγκεκριμένο τρόπο, και της υπαγόρευαν μια τάση εξιδανίκευσης νέων οργανωτικών μορφών.
Όπως η ίδια έλεγε σε έναν φίλο της από την αριστερή πτέρυγα, που παραιτήθηκε από το SPD το 1908: «Δεν μπορούμε να είμαστε έξω από την οργάνωση, μακριά από την επαφή με τις μάζες. Το χειρότερο εργατικό κόμμα είναι καλύτερο από το τίποτα». Όμως αυτό δεν απαντά στο ερώτημα του πώς θα παλέψουμε πιο αποτελεσματικά για να αυξήσουμε την επιρροή της αριστερής πτέρυγας μέσα σε ένα τέτοιο κόμμα, ή το τι θα κάνουμε, αν αυτό το «χειρότερο» κόμμα μπλοκάρει την επαναστατική δράση. Οι Μπολσεβίκοι παρέμειναν στο ίδιο κόμμα με τους Μενσεβίκους (στο Ρώσικο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα) για πολλά χρόνια. Ο Λένιν δεν ήταν από θέση αρχών (τουλάχιστον πριν το 1912) εναντίον της δουλειάς μέσα στο ίδιο κόμμα με τους ρεφορμιστές. Απλά επέμενε ότι οι επαναστάτες δεν έπρεπε κατά κανένα τρόπο να παραχωρήσουν στους ρεφορμιστές το δικαίωμα να μπλοκάρουν την προπαγάνδα και την οργάνωση της Αριστεράς. Στην πραγματικότητα η Λούξεμπουργκ ήταν τόσο εχθρική απέναντι στην επιμονή του Λένιν ότι οι επαναστάτες έπρεπε να παλεύουν ανοιχτά για τη στρατολόγηση εργατών έξω από την επιρροή του Κέντρου και της Δεξιάς, που πήρε το μέρος του Κάουτσκι το 1912, κατηγορώντας τον Λένιν ότι ήθελε τη διάσπαση με τους Ρώσους Μενσεβίκους.
Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η μέθοδος του Λένιν αποδείχτηκε πιο αποτελεσματική από της Λούξεμπουργκ. Ο Λένιν διέθετε μια οργάνωση επαναστατών με αρχές, με ένα κρίσιμο μέγεθος, με ρίζες σε χώρους-κλειδιά, που διέδιδαν τις θέσεις τους εναντίον του πολέμου με έναν ηχηρό και ταυτόχρονα ενωτικό τρόπο και που αμέσως άρχισαν να οργανώνουν την αντίσταση στα εργοστάσια και στο μέτωπο. Η Λούξεμπουργκ λογοκρίθηκε από τη δεξιά πτέρυγα του κόμματός της και όταν της απαγορεύτηκε να κυκλοφορεί τις απόψεις της, δεν είχε ανεξάρτητη οργάνωση με δικά της έντυπα.
Η Αριστερά πλήρωνε τώρα το αντίτιμο της υποτίμησης της δύναμης της δεξιάς πτέρυγας στο SPD. Μη έχοντας οργανώσει ποτέ μια εθνικής εμβέλειας πτέρυγα για να πολεμήσει, οι επαναστάτες υποχρεώνονταν τώρα να παλεύουν κάτω από τις χειρότερες συνθήκες, δουλεύοντας κάτω από τη σημαία μιας χαλαρής ομάδας με το όνομα Σπάρτακος (Spartacus League, όνομα που διάλεξε από τον ηγέτη της εξέγερσης των σκλάβων στην αρχαία Ρώμη). Ανάμεσα στο 1914 και το 1918, οι Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ, Μέρινγκ, Γιόγκισες, Μπράντλερ και άλλοι μπαινόβγαιναν στη φυλακή και κάποιοι επιστρατεύονταν για τιμωρία. Το 1915, η Λούξεμπουργκ έγραψε τη «Μπροσούρα του Γιούνιους» (Junius Pamphlet), με την οποία καλούσε σε απεργίες για να σταματήσει ο πόλεμος και έριχνε ξεκάθαρα την ευθύνη του πολέμου στις Γερμανικές Αρχές. Το βιβλίο έπρεπε να μοιράζεται παράνομα, καθώς και η αστυνομία και η ηγεσία του SPD το κυνηγούσαν. Όμως η Μπροσούρα βρήκε ευήκοα ώτα. Την Πρωτομαγιά του 1916, εργάτες διαδήλωσαν στο Βερολίνο υπέρ της ειρήνης και κατόπιν εργάτες της μηχανουργίας, με ηγέτη τον Ρίχαρντ Μίλερ, έναν μελλοντικό ηγέτη του KPD, οργάνωσαν διαμαρτυρία για την καινούργια σύλληψη του Λίμπκνεχτ.
Στα μέσα του 1916, έγινε ολοφάνερο ότι το SPD πήγαινε για διάσπαση. Στα δεξιά, ηγέτες όπως οι Νόσκε, Σάιντεμαν και Έμπερτ υποστήριζαν ολόθερμα τον πόλεμο και επέβαλλαν αντι-απεργιακή εκεχειρία στα συνδικάτα. Μέχρι το 1915, επιδοκίμαζαν ανοιχτά τα σχέδια της κυβέρνησης για προσάρτηση ξένων εδαφών και τη δημιουργία μιας Γερμανικής αυτοκρατορίας. Στα αριστερά, η Ένωση Σπάρτακος προπαγάνδιζε ανταρσία και μαζικές απεργίες για να σταματήσει τον πόλεμο. Ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, κεντρώοι ηγέτες όπως οι Κάουτσκι, Γκεόργκ Λεμπεντούρ, Ρούντολφ Χίλφερντινγκ και Μπερνστάιν ήταν αντίθετοι στη μαζική δράση, αλλά υποστήριζαν τις διαπραγματεύσεις για να σταματήσει ο πόλεμος «όσο το δυνατόν γρηγορότερα». Η αναμενόμενη διάσπαση έθετε ένα σοβαρό ερώτημα στην Αριστερά. Θα έπρεπε να δημιουργήσουν ένα νέο καθαρά επαναστατικό κόμμα ή θα έπρεπε να συμμαχήσουν με τους κεντριστές σε ένα νέο κόμμα στο οποίο οι επαναστάτες θα παρέμεναν μειοψηφία;
Ο Καρλ Ράντεκ, ο Πολωνός κομουνιστής και στενός συνεργάτης του Λένιν, υποστήριζε την ίδρυση ενός επαναστατικού κόμματος, που θα βασιζόταν στη Μπολσεβίκικη πολιτική της μετατροπής του παγκόσμιου πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο σε κάθε εμπόλεμο έθνος:
«Η ιδέα της οικοδόμησης κόμματος σε συμμαχία με τους κεντρώους είναι μια επικίνδυνη ουτοπία. Είτε οι συνθήκες είναι ευνοϊκές είτε όχι, οι αριστεροί ριζοσπάστες πρέπει να οικοδομήσουν το δικό τους κόμμα, αν θέλουν να εκπληρώσουν την ιστορική τους αποστολή».
Όμως πολλοί ηγέτες της Αριστεράς εξακολουθούσαν να αρνούνται την οριστική ρήξη με το Κέντρο. Πράγματι, αυτό αποτέλεσε σοβαρή πηγή διαφωνιών στα αντιπολεμικά συνέδρια, που έλαβαν χώρα στο Τσίμερβαλντ και στο Κίενταλ το 1915-1916. Εκεί ο Λένιν δεν μπόρεσε να πείσει τους Γερμανούς Αριστερούς να γυρίσουν την πλάτη στο Κέντρο και να συνεργαστούν προς μια νέα επαναστατική διεθνή. Η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ εξακολουθούσαν να φοβούνται ότι κάτι τέτοιο θα τους απομόνωνε και θα έχαναν κάθε επαφή με την εργατική βάση τους (τους αριστερούς εργάτες μηχανουργίας στο Βερολίνο, για παράδειγμα), εάν διαγράφονταν με δική τους ευθύνη. Οι Σπαρτακιστές, αν και ομόθυμα συμφωνούσαν στην ανάγκη για ένα επαναστατικό κόμμα, ήταν ακόμη αρκετά διασπασμένοι πάνω στα θέματα τακτικής σχετικά με το πώς θα το ιδρύσουν. Ήταν ένα πράγμα να συμφωνήσουν πάνω στην αρχή ότι χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα με αναφορά στην εργατική τάξη και ανεξάρτητο από τους κεντρώους, και άλλο πολύ πολυπλοκότερο ζήτημα να δώσουν στην πράξη ζωή σε ένα τέτοιο εγχείρημα.
Ο δισταγμός τους να προετοιμαστούν για τη διάσπαση με έναν οργανωμένο τρόπο απλώς άφησε την πρωτοβουλία στη δεξιά, που μπορούσε να επιλέξει το χρόνο και την αφορμή για τη διάσπαση. Το Μάιο του 1916, ο Ούγκο Χάαζε μίλησε στο Ράιχσταγκ, εκπροσωπώντας το Κέντρο, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και 33 βουλευτές του SPD ψήφισαν υπέρ των θέσεων του Χάαζε. H ηγεσία του SPD αντέδρασε αστραπιαία και τους διέγραψε όλους. Η κυβέρνηση έκλεισε τη βασική εφημερίδα του SPD στο Βερολίνο, την Vorwarts, που εξέδιδαν μέλη του SPD φίλα προσκείμενα στους κεντρώους, και παρέδωσε την εφημερίδα στη δεξιά του SPD. Δύο μήνες αργότερα ιδρύθηκε το Ανεξάρτητο SPD (USPD) με 120.000 μέλη, όπου ενώνονταν η Αριστερά με το Κέντρο, ενώ η δεξιά πτέρυγα διατήρησε 170.000 μέλη. Αν και η διάσπαση ήταν θετική με την έννοια ότι έσπαγε τη λογοκρισία πάνω στην αντιπολεμική τοποθέτηση, οι επαναστάτες (και ειδικά ο Λίμπκνεχτ) έχαναν τώρα το ηθικό πλεονέκτημα έναντι των παλιών κεντρώων, που είχαν προηγούμενα υποστηρίξει τον πόλεμο.
Επανάσταση χωρίς επαναστατικό κόμμα
Το 1917, η Φεβρουαριανή Επανάσταση ανέτρεψε τον Τσάρο και ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης και της Αριστεράς στη Γερμανία. Η Επανάσταση του Οκτώβρη σταμάτησε τον πόλεμο με τη Γερμανία (αν και με μεγάλο κόστος για τη Ρωσία) και έπεισε εκατομμύρια εργατών ότι η επανάσταση ήταν στη διεθνή ημερήσια διάταξη. Το 1918 ήταν μια χρονιά καταστροφικών οικονομικών δυσκολιών για τους γερμανούς εργάτες και τεράστιων απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό στο μέτωπο. Το USPD γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη σε βάρος του SPD, ενώ η αριστερή πτέρυγα του USPD ριζοσπαστικοποιήθηκε κάτω από την επιρροή της Επανάστασης των Μπολσεβίκων. Η ιδέα μιας «ρωσικού τύπου» σοσιαλιστικής επανάστασης, βασισμένης στα εργατικά συμβούλια, έγινε πολύ δημοφιλής ανάμεσα σε εκατομμύρια εργατών και στρατιωτών. Το Νοέμβριο του 1918, οι ναύτες στασίασαν στο Κίελο και έθεσαν σε κίνηση μια γενικευμένη ανταρσία στο στράτευμα. Οι εργάτες ξεκίνησαν τη γενική απεργία, που γρήγορα οδήγησε στην πτώση του Κάιζερ, την κατάρρευση της Γερμανικής κυβέρνησης και την ανακήρυξη της Γερμανικής Δημοκρατίας. Εργατικά συμβούλια σχηματίστηκαν σε δεκάδες πόλεις με παράδειγμα τα Ρώσικα Σοβιέτ. Οι ηγέτες του Σπάρτακου αισθάνθηκαν δικαιωμένοι από την ορμή των γεγονότων. «Παρά ταύτα η οικοδόμηση μιας επαναστατικής οργάνωσης είχε καθυστερήσει πίσω από τις πύρινες πολιτικές αναλύσεις και τις υποκειμενικές απόψεις των επαναστατών, που όμως δεν ήταν ικανοί να κατανοήσουν το πλεονέκτημα… μέσα στον επαναστατικό αναβρασμό που ανέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1918», γράφει ο Μπρουέ.
Η επανάσταση του Νοέμβρη εξαπέλυσε ένα θολό ποτάμι γεγονότων, που θα μπορούσε να βάλει σε δοκιμασία και τα πλέον ισχυρά από τα επαναστατικά κόμματα. Με το στράτευμα σε ανταρσία, τα συντηρητικά κόμματα αποφάσισαν να δώσουν την εξουσία σε έναν συνασπισμό έξι υπουργών από το SPD και το USPD, σε μια υπολογισμένη προσπάθεια να ειρηνεύσουν τις μάζες. Ο ηγέτης της δεξιάς του SPD Έμπερτ, χάρη στην επαναστατική δράση της εργατικής τάξης στην οποία ήταν αντίθετος για τόσον καιρό, τώρα έγινε καγκελάριος. Στο μεταξύ, οι συνδικαλιστές και οι αξιωματούχοι του SPD όρμησαν να καθορίσουν τα εργατικά συμβούλια με προσεκτικά επιλεγμένους έμπιστους, σε μια προσπάθεια να προλάβουν την ανάπτυξη μιας δυαδικής εξουσίας, παρόμοιας με αυτήν που υπήρξε στη Ρωσία μετά το Φεβρουάριο του 1917. Το χάος των επαναστατικών γεγονότων επέτρεψε στον πειθαρχημένο μηχανισμό του SPD να κερδίσει θέσεις εξουσίας, παρά την πλήρη αναντιστοιχία της πολιτικής του γραμμής με τις πολιτικές διαθέσεις της εργατικής τάξης.
Στο μεταξύ, ξέσπασε μια ισχυρή διαφωνία στους κόλπους του USPD. Η δεξιά τάση του κόμματος προτίμησε να ρίξει το βάρος στην υποστήριξη της κυβέρνησης του SPD-USPD και να πιέζει για τη διενέργεια νέων εκλογών για το Ράιχσταγκ, σε μια προσπάθεια να επαναφέρει στο προσκήνιο τις κοινοβουλευτικές εκλογές όπως –προπολεμικά– ήταν η βασική σοσιαλιστική τακτική. Η Λούξεμπουργκ, εκπροσωπώντας την Ένωση Σπάρτακος, μιλούσε υπέρ της ισχυροποίησης των εργατικών συμβουλίων προς τη δυαδική εξουσία, με σκοπό στο τέλος να αντικαταστήσουν το Ράιχσταγκ και την καπιταλιστική κρατική γραφειοκρατία με ένα σύστημα Ρώσικου τύπου, που θα βασιζόταν άμεσα και αποκλειστικά στα εργατικά συμβούλια. Με ψήφους 485 έναντι 185, στα μέσα του Δεκέμβρη, το συνέδριο υιοθετώντας τη δεξιά οπτική, έδειξε ότι –με το τέλος του πολέμου προ των πυλών– η πλειοψηφία της ηγεσίας του USPD ήταν εναντίον ενός ανανεωμένου κύματος εργατικού αγώνα με στόχο το σοσιαλισμό. Έτσι το USPD διχάστηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ήταν απαραίτητο να αποτελέσει εναλλακτική στο SPD, αφήνοντας τους επαναστάτες χωρίς κόμμα.
Στη διάρκεια των ετών 1914-1918, οι ηγέτες του Σπάρτακου δεν αποσαφήνισαν ποτέ τους στόχους τους σε αυτό το κρίσιμο θέμα. Ήθελαν να προετοιμάσουν την ίδρυση ενός χωριστού επαναστατικού κόμματος ή απλά να προσπαθήσουν να σπρώξουν το USPD προς τα αριστερά; Σε κάθε κρίσιμο βήμα έμεναν να απορούν ποιος ήταν μαζί τους και ποιος εναντίον τους. Αντί να δίνουν τον τόνο, κατάφερναν μόνο να αντιδρούν στα γεγονότα –τον Αύγουστο του 1914, τον Γενάρη του 1917 και πάλι τον Νοέμβρη του 1918. Η απόφαση της πλειοψηφίας του USPD να απομακρυνθεί από τα εργατικά συμβούλια, εντέλει, ανάγκασε τους ηγέτες του Σπάρτακου να ιδρύσουν το δικό τους κόμμα, όμως μόνο μετά το κλείσιμο της πρώτης φάσης της επανάστασης. Το πικρό συμπέρασμα του Μπρουέ είναι ότι οι επαναστατικές ιδέες της Ένωσης Σπάρτακος και η ικανότητα να εμπνέουν αγωνιστικά ξεσπάσματα αποδείχτηκαν όπλα όχι αρκετά για να ανταγωνιστούν τα οργανωμένα κόμματα του SPD και του USPD. Οι επαναστάτες ήταν θλιβερά ανέτοιμοι για την επανάσταση. Αν θέλουμε να κάνουμε κάποιες συγκρίσεις, τον Γενάρη του 1917 οι Μπολσεβίκοι είχαν περίπου 25.000 μέλη με μια δεκαπενταετή παράδοση κοινής κομματικής δράσης, τις εμπειρίες του 1905 στο οπλοστάσιό τους και έναν εντυπωσιακό αριθμό παράνομων και νόμιμων εντύπων, που διανέμονταν σε δεκάδες χιλιάδες εργάτες. Η Ένωση Σπάρτακος είχε μερικές εκατοντάδες μελών, δεν είχε δικά της έντυπα πλατιάς κυκλοφορίας, ενώ είχε μικρή εμπειρία οργανωμένου αγώνα εναντίον των άλλων πολιτικών ομάδων και κομμάτων και περιορισμένη εμπειρία στην καθημερινή καθοδήγηση της ταξικής πάλης.
Η ίδρυση του KPD
Παρά το φανερά αργοπορημένο ξεκίνημα, στα τέλη του Νοέμβρη του 1918, οι προοπτικές της ίδρυσης ενός επαναστατικού κόμματος φάνηκαν ικανοποιητικές για τους ηγέτες του Σπάρτακου. Η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ έλπιζαν ότι θα εντάξουν τρεις σημαντικές ομάδες επαναστατών στο νέο κόμμα: Καταρχήν, τα ηγετικά στελέχη –συμπεριλαμβανομένων των ίδιων– της Ένωσης Σπάρτακος (Πάουλ Λέβι, Τσέτκιν, Φρέλιχ κλπ.), επίσης τις ριζοσπαστικές κομουνιστικές ομάδες που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο USPD, όπως και τις δυνάμεις της πρόσφατα ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας και τέλος τους επαναστάτες συνδικαλιστές βάσης που βρίσκονταν κυρίως γύρω από τους εργάτες μηχανουργίας στο Βερολίνο.
Στην πράξη, οι δυνάμεις που προσέλκυσε το ιδρυτικό συνέδριο του KPD ήταν μικρότερες. Στο Βερολίνο, στις 30 Δεκεμβρίου του 1918, συναντήθηκαν μόλις 112 αντιπρόσωποι, εκπροσωπώντας αρκετές χιλιάδες μέλη και δεκάδες χιλιάδες ενεργούς συμπαθούντες του νέου κόμματος. Ο Ρίχαρντ Μίλερ και οι συνδικαλιστές βάσης δεν ήταν καν παρόντες στο ιδρυτικό συνέδριο του KPD, καθώς γενικά θεωρούσαν την πλειονότητα των στελεχών του KPD θερμοκέφαλους και τυχοδιώκτες. Ο Λίμπκνεχτ προσπάθησε να γεφυρώσει το κενό, προωθώντας διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαφόρων ομάδων. Τα πράγματα δυσκόλευαν από το γεγονός ότι οι περισσότεροι αντιπρόσωποι του KPD φάνηκαν να έχουν μια ολότελα ουτοπιστική εκτίμηση των δυνάμεών τους. Για παράδειγμα, ψήφισαν υπέρ του μποϊκοτάζ στις εκλογές για το Ράιχσταγκ, που είχε προκηρύξει η κυβέρνηση του SPD και του USPD για το Φεβρουάριο του 1919. Ο Ότο Ρούλε, που είχε μετατοπιστεί προς ενός είδους αναρχικές θέσεις, διαφώνησε με την κατηγορηματική θέση του Λέβι να εκμεταλλευτούν τις εκλογές σαν πλατφόρμα για να οικοδομήσουν το KPD, διακηρύσσοντας: «Σήμερα έχουμε άλλες πλατφόρμες. Ο Δρόμoς είναι μια μεγάλη πλατφόρμα, που δεν θα εγκαταλείψουμε, ακόμα και αν μας τουφεκίσουν».
Η Λούξεμπουργκ, ο Λίμπκνεχτ, ο Λέβι, η Τσέτκιν και σχεδόν όλοι οι επιφανείς ηγέτες του Σπάρτακου υποστήριξαν τη συμμετοχή στις εκλογές, με το σκεπτικό ότι το SPD και το USPD είχαν πετύχει να υποβαθμίσουν τα εργατικά συμβούλια και η επαναστατική Αριστερά ήταν αρκετά αδύναμη να δημιουργήσει μια νέα επανάσταση μόνη της. Έτσι, το KPD έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις εκλογές ως βάση (πλατφόρμα) για να διαδώσει τις ιδέες της και να στρατολογήσει νέα μέλη, όπως είχαν κάνει οι Μπολσεβίκοι μετά την επανάσταση του 1905.
Παρά ταύτα η μεγάλη πλειοψηφία των αντιπροσώπων του KPD ήταν πολύ εχθρική απέναντι σε αυτή τη θέση, επειδή περίμεναν ότι μια νέα αυθόρμητη επανάσταση θα ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή. Έτσι με ψήφους 62 έναντι 23 πέρασε η αποχή στις εκλογές. Ακόμα χειρότερα, στην επόμενη ψηφοφορία συνεδρίου του KPD, και δυστυχώς αυτή τη φορά με την υποστήριξη της Λούξεμπουργκ, τα εργατικά συνδικάτα θεωρήθηκαν ξεπερασμένα και οι επαναστάτες έπρεπε να πιέσουν τους εργάτες να παραιτηθούν από αυτά χάριν των εργατικών συμβουλίων.
Αυτές οι υπερ-αριστερές θέσεις (και ο δισταγμός του Μίλερ να τα σπάσει με τους κεντρώους) οδήγησαν στην κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τους επαναστάτες συνδικαλιστές βάσης. Ο Μπρουέ εξηγεί την επίπτωση:
«Οι Σπαρτακιστές ήταν απομονωμένοι από αυτούς τους μαχητικούς οργανωτές της εργατικής τάξης, τα αυθεντικά αναντικατάστατα στελέχη ενός εργατικού επαναστατικού κόμματος, καθώς είχαν συνείδηση του γεγονότος ότι δεν είχαν καμία σύνδεση με το κίνημα των βιομηχανικών εργατών. Από την άλλη, οι αξιοθαύμαστοι μαχητές των εργοστασίων του Βερολίνου έτσι στερούντο της πολιτικής καθοδήγησης της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ... Το νεογέννητο Κομουνιστικό Κόμμα ήταν ευθύς εξαρχής απομονωμένο από τις μάζες και καταδικασμένο σε ανεπάρκεια πριν ακόμα μπει στη μάχη».
Ο Λέβι σχολίαζε πικρά:
«Ο αέρας του Βερολίνου… ήταν γεμάτος από την επαναστατική ένταση… Δεν υπήρχε κανείς που να μην αισθάνεται ότι το άμεσο μέλλον θα έφερνε περισσότερες μεγάλες διαδηλώσεις και δράσεις… οι αντιπρόσωποι που εκπροσωπούσαν αυτές τις μέχρι τότε ανοργάνωτες μάζες, που είχαν έρθει σε μας μέσα από τη μάχη και για τη μάχη, απλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι κάθε καινούρια δράση ήταν εύκολα προβλέψιμη και μπορούσε να καταλήξει όχι σε νίκη, αλλά σε υποχώρηση. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν, ούτε στα όνειρά τους, ότι θα χρειαστεί να ακολουθήσουν μια τακτική που θα τους άφηνε ένα περιθώριο ελιγμών, εάν χρειαζόταν να υποχωρήσουν».
Τότε η Λόυξεμπουργκ πίστευε ότι ο αριστερισμός του KPD ήταν οι φυσιολογικές «στριγκλιές» ενός νεογέννητου. Πίστευε ότι «το νέο κόμμα θα έβρισκε το σωστό δρόμο παρά τα λάθη του…». Ίσως προσπαθούσε να ωραιοποιήσει μια κατάσταση, είναι όμως επίσης πιθανό η αισιόδοξη άποψή της να βασιζόταν στην ακλόνητη πίστη της ότι οι αυθόρμητες μάχες της εργατικής τάξης θα διόρθωναν τα «λάθη» του KPD στην πράξη. Ακόμα και στο ιδρυτικό συνέδριο του KPD, η Λούξεμπουργκ απέφυγε την προσπάθεια να χρησιμοποιήσει το κύρος της για να πειθαρχήσει τις γραμμές του. Για παράδειγμα, ενώ έκανε μια καταπληκτική παρουσίαση των γενικών αρχών του KPD και γενικά επιχειρηματολόγησε εναντίον του αριστερισμού, άφησε τον Λέβι, που δεν απολάμβανε τον σεβασμό που αυτή είχε μέσα στους νεαρούς αντιπροσώπους, να κάνει μια πιο αμφιλεγόμενη εισήγηση για την ανάγκη να συμμετάσχουν στις εκλογές.
Το νεαρό KPD εισήλθε στην περίοδο της αστάθειας του Ιανουαρίου του 1919 με τη δύναμη να οργανώνει κάποιες σημαντικές διαδηλώσεις, και κάποια από τα ηγετικά στελέχη του είχαν τη συμπάθεια και μπορούσαν να υπολογίζουν στη συνεργασία μερικών στελεχών, που είχαν επιλέξει να παραμείνουν στο USPD, όπως ο Μίλερ για παράδειγμα. Όμως το KPD είχε ουσιαστικά μια ανοργάνωτη βάση, με περίπου 3.000 μέλη, που δεν είχαν μια σαφή ιδέα για το πώς θα δράσουν σαν οργανωμένο κόμμα. Συγκρινόμενο με τον μηχανισμό πανεθνικής εμβέλειας και τη μαζική βάση μελών του SPD και του USPD (τα δύο μαζί αριθμούσαν πάνω από 100.000 μέλη), το KPD ήταν στην πραγματικότητα αδύναμο. Οι δυνάμεις του ήταν τόσο περιορισμένες, που στην πραγματικότητα χρειαζόταν αγώνας έστω και μόνο για να επικοινωνήσουν ανάμεσα στις πόλεις, αλλά και ανάμεσα σε συνοικίες του Βερολίνου. Το πρόβλημα γινόταν όλο και πιο σύνθετο, αν συνυπολογίσει κανείς το μείγμα του αριστερίστικου ενθουσιασμού που περιέγραφε ο Λέβι, με την έλλειψη μιας έμπειρης ηγετικής ομάδας, που θα ενέπνεε την ενοποίηση και την αφοσίωση των στελεχών και των μελών. Ενώ ο Λένιν χαιρέτησε την ίδρυση του κόμματος, ήταν ένα κόμμα που δεν μπορούσε ακόμη να συντονίσει τα γεγονότα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.
Όμως αυτή η συνειδητοποίηση ήρθε μόνο μετά από ένα ακόμη τρομερό χτύπημα. Σε απάντηση σε μια προβοκάτσια των Αρχών του SPD του Βερολίνου, ο Λίμπκνεχτ και οι επαναστάτες συνδικαλιστές βάσης (οι οποίοι λίγες μόνο μέρες πριν είχαν αρνηθεί να ενωθούν με την αριστερίστικη νεολαία του KPD) κήρυξαν γενική απεργία και κάλεσαν το λαό να ανατρέψει την κυβέρνηση. Ο Ράντεκ προειδοποιούσε την ηγεσία του KPD για τον κίνδυνο:
«Στην μπροσούρα σας… “Τι Θέλει η Ένωση Σπάρτακος”, δηλώνετε ότι θέλετε να καταλάβετε την εξουσία, εφόσον σας στηρίξει η πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Αυτή η πέρα για πέρα σωστή οπτική στηρίζεται στο απλό γεγονός ότι μια εργατική κυβέρνηση δεν μπορεί να σχηματιστεί, εάν δεν έχει την υποστήριξη και τη μαζική οργάνωση του προλεταριάτου. Σήμερα, οι μόνες μαζικές οργανώσεις που μπορεί κανείς να υπολογίζει, τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια, δεν έχουν δύναμη παρά μόνο στα χαρτιά. Συνεπώς, δεν είναι το κόμμα του αγώνα, το Κομουνιστικό Κόμμα, αυτό που τους καθοδηγεί, αλλά είναι οι σοσιαλ-πατριώτες και οι Ανεξάρτητοι. Σε μια τέτοια κατάσταση, δεν υπάρχει πιθανότητα ούτε στα όνειρα, το προλεταριάτο να πάρει την εξουσία. Ακόμα και αν, ως αποτέλεσμα πραξικοπήματος, έπεφτε η κυβέρνηση στα χέρια σας, θα αποκοβόσασταν ταχύτατα από την επαρχία, και αυτή η κυβέρνηση θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μόνο ώρες».
Αν και αρχικά η απεργία συνάντησε ενθουσιασμό, ήταν φτωχά οργανωμένη και η κυβέρνηση του SPD μπόρεσε να ανταποδώσει το χτύπημα. Η απεργία του Ιανουαρίου ήταν παρόμοια πρόκληση με αυτή που αντιμετώπισαν οι Μπολσεβίκοι τον Ιούλη του 1917. Τότε, οι μάζες των εργατών και των στρατιωτών της Πετρούπολης κατέβηκαν σε μισο-οργανωμένες και μισο-αυθόρμητες απεργίες και ένοπλες διαδηλώσεις. Ο Λένιν διαφωνούσε με αυτές τις κινητοποιήσεις, γιατί υποστήριζε ότι, και αν ακόμη έπαιρναν την εξουσία στην Πετρούπολη, η υπόλοιπη χώρα δεν θα ήταν ακόμα πολιτικά έτοιμη και γρήγορα οι επαναστάτες θα απομονώνονταν και θα καταστέλλονταν από τις πιο συντηρητικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι Μπολσεβίκοι αποκάλεσαν τις Μέρες του Ιούλη: «κάτι περισσότερο από απεργία, κάτι λιγότερο από εξέγερση». Ακόμα και αν διαφωνούσαν με τις διαμαρτυρίες, έστειλαν τις δεκάδες χιλιάδες των μελών τους στους δρόμους της Πετρούπολης μαζί με τους εργάτες και τους στρατιώτες, για να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να αποφευχθεί το χάος. Αν και αυτό εξόργισε πολλούς από τους πρόσφατα ριζοσπαστικοποιημένους εργάτες και στρατιώτες, οι Μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να εμποδίσουν έναν πρώιμο ξεσηκωμό και, τελικά, να βοηθήσουν τις μάζες σε μια σχετικά συντεταγμένη και οργανωμένη υποχώρηση, όταν η Δεξιά αντεπιτέθηκε.
Αντιμέτωπο με ένα παρόμοιο αυθεντικό ξέσπασμα οργής και απογοήτευσης ενάντια στην κυβέρνηση του SPD από την πλευρά της εργατικής τάξης του Βερολίνου και των χιλιάδων παροπλισμένων στρατιωτών, το KPD αποδείχτηκε ανίκανο να χρησιμοποιήσει τις τακτικές που είχαν χρησιμοποιήσει οι Μπολσεβίκοι στις Μέρες του Ιούλη. Ο Μπρουέ φωτίζει την αδυναμία του KPD, δείχνοντας ότι όχι μόνο ο Λίμπκνεχτ αγνόησε τις αποφάσεις του κόμματος, αλλά και ότι οι κομματικές δυνάμεις ήταν τόσο ανεπαρκείς, που ακόμα και η ίδια η Λούξεμπουργκ δεν γνώριζε τι έκανε ο στενότερός της συνεργάτης. Η απόσταση μεταξύ Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ δεν ήταν απλά θέμα χαρακτήρα. Στη διάρκεια των Ημερών του Ιούλη, πολλοί Μπολσεβίκοι υιοθέτησαν μια τακτική σαν του Λίμπκνεχτ, να πιέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο, ανταποκρινόμενοι στη ριζοσπαστικοποίηση μερικών δεκάδων χιλιάδων εργατών στην κορυφαία επαναστατική πόλη.
Όμως, το Μπολσεβίκικο Κόμμα, στο σύνολό του, μπορούσε να κερδίζει αυτά τα στελέχη του με τη γραμμή του κόμματος και να διατηρεί την ενότητα του κόμματος στην πράξη. Η Λούξεμπουργκ μπορεί να μοιραζόταν την προσέγγιση του Λένιν για τις «Μέρες του Ιούλη» της Γερμανικής Επανάστασης, δεν μπόρεσε όμως να κερδίσει το νεαρό κόμμα της σε μια συντονισμένη δράση. Αντί να οδηγήσει τους εργάτες του Βερολίνου έξω από την παγίδα, το KPD τους ακολούθησε μέσα σ’ αυτήν. Όταν κρύβονταν μαζί με τον Λίμπκνεχτ κατά τη διάρκεια της καταστολής που ακολούθησε την ήττα της απεργίας, η Λούξεμπουργκ διάβασε για πρώτη φορά έναν απολογισμό για τον ρόλο του Λίμπκνεχτ στην πρόωρη εξέγερση. «Και του είπε, “Καρλ, αυτό είναι το πρόγραμμά μας;”. Μεταξύ τους έπεσε σιωπή».
Ο Ρεφορμισμός γίνεται αντεπανάσταση
Σύμφωνα με τον Μπρουέ, αν η πρώτη φάση της Γερμανικής επανάστασης απέδειξε ότι το KPD ήταν ανέτοιμο για να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, απέδειξε ταυτόχρονα ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες του SPD, που πριν τον πόλεμο εμφανίζονταν ως οπαδοί της «μετριοπάθειας» και των «σταδιακών αλλαγών», τώρα αποδείχτηκαν οι πιο ανελέητοι και πανούργοι εκφραστές της αντεπαναστατικής βίας. Μπροστά στην κατάρρευση του τακτικού στρατού, η Γερμανική άρχουσα τάξη χρηματοδότησε μια παραστρατιωτική δύναμη χιλιάδων δεξιών αξιωματικών, τα διαβόητα Φράι Κορπς. Ενώ αυτή η δύναμη ήταν αρχικά μικρή (4.000 πολεμιστές), ήταν πειθαρχημένη, καλά εξοπλισμένη και αφοσιωμένη στο καθήκον να τσακίσουν τους εργάτες και να διαλύσουν την επαναστατική Αριστερά. Οι υπουργοί του SPD, ειδικά ο Nόσκε, βοήθησαν στη δημιουργία αυτής της δύναμης, την υπερασπίστηκαν και τη χρησιμοποίησαν για να επανέλθει η τάξη σε ολόκληρη τη Γερμανία στους μήνες που ακολούθησαν τον Νοέμβρη του 1918. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δεξιά του SPD απέδειξε ότι όχι μόνο ήταν επιδέξια στις μεθοδεύσεις και τις εκλογικές μανούβρες στην υπηρεσία του Γερμανικού καπιταλισμού, αλλά και ανελέητη. Δεν δίστασε μπροστά σε δολοφονίες, ακόμα και αν αυτό σήμαινε δολοφονίες πρώην συντρόφων.
Στην κορύφωση της γενικής απεργίας του Ιανουαρίου, η ελεγχόμενη από το SPD εφημερίδα Vorwarts δημοσίευσε ένα άρθρο δηλώνοντας: «Ο Καρλ, η Ρόζα και οι συνεργάτες τους κανείς τους νεκρός, ούτε ένας τους δεν είναι ανάμεσα στους νεκρούς». Αυτό θεωρήθηκε από τους πάντες ως το πράσινο φώς για τη δολοφονία τους, η οποία εκτελέστηκε από τα Φράι Κορπς μόλις δύο μέρες μετά. Οι Λίμπκνεχτ-Λούξεμπουργκ συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Ο υπουργός του SPD Σάιντεμαν δικαιολόγησε τις δολοφονίες, ρίχνοντας υποκριτικά την ευθύνη στα θύματα: «Βλέπετε πως και οι ίδιοι έπεσαν θύματα της δικής τους τρομοκρατικής τακτικής!». «Μετά από αυτό, ανάμεσα στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες και τους κομουνιστές θα υπήρχε πάντα το αίμα του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ», εξηγεί ο Μπρουέ.
Η εξέγερση του Ιανουαρίου και το κύμα της καταστολής, που την ακολούθησε, πισωγύρισαν την επανάσταση και έστειλαν το KPD στην παρανομία. Ο Ράντεκ συνελήφθη, αλλά δεν δολοφονήθηκε. Ο Γιόγκισες δολοφονήθηκε, «πυροβολήθηκε, ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει». Σε ένα περιστατικό, ο υπολοχαγός Μάριοχ συνειδητά διάλεξε και πυροβόλησε 29 ναύτες, «επειδή φαίνονταν ύποπτα ευφυείς». Στα απομνημονεύματά του, ο Νόσκε παραδέχεται ότι 1.200 επαναστάτες σφαγιάστηκαν, οι επαναστάτες ισχυρίζονται ότι ξεπερνούν τις 3.000.
Ο Μπρουέ υποστηρίζει:
«Η ηγεσία του Κομουνιστικού Κόμματος δεν είχε κατορθώσει να αποτρέψει τη συντριβή ενός κινήματος, το οποίο η ίδια είχε βοηθήσει να ξεσπάσει, ενώ δεν είχε κάνει τίποτα για να το ελέγξει. Είχε αφήσει από πολύ καιρό να της ξεφύγει η ευκαιρία ενός αγώνα για ένα ενωμένο ταξικό μέτωπο ενάντια στους ηγέτες, που είχαν συμμαχήσει με τους στρατηγούς. Θα πλήρωνε βαρύ αντίτιμο για την αριστερίστικη δράση που είχε υιοθετηθεί, χωρίς να υπάρχουν τα κατάλληλα αντανακλαστικά από τον Λίμπκνεχτ και την πλειοψηφία των επαναστατών συνδικαλιστών βάσης».
Παρά τις απώλειες, το KPD και η επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης δεν εξουδετερώθηκαν. Έζησαν τα επόμενα τεσσεράμισι χρόνια, δίνοντας σκληρό αγώνα για να βρουν απαντήσεις στα ερωτήματα που είχαν αφήσει αναπάντητα οι μάρτυρες του 1919. Η περίοδος αυτή θα μας απασχολήσει στο δεύτερο μέρος αυτής της παρουσίασης.
Συμπέρασμα
Η ισορροπημένη ανάλυση του Μπρουέ παρέχει πολλά σημαντικά μαθήματα για τους επαναστάτες του σήμερα.
Καταρχήν, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επιβεβαίωσε ότι οι ιδέες έχουν σημασία –στην πραγματικότητα είναι ικανές να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε διαφορετικές μεριές των οδοφραγμάτων. Η διαμάχη του Μπερνστάιν με τη Λούξεμπουργκ είχε ζωτικές συνέπειες, ακόμα και εάν τότε αυτό δεν ήταν απολύτως καθαρό. Η προσπάθεια του Κάουτσκι να υποβαθμίσει τη σημασία αυτής της σύγκρουσης οδηγούσε στον αποπροσανατολισμό της αριστερής πτέρυγας κι έδινε χρόνο στη δεξιά να παγιώσει τον έλεγχό της στον κομματικό μηχανισμό.
Δεύτερο, οι καπιταλιστές είναι ιδιαίτερα ευρηματικοί, όταν έρχεται η στιγμή να αμυνθούν και να μεταφέρουν το κόστος της κρίσης πάνω στην εργατική τάξη. Όμως, ο ανελέητος οικονομικός ανταγωνισμός, που βρίσκεται στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος διεθνώς, σπρώχνει τους καπιταλιστές και τις αστικές κυβερνήσεις σε κάθε χώρα να συγκρούονται μεταξύ τους, με την ελπίδα ότι ο καθένας απ’ αυτούς ξεχωριστά θα επιβιώσει μπροστά στην απειλή της καταστροφής. Ο Κάουτσκι δεν πίστευε ότι ο Ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα έφτανε σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Στη πραγματικότητα αυτό έγινε δύο φορές μεταξύ του 1914 και του 1945.Ο καπιταλισμός εκτρέφει τον πόλεμο και αυτός ο κίνδυνος μπορεί να ξεπεραστεί μόνο όταν αντικατασταθεί από τον σοσιαλισμό –ένα μάθημα με ολοφάνερα ανεκτίμητη αξία στο σημερινό κόσμο.
Τέλος, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ ήταν πολιτικοί γίγαντες. Τους έλειπε, όμως, ένα ισχυρό πολιτικό κόμμα με ξεκάθαρες Μαρξιστικές ιδέες ριζωμένες στην εργατική τάξη, γεγονός που τους εμπόδισε να κάνουν τις επαναστατικές τους ιδέες πράξη. Το βιβλίο του Μπρουέ θα βοηθήσει μια καινούρια γενιά αγωνιστών να διδαχθούν απ’ αυτές τις αλήθειες.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Carl E.Schorske, «Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία 1905-1917: Η δημιουργία του μεγάλου σχίσματος (German Social Democracy 1905-1917 :The Development of the Great Schism), Cambridge, Mass: Harvard University Press,1983.
2. Ό.π., 23.