Πάνε σήμερα 20 χρόνια από την πρώτη εκλογή του Ούγκο Τσάβες στην προεδρία της Βενεζουέλας, η οποία συχνά θεωρείται η εκκίνηση της αναζωογόνησης της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική. Πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε όλη την εμπειρία από το 1998 ως σήμερα; Ήταν απλά μια οφθαλμαπάτη; Υπήρξε μια αυθεντική στροφή προς τα αριστερά; Και γιατί φαίνεται να υποχωρεί τόσο γρήγορα;
Ένας τρόπος για να μπορέσουμε να συζητήσουμε γι’ αυτή την εμπειρία είναι να τη σκεφτούμε με όρους διαφορετικών φάσεων, ώστε να μπορέσουμε να χαρακτηρίσουμε –με την εκ των υστέρων γνώση– τις διαφορετικές φάσεις και τα σημεία καμπής. Είναι αλήθεια ότι η εκλογική νίκη του Τσάβες στα τέλη του 1998 και η ανάληψη της εξουσίας το Φλεβάρη του 1999 θεωρείται από πολλούς η αφετηρία. Εγώ δεν το βλέπω έτσι, γιατί μια τέτοια προσέγγιση υποστηρίζει την επικυριαρχία των εκλογικών κύκλων πάνω στις εξελίξεις. Στην πραγματικότητα, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του τέλους της δεκαετίας του ’90 και της αρχής του 21ου αιώνα ήταν η εξωκοινοβουλευτική ανασυγκρότηση μιας κοινωνικής Αριστεράς, μετά από 20 χρόνια αποσύνθεσης και ήττας από τον νεοφιλελευθερισμό. Αυτή προέκυψε κατά τη βαθιά νεοφιλελεύθερη ύφεση μεταξύ 1998 και 2002 –στα τέσσερα χρόνια αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, αύξησης της ανισότητας, της φτώχειας και της ανεργίας, που ερχόταν «στην πλάτη» 20 χρόνων κοινωνικής υποβάθμισης λόγω των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων.
Αυτή η «στιγμή» ήταν σημαντική, γιατί σε όλη την περιοχή και ειδικά στη Νότια Αμερική (η Κεντρική Αμερική και το Μεξικό ακολουθούσαν τις δικές τους διαφορετικές δυναμικές), η Δεξιά και η κεντροδεξιά ήταν σχεδόν παντού στην εξουσία. Οπότε θεωρήθηκαν αυτές υπεύθυνες για την κρίση. Αλλά η Αριστερά, εξαιτίας χρόνων αποσύνθεσης, δεν είχε αξιόλογους πολιτικούς κομματικούς σχηματισμούς, εκτός από το Κόμμα των Εργατών (PT) στη Βραζιλία και λίγες άλλες μικρότερες εξαιρέσεις. Τα παλιότερα κεντροαριστερά κόμματα είχαν προσχωρήσει στο νεοφιλελεύθερο ρεύμα.
Οπότε η πρώτη έκρηξη, η πρώτη φάση ανόδου της Αριστεράς, ήταν κυρίαρχα εξωκοινοβουλευτική: ήταν το κίνημα ανέργων εργατών στην Αργεντινή κατά την οικονομική κρίση σε αυτή τη χώρα, οι αριστερές εξεγέρσεις των ιθαγενών στη Βολιβία και το Εκουαδόρ, το κίνημα των ακτημόνων στη Βραζιλία κλπ. Αυτό είναι το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη η εκλογή του Τσάβες. Αλλά η εκλογική ενίσχυση της Αριστεράς σε άλλες χώρες, εκτός από τη Βενεζουέλα, δεν εμφανίζεται παρά μόνο στη δεύτερη φάση, στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Οπότε η πρώτη φάση κυριαρχείται από την εντυπωσιακή εξωκοινοβουλευτική μαχητικότητα και μια αυξανόμενη αντικαπιταλιστική διάθεση μέσα στις γραμμές της Αριστεράς. Δεν θέλω να υπερβάλω –σε μεγάλο βαθμό αυτή η διάθεση ήταν αντινεοφιλελεύθερη. Αλλά υπήρχαν σημαντικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, ειδικά στις χώρες με τα πιο μαχητικά κινήματα, με τη Βολιβία να βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της τάσης.
Στη δεύτερη φάση, όμως, αρχίζουμε να βλέπουμε τις πρώτες καθοριστικές αντιφάσεις της αριστερής στροφής. Ξεκινώντας από την εκλογή του Λούλα στη Βραζιλία κι έπειτα με τις εκλογές σε όλη τη Νότια Αμερική μεταξύ 2003 και το 2008, αλλάζει όλο το πολιτικό τοπίο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, παντού κυριαρχούσε η κεντροδεξιά και η Δεξιά. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, σχεδόν όλη η Νότια Αμερική είναι αριστερή ή κεντροαριστερή, με τις εξαιρέσεις της Κολομβίας, της Χιλής και του Περού, οι οποίες είναι σημαντικές εξαιρέσεις, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν αναιρούν ότι όλη η υπόλοιπη περιοχή είχε μετατοπιστεί πολιτικά. Αυτή η στροφή προς τις εκλογικές πολιτικές σήμαινε μια αλλαγή στους χρόνους και στο ρυθμό των αγώνων, προς την εξυπηρέτηση του στόχου της διασφάλισης της εκλογικής νίκης, αλλά και έναν μετριασμό πολλών από τα αιτήματα που είχαν προκύψει από τα κάτω.
Αυτή η διαδικασία επίσης συνέπεσε με μια ανανέωση του δυναμισμού του καπιταλισμού στην περιοχή –κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό: οι εκλογικές νίκες δεν συνέβησαν στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης που υπήρχε λίγα χρόνια πριν, αλλά στη διάρκεια μιας περιόδου ανανεωμένης καπιταλιστικής δυναμικής, που τροφοδοτούνταν από την εκβιομηχάνιση της Κίνας, η οποία έσπρωχνε προς τα πάνω τις τιμές των ορυκτών, του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και αγροβιομηχανικών προϊόντων όπως η σόγια κλπ.
Αυτό με τη σειρά του επέτρεψε στις κεντροαριστερές και αριστερές κυβερνήσεις να παραπέμψουν για το μέλλον μια σειρά από ταξικά ζητήματα και επιλογές. Με αυτό εννοώ ότι οι κυβερνήσεις μπόρεσαν να ανταποκριθούν σε αρκετά από τα βασικά αιτήματα της κοινωνικής τους βάσης και να αμβλύνουν την εξωκοινοβουλευτική δυσαρέσκεια απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, αξιοποιώντας τα πολύ αυξημένα κρατικά έσοδα σε διάφορα επιδοματικά προγράμματα. Μαζί με την αύξηση των επιπέδων απασχόλησης, καθώς υπήρχε πλέον καπιταλιστική ανάπτυξη, υπήρξε και η βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο και η μείωση της φτώχειας. Αυτό ίσχυε εξίσου και σε χώρες με δεξιές κυβερνήσεις, όπως η Κολομβία και το Περού. Θα ήταν πραγματικά κατόρθωμα να μη μειώσουν κι αυτές τη φτώχεια στη διάρκεια της οικονομικής έκρηξης στις τιμές των εξαγωγικών προϊόντων, αν και οι αριστερές κυβερνήσεις τα κατάφεραν καλύτερα. Μπόρεσαν να τα καταφέρουν μέσα στο πλαίσιο του «μπουμ» στις τιμές, κάνοντας μικρές αναπροσαρμογές στο μετοχικό και φορολογικό καθεστώς των εξαγωγικών τομέων των οικονομιών, χωρίς να συγκρουστούν στα σοβαρά με το κεφάλαιο.
Έτσι για παράδειγμα όλες οι πολυεθνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στον τομέα του φυσικού αερίου στη Βολιβία, όταν ανέλαβε ο Μοράλες, παρέμειναν ανέγγιχτες. Καμιά τους δεν έφυγε. Ξέρουμε ότι ο μόνος λόγος που υπάρχουν αυτές οι εταιρίες είναι για να επιδιώκουν κέρδη και αν κοιτάξουμε τις τάσεις αυτής της περιόδου, βλέπουμε ότι είχαν αύξηση των καθαρών κερδών τους, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’90.
Κατά τη διάρκεια του «μπουμ», οι αριστερές κυβερνήσεις μπορούσαν, χωρίς να αμφισβητούν το μερίδιο του ΑΕΠ που πήγαινε στο κεφάλαιο, να αυξήσουν σημαντικά τα κρατικά έσοδα μέσα από μετριοπαθείς μετοχικές και φορολογικές αλλαγές και να κατευθύνουν μέρος αυτών των εσόδων στα πολύ δημοφιλή προγράμματα αντιμετώπισης της φτώχειας. Αυτό ενίσχυσε τη λαϊκή νομιμοποίηση και τη δημοφιλία αυτού που κάποιοι αποκαλούν «αποζημιωτικό κράτος» –τα κράτη που αποζημιώνουν την κοινωνική τους βάση, ενώ δεν συγκρούονται με το κεφάλαιο, ούτε αλλάζουν τις κοινωνικές σχέσεις ιδιοκτησίας στη χώρα. Προφανώς και υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις χώρες, αλλά αυτή είναι η γενική τάση. Όμως αυτή η «αμοιβαία» επωφελής σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας εξαρτιόταν από τις υψηλές τιμές των εξαγωγικών εμπορευμάτων.
Όταν χτύπησε η παγκόσμια κρίση το 2008, δεν είχε ακαριαίο αντίκτυπο στη Λατινική Αμερική. Είχε στο Μεξικό, την Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική, γιατί αυτές οι οικονομίες είναι βαθιά συνδεδεμένες με την αμερικανική αγορά –είναι η βασική αγορά για τις εξαγωγές τους και η βασική πηγή ξένου συναλλάγματος με τη μορφή εμβασμάτων από τους μετανάστες εργάτες με ή χωρίς χαρτιά στις ΗΠΑ. Αλλά στη Νότια Αμερική δεν είχαμε μια άμεση ύφεση, γιατί κατά τις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε υπάρξει μια μεγάλη στροφή στις εμπορικές σχέσεις προς την Ανατολική Ασία και όχι προς την αμερικανική αγορά. Η Κίνα επιχείρησε να καθυστερήσει την κρίση της, μέσα από τα δικά της εξωπραγματικά αντικυκλικά προγράμματα δαπανών σε υποδομές κ.ο.κ. Αυτό λειτούργησε για περίπου τρία χρόνια, με την Κίνα να έχει μειωμένους, αλλά σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιβραδύνεται από το 2011 και κάθε χρόνο έκτοτε. Η Κίνα έχει τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το 1990. Και κάθε μονάδα μείωσης του ΑΕΠ της Κίνας είναι μια σημαντική μείωση του ΑΕΠ στη Νότια Αμερική, εξαιτίας της επιβράδυνσης του εξαγωγικού εμπορίου. Έτσι το 2012 ξέσπασε μια ύφεση σχεδόν σε όλη τη Νότια Αμερική –πρώτα με τη μείωση των τιμών των αγροβιομηχανικών εμπορευμάτων και των ορυκτών κι έπειτα με την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου το 2014, που βύθισε τη Βενεζουέλα σε μια απίστευτη κρίση. Η κρίση στη Βενεζουέλα προϋπήρχε της πτώσης της τιμής του πετρελαίου και προφανώς δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο ζήτημα των πετρελαϊκών τιμών, αλλά ταυτόχρονα αυτό το ζήτημα είχε σημαντικό αντίκτυπο στη βενεζουελάνικη οικονομία.
Και αυτή είναι που αποκαλώ τρίτη φάση –ο καθυστερημένος αντίκτυπος της παγκόσμιας κρίσης στη Λατινική Αμερική. Αρχίζει το 2012 και επιμένει μέχρι σήμερα. Η δυνατότητα που είχαν στην αρχή του κύκλου οι κυβερνήσεις να αποφεύγουν κάποια ταξικά ζητήματα δεν υπήρχε πια. Με τη δυσμενή εξέλιξη στα κρατικά έσοδα, τα καθεστώτα έπρεπε να αποφασίσουν ποιο τμήμα της κοινωνίας θα πληρώσει. Θα ήταν το κεφάλαιο, μέσα από την αύξηση της φορολογίας; Θα μπορούσε να έχει επιβληθεί η φορολόγηση επί των κερδών του κεφαλαίου, που είναι πρακτικά ανύπαρκτη σε αυτές τις χώρες, ή μια αύξηση στους φόρους των εξορυκτικών κλάδων. Ακόμα πιο ριζοσπαστικά, θα μπορούσε να επιβληθεί η απαλλοτρίωση-κοινωνικοποίηση κάποιων από αυτούς τους κλάδους της οικονομίας. Αυτός θα ήταν ένας τρόπος να συντηρηθούν κάποια από τα φιλολαϊκά προγράμματα ακόμα και σε συνθήκες μειωμένης δυναμικής και ανάπτυξης. Αυτό που συνέβη όμως τελικά στην πραγματικότητα ήταν η απόφαση των αριστερών κυβερνήσεων να μεταφέρουν το κόστος στη δική τους κοινωνική βάση, ποντάροντας στην εκτίμηση ότι η αφοσίωση αυτών των κοινωνικών στρωμάτων θα ήταν δεδομένη.
Δεν υπήρχε καμιά μαζική αντιπολιτευτική δύναμη στα αριστερά τους, οπότε πίστεψαν ότι η κοινωνική τους βάση θα συνεχίσει να τις ψηφίζει, την ίδια ώρα που επιχειρούσαν να παραμείνουν αξιόπιστες απέναντι στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και το κεφάλαιο γενικότερα. Υπάρχουν διάφορα τέτοια παραδείγματα.
Ένα κορυφαίο παράδειγμα ήταν η δεύτερη θητεία της Ντίλμα Ρούσεφ που ξεκίνησε το 2014 στη Βραζιλία. Μετά τις διαδηλώσεις του Ιούνη του 2013 ενάντια στο PT (Κόμμα Εργατών), που είχαν ξεκινήσει ως αριστερές διαδηλώσεις ενάντια στις αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων στις δημόσιες συγκοινωνίες, κατέβηκε στις εκλογές με μια αντινεοφιλελεύθερη ρητορική. Έκανε, λοιπόν, μια αριστερή προεκλογική εκστρατεία –πολύ πιο αριστερά από το πρόγραμμα της πρώτης της θητείας. Αλλά με το που ξαναβρέθηκε στην κυβέρνηση, υπήρξε μια δραματική στροφή. Το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να επιλέξει ως υπουργό Οικονομικών τον Χοακίμ Λεβί, έναν νεοκλασικό οικονομολόγο που υπήρξε πρόεδρος της Bradesco Asset Management, θυγατρική της δεύτερης μεγαλύτερης ιδιωτικής τράπεζας στη Βραζιλία, της Bradesco.
Στη Βραζιλία, και αλλού, αυτό το «ποντάρισμα» ροκάνισε την κοινωνική βάση των αριστερών κυβερνήσεων. Η κοινωνική βάση τους, στην πράξη, δεν συνέχισε να υποστηρίζει αυτές τις κυβερνήσεις, όπως προσδοκούσαν οι ίδιες. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις έχασαν την εμπιστοσύνη του κεφαλαίου. Όσο αυξάνονταν τα καθαρά κέρδη, όλα ήταν καλά. Αλλά σε συνθήκες μείωσης της κερδοφορίας και αύξησης της πολιτικής αστάθειας, οι καπιταλιστές επέστρεψαν στο φυσικό τους σπίτι –αυτό των παλιότερων ή καινούργιων δεξιών σχηματισμών.
Οπότε οι αριστερές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις βρέθηκαν σε αυτό το κενό –με αποδυναμωμένη λαϊκή βάση και με μειωμένη αξιοπιστία απέναντι στο κεφάλαιο. Σε αυτές τις νέες συνθήκες άρχισαν να αναδύονται οι δεξιοί σχηματισμοί.
Το τελευταίο σημείο που θέλω να θίξω σε αυτό το ερώτημα αφορά το γιατί το «ροζ κύμα» υποχώρησε τόσο γρήγορα. Μέρος της εξήγησης πιστεύω ότι βρίσκεται σε αυτό που ο Γκράμσι ίσως θα αποκαλούσε μοριακή διαδικασία ενσωμάτωσης των ανεξάρτητων κοινωνικών κινημάτων, των συνδικάτων κ.ο.κ. στον κρατικό μηχανισμό, κατά τη διάρκεια αυτής της εκλογοκεντρικής περιόδου εν μέσω καπιταλιστικού δυναμισμού, μεταξύ 2003 και 2011. Συνέβη ένας αποκεφαλισμός των ανεξάρτητων μαχητικών κινημάτων και των ταξικών οργανώσεων, καθώς οι ηγεσίες τους απορροφούνταν όλο και περισσότερο στον κρατικό μηχανισμό και εθίζονταν στους θεσμούς.
Είδαμε για παράδειγμα μια πτώση σε όλη την απεργιακή δράση, μια πτώση σε κάθε κινηματική δραστηριότητα σε όλη αυτή την περίοδο. Κάπως έτσι αποδυναμώθηκε η ικανότητα για ανεξάρτητους αγώνες γύρω από ταξικούς στόχους, ανεξαρτήτως της πολιτικής απόχρωσης της κυβέρνησης. Είδαμε ένα είδος ανανέωσης της αυτόνομης δράσης ενάντια σε αυτές τις κυβερνήσεις γύρω από εργατικά και λαϊκά αιτήματα, ανεξάρτητα από το κυβερνητικό πρόγραμμα, μόνο όταν εμφανίστηκε η ύφεση το 2012 και οι αριστερές κυβερνήσεις άρχισαν να εφαρμόζουν προγράμματα λιτότητας. Αλλά η Δεξιά ήταν ικανή να εκμεταλλευτεί αυτή τη συγκυρία πολύ πιο γρήγορα από την Αριστερά, γιατί η κοινωνική Αριστερά ήταν απολύτως αποπροσανατολισμένη, έχοντας σφίξει τους δεσμούς της με το κράτος την προηγούμενη περίοδο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η αριστερή στροφή δείχνει να υποχώρησε γρήγορα. Αλλά έχει εξαφανιστεί ολοκληρωτικά; Στο εκλογικό πεδίο αυτό είναι αλήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ένας δυναμισμός στο κοινωνικό πεδίο.
Μπορείς να πεις περισσότερα για τη Βραζιλία; Η Ντίλμα απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση το 2016, μέσα από μια διαδικασία που πολλοί αποκαλούν συνταγματικό πραξικόπημα. Η νέα δεξιά κυβέρνηση είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής (ΣτΜ: αναφέρεται ακόμα στην κυβέρνηση Τεμέρ που κυβέρνησε το 2016-2018) και ο Λούλα επιχειρεί να κάνει τη μεγάλη επιστροφή του, αλλά έχει καταδικαστεί για υποθέσεις διαφθοράς από τα δικαστήρια. Πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα εκεί και ποιες είναι οι προοπτικές για το άμεσο μέλλον στη Βραζιλία;
Η Βραζιλία βρίσκεται σε μια τρομακτική κατάσταση. Το κατηγορητήριο για την αποπομπή της Ντίλμα βασίστηκε σε μια απολύτως συνηθισμένη –ούτε καν παράνομη, πόσο μάλλον αντισυνταγματική– λογιστική πρακτική όλων των κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική και αλλού. Είναι μια πρακτική που συνιστά το ΔΝΤ –αφορά το τι κάνεις, όταν κατευθύνεις χρήματα σε δημόσιες τράπεζες. Είναι ένα λογιστικό μέτρο που έχουν χρησιμοποιήσει όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στη Βραζιλία. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για την ύπαρξη πραγματικής διαφθοράς στο PT κατά τη διακυβέρνησή του, κάτι το οποίο ισχύει, αλλά αυτή η διαδικασία αποπομπής ήταν απολύτως κατασκευασμένη. Με απλά λόγια, μια εξωσυνταγματική αποπομπή ανέτρεψε μια κεντροαριστερή κυβέρνηση, που κινούνταν σε δεξιά τροχιά και προσπαθούσε απελπισμένα να κερδίσει την εύνοια των καπιταλιστών. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της αποπομπής της Ντίλμα φάνηκε η χρεοκοπία του PT, καθώς η ίδια δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τις διαδηλώσεις στους δρόμους, που επιχειρούσαν να την κρατήσουν στην κυβέρνηση. Προτίμησε, μαζί με τον Λούλα, να διαπραγματευτεί στα παρασκήνια κάποια συμφωνία, που θα την αποκαθιστούσε στην κυβερνητική εξουσία. Δεν έχουν λοιπόν καμιά εμπιστοσύνη, καμιά πίστη, ούτε καν ένα οποιοδήποτε αίσθημα ταύτισης με την κοινωνική τους βάση. Υπήρξαν πολύ σοβαρές μαζικές διαδηλώσεις για την αποτροπή του αντισυνταγματικού πραξικοπήματος, με τη συμμετοχή των τμημάτων της Αριστεράς που δεν έχουν φιλικά αισθήματα προς το PT. Αυτό που δείχνει η Βραζιλία είναι ότι, όπου η Δεξιά δεν μπορεί να νικήσει εκλογές, μπορεί πλέον να διεξάγει εξωσυνταγματικά πραξικοπήματα. Και όχι μόνο πραξικοπήματα εντός κοινοβουλίου. Συνέβη ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ονδούρα το 2009, οπότε υπάρχει πάντα και αυτή η πιθανότητα.
Μετά την αποπομπή της Ντίλμα, ο Μισέλ Τεμέρ, ένας μη εκλεγμένος, απόλυτα διεφθαρμένος εκπρόσωπος ενός κεντροδεξιού κόμματος στη Βραζιλία, ανέλαβε την προεδρία κι αντί να οδηγήσει τη χώρα άμεσα σε εκλογές, ολοκληρώνει ο ίδιος τη θητεία της Ντίλμα. Η δημοφιλία του είναι η χαμηλότερη στην ιστορία της Βραζιλίας. Αυτό έχει αρκετό ενδιαφέρον: αν και το PT θεωρούνταν απολύτως διεφθαρμένο και η δημοτικότητα της Ντίλμα ήταν πολύ χαμηλή, αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά έχει κάποιου είδους νέο ηγεμονικό σχέδιο για να καλύψει εύκολα το κενό. Το γεγονός ότι επέλεξε τον Τεμέρ ως εκλεκτό και αυτός βρέθηκε αμέσως στο 7% σε δημοτικότητα –τώρα βρίσκεται μεταξύ 2 και 3%– είναι ενδεικτικό της χρεοκοπίας του σχεδίου της Δεξιάς. Αλλά η Δεξιά έχει την ικανότητα και να αξιοποιήσει τους φιλικούς προς αυτήν θεσμικούς μηχανισμούς του υπάρχοντος καπιταλιστικού κράτους και να χρησιμοποιήσει τον καταναγκασμό και την απειλή μιας επέμβασης του στρατού με τρόπο που δεν μπορεί να το κάνει η Αριστερά.
Το τελευταίο επεισόδιο αυτής της φάσης αφορά τις ερχόμενες εκλογές στη Βραζιλία, στις οποίες ο Λούλα επανεμφανίστηκε ως προεδρικός υποψήφιος του PT, γνωρίζοντας ότι θα γίνει στόχος της εκστρατείας ενάντια στη διαφθορά lavajato («πλυντήριο αυτοκινήτων»), η οποία απέπεμψε και την Ντίλμα. Αλλά η έρευνα του «πλυντηρίου», η οποία θα μπορούσε να ερευνήσει πολλούς προεδρικούς υποψηφίους, εστιάζει μόνο στον Λούλα, επειδή αυτός παραμένει πολύ δημοφιλής, παρά το γεγονός ότι το PT ως κόμμα δεν είναι εξίσου δημοφιλές. Η έρευνα στοχοποιεί τον Λούλα και ισχυρίζεται ότι αποδέχτηκε ένα παραθαλάσσιο σπίτι αξίας 600.000 δολαρίων ως δωροδοκία –μαζί με κάποια άλλα μικρότερα ωφελήματα– από κάποιες κατασκευαστικές εταιρίες, στα πλαίσια μιας συμφωνίας μέσα από την οποία αυτές οι εταιρίες θα κέρδιζαν συμβόλαια με την Petrobras, την κρατική πετρελαϊκή εταιρία της Βραζιλίας. Η μόνη απόδειξη ότι συνέβη αυτή η δωροδοκία είναι η μαρτυρία ενός καταδικασμένου εγκληματία, που διαπραγματεύεται να του δοθεί χάρη. Δεν υπάρχουν άλλα πειστικά στοιχεία. Είναι αλήθεια ότι η σύζυγος του Λούλα επισκέφτηκε αυτό το σπίτι αρκετές φορές. Ο Λούλα επίσης παραδέχεται ότι σκέφτηκε να το αγοράσει, αλλά δηλώνει ότι δεν έμεινε ποτέ σε αυτό και αρνείται κάθε σχέση μαζί του. Αυτό δεν σημαίνει ότι το PT δεν είχε εμπλακεί σε συστημική διαφθορά με την γκραμσιανή έννοια –ως μια μορφή πολιτικής διαχείρισης του κράτους, στην οποία έχει επιδοθεί κάθε κυβερνητικό κόμμα στην πρόσφατη ιστορία της Βραζιλίας. (Ο Benjamin Fogel επεξεργάζεται αυτή την ιδέα στη διδακτορική του διατριβή για την ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης).
Δηλαδή, το PT δεν είχε ποτέ σε όλη τη διάρκεια της κυβερνητικής περιόδου του την πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Με δεδομένο τον κατακερματισμό του κομματικού συστήματος, συμμετείχε στις παραδοσιακές συμφωνίες εξαγοράς άλλων κομμάτων μέσα από μηνιαίες πληρωμές. Είναι και αυτή μια πολύ καθιερωμένη πρακτική. Αυτό δεν τη δικαιολογεί σε καμία περίπτωση, αλλά παραμένει μια απολύτως φυσιολογική μορφή διαχείρισης του κράτους στα βραζιλιάνικα πλαίσια, κάτι το οποίο δείχνει πόσο λίγο διαφοροποιήθηκε το PT από την παραδοσιακή καπιταλιστική μορφή διακυβέρνησης της Βραζιλίας.
Επιστρέφοντας στις κατηγορίες κατά του Λούλα: καταδικάστηκε, αλλά το PT επέμεινε να τον στηρίζει ως υποψήφιο και υπάρχουν τρεις διαφορετικές διαδικασίες έφεσης, τις οποίες θα μπορούσε να κινήσει. Με την καταδίκη του, αντιμετώπιζε 12 χρόνια φυλάκισης. Αυτές οι διαδικασίες έφεσης κανονικά θα κρατούσαν ως τις εκλογές –σε αυτό ήλπιζε και ο ίδιος– αλλά στις 4 Απρίλη η πλειοψηφία των 11 μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου αποφάσισε ότι ο Λούλα πρέπει να φυλακιστεί κατά την προεκλογική περίοδο. Εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα να κινήσει τις διαδικασίες έφεσης, αλλά στο μεταξύ πρέπει να παραμένει φυλακισμένος. Οπότε βρισκόμαστε σε μια καινούργια κατάσταση. Το ότι το δικαστήριο πήρε μια τέτοια απόφαση σε μια τέτοια χρονικά στιγμή δείχνει πράγματα για το βραζιλιάνικο κράτος.
Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι πρόκειται για κίνηση με πολιτική σκοπιμότητα, αλλά στην περίπτωση που κάποιος δεν πείθεται, μπορούμε να κάνουμε τη σύγκριση με έναν γερουσιαστή της Δεξιάς, τον Αέσιο Νέβες, ο οποίος ηχογραφήθηκε να ζητά δωροδοκία 600.000 δολαρίων από μια εταιρία συσκευασίας κρεάτων σε αντάλλαγμα για διάφορα κρατικά συμβόλαια κλπ. Καταγράφηκε επίσης η αποδοχή αυτής της δωροδοκίας από τον γιό του. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς εύκολα άλλα στοιχεία που να είναι πιο σοβαρά από αυτά. Ως γερουσιαστής, δεν μπορεί να δικαστεί από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια της Βραζιλίας, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο έχει την εξουσία να τον δικάσει. Κι όμως λειτουργεί ελεύθερα ως γερουσιαστής, ενώ ο Λούλα μένει φυλακισμένος, με βάση την κατάθεση ενός εγκληματία, που διαπραγματεύεται να του δοθεί χάρη. Υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα, αλλά αυτές οι δύο περιπτώσεις συνοψίζουν μέσα από την καθαρή αντίφασή τους το τι ακριβώς συμβαίνει.
Μέχρι χθες, ο Λούλα προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις με 34% –υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον δεύτερο στις προεδρικές εκλογές. Δεν υπάρχει άλλος υποψήφιος του PT με τέτοια εμβέλεια, ενώ το ίδιο το κόμμα δεν είναι και πολύ δημοφιλές. Ακόμα κι αν ο Λούλα ορίσει ο ίδιος κάποιον υποψήφιο, είναι δύσκολο αυτός να έχει την ίδια αίγλη. Αυτό δημιουργεί τη δυνατότητα στον ακροδεξιό υποψήφιο Ζαΐρ Μπολσονάρο να κερδίσει την προεδρία. Αυτό ήταν προφανώς πολύ καλά γνωστό στους ανθρώπους που ενορχήστρωσαν τη φυλάκιση του Λούλα. Ο Μπολσονάρο εξυμνεί ανοιχτά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας και επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Ντίλμα Ρούσεφ είχε υποστεί βασανιστήρια κατά την πάλη ενάντια στη δικτατορία. Πριν φτάσουμε στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ένα άλλο πράγμα που πρέπει να πάρουμε υπόψη είναι η δυναμική που δημιούργησαν αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί του βραζιλιάνικου στρατού, που απειλούσαν με πραξικόπημα, αν δεν φυλακιστεί ο Λούλα. Οπότε ακόμα κι αν το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε από μόνο του την προδιάθεση να πάρει αυτή την απόφαση, υπήρξε πίεση από άλλους μηχανισμούς του βραζιλιάνικου κράτους. Αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που η αστυνομική δύναμη του Ρίο Ντε Τζανέιρο αποσύρθηκε από τους δρόμους και αντικαταστάθηκε από το στρατό, ο οποίος περιπολεί πλέον τις φαβέλες, κάνοντας δολοφονίες κυρίως αφρο-βραζιλιάνων, οι οποίοι ήδη υπέφεραν από την υπερβολική αστυνομική βία. Και πριν δύο εβδομάδες, δολοφονήθηκε η σοσιαλίστρια δημοτική σύμβουλος Μαριέλ Φράνκο στο Ρίο. Υπάρχουν λοιπόν πολύ τρομακτικές δυναμικές στη Βραζιλία. Και είναι πολύ θολό το τι πρόκειται να συμβεί με τις εκλογές.
Μπορείς να πεις κάποια πράγματα παραπάνω για τη Βολιβία, μία από τις χώρες όπου το «ροζ κύμα» δείχνει να έχει περισσότερη ανθεκτικότητα. Ισχύει αυτή η παρατήρηση; Στη Βολιβία ηττήθηκε η Δεξιά ή ισχύει και εκεί η γενική εικόνα την οποία περιέγραψες;
Η Βολιβία είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση, γιατί ο Έβο Μοράλες, αν και μειώνεται η δημοτικότητά του, παραμένει ο πιο δημοφιλής πολιτικός στη χώρα. Στις εκλογές του 2014 κέρδισε το 64% των ψήφων. Είναι αρκετά απίστευτο, όχι μόνο επειδή βρισκόταν ήδη για πολλά χρόνια στην κυβέρνηση, αλλά και με ιστορικά στάνταρ είναι κάτι ανήκουστο στη δημοκρατική περίοδο της Βολιβίας. Σήμερα η δημοτικότητά του είναι χαμηλότερη από ό,τι ήταν το 2014. Ένα δείγμα γι’ αυτό ήταν το δημοψήφισμα του Φλεβάρη του 2016 για αλλαγή του συντάγματος, ώστε να επιτραπεί η επανεκλογή του ως πρόεδρος, καθώς είχε φτάσει στο όριο θητειών που προβλέπει το Βολιβιανό σύνταγμα.
Αυτή η εκλογική μάχη, αν και τυπικά αφορούσε μια τροποποίηση του συντάγματος, διεξήχθη με όρους «ναι» ή «όχι» στον Μοράλες. Ηττήθηκε πολύ οριακά, με 51% νομίζω, και άρα δεν θα έπρεπε να κατέβει στις επόμενες εκλογές. Μετά από αυτή την ήττα, ο Μοράλες και ο αντιπρόεδρός του αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να κατέβει στις εκλογές έτσι κι αλλιώς. Οπότε έκαναν έφεση στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο, σε αντίθεση με το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας, είναι κοντά στο MAS (το Κίνημα για το Σοσιαλισμό, το πολιτικό κόμμα του Μοράλες) και δεν αποτελεί προσκείμενο στην αντιπολίτευση θεσμικό τμήμα του κράτους. Παρά την εμφανή αντισυνταγματικότητα του να ξανακατέβει σε εκλογές, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι του επιτρέπεται. Αυτή η απόφαση έχει δεχτεί δίκαια κριτικές από την ανεξάρτητη Αριστερά της Βολιβίας, αλλά πρέπει να ειπωθούν δύο πράγματα γι’ αυτό. Το πρώτο είναι ότι οι χαρακτηρισμοί των διεθνών ΜΜΕ είναι απίστευτα υποκριτικοί. Ας τους συγκρίνουμε με τις διεθνείς αντιδράσεις των ΜΜΕ στην επανεκλογή της Άγκελα Μέρκελ για μια τέταρτη θητεία στη Γερμανία, που πανηγυρίστηκε από όλα τα αστικά ΜΜΕ του πλανήτη. Κάνετε τη σύγκριση αυτών των πανηγυρισμών με την αντιμετώπιση που έχει η ιδέα μιας κατ’ επανάληψη επανεκλογής του προέδρου στη Βολιβία ή τη Βενεζουέλα και η μιντιακή υποκρισία γίνεται ολοφάνερη.
Ο Μοράλες κατά πάσα πιθανότητα θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αλλά υπάρχει μια ανησυχητική τάση, που μας υπενθυμίζει τις νέες δυναμικές της Δεξιάς, που εξελίσσονται και πέραν της Βολιβίας. Επειδή η Δεξιά βλέπει ότι δεν πρόκειται να νικήσει –είναι ήδη εμφανές, εκτός κι αν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη εξέλιξη– και καθώς είναι διαιρεμένη και χρεοκοπημένη, με τους ίδιους ηγέτες που απέτυχαν συστηματικά να κερδίσουν σε όλες τις προηγούμενες εκλογές, χρησιμοποιεί αυτή την κίνηση του Μοράλες γύρω από το σύνταγμα για να περιγράψει τη Βολιβία ως δικτατορία, ως ολοκληρωτικό καθεστώς κ.ο.κ. Η Δεξιά λέει: «Δεν θα κατέβουμε σε αυτές τις εκλογές, δεν μπορείτε να περιμένετε τίποτα από την έκβαση των εκλογών του 2019».
Αυτό συμβαίνει την ίδια στιγμή που στη Βενεζουέλα ένα σημαντικό τμήμα της Δεξιάς μποϊκοτάρει τις εκλογές, ακόμα κι όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενωμένη θα της κέρδιζε. Αυτό για το οποίο προϊδεάζει λοιπόν μια τέτοια τακτική είναι η πιθανότητα πολύ τρομακτικών εξελίξεων: στρατιωτικά πραξικοπήματα ή μια αμερικανική εισβολή δεν αποκλείονται καθόλου, ειδικά στη Βενεζουέλα.
Αυτό το είδαμε, όταν ο τότε υπ. Εξ. των ΗΠΑ Ρεξ Τίλερσον ταξίδεψε στη Βραζιλία και την Κολομβία, το Φλεβάρη του 2018, για να επιβλέψει την κινητοποίηση του βραζιλιάνικου και του κολομβιανού στρατού στα σύνορα με τη Βενεζουέλα, υπό το πρόσχημα της αντιμετώπισης της «ανθρωπιστικής κρίσης» του πληθυσμού που εγκαταλείπει τη χώρα. Προφανώς, είναι δύσκολο να ξέρουμε τι ισχύει πίσω από τους διαρκείς βερμπαλισμούς και την παρανοϊκή ρητορική του Τραμπ, αλλά νομίζω ότι πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπόψη ότι αυτή ταιριάζει με τη γενικότερη δυναμική της άρνησης της Δεξιάς να αποδεχτεί τα εκλογικά αποτελέσματα, όταν πρόκειται να χάσει ή όταν δεν είναι προφανές ότι θα νικήσει, δημιουργώντας έτσι με διάφορους τρόπους το υπέδαφος για επεμβάσεις.
Αυτή είναι η άμεση δυναμική στη Βολιβία λοιπόν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι η Αριστερά εκεί επιβίωσε, γιατί ο Μοράλες στην ουσία έχει μετατραπεί σε έναν πολύ ικανό διαχειριστή του κράτους του βολιβιανού καπιταλισμού, με διαρκή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό, πολύ χαμηλό πληθωρισμό και κάποιες «ετερόδοξες» οικονομικές πολιτικές, όπως οι αντικυκλικές δαπάνες που στηρίζονται στα απίθανα αποθέματα ξένου συναλλάγματος, που συσσωρεύτηκαν κατά τα χρόνια της έκρηξης των τιμών των εμπορευμάτων. Αλλά σε γενικές γραμμές ακολουθεί πολύ «ορθόδοξες» οικονομικές πολιτικές. Η Βολιβία, για σύνθετους λόγος, έχει επηρεαστεί σχετικά ήπια από την παγκόσμια κρίση. Κυρίως λόγω της διαρκούς ζήτησης για φυσικό αέριο από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, που είναι οι βασικές αγορές στις οποίες εξάγει. Οπότε αυτή τη στιγμή η Βολιβία, σε αντίθεση με τη Βραζιλία ή τη Βενεζουέλα, δεν είναι σε ύφεση. Αυτό εξηγεί εν μέρει τη σχετική της πολιτική σταθερότητα. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, σημαντικά τμήματα της κοινωνικής βάσης του Μοράλες έχουν αποστασιοποιηθεί από την κυβέρνησή του και διαμορφώνουν νέες, έστω «εμβρυακές» αριστερές ομαδοποιήσεις –δεν μπορείς να τις αποκαλέσεις οργανώσεις, πόσο μάλλον κόμματα, αλλά υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση για την αναγκαιότητα να χτιστεί μια πραγματική ανεξάρτητη Αριστερά.
Αυτό σημαίνει ότι, όταν σκεφτόμαστε την αναπαραγωγή της Αριστεράς, δεν πρέπει να περιοριζόμαστε στο αν αυτές οι κυβερνήσεις καταφέρνουν να παραμείνουν στην εξουσία, γιατί μερικές φορές αυτό δεν επαρκεί για να αναπαραχθεί η Αριστερά. Με την έννοια ότι, αν πρόκειται απλώς να εφαρμόζουν προγράμματα λιτότητας, φτάνουμε σε ένα όριο ως προς το αν μπορούμε να αναφερόμαστε σε αυτές ως αριστερές κυβερνήσεις.
Αναφέρθηκες στην απειλή αμερικανικής επέμβασης στην περιοχή. Μια από τις ερμηνείες για την άνοδο των κεντροαριστερών κυβερνήσεων πριν μια δεκαετία ήταν ότι οι ΗΠΑ είχαν καθηλωθεί στη Μέση Ανατολή και το Αφγανιστάν και ήταν ανίκανες να παρέμβουν και στη Λατινική Αμερική εκείνη την περίοδο, ανοίγοντας έτσι την πόρτα για τις κυβερνήσεις του «ροζ κύματος» και για την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αερική. Είναι ένας θεμιτός απολογισμός όσων έγιναν; Έχουν οι ΗΠΑ σήμερα διαφορετική στρατηγική ως προς τη Λατινική Αμερική;
Νομίζω ότι αυτή η περιγραφή μιας σχετικής αυτονομίας από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ταιριάζει στην πραγματικότητα, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Δεν θα ισχυριζόμουν ότι αυτή ήταν η αιτία που υπήρξε στροφή προς τα αριστερά. Νομίζω ότι αυτή η εξέλιξη αφορά πολύ περισσότερο εσωτερικές δυναμικές της Λατινικής Αμερικής. Αλλά η διαδρομή αυτής της διαδικασίας σίγουρα απέκτησε μεγαλύτερο χώρο να ελιχθεί εξαιτίας της καθήλωσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι η αιτία της ανόδου της Αριστεράς. Τι μας το αποδεικνύει αυτό; Το ότι οι ΗΠΑ απέτυχαν να επέμβουν στρατιωτικά στη Λατινική Αμερική, κατά τη σύγκρουσή τους με καθεστώτα που δεν τους άρεσαν, ειδικά με του Τσάβες και σε συγκεκριμένες περιόδους με του Κορέα στο Εκουαδόρ και του Μοράλες στη Βολιβία, οφείλεται στο ότι οι ΗΠΑ για αρκετές δεκαετίες –στην πράξη σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου– πολύ σπάνια επενέβαιναν ανοιχτά στη Λατινική Αμερική. Επέλεγαν πάντα μια σειρά επεμβάσεων με αντιπροσώπους, δηλαδή πολέμους δι’ αντιπροσώπων, τη χρήση κομμάτων-πελατών τους όποτε υπήρχε ανάγκη μιας αντιπολίτευσης ή κρατών-πελατών τους, όταν έπρεπε να κατασταλούν αριστερές αντιπολιτεύσεις. Αυτή ήταν η μέθοδος επέμβασης. Υπάρχει μια πολύ μακρά και βρόμικη ιστορία τέτοιων επεμβάσεων, η οποία συνεχίστηκε στη διάρκεια της περιόδου του ροζ κύματος, με τη χρηματοδότηση μέσω του National Endowment for Democracy στην αντιπολίτευση της Βενεζουέλας, την υποστήριξη στην απόπειρα πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα το 2002, την υποστήριξη στις εκστρατείες αποσταθεροποίησης στη Βολιβία κ.ο.κ.
Το κεντρικό επίπεδο παρέμβασης, η οποία έχει κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια, είναι ο λεγόμενος πόλεμος κατά των ναρκωτικών σε αυτό που κάποιοι αποκαλούν Κεντρικό-αμερικανικό διάδρομο. Υπό το πρόσχημα της πάλης ενάντια στα ναρκωτικά έχει υπάρξει μια εξωπραγματική υποστήριξη στη στρατιωτικοποίηση αυτών των κοινωνιών, την παραστρατιωτικοποίησή τους από την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οπότε οι ΗΠΑ δεν υποχώρησαν πλήρως. Είναι μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα, αν και είναι αλήθεια ότι δεν είχαν ως πρώτη τους έγνοια τη Λατινική Αμερική. Και η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να μην είναι η πρώτη τους έγνοια, με δεδομένο το πολυδιαφημισμένο πίβοτ στην Ασία και τις σχέσεις με την Κίνα. Παρ’ όλα αυτά, η Λατινική Αμερική, εξαιτίας της εγγύτητάς της και της ιστορίας της, πάντοτε έπαιζε και θα πάντα θα παίζει σημαντικό ρόλο, όσο οι ΗΠΑ παραμένουν σε κυρίαρχη θέση.
Αυτά αφορούν κυρίως τη στρατιωτική πλευρά.
Οικονομικά, μπορούμε να δούμε πιο σύνθετες εξελίξεις και πραγματικές αλλαγές ως προς την ιμπεριαλιστική δύναμη των ΗΠΑ. Ένα δείγμα είναι το ότι στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, μαζί με την Inter American Development Bank, αποτελούσαν τα βασικά κανάλια μέσα από τα οποία, πέρα από τη γενικότερη άμεση επένδυση του αμερικανικού κεφαλαίου στο εξωτερικό, οι ΗΠΑ κατεύθυναν τους όρους για δομικές αναπροσαρμογές, για αναδιαρθρώσεις οικονομιών, ώστε να ανοίξουν προς το ξένο κεφάλαιο κ.ο.κ., μέσα από δανεισμό υπό όρους κλπ. Αυτοί οι θεσμοί είχαν απίστευτη δύναμη στη Λατινική Αμερική τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Υποχώρησαν σημαντικά στη δεκαετία του 2000. Αυτό οφείλεται στο άνοιγμα νέων εναλλακτικών πηγών πίστωσης και από τον πετρελαϊκό πλούτο που συσσώρευε η Βενεζουέλα και από συμφωνίες που προέβλεπε η ALBA (Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Δικής μας Αμερικής), η Petrobaribe[1] και τα δάνεια από την Κίνα.
Αυτή λοιπόν είναι μια νέα εξέλιξη που δίνει σχετική αυτονομία στη Λατινική Αμερική, με τις νέες περιφερειακές συμφωνίες της ALBA, της CELAC (Κοινότητα Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής) και της UNASUR (Ένωση Νοτιοαμερικανικών Εθνών) να επιδιώκουν να αντικαταστήσουν τη δύναμη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατικών (OAS), ο οποίος κυριαρχούνταν από τις ΗΠΑ, αποκλείοντας από αυτούς τους θεσμούς τις ΗΠΑ και τον Καναδά και συμπεριλαμβάνοντας την Κούβα.
Αυτό βασικά έσπρωξε στο περιθώριο τον OAS, ο οποίος θεωρούνταν πάντα, και σωστά, ως προέκταση του αμερικανικού κράτους στην περιοχή. Οπότε επιτεύχθηκε σε ένα βαθμό μια σχετική αυτονομία και ειδικά απέναντι στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στο επίπεδο της οικονομίας, αλλά και στο επίπεδο της γεωπολιτικής και της διπλωματίας.
Πού ταιριάζει η Κίνα σε όλο αυτό; Οφείλουμε να ξεκινήσουμε από την παραδοχή ότι δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η Κίνα αποτελεί κάποιου είδους στρατιωτικό αντίβαρο των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Υπάρχουν κάποιοι που υπερβάλουν ως προς αυτή της τη δυνατότητα. Αλλά δεν είναι αυτή η μοναδική μορφή με την οποία εκδηλώνεται ο ιμπεριαλισμός και η Κίνα αποτελεί έναν πολύ σοβαρό παίχτη δια μέσου των οικονομικών μηχανισμών του ιμπεριαλισμού. Αλλά και πάλι, πρέπει να μελετάμε δυναμικές και τάσεις και όχι να υπερβάλουμε ως προς το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα. Είναι πολύ δύσκολο να μετρηθεί η άμεση επένδυση κινεζικών κεφαλαίων στη Λατινική Αμερική, γιατί μεγάλο μέρος της είναι μεταμφιεσμένο μέσω δανείων και βοήθειας κι άρα δεν εμφανίζεται στους επίσημους δείκτες. Με αυτή την επιφύλαξη, τα επίσημα στοιχεία λένε ότι μεταξύ 2005 και 2013 στην Κίνα αναλογούσε μόλις το 5% των ξένων επενδύσεων στη Λατινική Αμερική. Αυτό το ποσοστό εκτοξεύτηκε πέρσι –οι τελευταίες στατιστικές δείχνουν 15%. Αν συμπεριλάβουμε τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές, που δεν περιλαμβάνονται πάντα στην καταγραφή ξένων επενδύσεων, η Κίνα φτάνει στη θέση του τέταρτου μεγαλύτερου ιμπεριαλιστικού παίκτη σε αυτή τη ζώνη, αν αντιμετωπίσουμε την ΕΕ ως ενιαίο μπλοκ και δεν τη «διαιρέσουμε» σε κράτη-μέλη. Οπότε οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προηγούνται, η ΕΕ έρχεται δεύτερη, ακολουθεί ο Καναδάς (ο οποίος συχνά ξεχνιέται, όταν συζητάμε για την περιοχή, αλλά έχει τεράστια σημασία στην εξόρυξη και το χρηματοπιστωτικό σύστημα) και έπεται η Κίνα. Όμως η Κίνα έχει το ισχυρότερο «μομέντουμ» από όλους τους άλλους παίκτες και αυτό είναι κρίσιμης σημασίας. Επιπλέον, τα στατιστικά που αφορούν την ΕΕ είναι δύσκολα και χρειάζεται να αναλυθούν, γιατί, μέχρι πρόσφατα, η Ισπανία ήταν στην πρώτη θέση, αλλά η Ισπανία έπεσε σε κρίση και έχασε πολλές από τις επενδύσεις της. Κάτω από την Ισπανία ήταν η Ολλανδία, αλλά καθώς η Ολλανδία προωθείται ως χρηματοπιστωτικός παράδεισος, μεγάλο τμήμα αυτών των επενδύσεων δεν είναι στην πραγματικότητα ολλανδικό κεφάλαιο και δεν είναι καν σαφές από ποια χώρα προέρχεται. Πρόκειται για κεφάλαιο που περνά διαμέσου της Ολλανδίας και καταγράφεται ως ολλανδική άμεση επένδυση στο εξωτερικό, αν και είναι αρκετά σαφές ότι δεν πρόκειται υποχρεωτικά για ολλανδικές επενδύσεις, ούτε καν για ευρωπαϊκές επενδύσεις.
Οι στατιστικές λοιπόν είναι σύνθετες, αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι μεγάλοι παίχτες είναι οι ΕΕ, Κίνα, Καναδάς και ΗΠΑ και ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προπορεύονται με σημαντική απόσταση από τον δεύτερο. Όμως, αν σκεφτούμε πόσο γρήγορα αναπτύσσεται η επέκταση της κινεζικής ισχύος στην περιοχή, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, αν δούμε τις προβλέψεις για αναμενόμενες επενδύσεις κ.ο.κ., όχι επενδύσεις που έχουν γίνει πράξη, αλλά συμφωνίες που έχουν γίνει και μένει να υλοποιηθούν, το κινεζικό μερίδιο σε επενδύσεις και εμπόριο αναμένεται να επιταχυνθεί πιο γρήγορα από οποιουδήποτε άλλου παίχτη στο άμεσο μέλλον. Κι αν κοιτάξουμε τα δάνεια από την Κίνα, τότε η οικονομική της δύναμη γίνεται –ακόμα και με την πιο άμεση έννοια– πολύ πιο σημαντική από ό,τι δείχνει μόνος του ο δείκτης άμεσων ξένων επενδύσεων. Υπάρχουν εύλογες εκτιμήσεις από τον ΟΗΕ και την ECLAC (επίσημες πηγές που δεν τείνουν να υπερβάλουν) ότι οι κινεζικές αναπτυξιακές τράπεζες υπερκέρασαν τον δανεισμό από την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ και τη Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα όλη αυτή την περίοδο, κάτι πρωτοφανές στην πρόσφατη ιστορία. Κάποια από αυτά τα δάνεια αφορούν πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άλλες συμφωνίες για πρώτες ύλες, όπως και επενδύσεις στις υποδομές. Οπότε κάποιες αποπληρωμές θα συμβούν σε είδος. Η Βενεζουέλα κυριολεκτικά αποπληρώνει δάνεια στέλνοντας πετρέλαιο απευθείας στην Κίνα, εγγυώμενη έτσι μια μελλοντική πηγή ενέργειας για την Ασιατική υπερδύναμη. Οι κινεζικές εταιρίες επενδύουν όλο και περισσότερο σε αυτούς τους τομείς και προβλέπουν να επενδύσουν ακόμα περισσότερο. Όμως ακόμα και στο άμεσο παρόν, αυτά που υπολογίζονται ως δάνεια δεν θα έπρεπε να θεωρούνται δάνεια ή βοήθεια, αλλά κλασσικές ιμπεριαλιστικές κινήσεις που επιστρέφουν κέρδη στις κινεζικές επιχειρήσεις διαμέσου των κινεζικών αναπτυξιακών τραπεζών.
Καθώς υπάρχουν γραπτές εγγυήσεις στα δάνεια αυτών των σχεδίων υποδομών, γίνονται παραχωρήσεις στις κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τις κατασκευές, οπότε το χρήμα που περνά μέσα από την αναπτυξιακή τράπεζα, δεν καταλήγει στο Εκουαδόρ ή τη Βενεζουέλα ή τη Βολιβία, αλλά επιστρέφει άμεσα στις κινεζικές εταιρίες. Αυτό δεν καταγράφεται ως Άμεση Επένδυση Κεφαλαίου στο Εξωτερικό.
Με λίγα λόγια, κοιτάζοντας αυτά τα στοιχεία, η Κίνα είναι ένας μεγαλύτερος παίχτης από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά όχι στο στρατιωτικό μέτωπο.
Και τι γίνεται με την αντίσταση; Υπήρξε μια υποχώρηση και η εργατική τάξη δέχεται επίθεση, ειδικά από τις δεξιές κυβερνήσεις σε Βραζιλία και Αργεντινή. Ποιες είναι οι προοπτικές για την ανασυγκρότηση της εργατικής αντίστασης ή πού εντοπίζεις τις κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να πάρουν την πρωτοβουλία για την Αριστερά και την αντεπίθεση;
Νομίζω ότι σε αυτή την ιστορία υπάρχουν δύο όψεις. Η μία είναι, τουλάχιστον επιφανειακά, πιο αισιόδοξη και η άλλη πιο απαισιόδοξη. Πρέπει να τις παίρνουμε και τις δύο υπόψη ταυτόχρονα. Η αισιόδοξη όψη αυτού του σεναρίου είναι ότι πολλές από τις πραγματικές κατακτήσεις που επιτεύχθηκαν κατά την περίοδο του μπουμ στις τιμές εμπορευμάτων και των κεντροαριστερών κινημάτων –που δεν επιτεύχθηκαν από την καλοσύνη αυτών των κυβερνήσεων, αλλά από τα κινήματα που τις πίεζαν– δεν θα εγκαταλειφθούν εύκολα από τις κοινωνικές δυνάμεις που τις κατέκτησαν. Άρα, όταν η Δεξιά αναλαμβάνει την κυβέρνηση, όπως συνέβη στη Βραζιλία, την Αργεντινή και αλλού, η άμεση αντίδραση υπήρξε για παράδειγμα στη Βραζιλία η πρώτη γενική απεργία εδώ και 21 χρόνια –μια απίστευτη κινητοποίηση ενάντια σε αυτές τις επιθέσεις. Στην Αργεντινή, μια ολόκληρη σειρά απίστευτα μαχητικών απεργιών και δράσεων εξελίσσεται τα τελευταία δύο χρόνια ενάντια στον Μαουρίτσιο Μάκρι. Αυτή λοιπόν είναι η θετική πλευρά –μια ανανέωση της ανεξάρτητης ταξικής δράσης και ενότητας ενάντια σε έναν εχθρό που εύκολα γίνεται μισητός από τους πάντες, χωρίς τις επιπλοκές των σχέσεων με μια κυβέρνηση που είναι πιο συμπαθής σε κάποιο τμήμα των κινημάτων. Όλη η Αριστερά μπορεί να μισεί τον Μισέλ Τεμέρ στη Βραζιλία. Όλη η Αριστερά μπορεί να μισεί τον Μάκρι. Όποιες κι αν είναι οι άλλες διαφορές μέσα στην Αριστερά, αυτό δεν σηκώνει συζήτηση. Οπότε [στην Αργεντινή] οι περονικοί είναι μαζί με τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις στους δρόμους και στα συνδικάτα. Εννοώ ότι εξακολουθούν να πολεμούν με ένταση ο ένας τον άλλο, αλλά ταυτόχρονα είναι ικανοί να δρουν ως μια ενιαία δύναμη σε αυτές τις συνθήκες.
Αλλά δεν πρέπει να υπερβάλουμε ως προς το τι πετυχαίνει αυτή η αντίσταση. Το ότι υπάρχει εργατική δράση δεν σημαίνει και ότι οι εργάτες κερδίζουν. Οι περισσότερες από τις «μεταρρυθμίσεις» συνεχίζουν να περνάνε και οι αγώνες που διεξάγονται, είναι αμυντικοί. Η δυσκολία της τρέχουσας συγκυρίας είναι διπλή: Από τη μία πλευρά, πρέπει να βγάλει ιδεολογικά συμπεράσματα η Αριστερά ως προς την εκτίμηση της αποτυχίας του κεντροαριστερού σχεδίου, να κατανοήσει και να αποδεχθεί πόσο μεγάλη υπήρξε αυτή η ήττα. Γιατί, αν δεν γίνει αυτό, τότε ο χρόνος των εκλογικών κύκλων θα επαναφέρει τους ήδη υπαρκτούς μηχανισμούς όπως το PT, ή τους περονικούς στην Αργεντινή, ως την πιο χρήσιμη άμυνα απέναντι στη δεξιά επίθεση. Αν δεν υπάρξει μια σοβαρή αποτίμηση του ρόλου αυτών των κεντροαριστερών κομμάτων στην κρίση που περνάμε σήμερα στην περιοχή και μια συζήτηση για την ανάγκη να χτίσουμε μια ανεξάρτητη Αριστερά έξω από αυτά –κάτι το οποίο δεν πρόκειται να προλάβει να συμβεί πριν την επόμενη εκλογική αναμέτρηση σε οποιαδήποτε χώρα κι αν αναφερθούμε– τότε το πρόβλημα θα επαναληφθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αριστερά δεν μπορεί να συμμετέχει στις εκλογές, όπως μας έδειξε και η νέα αντικαπιταλιστική συμμαχία στην Αργεντινή. Μπορείς να συμμετέχεις, αλλά δεν υπάρχει η γενική αίσθηση ότι μπορείς να νικήσεις σε αυτές τις εκλογές. Το πραγματικό ζήτημα είναι ένα μεσοπρόθεσμο-μακροπρόθεσμο σχέδιο ανασυγκρότησης της Αριστεράς. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ακολουθώντας τους εκλογικούς κύκλους. Επομένως, πρέπει κανείς να σκεφτεί πώς θα κινηθεί σε ένα έδαφος όπου οι πιέσεις των εκλογικών κύκλων είναι υπαρκτές με βάση τους εκλογικούς χρόνους, αλλά οι ρεαλιστικές δυνατότητες οικοδόμησης μιας ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς υπάρχουν μόνο στον μεσοπρόθεσμο-μακρυπρόθεσμο ορίζοντα. Στο μεταξύ, η Δεξιά βρίσκεται στην επίθεση. Αλλά η Δεξιά, όταν βρεθεί στην κυβέρνηση, δεν έχει λύση για την κρίση που κληρονόμησε. Δεν υπάρχει κάποια ανανέωση του δυναμισμού της διεθνούς παγκόσμιας αγοράς, ούτε στην Ευρωζώνη, ούτε στις ΗΠΑ, ενώ η ανάπτυξη της Κίνας επιβραδύνεται. Η πιθανότητα μιας αναζωπύρωσης της κρίσης του 2008 είναι στο κοντινό μέλλον, αν συμμερίζεστε τις αναλύσεις οικονομολόγων όπως ο Μάικλ Ρόμπερτς. Οπότε δεν υπάρχει εύκολος δρόμος ούτε για τη Δεξιά. Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια αδιέξοδη ισορροπία, όπου η Δεξιά λόγω της αντιδημοφιλίας της και η Αριστερά εξαιτίας του κατακερματισμού της είναι ανίκανες να κυβερνήσουν με ηγεμονικό τρόπο. Ωστόσο, η Δεξιά σε αυτές τις συνθήκες έχει τις δυνάμεις για να κυβερνήσει παρότι είναι αντιδημοφιλής, χρησιμοποιώντας κατασταλτική δύναμη, συχνά υπό το μανδύα δημοκρατικών μέσων και συνταγματικότητας, αλλά και κλιμακούμενο καταναγκασμό, όπως βλέπουμε σε όλη τη Λατινική Αμερική…
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Μια συμμαχία ανάμεσα στη Βενεζουέλα και κάποια κράτη της Καραϊβικής που επιτρέπει στα δεύτερα να αγοράζουν πετρέλαιο σε χαμηλές τιμές.