Κρίση προσδοκιών της νεολαίας, ζήτημα δημοκρατίας και εργασιακός μεσαίωνας εν μέσω ανάπτυξης

Η εξέγερση στην Τουρκία έχει κλείσει 20 ημέρες και συνεχίζεται. Σε αυτές τις 20 μέρες, έχει δείξει και τα δύο «πρόσωπα» που έχουν οι λαϊκές εξεγέρσεις. 
 
Από τη μία, τη φαντασία, την ευρηματικότητα, την ανάταση που φέρνει μαζί του κάθε λαϊκός ξεσηκωμός. Το κατειλημμένο πάρκο Γκέζι, ιδιαίτερα τις μέρες μετά την πρώτη ήττα των αστυνομικών δυνάμεων και την αποχώρησή τους, μετατράπηκε σε «πανηγύρι των καταπιεσμένων»: Οι αυτοσχέδιες βιβλιοθήκες, οι χοροί και οι γιορτές, η οργάνωση μιας καθημερινής, τοπικής, «λαϊκής εξουσίας» σε όλες τις λειτουργίες της κατάληψης και άλλα πολλά που μας μετέφεραν οι φωτογραφικοί φακοί, οι κάμερες και οι ανταποκρίσεις των εξεγερμένων. 
 
Από την άλλη, τη μαχητικότητα. Το ύψωμα οδοφραγμάτων από χιλιάδες διαδηλωτές που συνεργάζονταν στο να μεταφέρουν οικοδομικά υλικά, να ξηλώνουν πέτρες, να μετακινούν καμένα οχήματα, η ηρωική άμυνα απέναντι σε απίστευτης αγριότητας διαρκείς επιθέσεις από τις δυνάμεις καταστολής. 
 
Αυτός ο συνδυασμός, δημιουργικότητας, φαντασίας και αποφασιστικότητας στο οδόφραγμα φέρνει στο μυαλό τον γαλλικό Μάη του 1968. Είναι μια σύγκριση που ξεπερνά τις «εικόνες» και έχει να κάνει με το χαρακτήρα της εξέγερσης. Συγκεκριμένα, η εξέγερση στην Τουρκία τροφοδοτείται από δύο παράγοντες που «σφράγισαν» το 1968:
 
Ο ένας είναι οι συσσωρευμένες δυσφορίες κοινωνικών ομάδων και νεολαίων γύρω από μια σειρά ζητήματα δημοκρατίας, ηθικής και ελευθεριών. Στην πλατεία Ταξίμ διαδηλώνει το ΛΟΑΤ κίνημα, που έχει μαζικοποιηθεί και έχει κάνει αισθητή την παρουσία του τα τελευταία χρόνια. Στην Ταξίμ πρωταγωνιστούν οι γυναίκες, που παραμένουν «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» στην Τουρκία. Πρωταγωνιστεί η νεολαία, διεκδικώντας ακόμα και πράγματα όπως να πίνει αλκοόλ μετά τις 10 το βράδυ ή να φιλιέται στους σταθμούς του μετρό (να θυμηθούν οι «σκεπτικιστές» ότι το πρώτο «αίτημα» του Μάη του 68 ήταν να  επισκέπτονται οι φοιτητές τους κοιτώνες των φοιτητριών). Όλοι μαζί, διεκδικούν «να μην αποφασίζει ο Ερντογάν μόνος του για την πόλη μου, για τη ζωή μου».
 
Ο δεύτερος παράγοντας, που υποτιμάται συχνά, είναι η ταξική οργή, που τροφοδοτεί όχι η κρίση, αλλά η ανάπτυξη: οι απαιτήσεις των «από κάτω», που ακούνε πως ζουν σε ένα «οικονομικό θαύμα», που μεγαλώνουν ή δουλεύουν σε μια οικονομία που (πράγματι) καλπάζει, αλλά οι ζωές τους δεν βελτιώνονται. Όταν πρωτοστατούν οι γυναίκες, πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τουρκία είναι πρώτη στην ανεργία των γυναικών ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Όταν πρωτοστατούν οι νέοι, πρέπει να θυμόμαστε ότι η ανεργία τους φτάνει το 22%, ότι μόνο το 40% των απόφοιτων λυκείου μπαίνει στα πανεπιστήμια, ότι όσοι τελικά αποφοιτήσουν θα πρέπει να εργαστούν σε πολύ χαμηλόμισθες θέσεις δουλειάς, τη στιγμή που το ΑΕΠ έχει τριπλασιαστεί από το 2002.
 
Το «οικονομικό θαύμα» του Ερντογάν, που αποπλήρωσε τα δάνεια του ΔΝΤ, έκανε την Τουρκία «παράδεισο» των ξένων επενδύσεων και έφερε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, δεν έχει καταφέρει να ρίξει την ανεργία κάτω από το 11%, έχει κάνει την Τουρκία την τρίτη πιο άνιση χώρα ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, έχει κάνει την ασυνδικάλιστη, ανασφάλιστη, «μαύρη» εργασία τον κανόνα σε όλη τη χώρα. 
 
Εξέγερση των μεσοαστών;
Αυτές οι δύο πραγματικότητες, τροφοδοτούν την οργή στην Τουρκία. Η έμφαση στο πρώτο σκέλος και η υποβάθμιση του δεύτερου, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα ανάλυσης της κατάστασης. Για όλες τις εξεγέρσεις που ξεσπούν στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, οι δυτικοί αναλυτές έχουν μια ανάλυση-«καρμπόν» που μιλάει για μια «μορφωμένη, φιλελεύθερη  νεολαία της μεσαίας τάξης». Πρόκειται (είτε γίνεται συνειδητά, είτε ασυνείδητα) για έναν κυρίαρχο «οριενταλισμό», που αντιμετωπίζει ως «καθυστερημένους» τους λαούς αυτών των χωρών και θεωρεί αυτονόητο πως η όποια «επαναστατική πρωτοπορία» οφείλει να εμπνέεται από τα ιδανικά του «δυτικού κόσμου».
 
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της νεολαίας είναι αδιαμφισβήτητος και στην αραβική άνοιξη και στην Τουρκία. Το ίδιο και η σημασία του παράγοντα «μορφωμένη». Όμως, αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη «μεσοαστική» και «φιλοδυτική». Στις αραβικές χώρες η νεολαία είναι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Αντίστοιχα, και η Τουρκία σήμερα είναι μια πολύ νεανική χώρα, με μέσο όρο ηλικίας τα 29 χρόνια (στην ΕΕ είναι 40). Όπως και στην Ταχρίρ, έτσι και στην Ταξίμ εκφράζεται η «κρίση προσδοκιών» αυτής της νέας γενιάς. Σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά με το ίδιο ταξικό πρόσημο. Αν στην Αίγυπτο η «μορφωμένη νεολαία» αντιμετωπίζει το φάσμα της ανεργίας σε μια οικονομία σε κρίση, στην Τουρκία η «μορφωμένη νεολαία» αντιμετωπίζει το φάσμα του εξωφρενικά χαμηλού κατώτερου μισθού και των απαράδεκτων συνθηκών εργασίας σε μια οικονομία σε εκρηκτική ανάπτυξη. 
 
Τον Νοέμβρη του 2012, στέλεχος του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος προειδοποιούσε προφητικά: «Αν η ελπίδα των νέων να αναζητήσουν το επιθυμητό βιοτικό επίπεδο σβήσει σταδιακά … η Τουρκία θα αντιμετωπίσει σοβαρά κοινωνικά ζητήματα». Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής, κοινωνικής κρίσης στην Τουρκία. 
 
Επιπλέον, όπως και στην Ταχρίρ, έτσι και στην Ταξίμ, το πιο «λαϊκό» στοιχείο της νεολαίας, οι «γαβριάδες» της κοινωνίας, βρέθηκαν στο πλευρό των «μορφωμένων» συνομηλίκων τους. Και το έκαναν αξιοποιώντας το ίδιο ακριβώς «όχημα» με τους Αιγύπτιους: τους συνδέσμους ποδοσφαιρικών οπαδών. Οι οργανωμένοι οπαδοί της Μπεσίκτας, της Γαλατασαράι, της Φενερμπαχτσέ εμφανίστηκαν σε «ενιαίο μέτωπο» στο δρόμο και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην υπεράσπιση της Ταξίμ από την αστυνομία.
 
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας, για τον χαρακτήρα που παίρνει η εξέγερση στην Τουρκία, είναι η στάση των συνδικάτων. Υπάρχουν κλάδοι σε κινητοποιήσεις, όπως οι εργαζόμενοι στις αερογραμμές που απεργούν εδώ και καιρό ενάντια στην απαγόρευση των απεργιών. Υπάρχουν κλάδοι που έχουν προαναγγείλει ενδεχόμενη απεργία μέσα στον ερχόμενο μήνα (βάσει της αυστηρής τουρκικής αντεργατικής νομοθεσίας) και μένει να δούμε αν θα υλοποιηθεί, όπως οι μεταλλεργάτες. Υπάρχουν ήδη δρομολογημένες απεργίες (όπως της KISK, της συνομοσπονδίας στο δημόσιο) που συνέπεσαν με την εξέγερση στις 4 και 5 Ιούνη. Πλέον, υπάρχουν και απεργίες με πολιτικό χαρακτήρα συμπαράστασης στην εξέγερση και ενάντια στην αστυνομική βία, όπως αυτή που προκήρυξαν, για τη Δευτέρα 17 Ιούνη, οι συνομοσπονδίες KISK και η μαχητική DISK μαζί με άλλα τρία σωματεία. 
 
Η εξέγερση στην Τουρκία σίγουρα δεν είναι «εργατική». Αλλά το ίδιο υπερβολικός είναι ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για εξέγερση «μεσοαστική». Πρόκειται για ένα διαταξικό πλήθος, μια πλατιά κοινωνική συμμαχία κοινωνικών ομάδων, που εκφράζει στον δρόμο όλες τις διαφορετικές δυσφορίες που είχαν συσσωρευθεί ενάντια στη διακυβέρνηση Ερντογάν, όπως στις πρώτες μέρες του «πανεθνικού» ξεσηκωμού ενάντια στον Μουμπάρακ.
 
Ανατολή εναντίον Δύσης;
Ο ίδιος γενικευμένος χαρακτήρας της εξέγερσης ισχύει και όσον αφορά τους «γεωγραφικούς» (πλαγίως ταξικούς) προσδιορισμούς που επιχειρείται να δοθούν. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη άποψη, οι «παράκτιες, κοσμοπολίτικες, μεσοαστικές πόλεις» επιτίθενται στον Ερντογάν, που απολαμβάνει τη στήριξη των «λαϊκών, παραδοσιακών» επαρχιών της Ανατολίας. Ο ισχυρισμός έχει μια βάση αλήθειας, και οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στο δυτικό και το ανατολικό κομμάτι δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Ωστόσο, η προσπάθεια να δοθεί «ταξική» ερμηνεία πέφτει στο κενό. Ο πληθυσμός των πόλεων δεν είναι κατ’ ανάγκην «μεσοαστικός». Στα πλαίσια του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, το 70% του τουρκικού πληθυσμού έχει συρρεύσει πλέον στις πόλεις. 
 
Σε αυτές τις μεγάλες πόλεις εκφράζονται όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις της σύγχρονης Τουρκίας. Η Ιστανμπούλ είναι η «έδρα» των δισεκατομμυριούχων, με τα γιοτ που βολτάρουν στα πανάκριβα εμπορικά κέντρα. Αλλά πίσω από αυτά τα εμβλήματα «ανάπτυξης», υπάρχουν οι φτωχογειτονιές, που έστησαν οι εσωτερικοί μετανάστες που πλημμύρισαν την πόλη από τις επαρχίες τους, οι άνθρωποι που ήρθαν αναζητώντας δουλειά λόγω της ταχείας ανάπτυξης, αλλά δυσκολεύονταν να βγάλουν τα προς το ζην. Στα αστικά κέντρα κυριαρχούν τα «λευκά κολάρα», αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι ανήκουν στην εργατική τάξη, και παράγουν το 63% του τουρκικού ΑΕΠ. Άλλωστε, η Προύσα και η Άντανα, που συγκλονίζονται, επίσης, από διαδηλώσεις και συγκρούσεις, είναι βασικά βιομηχανικά κέντρα της Τουρκίας. Στην Ανατολία, που είναι «κάστρο» του Ερντογάν, δεν δίνει τον τόνο η εργατική τάξη, αλλά η ισλαμική αστική τάξη.
 
Συγκεκριμένα, το στρώμα μεσαίων επιχειρηματιών με εξαγωγικό προσανατολισμό, που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’80 και αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της τουρκικής εκδοχής του «πολιτικού Ισλάμ». Είναι οι λεγόμενοι «τίγρεις της Ανατολίας» οικονομικά, για τον δυναμισμό τους και τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη μαύρη εργασία, και «καλβινιστές του Ισλάμ» ιδεολογικά, για την «εργασιακή ηθική» τους, που ταιριάζει στον ευρωπαϊκό προτεσταντισμό την εποχή της ανόδου της αστικής τάξης. Η αποδιάρθρωση του εργατικού κινήματος σε αυτές τις περιοχές, σε συνδυασμό με τις «φιλόπτωχες» πολιτικές του κυβερνώντος κόμματος AKP, που αντικαθιστούν τα συνδικάτα και το κοινωνικό κράτος, εξηγούν τη δημοφιλία του Ερντογάν στην Ανατολία. Αλλά ακόμα πιο βαθιά νοτιανατολικά, βρίσκονται στην ακραία φτώχεια οι Κούρδοι, που αποτελούν για δεκαετίες τον βασικό αντίπαλο κάθε τουρκικής κυβέρνησης. 
 
Η μάχη της Ταξίμ
Η εξάπλωση της εξέγερσης σε δεκάδες πόλεις σε όλη την Τουρκία αποδεικνύει ότι πρόκειται για ένα συνολικότερο ξέσπασμα που ξεπερνά την Ιστανμπούλ και έχει να κάνει με τη διακυβέρνηση Ερντογάν. Ωστόσο, η ίδια η μάχη της πλατείας Ταξίμ είναι αποκαλυπτική για το χαρακτήρα της σύγκρουσης. Η μάχη για μερικά δέντρα αγκαλιάστηκε από όλη την πόλη. Ο ένας παράγοντας είναι η οργή για την καταστολή ενάντια στους κατασκηνωτές του Πάρκου Γκέζι.
 
Συμπύκνωνε την οργή ενάντια σε μια κυβέρνηση που –μετά τον αποτελεσματικό περιορισμό του στρατού που της έδωσε πλατιά δημοφιλία- δείχνει την πρόθεση να εγκαθιδρύσει τον δικό της αυταρχισμό. Η λαϊκή απαίτηση «να μας ρωτήσει πρώτα ο Ερντογάν αν θέλουμε την ανάπλαση» συμπληρώνει την εικόνα ενός λαού που νιώθει πως η κυβέρνησή του απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις ανησυχίες του. Όμως στη μάχη για το Γκέζι, προβάλει το ταξικό, αντινεοφιλελεύθερο χαρακτηριστικό της εξέγερσης. Η καταπάτηση ενός πάρκου για να οικοδομηθεί ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο ήταν το τελευταίο επεισόδιο στην «ανάπλαση» της Ιστανμπούλ. Γειτονιές Βούλγαρων μεταναστών, καταυλισμοί Ρομά, παραδοσιακές εργατογειτονιές, έχουν ισοπεδωθεί ή απειλούνται για να «εκσυγχρονιστεί» η Ιστανμπούλ. Γι’ αυτό και κόσμος από αυτές τις λαϊκές συνοικίες, πλανόδιοι πωλητές, Αλεβίτες από το Γκάζι κλπ, έσπευσε να υπερασπιστεί το Γκέζι, έκανε τον αγώνα και δικό του. 
 
Ένα τελευταίο στοιχείο, που αν και συμβολικό παίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική συγκρότηση του κινήματος, είναι η ίδια η ιστορία της Ταξίμ. Είναι το σύμβολο της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Η μάχη ενάντια στη νεοφιλελεύθερη «ανάπλαση», είναι αντικειμενικά και μάχη της «μνήμης» του κινήματος ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που χαρακτηρίζουν τη σημερινή της κατάληψη, «ρεβάνς» για όλες εκείνες τις Πρωτομαγιές που η αστυνομία δεν επέτρεψε στους διαδηλωτές να προσεγγίσουν την ιστορική πλατεία. 
 
Οι πολιτικές δυνάμεις
Πολύς λόγος έχει γίνει για την παρουσία των κεμαλικών στις διαδηλώσεις, ιδιαίτερα στην Ιστανμπούλ. Πράγματι, έχουν κινητοποιηθεί εθνικιστές και οπαδοί του Ρεπουμπλικάνικου Λαϊκού Κόμματος, με τις τούρκικες σημαίες και το σύνθημα «Κεμάλ είμαστε οι στρατιώτες σου». Δεν πρόκειται για έκπληξη. Ο διχασμός «ισλαμιστών-κεμαλικών» αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τουρκικής πολιτικής ζωής εδώ και δεκαετίες και θα εκφραζόταν και τώρα. Η κεμαλική ελίτ και οι υποστηρικτές της έχουν βρει την ευκαιρία να κατέβουν στο δρόμο, επιχειρώντας να ηγεμονεύσουν στο κίνημα. Ωστόσο δεν πρόκειται για «κεμαλικό κίνημα» ή για εξέγερση υποκινούμενη από τον στρατό. Στην περίπτωση της σύνθεσης των διαδηλωτών της Ιστανμπούλ ισχύει η ρήση του Λένιν για όσους περιμένουν «καθαρές επαναστάσεις», ότι δεν θα τις δουν ποτέ. Σε επίπεδο οργανωμένων δυνάμεων, εκτός από τους κεμαλικούς, ορατή και ισχυρή παρουσία έχουν οι ΛΟΑΤ οργανώσεις, εργατικά σωματεία, η άκρα Αριστερά, οι Κούρδοι. Εκτός από αυτό, η μεγάλη πλειοψηφία των διαδηλωτών –κατά κοινή ομολογία- είναι «απολίτικη», δεν έχει καμία σχέση με το υπαρκτό πολιτικό σύστημα. Όλοι αυτοί που συγκρούονται σώμα με σώμα με την αστυνομία και διεκδικούν μεγαλύτερες ελευθερίες, δεν το κάνουν για μια επιστροφή του στρατού ή της κεμαλικής ελίτ, που έχει επίσης ταυτιστεί με τον αυταρχισμό. 
 
Το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας είναι υπαρκτό και είναι πολύ σημαντικό ότι η πάλη ενάντια στους εθνικιστές γίνεται από τις αριστερές οργανώσεις (υπεράσπιση της παρουσίας κουρδικών συμβόλων, διαδηλώσεις υπέρ των γυναικών που φορούν μαντίλα κλπ). Σε αρκετές περιπτώσεις, η Αριστερά δείχνει να βγαίνει πιο κερδισμένη. Αυτό φαίνεται στη συνθηματολογία, όχι μόνο στην Ιστανμπούλ, αλλά σε όλες τις πόλεις, όπου τα συνθήματα της Αριστεράς γίνονται μαζικά.
 
Αλλά καταγράφεται και στη λαϊκή συνείδηση. Όπως σημειώνουν πολλοί Τούρκοι αναλυτές και αγωνιστές, όλα τα κινήματα αντίστασης έχουν ταυτιστεί με την Αριστερά στην Τουρκία: Πράγματι οι εφημερίδες της Αριστεράς έχουν αυξήσει την κυκλοφορία τους, οι οργανωμένες δυνάμεις της πρωταγωνιστούν στις διαδηλώσεις και έχουν μπροστά τους μια μεγάλη ευκαιρία να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Με όλα της τα στραβά (σεχταρισμός, κατακερματισμός, «φλερτ» με τον κεμαλικό εθνικισμό), η τουρκική Αριστερά έχει τεράστιες εμπειρίες σκληρών αγώνων σε καθεστώς ημιπαρανομίας, και αυτές τις πολύτιμες εμπειρίες μεταδίδει στους νεαρούς αγωνιστές της Ταξίμ. Αυτή η «τεχνογνωσία», σε συνδυασμό με την ολόψυχη συμμετοχή στον αγώνα, τύς δίνει ένα πλεονέκτημα απέναντι στους κεμαλικούς ή τους εθνικιστές -που δεν διακρίνονται ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Νεαροί εθνικιστές συμμετέχουν στις συγκρούσεις με την αστυνομία, αλλά η ηγεσία τους καταδίκασε τις διαδηλώσεις. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα στηρίζει τις διαδηλώσεις, αλλά είναι κοινό μυστικό ότι το κάνει με μισή καρδιά. 
 
Προκλήσεις-Προοπτικές
Η τουρκική εξέγερση έχει να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις. Ο Ερντογάν είναι ένας εκλεγμένος ηγέτης με μεγάλη λαϊκή στήριξη, ενώ δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική στη διακυβέρνησή του. Σε μεγάλο βαθμό, η κατάσταση μοιάζει με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το αιγυπτιακό κίνημα ενάντια στον Μόρσι. Το τελευταίο επεισόδιο ήταν η βίαιη εκκένωση της Ταξίμ και του πάρκου από την αστυνομία, ενόψει της συγκέντρωσης του κυβερνητικού AKP στην Ιστανμπούλ. Η επίθεση έγινε ενώ ήταν σε εξέλιξη συζητήσεις για μια «ομαλή διέξοδο» (δημοψήφισμα για το πάρκο, παραίτηση του αρχηγού της αστυνομίας, απελευθέρωση κρατουμένων κλπ). Ήταν μια προοπτική που δεν άρεσε σε πολλούς διαδηλωτές, αλλά συγκέντρωνε σοβαρές πιθανότητες να οδηγήσει σε «εκτόνωση» το κίνημα και να το αφήσει να «φυλλορροήσει». Η αλαζονεία του Ερντογάν, να διατάξει επίθεση για να κάνει τη συγκέντρωσή του, πυροδότησε νέες διαδηλώσεις σε όλους τους γύρω δρόμους από το Πάρκο, αλλά και σε όλες τις πόλεις της Τουρκίας. Το σύνθημα «η Ταξίμ είναι παντού, η Αντίσταση είναι παντού» κυριάρχησε. 
 
Η συνέχεια είναι άγνωστη. Το κίνημα μπορεί να εκτονωθεί. Μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του Ερντογάν «από τα μέσα» (ήδη συγκροτείται άτυπα μια «μετριοπαθής» πτέρυγα μέσα στο κυβερνών κόμμα). Μπορεί να κλιμακωθεί και να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες ανατροπές. Ό,τι κι αν γίνει, αφήνει πίσω του πολύ βαθιά σημάδια στην τουρκική κοινωνία. 
Η υποχώρηση της αστυνομίας την 1η Ιούνη, έμεινε στην ιστορία ως «η πρώτη ήττα του Ερντογάν». Και κυρίως, όπως γράφει ένα σύνθημα στην πλατεία Ταξίμ: «Αντισταθήκαμε. Εξαφανίσαμε οριστικά τον νεκρό πολίτη μέσα μας». Ό,τι κι αν συμβεί, τίποτε πια δεν θα είναι το ίδιο…
 
 
Ενώ ξεδιπλωνόταν η εξέγερση στην Τουρκία, ξέσπασε ο συγκλονιστικός αγώνες για την υπεράσπιση της ΕΡΤ. Στο μυαλό χιλιάδων διαδηλωτών, η σύνδεση των αγώνων στις δυο πλευρές του Αιγαίου έγινε αυτόματα, και δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η Ταξίμ έπαιξε κι αυτή το ρόλο της στη μαζικοποίηση της κατάληψης στο Ραδιομέγαρο. Είναι μια έκφραση του αυθόρμητου διεθνισμού των «από κάτω»: Οι διαδηλωτές της Ταξίμ εμπνεύστηκαν (και) από το Σύνταγμα, και με τη σειρά τους «επέστρεψαν» την αγωνιστική έμπνευση στην Αθήνα.  Η άλλη διάσταση είναι η αποκάλυψη στα μάτια χιλιάδων ανθρώπων και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, ότι «στην ίδια τους τη χώρα είναι ο εχθρός». Οι «Σαμαρντογάν» εφαρμόζουν τις ίδιες οικονομικές συνταγές και επιδιώκουν να τις επιβάλλουν με την ίδια αυταρχική πολιτική «σιδερένιας πυγμής». Απέναντί τους, οι δύο λαοί δίνουν κοινό αγώνα. Σε αυτό το δρόμο, της εξέγερσης και του διεθνισμού των «από κάτω», θα βρει η Αριστερά όλες τις απαντήσεις στα «δύσκολα» ερωτήματα που βάζει η κρίση.