Σε περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας και σοβαρών προβλημάτων συνεχίζει να πορεύεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση (ΤΑ), ύστερα από 7 χρόνια μνημονιακών περικοπών και εφαρμογής του διαβόητου «Καλλικράτη», που εμβάθυνε το καθεστώς της διαρκούς λιτότητας και της ιδιωτικοποίησης κρίσιμων κοινωνικών υπηρεσιών.

Στοιχειώδεις λειτουργίες των δήμων και των περιφερειών έχουν υποβαθμιστεί δραματικά, μέσα από τον δραστικό περιορισμό των κρατικών πόρων που προορίζονται για τη στήριξή τους, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αρνητικά η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο στον κρατικό προϋπολογισμό του 2017 προβλέπεται μείωση κονδυλίων κατά 214 εκατ. ευρώ για τους ΟΤΑ, όταν σε σχέση με το 2010 οι ΟΤΑ έχουν απολέσει πόρους 60-65%. Οι οφειλές της κεντρικής κυβέρνησης τα τελευταία 7 χρόνια, μέσω των λεγόμενων «παρακρατηθέντων», έχουν ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ. Δεκάδες δήμοι αδυνατούν να καταρτίσουν ή κατάρτισαν με μεγάλη δυσκολία –ισοσκελισμένους– προϋπολογισμούς. Τρεις δήμοι βρίσκονται ήδη σε επιτροπεία. Μάλιστα, την ώρα που στερούνται πολύτιμα έσοδα, οι δήμοι υποχρεώνονται πλέον να καταβάλουν ΕΝΦΙΑ και φόρο εισοδήματος.
Μνημονιακές επιταγές
Μόνο με το τελευταίο νομοσχέδιο, που προσφέρει διάφορες «διευκολύνσεις» στον κόσμο της επιχειρηματικότητας και άρει «γραφειοκρατικές αγκυλώσεις»(!), εισάγεται ο θεσμός της «γνωστοποίησης» από τον επιχειρηματία ως μοναδική υποχρέωση για την ίδρυση μιας επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος. Έτσι καταργείται το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο που όριζε ως υποχρεωτική τη διαδικασία της προέγκρισης από τον εκάστοτε δήμο (αλλά και άλλες αδειοδοτήσεις, όπως την άδεια μουσικής), ενώ καταργείται και ο προληπτικός έλεγχος από τις υγειονομικές υπηρεσίες. Υποχρεώσεις που αρκετά συχνά σταματούσαν την ασυδοσία ιδιοκτητών χώρων εστίασης και νυχτερινών κέντρων. Αντίθετα, στο νέο θεσμικό πλαίσιο, που ετοιμάζει η κυβέρνηση για τους δήμους, εξετάζεται η πρόταση να δοθεί εξολοκλήρου το αντιλαϊκό χαράτσι του ΕΝΦΙΑ στην ΤΑ, με δικούς της μηχανισμούς είσπραξης.
Η μνημονιακή πλειοψηφία του ΔΣ της ΚΕΔΕ αποδέχεται τη λογική μετατροπής των ΟΤΑ σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό, με την προϋπόθεση ο φόρος να μην ονομάζεται ΕΝΦΙΑ, εξαιτίας των δυσάρεστων συνειρμών που προκαλεί μια τέτοια αναφορά.
Τα μεγάλα κενά στο προσωπικό αποτελούν ακόμα μια «πληγή» για τους δήμους και τις περιφέρειες, αποδιοργανώνοντας αναγκαίες υπηρεσίες για τις τοπικές κοινωνίες. Το μνημονιακό μέτρο 1/5 για τις αποχωρήσεις-προσλήψεις στο Δημόσιο ουσιαστικά δεν τηρείται. Συγχρόνως, πέντε διαφορετικά εποπτικά όργανα, που ασκούν ελέγχους σκοπιμότητας στο όνομα της πάταξης της διαφθοράς, τελικά ενισχύουν τη γραφειοκρατία και στοχεύουν σχεδόν αποκλειστικά στη συγκράτηση δαπανών. Με «ναυαρχίδα» τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και το «Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας», που έχουν ελαχιστοποιήσει τις δυνατότητες αυτόνομης δράσης της τοπικής εξουσίας, η θηλιά ασφυκτικού ελέγχου του κεντρικού κράτους και της συρρίκνωσης πόρων γίνεται όλο και πιο σφιχτή. Ακόμα και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που κάποτε ορκιζόταν στην ενδυνάμωση του θεσμού της ΤΑ και στην αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων του κοινωνικού κράτους, το «Παρατηρητήριο» έχει διατηρηθεί και σταδιακά μετατρέπεται σε μόνιμο μηχανισμό επιτήρησης.
Ανάλογη εναρμόνιση με τις μνημονιακές επιταγές και τις γενικότερες νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις παρατηρείται και στο κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων. Η πεπατημένη των ΣΔΙΤ, του «πάρτι» με τα ΕΣΠΑ για να σιτίζονται κάθε είδους μεγαλοεργολάβοι, πέρα από τις κυβερνητικές μεγαλοστομίες, ουσιαστικά παραμένει, μετατρέποντας έτσι τους ΟΤΑ σε φορείς εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων και των κερδοφόρων προνομίων που απολαμβάνουν. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν η αντίληψη της «συνέχειας του κράτους» και της υποταγής στο «ρεαλισμό» διαπνέουν τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες και στην ΤΑ.
Συναινέσεις μέσω 
απλής αναλογικής

Τους τελευταίους μήνες, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προβάλλει συνεχώς την επικείμενη αλλαγή του «Καλλικράτη» και μια κάποια «ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Πέρα όμως από τις γενικόλογες αναφορές, η μόνη ξεκάθαρη άποψη που έχει διατυπωθεί από κυβερνητικής πλευράς είναι η καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εκλογές των δημοτικών συμβουλίων, επιλογή που έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Αντιδράσεις και από διάφορους δεξιούς και «πασόκους» αιρετούς, οι οποίοι φοβούνται για την επανεκλογή τους, αλλά και από «τα αριστερά». 
Αν και από θέση αρχής η υιοθέτηση της απλής αναλογικής είναι σωστή, ο τρόπος υλοποίησης που φέρεται να προκρίνεται αποτελεί τυπικό δείγμα της γνωστής τακτικής «βγάζω αριστερό φλας, για να στρίψω δεξιά». Όπως υποστηρίζουν τα αρμόδια υπουργικά στελέχη, στόχος του νέου εκλογικού συστήματος είναι να διαμορφωθεί «κουλτούρα συνεργασιών και συναινέσεων». Με διαφορετικά λόγια, η κατεύθυνση λύσεων «εθνικής ενότητας», που προκρίνεται από διάφορες συστημικές φωνές στην κεντρική πολιτική σκηνή, επιχειρείται να δοκιμαστεί σε επίπεδο δήμων, μέσω της συγκυβέρνησης δημοτικής αρχής και δημοτικών συμβούλων. Έτσι, π.χ. ένας αριστερός υποψήφιος δήμαρχος θα πρέπει να μπει σε συνδιαλλαγή με κάθε είδους δημοτικούς παράγοντες και λοιπές «δημοκρατικές δυνάμεις» για να μπορέσει να ασκήσει διοίκηση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από τον τύπο του δημάρχου «καλοχαιρέτα» θα περάσουμε στον «άχρωμο» μάνατζερ, που θα υπερβαίνει τις πολιτικές διαχωριστικές, διότι η ΤΑ –δήθεν– δεν μπορεί να γίνεται πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. 
Η απάντηση της Αριστεράς
Για τη ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά, η παρέμβασή της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να ιδωθεί μόνο σε πλήρη αντιπαράθεση με το κυρίαρχο μοντέλο, που αναπαράγεται εδώ και δεκαετίες. Το στοίχημα για τα μαχητικά αυτοδιοικητικά σχήματα, που υπάρχουν ήδη ή χρειάζεται να δημιουργήσουμε, παραμένει. Χρειαζόμαστε όσο ποτέ μια ΤΑ συντονιστή των διεκδικητικών αγώνων και της κοινωνικής αλληλεγγύης σε κάθε περιοχή, τμήμα του ευρύτερου μετώπου ρήξης με τα μνημόνια και την ευρωλιτότητα. Με τους εργαζόμενους και τους ενεργούς κατοίκους στην πρώτη γραμμή. Μια ΤΑ που θα αντισταθεί στις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις στους ΟΤΑ, στη μνημονιακή «μέγγενη» που τείνει να γίνει «κανονικότητα». Που θα συνδράμει το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, που θα υπερασπιστεί αταλάντευτα τους φτωχούς, τους πρόσφυγες και θα εξασφαλίσει αξιοπρεπείς κοινωνικές υπηρεσίες για όλους τους δημότες. 
Οι αριστεροί δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι, με την αγωνιστική τους στάση, οφείλουν να αποδείξουν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει πυλώνα προάσπισης του κόσμου της εργασίας, των δημόσιων υπηρεσιών, των δημόσιων αγαθών, των ελεύθερων χώρων και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Κυρίως, καλούνται να αποτελέσουν το υπόδειγμα μιας άλλης διοίκησης, που θα βρίσκεται στον αντίποδα αντιλήψεων «διαχείρισης» και υποταγής στην κεντρική εξουσία. Η έμπρακτη ανυπακοή, στις σημερινές συνθήκες απογοήτευσης του κόσμου μας, μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει πολύτιμες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που θα διεκδικούν δυναμικά: 
• Ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και τη γενναία αύξηση της χρηματοδότησης προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
• Κατάργηση του «Καλλικράτη» και του «Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας».
• Απαλλαγή από δημοτικά τέλη-φόρους για άνεργους και αδύναμους, μείωση για τους υπόλοιπους δημότες. Καμία νέα φορολογική επιβάρυνση για τα λαϊκά νοικοκυριά, με οποιοδήποτε πρόσχημα και «όχημα» τους ΟΤΑ. 
• Απελευθέρωση προσλήψεων του αναγκαίου μόνιμου προσωπικού στους ΟΤΑ. Καμία απόλυση, κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας. 
• Δημόσια-αποκεντρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων με έμφαση στην προδιαλογή και στην ανακύκλωση των υλικών και εναλλακτικές μεθόδους φιλικές προς το περιβάλλον.
• Υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, των ελεύθερων χώρων πρασίνου και των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους (σχολεία, νοσοκομεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί) σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, απέναντι στα επιχειρηματικά συμφέροντα.
• Δημιουργία ανοιχτών και αξιοπρεπών δομών για πρόσφυγες και ντόπιους άστεγους σε κλίμακα πόλης, ως αντιπαράδειγμα στη ρατσιστική πολιτική μαζικού εγκλεισμού και αποτροπής της κυβέρνησης και της ΕΕ, με πρωταγωνιστικό ρόλο της ΤΑ.
• Απλή αναλογική σε όλα τα επίπεδα εκλογής και αντιπροσώπευσης των ΟΤΑ. Ουσιαστική αναβάθμιση των συλλογικών οργάνων (Διοικητικών και Τοπικών Συμβουλίων) των δήμων και των περιφερειών, ως προς τις αποφάσεις και τη λογοδοσία. Ενθάρρυνση της λαϊκής συμμετοχής στις υποθέσεις του κάθε δήμου, μέσα από επιτροπές και συνελεύσεις κατοίκων.