Εφτά μήνες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Τυνησία και πέντε μήνες μετά την πτώση του Μουμπάρακ, οι επαναστάσεις έχουν πια επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις αραβικές χώρες. Στην Υεμένη, τη Συρία και το Μπαχρέιν, παρά την άγρια καταστολή και τις χιλιάδες σφαγές, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται. Διαδηλώσεις γίνονται και στην Τυνησία, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος εξακολουθεί να μαίνεται στη Λιβύη. Όμως, όπως υποστηρίζει ο Μουσταφά Ομάρ –ο οποίος βρέθηκε τις μέρες της εξέγερσης στο Κάιρο και στα κείμενα του οποίου βασίζεται εν πολλοίς και αυτό το άρθρο– η Αίγυπτος αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή, καθώς «η διαδικασία που βρίσκεται υπό εξέλιξη στη χώρα αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές επαναστάσεις στη σύγχρονη ιστορία».

Ο Ομάρ επιχειρηματολογεί θυμίζοντας ότι μεταξύ της 25ης Γενάρη και της 11ης Φλεβάρη, υπολογίζεται ότι πάνω από 15 εκατομμύρια άνθρωποι –περισσότερο από το 20% του πληθυσμού– συμμετείχαν στις διαδηλώσεις που οδήγησαν στην πτώση του Μουμπάρακ. Συγκριτικά, τα 15 εκατομμύρια ξεπερνούν το σύνολο των διαδηλωτών που έριξαν τα καθεστώτα της Αν. Ευρώπης το 1989. Είδαμε δηλαδή στην πράξη αυτό που οι κλασικοί του μαρξισμού περιέγραφαν ως ορμητική είσοδο των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας.

Μάζες
Παρότι στην αιχμή του δόρατος της εξέγερσης ήταν η νεολαία, στις πλατείες βρέθηκαν, από την πρώτη μέρα, εργάτες, δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί αγρότες, νοικοκυρές, συνταξιούχοι, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες σε καροτσάκια, άνδρες και γυναίκες, μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Ήταν όλοι εκεί γιατί είχαν λόγους να αντιταχθούν στο καθεστώς. Ενώ, όμως, η πλατεία Ταχρίρ τράβηξε τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας, δεν ήταν μόνον εκεί όπου γράφτηκε ιστορία. Στην Αλεξάνδρεια το ποσοστό των κατοίκων που βρέθηκαν στους δρόμους ήταν πολύ μεγαλύτερο και οι εξεγερμένοι ακολούθησαν μια διαφορετική τακτική: Δεν περίμεναν την αστυνομία να έρθει εναντίον τους, αλλά έβγαιναν κάθε μέρα κατά εκατοντάδες χιλιάδες από κάθε γειτονιά για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις καταστολής. Ο Ομάρ παραθέτει (socialistworker.org, 31/5/2011) ένα διάλογο ασυρμάτου της αστυνομίας της Αλεξάνδρειας, λίγες μόλις στιγμές πριν πέσει η πόλη στα χέρια των επαναστατημένων.

 

Στην ηχογραφημένη συνομιλία οι αξιωματικοί που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή ικετεύουν το αρχηγείο να στείλει ενισχύσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν, όπως το έλεγαν επί λέξει, μαζικά επικίνδυνα πλήθη δέκα, είκοσι και τριάντα χιλιάδων ανθρώπων που τους πλησίαζαν από παντού μέσα στην πόλη. Το αρχηγείο δηλώνει αδυναμία γιατί όλοι ανεξαιρέτως οι επικεφαλής που βρίσκονταν στα σημεία των συγκρούσεων, ζητούσαν ενισχύσεις. Τελικά, το αρχηγείο συμβουλεύει τους επικεφαλής να διατάξουν υποχώρηση στα αστυνομικά τμήματα. Όπως γράφει ο Ομάρ, οι αξιωματικοί απαντούσαν: «Κύριε, τα αστυνομικά τμήματα καίγονται από τους διαδηλωτές». Η ηχογράφηση τελειώνει με δραματικό τόνο καθώς ο διοικητής στο αρχηγείο απαιτεί εξηγήσεις από ένα κατώτερο αξιωματικό σχετικά με την υποχώρηση των αστυνομικών δυνάμεων. Ο αξιωματικός ακούγεται απλώς να λέει: «Κύριε, όλα τέλειωσαν. Ο λαός είναι πια καβάλα». Η ιστορία της Αλεξάνδρειας επαναλήφθηκε στο Σουέζ και σε πληθώρα άλλων πόλεων: Οι διαδηλωτές βάδισαν ενάντια στους αστυνομικούς σταθμούς, ενάντια στα γραφεία του κόμματος του Μουμπάρακ (του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος), ενάντια στα δημαρχεία και στα κυβερνεία κ.ο.κ.

Η επανάσταση άλλαξε την εικόνα της Αιγύπτου, αλλά άρχισε να αλλάζει και τους ίδιους τους ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες νεολαίοι στις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου σχημάτισαν επιτροπές που ανέλαβαν τη φύλαξη της κάθε γειτονιάς από τους παρακρατικούς, τη μυστική αστυνομία και τους ποινικούς. Στη συνέχεια οι επιτροπές αυτές πρωτοστάτησαν σε καμπάνιες για τη δίωξη διεφθαρμένων αξιωματούχων, για βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ ανέλαβαν ακόμη και καθήκοντα τροχαίας και καθαρισμού.

Δεκάδες χιλιάδες έγιναν δωρητές αίματος για τους τραυματίες της εξέγερσης. Νεαροί καλλιτέχνες άρχισαν να ζωγραφίζουν γκράφιτι παντού στους τοίχους καταγγέλλοντας τη διαφθορά και εξυμνώντας την ισότητα μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι Αιγύπτιοι άρχισαν να περιμένουν στην ουρά στα μαγαζιά και στις δημόσιες υπηρεσίες από σεβασμό προς τους συμπολίτες τους, κάτι που κανονικά δεν μπορείς να δεις στο Κάιρο, όπως λέει ο Ομάρ.

Το Ανώτατο Συμβούλιο
Μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ, η εξουσία πέρασε στα χέρια του Ανώτατου Συμβουλίου των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα ένα τα μέλη το Συμβουλίου αυτού είχε επιλεγεί και διοριστεί από τον ίδιο τον δικτάτορα. Το καθεστώς τούς εξασφάλιζε παχυλούς μισθούς, σπίτια, διακοπές στο εξωτερικό, ειδικά σχολεία για τα παιδιά τους και γενικά ό,τι απαιτείται για να εξασφαλιστεί η αφοσίωση σε μια δικτατορία. Χωρίς καμία εξαίρεση τα μέλη του Συμβουλίου έχουν περάσει από σώματα αξιωματικών που εκπαιδεύτηκαν στις ΗΠΑ. Συμμετείχαν στις παράνομες απαγωγές «τρομοκρατών» που οργάνωναν οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας και έχουν δεχθεί στο έδαφος της Αιγύπτου τέτοιους απαχθέντες «τρομοκράτες» προκειμένου να τους βασανίσουν.
Το Φλεβάρη αυτοί οι στρατηγοί αναγκάστηκαν, κάτω από την αφόρητη λαϊκή πίεση, να απομακρύνουν τον Μουμπάρακ και να παραχωρήσουν μερικώς κάποιες ελευθερίες. Το Συμβούλιο προχώρησε πολύ γρήγορα σε ένα δημοψήφισμα σχετικά με τη συνταγματική μεταρρύθμιση, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι αλλαγές στο εκλογικό σύστημα θα παρέμεναν περιορισμένες και απόλυτα ελεγχόμενες.

Το Ανώτατο Συμβούλιο προσπαθεί ακόμη και τώρα να επιβάλει την καταστολή των απεργιών και των διαδηλώσεων, προκειμένου, ως συλλογικός εκφραστής του καπιταλιστικού συστήματος, να εμποδίσει την επέκταση της αμφισβήτησης αυτού του συστήματος, η οποία προκύπτει από την ίδια τη δράση των μαζών όταν αυτή εξελίσσεται ανεμπόδιστα. Έτσι έχει εισάγει διάταξη με την οποία απαγορεύει διάφορες απεργιακές κινητοποιήσεις. Ο πρωθυπουργός έχει τονίσει ότι η κυβέρνηση θα εφαρμόσει άρθρα του ποινικού κώδικα (όπως τα άρθρα 86 και 88) που θεωρούν κακούργημα τις απεργίες και την παρεμπόδιση της παραγωγικής διαδικασίας. Τα άρθρα αυτά προβλέπουν για τους παραβάτες ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ 5 και 25 ετών. Ο πολιτικός αυταρχισμός είναι πανταχού παρών: Η κυβέρνηση έχει ήδη συλλάβει πολλούς αγωνιστές του κινήματος, έχει προσπαθήσει να παρακάμψει το παλλαϊκό αίτημα για νέο σύνταγμα στη χώρα, έχει περιορίσει την ελευθερία δημιουργίας κομμάτων, ενώ δεν είχε πρόβλημα να δείξει τη σιδερένια πυγμή της και σε οποιονδήποτε εναντιώνεται στην πολιτική της, ακόμη και στους δικαστές και τους αστούς φιλελεύθερους.

Οι εργάτες και οι αγρότες
Οι εργατικοί αγώνες έχουν γνωρίσει φυσιολογικές διακυμάνσεις σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Το Φεβρουάριο, μόνο στο Κάιρο, υπήρχαν 500 διαφορετικές εργατικές κινητοποιήσεις, ενώ το Μάρτιο το νούμερο αυτό έπεσε στο 200. Όμως τον Απρίλιο και το Μάιο υπήρξε νέα άνοδος των αγώνων, περιλαμβανομένης και της πρώτης πανεθνικής απεργίας των γιατρών στα δημόσια νοσοκομεία. Το συνδικάτο των γιατρών, που παλιότερα ήταν μια συντηρητική επαγγελματική συντεχνία, επηρεάστηκε βαθύτατα από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και αυτό βρήκε αντανάκλαση στα αιτήματα της απεργίας: οι απεργοί ζητούσαν μισθολογικές αυξήσεις αλλά και την αύξηση των δημόσιων δαπανών για την υγεία από το 3,5% που είναι σήμερα, στο 15%, προκειμένου να υπάρξει ένα σύστημα υγείας που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός πληθυσμού που μαστίζεται από καρδιακά νοσήματα και ηπατίτιδα C. Η κυβέρνηση τελικά αποδέχθηκε τα βασικά αιτήματα των γιατρών. Οι απεργίες στην τσιμεντοβιομηχανία Μπενί Σουέφ, οι διαρκείς διαδηλώσεις των εκπαιδευτικών μπροστά από το υπουργείο Παιδείας είναι επίσης μερικοί από τους δείκτες των ταξικών αγώνων και της κοινωνικής παρακαταθήκης που έχει αφήσει η εξέγερση.

Οι πρώην εργαζόμενοι στην αλυσίδα πολυκαταστημάτων Omar Effendi, που είχε ιδιωτικοποιηθεί πριν από μερικά χρόνια (είχε πουληθεί κοψοχρονιά σε ξένο επενδυτή ο οποίος έκλεισε τελικά την επιχείρηση), κέρδισαν μια σημαντική δικαστική απόφαση με την οποία η εταιρεία επανεθνικοποιείται και οι ίδιοι ξαναπιάνουν δουλειά. Με αίτημα την επανεθνικοποίηση κινητοποιήθηκαν και οι εργαζόμενοι άλλων εταιρειών, όπως στον κλάδο της υφαντουργίας. Σε κινητοποιήσεις προχώρησαν και οι εργαζόμενοι των εταιριών του Καναλιού του Σουέζ.

Σε συνδικαλιστικό επίπεδο οι εργαζόμενοι έχουν πετύχει να στήσουν μια σειρά από ανεξάρτητα συνδικάτα (ανεξάρτητα από τη διαβόητη Αιγυπτιακή Ομοσπονδία των Συνδικάτων που ελεγχόταν από το καθεστώς Μουμπάρακ). Πηγή έμπνευσης είναι οι αγώνες των εργατών στη μεγάλη υφαντουργίας Μαχάλα. Οι ταχυδρομικοί, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες, οι εργαζόμενοι στην υφαντουργία Megatex στο Sadat City, οι εργαζόμενοι σε συγκεκριμένα νοσοκομεία, όπως το «Μανσιάτ Αλ Μπάκρι» στο Κάιρο, και άλλοι εργαζόμενοι έχουν συστήσει τουλάχιστον 14 ανεξάρτητα συνδικάτα, ενώ περισσότερα είναι υπό δημιουργία. Τα συνδικάτα αυτά ίδρυσαν την Αιγυπτιακή Ομοσπονδία των Ανεξάρτητων Συνδικάτων. Στην Πρωτομαγιά, η Ομοσπονδία αυτή ήταν ο βασικός οργανωτής της συγκέντρωσης που έγινε στην πλατεία Ταχρίρ. Ήταν η πρώτη φορά έπειτα από 60 χρόνια που το εργατικό κίνημα οργάνωσε μια πανεθνική δημόσια διαδήλωση όπου η αστυνομία δεν παρενέβη!

Εκτός από τους αγώνες του σκληρού πυρήνα της εργατικής τάξης, ένα ολόκληρο κύμα εξέγερσης και αμφισβήτησης έχει σαρώσει κάθε γωνιά και κάθε τομέα της κοινωνίας: Οι δημοσιογράφοι διώχνουν τους εκδότες που υποστήριζαν τον Μουμπάρακ. Οι ηθοποιοί και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στην κινηματογραφική βιομηχανία στασίασαν ενάντια στον διεφθαρμένο και αυταρχικό πρόεδρο της ομοσπονδίας τους. Οι διαιτητές ποδοσφαίρου απείλησαν να απεργήσουν ζητώντας αυξήσεις. Οι πρόσκοποι απαιτούν εκλογές για την ανάδειξη των αρχηγών. Οι οπαδοί μποϊκοτάρουν ή και γιουχάρουν τους κάποτε αγαπημένους τους ηθοποιούς, τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές που υποστήριξαν τον Μουμπάρακ.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών και η συμμετοχή τους στις διαδηλώσεις αποτελούν επίσης μια άλλη σοβαρή παράμετρο. Από τότε που ξεκίνησε η επανάσταση έχουν αναφερθεί πάνω από 100.000 «καταπατήσεις» ιδιωτικής περιουσίας στην ύπαιθρο. Πρόκειται για δράσεις ακτημόνων αγροτών που προσπαθούν να ξαναπάρουν τη γη που τους άρπαξαν το 1997 οι κληρονόμοι των γαιοκτημόνων της εποχής της αποικιοκρατίας χάρη σε νόμο του Μουμπάρακ. Με τη βοήθεια της αστυνομίας αυτοί οι γόνοι των γαιοκτημόνων είχαν ξεσπιτώσει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο  αγρότες και τις οικογένειές τους. Το Μάιο πραγματοποιήθηκε συνέδριο των αγροτών στο χωρίο Καμσίς, ιστορικό κέντρο αγροτικών αγώνων, όπου αποφασίστηκε η ίδρυση μιας νέας ανεξάρτητης Ένωσης Αιγυπτίων Καλλιεργητών, με βασικό στόχο τη δημιουργία ενός πανεθνικού συνεταιριστικού κινήματος το οποίο θα διευθύνεται από τη βάση.

Οι νέες διαδηλώσεις στην Ταχρίρ
Μια σημαντική στιγμή της από τα κάτω αμφισβήτησης του Συμβουλίου ήταν οι συγκεντρώσεις που έγιναν στις 27 Μαΐου στην πλατεία Ταχρίρ και σε άλλες πλατείες στις μεγάλες πόλεις της χώρας, στις οποίες έλαβαν μέρος πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Οι διαδηλώσεις διοργανώθηκαν κυρίως από αριστερές οργανώσεις σε αντιπαράθεση με τους στρατιωτικούς ηγέτες της χώρας. Παρά τον πόλεμο που γνώρισαν οι διαδηλώσεις από τα κρατικά αλλά και από πολλά «δημοκρατικά» μέσα ενημέρωσης, η συμμετοχή ήταν πέρα από κάθε προσδοκία, ειδικά στην Αλεξάνδρεια όπου συγκεντρώθηκαν πάνω από 500.000 άνθρωποι. Η πολεμική των ΜΜΕ και του κράτους ενάντια στην εξαγγελθείσα συγκέντρωση εστίαζε κυρίως στον δήθεν κίνδυνο για εκτεταμένα επεισόδια, για βανδαλισμούς και καταστροφές, ενώ οι τράπεζες ασφάλισαν τα ΑΤΜ τους και γνωστή αμερικανική αλυσίδα φαστ φουντ έκλεισε τα κατά τόπους καταστήματά της (σας θυμίζει τίποτε όλο αυτό το σκηνικό;).

 

Από την άλλη οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, το πιο μεγάλο και το πιο οργανωμένο κόμμα της αντιπολίτευσης (του οποίου τα μέλη συμμετείχαν στις μεγάλες διαδηλώσεις που έριξαν τον Μουμπάρακ), εξέφρασε την αντίθεσή του με τη συγκέντρωση. Έδωσε μάλιστα στη δημοσιότητα μια διακήρυξη υπεράσπισης του Ανώτατου Συμβουλίου, στην οποία κατήγγειλε τους οργανωτές της διαδήλωσης της 27ης Μαΐου ως «αντεπαναστάτες» (σας θυμίζει κάποιο άλλο κόμμα στην Ελλάδα;), κατηγορώντας τους μάλιστα ότι συνωμοτούν ενάντια στο στρατό. Στην Αλεξάνδρεια, η τοπική οργάνωση της Αδελφότητας μοίρασε χιλιάδες προκηρύξεις οι οποίες κατηγορούσαν οποιονδήποτε επρόκειτο να συμμετάσχει στη διαδήλωση ενάντια στο Ανώτατα Συμβούλιο ως «κομουνιστές και κοσμικούς».

Τα αιτήματα των οργανωτών της διαδήλωσης απέναντι στο Ανώτατο Συμβούλιο ήταν τέσσερα: 1) Να δικαστεί ο Μουμπάρακ για μαζικές δολοφονίες (και όχι μόνον για οικονομικές ατασθαλίες όπως σχεδίαζε ο στρατός). 2) Να σταματήσουν τα στρατοδικεία να δικάζουν ακτιβιστές και επαναστάτες. 3) Να εγκαταλείψει το Συμβούλιο το αυταρχικό μονοπώλιο όσον αφορά βασικά ζητήματα μετάβασης σε ένα δημοκρατικό σύστημα. 4) Να ξεκινήσει μια διαδικασία αναδιανομής του πλούτου της χώρας υπέρ των φτωχών θεσμοθετώντας έναν βασικό μισθό που θα εξασφαλίζει τη διαβίωση.

Οι συγκεντρώσεις ήταν εξαιρετικά ογκώδεις, όπως προείπαμε, και αποτέλεσαν μια τεράστια επίδειξη δύναμης από την Αριστερά και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συνέχιση του αγώνα για αληθινή δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ομιλητές στην πλατεία Ταχρίρ εστίασαν στην άρνηση των στρατιωτικών να υλοποιήσουν τα αιτήματα της επανάστασης, υπενθύμισαν τα εγκλήματα του καθεστώτος Μουμπάρακ ειδικά τις τελευταίες ημέρες πριν από την κατάρρευσή του, και καταδίκασαν το γεγονός ότι το νέο καθεστώς αντιμετώπιζε με το γάντι τον πρώην δικτάτορα και τους συνεργάτες του. Από την άλλη το πλήθος καταδίκαζε με τα συνθήματά του την προδοσία των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οι διαδηλώσεις τελείωσαν ειρηνικά με χιλιάδες ανθρώπους να δεσμεύονται ότι θα ξανάρχονταν στις πλατείες αν αυτό ήταν αναγκαίο.

Πράγματι, οι διαδηλώσεις επαναλήφθηκαν και στα τέλη Ιούνη, αλλά και στις 8 Ιούλη, όταν και πάλι μια εξαιρετικά ογκώδης συγκέντρωση απαίτησε από τους στρατιωτικούς να επισπεύσουν την προσαγωγή στη Δικαιοσύνη αξιωματούχων του καθεστώτος Μουμπάρακ. Λίγες ημέρες πριν από τη συγκέντρωση είχαν προηγηθεί συγκρούσεις εξαιτίας δικαστικής απόφασης για την αποφυλάκιση αστυνομικών που κατηγορήθηκαν ότι είχαν σκοτώσει διαδηλωτές κατά τη διάρκεια της αντικαθεστωτικής εξέγερσης. Αυτή τη φορά ακόμη και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι δήλωσαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση της 8/7.

Ποιοι ηγούνται της αντεπανάστασης
Οι σαλαφιστές (αυτό που ο δυτικός Τύπος περιγράφει γενικά ως «ισλαμιστές») είναι η πλέον αντεπαναστατική δύναμη. Προσπαθούν όλο το διάστημα μετά την πτώση του Μουμπάρακ να διοχετεύσουν όλη την κοινωνική δυσαρέσκεια που υπάρχει, ενάντια στους χριστιανούς, με παρόμοια ψέματα και στερεότυπα που χρησιμοποιούν οι ρατσιστές στη Δύση ενάντια σε εβραίους και μουσουλμάνους (θυμίζει κάποιους αντίστοιχους στην Ελλάδα;).

Οι σαλαφιστές, σε αγαστή σύμπνοια με τα υπολείμματα του κόμματος του Μουμπάρακ και της μυστικής αστυνομίας -που τώρα δρουν προβοκατόρικα στη σκιά-, έχουν προχωρήσει σε μια σειρά εμπρησμούς χριστιανικών εκκλησιών, έχοντας ως στόχο να προκαλέσουν χάος και να διασπάσουν το λαό. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο εμπρησμός ενός ναού στο Χελουάν και η δολοφονία εννέα χριστιανών που διαδήλωναν σε προάστιο του Καΐρου ενάντια στον εμπρησμό αυτό. Ευτυχώς η δημόσια κατακραυγή, εκ μέρους της πλειονότητας των μουσουλμάνων και των χριστιανών, ενάντια στις επιθέσεις στους ναούς είχε θετικές συνέπειες. Για παράδειγμα, στις 13 Μαΐου έγιναν σε όλη τη χώρα μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη βία που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τη θρησκεία –πράγμα που ανάγκασε τις εν λόγω αντιδραστικές δυνάμεις να σταματήσουν τις επιθέσεις.

Αν αυτές είναι οι δυνάμεις κρούσης της αντεπανάστασης, οι επίσημες πολιτικές δυνάμεις της αντεπανάστασης είναι οι παλιοί φιλελεύθεροι που ήταν ενάντια στο καθεστώς Μουμπάρακ (αλλά που τώρα στηρίζουν το στρατιωτικό καθεστώς) και οι λεγόμενοι «πολύχρωμοι», δηλαδή αυτοί που πριν ήταν υποστηρικτές ή ακόμη και στελέχη του καθεστώτος Μουμπάρακ και τώρα άλλαξαν χρώματα σαν τον χαμαιλέοντα. Οι δύο αυτές πολιτικές πτέρυγες κατευθύνουν τα βέλη τους ενάντια στους διαδηλωτές που ζητούν δημοκρατία και τους «εγωιστές» εργάτες που τολμούν να απεργούν, κατηγορώντας τους ότι θέλουν να βουλιάξουν την οικονομία και να καταστρέψουν την επανάσταση.

Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι όλο και περισσότερο παίζουν επίσης έναν αντεπαναστατικό ρόλο, καθώς αντιστρατεύονται τις εργατικές απεργίες και τις διαδηλώσεις που στρέφονται ενάντια στο Ανώτατο Συμβούλιο. Υποστηρίζουν τους πρώην δεσμοφύλακές τους και προσανατολίζονται στο να μετατρέψουν το κόμμα τους σε ένα καθωσπρέπει κόμμα του συστήματος στα πρότυπα του τουρκικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν.

Ωστόσο ο κύριος εχθρός της επανάστασης είναι αυτός του οποίου τα οικονομικά συμφέροντα κινδυνεύουν άμεσα εξαιτίας της: η αιγυπτιακή καπιταλιστική τάξη. Αυτή η τάξη, γνωστή σε πολλούς Αιγυπτίους με τον όρο «η τάξη των επιχειρηματιών», συγκέντρωσε απίστευτο πλούτο μέσα από ένα σύστημα που βασίστηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα εκμετάλλευσης των Αιγύπτιων εργατών και αγροτών και που είχε την υποστήριξη μιας βάρβαρης κατασταλτικής κρατικής μηχανής του Μουμπάρακ. Έτσι μια μικρή μειονότητα πάμπλουτων αιγυπτιακών οικογενειών ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της χώρας, την ίδια στιγμή που εκατομμύρια Αιγύπτιοι βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γενική εξαθλίωση την οποία υπέφεραν οι περισσότεροι Αιγύπτιοι τα τελευταία 30 χρόνια ήταν ο κύριος παράγοντας-υπόβαθρο για το ξέσπασμα της επανάστασης του Γενάρη.

Διπρόσωποι
Οι στρατηγοί αυτή τη στιγμή δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα ενεργούμενα των καπιταλιστών και, σε συνεργασία με τους «πολύχρωμους» και τους φιλελεύθερους, προσπαθούν να καταστείλουν το κύριο εχθρό του συστήματος. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να γυρίσει η Αίγυπτος στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εξέγερση του Γενάρη. Η απάντηση είναι αρνητική και το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο το γνωρίζει: η εξέγερση που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ άλλαξε για πάντα τη χώρα από πολλές πλευρές. Οι στρατηγοί γνωρίζουν ότι οι διαθέσεις των φτωχών, της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού, δεν επιτρέπουν απόπειρες επιστροφής στον παλιό τρόπο κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Ο στόχος του Συμβουλίου είναι να επιτευχθεί ένα νέο καθεστώς που θα εξασφαλίζει μόνιμα τα συμφέροντα των επιχειρηματιών.

 

Με δημοκρατικό πλέον προσωπείο θα θελήσουν να οργανώσουν την κοινωνία έτσι ώστε να εξυπηρετείται η τάξη του κέρδους. Αυτό φαίνεται ότι γίνεται με την υλοποίηση κάποιων δημοκρατικών αιτημάτων ταυτόχρονα με τη χρήση στοιχείων από το προηγούμενο καθεστώς στο βαθμό που αυτό γίνεται ανεκτό από το λαό. Π.χ. το καθεστώς αναγκάστηκε κάτω από την πίεση των λαϊκών διαδηλώσεων να διαλύσει τη μυστική αστυνομία στα μέσα του Μάρτη, όμως αμέσως μετά ξαναπροσέλαβε τους ίδιους σκληροπυρηνικούς αξιωματικούς στη νέα Διοίκηση Εθνικής Ασφάλειας. Αντίστοιχα, το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο διέλυσε το κόμμα του Μουμπάρακ, αλλά ταυτόχρονα επέτρεψε σε χιλιάδες διεφθαρμένα στελέχη του να συνεχίσουν να ελέγχουν δήμους και κοινότητες.

Όπως προείπαμε την ίδια στιγμή που οι στρατηγοί διακήρυτταν, στη θεωρία, την προσήλωσή τους στα ανθρώπινα και στα πολιτικά δικαιώματα, στην πράξη συνέχιζαν να συλλαμβάνουν και να παραπέμπουν σε στρατοδικεία μια σειρά αγωνιστές, ενώ ποτέ δεν σταμάτησαν και τα βασανιστήρια κρατουμένων.

Η ίδια διπρόσωπη πολιτική συνεχίζεται και στο παλαιστινιακό: Κάτω από την πίεση των μεγάλων διαδηλώσεων του Μαΐου που ζητούσαν να πάψει ο αποκλεισμός της Γάζας, το Συμβούλιο ξανάνοιξε το πέρασμα της Ράφα. Ωστόσο, το αιγυπτιακό καθεστώς συνεχίζει να προμηθεύει το Ισραήλ με φυσικό αέριο και να υποδέχεται υψηλόβαθμους Ισραηλινούς στο Κάιρο. Μάλιστα στις 15 Μάη ο στρατός χρησιμοποίησε πραγματικά πυρά ενάντια σε ειρηνική διαδήλωση που γινόταν έξω από την ισραηλινή πρεσβεία στην επέτειο του παλαιστινιακού Ολοκαυτώματος – τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί.

Η ίδια εικόνα υπάρχει και στην οικονομία: οι στρατηγοί και οι επιχειρηματίες παραχώρησαν μισθολογικές αυξήσεις κάτω από την πίεση των απεργιών. Αλλά δεν έχουν σκοπό να αλλάξουν την οικονομική πολιτική και τις προτεραιότητες που επικρατούσαν στην εποχή Μουμπάρακ. Αντίθετα, το Συμβούλιο έχει δεσμευθεί να συνεχίσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων που ακολουθούσε ο έκπτωτος δικτάτορας –δηλαδή ακριβώς αυτές τις πολιτικές που οδήγησαν στη φτωχοποίηση τεράστιων τμημάτων του λαού. Ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Αιγύπτου, ο Ναγκίμπ Σαουίρις, διακήρυξε δημόσια την αντίθεσή του ακόμη και να υπάρξει συζήτηση –πόσο μάλλον επιβολή– ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος που θα μπορούσε να αυξήσει τα κρατικά έξοδα επιβαρύνοντας κυρίως τους πλούσιους. Παράλληλα ο πρωθυπουργός Εσάμ Σαράφ ζήτησε από το ΔΝΤ νέο δάνειο ύψους 12 δισ. δολ., που θα βαθύνει την κρίση χρέους την οποία αντιμετωπίζει η χώρα. Την ίδια ώρα τα βασικά είδη διατροφής όπως το ρύζι και τα φασόλια έχουν ακριβύνει κατά 30%-100%.

Οι προσπάθειες για συγκρότηση Αριστεράς
Λίγες μόνον ημέρες μετά την πτώση του Μουμπάρακ, αντιπρόσωποι της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και διάφορων διεθνών συνδικαλιστικών ομοσπονδιών εμφανίστηκαν στο Κάιρο προκειμένου να συναντήσουν τους ηγέτες των νεότευκτων ανεξάρτητων αιγυπτιακών σωματείων. Έκτοτε έχουν γίνει περαιτέρω προσεγγίσεις ώστε τα νέα σωματεία να εμπλακούν με αυτές τις διεθνείς συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τις συντηρητικές τους ατζέντες. Όμως είναι άλλο πράγμα η γνήσια αλληλεγγύη και υποστήριξη από τα κάτω κι άλλο η εξαγορά με ταξίδια και η ένταξη στα λούσα της διεθνούς συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Εξάλλου, όπως και σε άλλες χώρες, η άρχουσα τάξη της Αιγύπτου ελπίζει σε μια πειθήνια συνδικαλιστική ηγεσία, κατά τα πρότυπα των συνδικαλιστικών ηγεσιών της Δύσης, που θα φρενάρει την ενέργεια του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτούς τους δύο λόγους οι νεαροί επαναστάτες που έχουν βρεθεί στις ηγεσίες μια σειράς εργατικών χώρων πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί. Είναι δε ανάγκη να φτιάξουν ή να ενισχύσουν οργανώσεις που θα διατηρούν τη φλόγα της επανάστασης ζωντανή και θα υποστηρίζουν τη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση μέσα στο εργατικό κίνημα.

Αυτή η αναγκαιότητα είναι πια ξεκάθαρη σε μια σειρά αγωνιστές.

Το Φλεβάρη, οι οργάνωση Επαναστάτες Σοσιαλιστές δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το Ανώτατο Συμβούλιο ηγείται της αντεπανάστασης». Το άρθρο εστίαζε στο γεγονός ότι οι στρατηγοί ελέγχουν ευθέως το 25% της οικονομίας και έχουν συμφέροντα αντιτιθέμενα με αυτά των εργαζόμενων μαζών.

Τότε, οι περισσότεροι άνθρωποι που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις θεώρησαν το άρθρο υπερβολικό ή ακόμη και εντελώς λανθασμένο. Μόνο μια μικρή μειοψηφία σοσιαλιστών και άλλων επαναστατών επέμενε ότι, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης, οι στρατηγοί δεν αποτελούσαν επαναστατική δύναμη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν και η προδοσία ακόμη και των πιο άμεσων στόχων της επανάστασης εκ μέρους του Συμβουλίου, οδήγησαν χιλιάδες νέους και εργαζόμενους να επαναθεωρήσουν τις απόψεις τους για τους στρατιωτικούς και σιγά σιγά έπαψε να θεωρείται ταμπού η κριτική προς το Ανώτατο Συμβούλιο.

Αυτό δίνει δυνατότητες στις οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς. Και είναι ευχάριστο ότι ήδη όλες οι δυνάμεις αυτής της Αριστεράς κατανοούν την ανάγκη μεγαλύτερων σχηματισμών προκειμένου να μπορέσουν να συνδεθούν με τους σημερινούς αλλά και τους αυριανούς αγώνες, ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους στρατηγούς και τις άλλες δυνάμεις της αντίδρασης.
Σε πολιτικό επίπεδο, περισσότεροι από 2.000 αγωνιστές εργάτες, σοσιαλιστές και άλλοι ριζοσπάστες, κυρίως από την περιοχή του Καΐρου και του Δέλτα του Νείλου, εντάχθηκαν στο νέο Εργατικό Δημοκρατικό Κόμμα, που χαρακτηρίζεται από μια ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική πλατφόρμα. Επίσης, περισσότεροι από 3.000 αριστεροί, σοσιαλιστές και άλλοι αγωνιστές δημιούργησαν το Κόμμα Σοσιαλιστικής Λαϊκής Συμμαχίας με ένα επίσης ριζοσπαστικό εργατικό πρόγραμμα. Επίσης στα τέλη Μάη, τέσσερις επαναστατικές οργανώσεις ενώθηκαν δημιουργώντας το Σοσιαλιστικό Μέτωπο.

Καθώς οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και οι σαλαφιστές εξακολουθούν να εκθέτουν τους εαυτούς του στηρίζοντας την εξουσία του Ανώτατου Συμβουλίου και τις μεγάλες επιχειρήσεις, η Αριστερά θα έχει το χώρο να αναπτυχθεί περαιτέρω – στο βαθμό που θα καταφέρει να βελτιώσει τις τακτικές της και να επεκτείνει την επιρροή της. Στη διαδήλωση της πλατείας Ταχρίρ στις 27 Μάη χιλιάδες άνθρωποι αγόρασαν για πρώτη φορά σοσιαλιστικές εφημερίδες και άλλο υλικό επαναστατικών οργανώσεων. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που δείχνει το χώρο που υπάρχει για να αναπτυχθούν οι επαναστατικές σοσιαλιστικές ιδέες –παρά την αρνητική κληρονομιά του νασερισμού που διεκδικούσε επίσης ότι ήταν «σοσιαλισμός».