1919: Η Εκστρατεία στην Ουκρανία

Πανάγος Λίλλης
Ημερ.Δημοσίευσης

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από ένα καλά θαμμένο επεισόδιο της αιματοβαμμένης ιστορίας του ελληνικού επεκτατισμού, την αντεπαναστατική εκστρατεία στην Ουκρανία, ενάντια στο νεαρό εργατικό κράτος των Μπολσεβίκων.

Βενιζέλος Ουκρανία

Το 1919 ήταν µια σηµαντική χρονιά στην παγκόσµια ιστορία. Δεν συγκαταλέγεται βέβαια στις ιστορικές χρονολογίες των µεγάλων επαναστάσεων, όπως του 1789, του 1871 και του 1917. Όµως ο παλιός κόσµος κατέρρευσε µε το τέλος του Α΄ Παγκοσµίου Πολέµου. Τέσσερις αυτοκρατορίες (η Αυστροουγγαρία, η Οθωµανική αυτοκρατορία, η Τσαρική  Ρωσία και η Γερµανική αυτοκρατορία) διαλύθηκαν. Ήταν επίσης η χρονιά που συγκροτήθηκε η Τρίτη Κοµουνιστική Διεθνής µέσα στην κόλαση του εµφυλίου πολέµου στη Ρωσία και µε φόντο τις νίκες της αντεπανάστασης στη Γερµανία και την Ουγγαρία.

Το 1919 συγκεντρώθηκαν οι νικήτριες δυνάµεις της Αντάντ στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Είχαν να διαχειριστούν τη µοιρασιά των λαφύρων από τη νίκη τους –και ιδιαίτερα την επιβολή των όρων της ειρήνης στην ηττηµένη Γερµανία. Αλλά και να αντιµετωπίσουν την µπολσεβίκικη απειλή. Ήδη η δεύτερη κυβέρνηση των σοβιέτ (µε πλειοψηφία των µπολσεβίκων) είχε διακηρύξει το πρόγραµµά της για την ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζηµιώσεις και είχε εκδώσει το διάταγµα για την εθνική αυτοδιάθεση των λαών.[1]

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917, οι δυτικές µεγάλες δυνάµεις  σχεδίαζαν την επίθεση στη σοβιετική Ρωσία. Αυτό που τους καθυστερούσε ήταν τα διαφορετικά συµφέροντα και οι επιδιώξεις µεταξύ του αγγλικού και του γαλλικού ιµπεριαλισµού. Για τον αγγλικό ιµπεριαλισµό µια επέµβαση στη Ρωσία δεν θα απέφερε κέρδη ανάλογα του κόστους της προσπάθειας (ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Λόιντ Τζορτζ, εκτιµούσε ότι µια αποτελεσµατική επέµβαση θα απαιτούσε ένα εκατοµµύριο στρατό…). Για τη Γαλλία όµως, που ήταν ο βασικός δανειστής της τσαρικής Ρωσίας, τα πράγµατα ήταν εντελώς διαφορετικά. Οι µπολσεβίκοι δεν αναγνώριζαν αυτά τα χρέη. Οι τραπεζίτες της Γαλλίας θα θρηνούσαν τα κεφάλαιά τους, αλλά το χειρότερο ήταν η ταπείνωση του γαλλικού κράτους µπροστά στη διεθνή κοινότητα από τις «κόκκινες συµµορίες των σοβιέτ»…

Υπήρχε όµως και ένας ακόµη παράγοντας που δυσκόλευε την εκστρατεία στη Ρωσία. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεµος και οι νικητές-στρατιώτες ήταν κουρασµένοι και αηδιασµένοι από την εµπειρία του ιµπεριαλιστικού σφαγείου και µια νέα πολεµική περιπέτεια έκρυβε έναν θανάσιµο κίνδυνο: τη µόλυνση των στρατευµάτων από το µπολσεβίκικο µικρόβιο και την εξάπλωση της επανάστασης στη δύση. Στη Γαλλία, ιδιαίτερα στις πόλεις, κυριαρχούσε ήδη η έκλυτη ζωή και η σεξουαλική απελευθέρωση. Η ζωή έπαιρνε έτσι την εκδίκησή της από τον θάνατο…

Παρ’ όλα αυτά όµως η γαλλική κυβέρνηση του Κλεµανσό και µια πολεµόχαρη βουλή, η λεγόµενη «βουλή του γαλάζιου ορίζοντα», αποφάσισαν την επέµβαση και τα πρώτα στρατεύµατα έφτασαν στην Οδησσό τον Δεκέµβρη του 1918.

Ο Κόκκινος Στρατός

Στις αρχές του 1919, η περικυκλωµένη σοβιετική Ρωσία έδινε µάχη επιβίωσης ενάντια στην πείνα  και τους ιµπεριαλιστές επεµβασίες. Δεκατέσσερις καπιταλιστικές χώρες είχαν στείλει στρατεύµατα µε το σύνολό τους να φτάνει τις 300.000. Μαζί µε τους λευκούς στρατούς και διάφορους οπλαρχηγούς αποτελούσαν µια δύναµη που προσέγγιζε τα 2,5 εκατοµµύρια στρατιωτών. Ταυτόχρονα δρούσαν από τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις (ανατολικά από τη Σιβηρία, βόρεια από το λιµάνι του Μουρµάνσκ, βορειοδυτικά από τις βαλτικές χώρες ενάντια στην Πετρούπολη και από το νότιο µέτωπο στην Ουκρανία) σε µια πορεία επίθεσης προς τα επαναστατικά κέντρα της Μόσχας και της Πετρούπολης. Αντιµέτωπα µε αυτή την απειλή, τα σοβιέτ έπρεπε να αποκτήσουν γρήγορα  έναν αξιόµαχο στρατό που να µπορεί να υπερασπίσει την εργατική δηµοκρατία.

 Ο Κόκκινος Στρατός συγκροτήθηκε ουσιαστικά µετά τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (Μάρτης 1918). Με αυτή τη συνθήκη οι µπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν σηµαντικές εδαφικές εκτάσεις της παλιάς ρωσικής αυτοκρατορίας για να κερδίσουν λίγο κρίσιµο χρόνο. «Τα πάντα για το µέτωπο»: Αυτό ήταν το κύριο καθήκον της περιόδου. Χωρίς στρατό και µε νικηµένη τη γερµανική επανάσταση, τα σοβιέτ έµοιαζε ότι δεν είχαν καµιά ελπίδα. Ήταν η περίοδος του πολεµικού κοµουνισµού.

Μια πλειάδα µπολσεβίκων στελεχών, µε επικεφαλής τον Τρότσκι, ανέλαβαν αυτό το τεράστιο καθήκον. Η κατεύθυνση ήταν για έναν µαζικό εργατο-αγροτικό στρατό, που θα ορκιζόταν πίστη στα σοβιέτ και θα  µάθαινε να πολεµάει µέσα στις µάχες. Προϋποθέσεις γι’ αυτό ήταν η εργατο-αγροτική συµµαχία που στηριζόταν στη διανοµή της γης και η κρατικοποίηση όλης της βιοµηχανίας και των τραπεζών. Αλλά λαµβάνοντας πάντα υπόψη ότι τα έκτακτα µέτρα της επίταξης των τροφίµων θα προκαλούσαν επικίνδυνες τριβές.

Οργανωτικά ο Κόκκινος Στρατός στηρίχθηκε στη µαζική επιστράτευση, στην αξιοποίηση κάποιων τσαρικών αξιωµατικών, κάτω από την επίβλεψη πολιτικών επιτρόπων, και στη διαρκή δουλειά διαφώτισης µέσα στις γραµµές των φαντάρων από τους κοµουνιστικούς πυρήνες.[2] Η αριθµητική ισχύς του έφτασε τα 5 εκατοµµύρια στρατιώτες, αλλά η ενεργός δύναµή του ποτέ δεν ξεπέρασε το ένα εκατοµµύριο, γιατί του έλειπε ο βασικός εξοπλισµός (όπλα και πυροµαχικά).[3]

Η Ελλάδα του Διχασµού και της Μεγάλης Ιδέας

Στην Ελλάδα του 1919, πρωθυπουργός ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά σε ένα καθεστώς ηµι-δικτατορίας. Αφού είχε πέσει από την εξουσία το 1915 µετά από βασιλικό πραξικόπηµα, επέστρεψε το 1916 µετά από ανάλογο στρατιωτικό πραξικόπηµα, διώχνοντας τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο µηχανισµός του πραξικοπήµατος ήταν, εκτός από τους βενιζελικούς αξιωµατικούς, και τα γαλλικά στρατεύµατα που πολεµούσαν στο µακεδονικό µέτωπο.

Αµέσως µετά την επικράτησή του, ο Βενιζέλος έβαλε την Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσµιο Πόλεµο µε την πλευρά της Αντάντ ενάντια στο συνασπισµό των Κεντρικών Δυνάµεων, που υποστήριζε ο Κωνσταντίνος. Το Α΄ Σώµα Στρατού έδρεψε τις πρώτες δάφνες του στις επιχειρήσεις ενάντια στον βουλγαρικό στρατό. Λίγο  καιρό πιο πριν, το Δ΄ Σώµα Στρατού, που είχε µοναρχικούς αξιωµατικούς, είχε παραδοθεί ολόκληρο και αµαχητί στα γερµανικά στρατεύµατα.

Πίσω όµως απ’ αυτές τις δραµατικές εξελίξεις κρυβόταν µια αδυσώπητη διαµάχη µέσα στην ελληνική άρχουσα τάξη για την προώθηση της Μεγάλης Ιδέας.[4] H γραµµή του Βενιζέλου ήταν σαφής: Οι νικητές του Α΄ Παγκοσµίου Πολέµου θα έπρεπε να είναι οι αγγλογάλλοι ιµπεριαλιστές και η ένοπλη συµµαχία µαζί τους θα οδηγούσε σε έναν επωφελή συνεταιρισµό για τον διαµελισµό της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι το όραµα για τη Μεγάλη Ιδέα θα έπαιρνε σάρκα και οστά.

Από το µακεδονικό µέτωπο (1917-1918) µέχρι την εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) η απόσταση δεν ήταν µεγάλη… Για τον Βενιζέλο ήταν η κατάλληλη στιγµή. Θα προσέφερε στη γαλλική κυβέρνηση ελληνικό στρατό, µε αντάλλαγµα τη στήριξη της Γαλλίας για την κατάληψη της Σµύρνης. Το δίστιχο «Από τη Ρωσία σύρνει / δρόµος ίσια για τη Σµύρνη» ήταν σαφές.

Η µοναδική πολιτική δύναµη που αντέδρασε στην επεκτατική και τυχοδιωκτική πολιτική του βενιζελισµού ήταν το ΣΕΚΕ, που είχε ιδρυθεί πριν λίγους µήνες.[5] Στη συζήτηση που προκάλεσαν στη βουλή οι δύο σοσιαλιστές βουλευτές Σίδερης και Κουριέλ, αποκάλυψαν το ιµπεριαλιστικό σχέδιο και ζήτησαν τη διενέργεια δηµοψηφίσµατος για την εµπλοκή της χώρας στην ουκρανική περιπέτεια. Αλλά ακόµη πιο σηµαντική ήταν η καθηµερινή σχεδόν προσπάθεια ενηµέρωσης για τα γεγονότα και η καταγγελία της εκστρατείας, που έκανε ο «Ριζοσπάστης». Ήταν µια πολύτιµη παρακαταθήκη για τους αντιπολεµικούς µαχητές στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Αυτή ήταν η συγκυρία που ο γαλλικός ιµπεριαλισµός αποφάσισε την άµεση επέµβαση στη Ρωσία και ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στην Οδησσό για να τον βοηθήσει.

Ουκρανία

Το γαλλικό σχέδιο θεωρούσε σαν πρώτο στόχο την κατάληψη των παραλίων της Νότιας Ουκρανίας, µε επίκεντρο την πόλη της Οδησσού. Αµέσως µετά θα ακολουθούσαν οι εξορµήσεις για την κατάληψη του Κίεβου και του Χάρκοβου. Το Κίεβο αποτελούσε την πρωτεύουσα του ουκρανικού εθνικισµού, που ήταν σταθερά ενάντια στον µπολσεβικισµό και µε βαθιά και αιµατηρή αντισηµιτική παράδοση. Αντίπαλη ήταν η βιοµηχανική πόλη του Χάρκοβου, που ήταν το κάστρο των ουκρανικών σοβιέτ. Τι ήταν όµως η Οδησσός µε το λιµάνι της; Ήταν µια πόλη εµπορική, µε πλούσια καλλιτεχνική ζωή και κοσµοπολίτικο προφίλ. Σχεδόν το 40% του πληθυσµού της ήταν Εβραίοι, άλλοι τόσοι ήταν Ρώσοι και ακολουθούσαν δεκάδες εθνότητες. Το ελληνικό στοιχείο αριθµούσε τότε 5 χιλιάδες άτοµα στις 450 χιλιάδες πληθυσµό της πόλης.[6] Η Οδησσός όµως ήταν η νότια πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας και η τέταρτη µεγαλύτερη πόλη της και το 1919 είχε µετατραπεί σε καταφύγιο της ρωσικής αριστοκρατίας και της αστικής τάξης, που εγκατέλειπαν έντροµες τις επαναστατικές  Μόσχα και Πετρούπολη. Ταυτόχρονα ήταν η βάση όλων των ιµπεριαλιστικών συνωµοσιών. Ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού  Κ.Ξ. Νίδερ περιγράφει πολύ γλαφυρά την κατάσταση:

«…πολυβόλα εις τα καίρια σηµεία της πόλεως και ρωσικά µπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της! Πολυτέλεια αφάνταστος και στυγνή δυστυχία! Επανάστασις και οργιώδεις και ακολασταίνουσαι διασκεδάσεις! [...] οι Μπολσεβίκοι εν τω σκότει εκήρυττον την µικράν καθηµερινήν των επανάστασιν...»[7]

Παράλληλα η Ουκρανία είχε µια ξεχωριστή ιδιοµορφία που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην αγριότητα του εµφυλίου πολέµου που θα επακολουθούσε. Εκείνα τα χρόνια ήταν η χώρα µε τη µεγαλύτερη συγκέντρωση εβραϊκού πληθυσµού στον κόσµο (πιθανόν πάνω από 4 εκατοµµύρια…) που ζούσε απροστάτευτος και χωρίς στοιχειώδη πολιτικά δικαιώµατα . Για τον τσαρισµό και τον παλιό αντισηµιτισµό, η εβραϊκή µειονότητα αποτελούσε το µόνιµο εξιλαστήριο θύµα για να αποπροσανατολίζουν τη λαϊκή οργή από τις ευθύνες του καθεστώτος για τη δυστυχία των ανθρώπων. Το 1919 όµως, το εβραϊκό στοιχείο είχε ήδη περάσει µαζικά µε τα σοβιέτ και τον Κόκκινο Στρατό. Τώρα ο Εβραίος δεν ήταν «ο τοκογλύφος», αλλά ο πολεµιστής και ο εκπρόσωπος της εργατικής εξουσίας. Έτσι ο νέος αντισηµιτισµός πήρε την εκδοχή του αγώνα ζωής ή θανάτου ενάντια στον «ιουδαιοµπολσεβικισµό». Μόνο το 1919 έγιναν 1.320 πογκρόµ µε 70 χιλιάδες δολοφονηµένους, µε χιλιάδες βιασµούς,  εξαφανίσεις παιδιών και βιαιοπραγίες κάθε είδους.[8] Αυτό όµως δεν σταµάτησε τον χείµαρρο του µπολσεβικισµού, αντίθετα τον έκανε ακόµη πιο ορµητικό.

Το Νότιο Μέτωπο

Αντιµέτωποι µε τον Κόκκινο Στρατό βρέθηκαν και, µε συσχετισµούς ισοδυναµίας, οι ελληνογαλλικές δυνάµεις επέµβασης, οι Λευκοί στρατοί του Ντενίκιν, πολωνικά στρατεύµατα και ουκρανοί εθνικιστές µε την υποστήριξη γαλλικού, ελληνικού και αγγλικού στόλου.

 Οι ελληνικές δυνάµεις (24 χιλιάδες στρατιώτες) αποτελούνταν αποκλειστικά από δύο µεραρχίες του Α΄ Σώµατος Στρατού. Η στρατολόγηση είχε γίνει σε εθελοντική βάση και οι αξιωµατικοί ήταν όλοι επιλεγµένοι από τον χώρο του βενιζελισµού.

Από την άλλη πλευρά ο Κόκκινος Στρατός, από την ίδια του τη φύση, πολεµούσε µε εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους λευκούς στρατούς και τους ιµπεριαλιστές. Η τακτική του ήταν ένας συνδυασµός διάβρωσης µε διεθνιστική προπαγάνδα στις γραµµές των εχθρικών στρατευµάτων, εξέγερσης στις πόλεις στα µετόπισθεν του εχθρού, που συντονιζόταν µε τη γρήγορη επιθετική πρωτοβουλία των τακτικών του δυνάµεων.

Οι λίγες και µικρές σχετικά µάχες που ξετυλίχθηκαν το 1919 στο νότιο µέτωπο, όλες κατέληξαν σε πανωλεθρίες και άτακτη υποχώρηση των νέων σταυροφόρων. Παρ’ όλα αυτά όµως ο ελληνικός στρατός κατόρθωσε να αφήσει το αιµατηρό του στίγµα.

Στη Χερσώνα, οι ελληνογαλλικές δυνάµεις βρέθηκαν πολύ γρήγορα παγιδευµένες από την επέλαση του Κόκκινου Στρατού και την εξέγερση στην πόλη. Για να ξεφύγει από την τανάλια αυτή, ο ελληνικός στρατός συνέλαβε εκατοντάδες άτοµα, γυναίκες, γέρους και παιδιά, και τους έκλεισε σε µια ξύλινη αποθήκη στην αποβάθρα του λιµανιού.[9] Η ελληνική φρουρά, πριν αποχωρήσει από την πόλη, περιέλουσε την αποθήκη µε εύφλεκτο υλικό. Ύστερα από την αποµάκρυνση του ελληνογαλλικού στρατού από την πόλη, τα γαλλικά πολεµικά πλοία άρχισαν τον βοµβαρδισµό και τα πρώτα βλήµατα κατευθύνθηκαν στην αποθήκη µε τους έγκλειστους… Ήταν 9 Μάρτη του 1919.

Στη Σεβαστούπολη (είχε προηγηθεί ήδη η πτώση της Οδησσού στις 6 του Απρίλη από εξέγερση των σοβιέτ), στασίασαν οι γάλλοι ναύτες, ζητώντας την επιστροφή στα σπίτια τους. Τα σοβιέτ των εργατών και οι γάλλοι ναύτες κατέβηκαν σε κοινή διαδήλωση. Η διαδήλωση ήταν ειρηνική και άοπλη. Ένας ελληνικός λόχος επιτέθηκε µε κανονικά πυρά στο πλήθος. Το αποτέλεσµα ήταν 14 γάλλοι ναύτες νεκροί και δεκάδες οι τραυµατίες. Πολύ βαρύτερες ήταν οι απώλειες των κατοίκων της Σεβαστούπολης. Τα γαλλικά πολεµικά πλοία ετοιµάστηκαν για επίθεση στο ελληνικό καταδροµικό «Κιλκίς» και στο τορπιλοβόλο «Πάνθηρ». Η κατάπλευση όµως του αγγλικού στόλου από την Ισταµπούλ διέσωσε την τελευταία στιγµή τα ελληνικά πλοία.[10]  Ήταν 19 Απρίλη του 1919.

Μετά από λίγες µέρες έληξε η εκστρατεία στην Ουκρανία, αλλά η µιλιταριστική υποκρισία και χυδαιότητα δεν έλειψε: Με τη διαταγή 35 (7 Ιούνη 1919), ο στρατηγός Anselme στέλνει «τας ευγνώµονάς του αναµνήσεις και τας ευχάς του (στον ελληνικό στρατό) όπως επανέλθωσιν νικηφόρα εις την µεγεθυνθείσαν Ελλάδα». Ακολούθησε ο διαδεχθείς τον προηγούµενο στρατηγός Claudel µε τη διαταγή 47 (24 Ιούνη 1919) «για το ωραιότερον παράδειγµα αντοχής και θαυµασίας στάσεως… που προκάλεσε τον θαυµασµό όλων των γαλλικών τµηµάτων, άτινα ευρίσκοντο εις συνάφεια µετ’ αυτών».

Για τον στρατηγό Κ.Ξ. Νίδερ, που ήταν ο αρχηγός του ελληνικού εκστρατευτικού σώµατος,

«…ο αγών παρέσχεν εις τα ελληνικά στρατεύµατα την ευκαιρίαν να επιδείξωσιν τας περικοσµούσας αυτά υψηλάς αρετάς ορµής και ανδρείας… υπέροχου αλτρουισµού… χρηστού ήθους και ευγενείας… Η δε συµµετοχή της Ελλάδος εις την εκστρατείαν δεν ήτο επιχείρησις άστοχος, ουδέ άκαρπος… τετρακόσιοι µόλις είναι οι νεκροί µας… το δε γέρας της τοιαύτης συµµετοχής µας, η κατάληψις της Σµύρνης…».

Εσείς οι Έλληνες τι θέλετε εδώ;

Η εκτίµηση που είχε η πολιτική και στρατιωτική ελίτ των ιµπεριαλιστικών χωρών για τον µπολσεβικισµό και την αντοχή του απέναντι στην επέµβαση ήταν ένα κράµα µίσους, περιφρόνησης, αλλά και φόβου. Ο µπολσεβικισµός θεωρούταν στίφη βαρβάρων δολοφόνων τελείως άτακτα, η επικράτησή τους µε την Οκτωβριανή επανάσταση θεωρούταν µια αφύσικη εξέλιξη, ενώ ο ίδιος Λόιντ Τζορτζ προέβλεπε ότι η ιστορία θα τιµωρούσε τη ρωσική επανάσταση µε την Παλινόρθωση. Αυτή ήταν εξάλλου και η ιδεολογική στάση του ελληνικού µιλιταρισµού.

Να πώς γινόταν η προετοιµασία των στρατευµάτων.

«…Η γνώµη αυτή στερεώθηκε, όταν οι αξιωµατικοί άρχισαν να µας κατατοπίζουν µε νέες θεωρίες ότι θα πηγαίναµε στη Ρωσία, όλο το 1ο Σώµα Στρατού, για να πολεµήσουµε, να πετσοκόψουµε και να διαλύσουµε τους Ρώσους επαναστάτες, που τους ονόµαζαν Μπολσεβίκους, γιατί είχαν επαναστατήσει κατά του βασιλιά τους, του Τσάρου, που ήταν ειλικρινής ορθόδοξος χριστιανός και µεταλάµβανε κάθε Κυριακή των αχράντων µυστηρίων».

Και συµπληρώνει: «Μας ίπαν όταν φίγαµε απ τη Μακεδονία για γοροφίλακες θα παµ εις τη Ρωσία. Αυτήν ήταν Παρηγοργιά να µπούµε µες τα πλία και όχι πως θα εύραµε τα άγρια θηρία».[11]

Οι µπολσεβίκοι είχαν οργανώσει, από τον Δεκέµβριο του 1918, µια σειρά από «Επιτροπές διαφώτισης» των ξένων στρατευµάτων, που είχαν σταλεί για να καταπνίξουν την επανάσταση. Στην Οδησσό η σχετική Επιτροπή διέθετε 10 επιµέρους εθνικά τµήµατα. Η ζύµωση στους φαντάρους γινόταν µε διάφορους τρόπους, είτε µε άµεση επαφή, είτε µε τη διακίνηση προκηρύξεων.

Ξανά ένα παράδειγµα:

«Όλοι σκύψαµε και πήραµε από ένα: ήταν προκηρύξεις µε ελληνικά γράµµατα γραµµένες: Σύντροφοι, αδέλφια Έλληνες φύγετε. Σας προσκάλεσαν για να κάνετε πόλεµο εναντίον µας. Είδατε όµως ότι οι Μπολσεβίκοι είναι εργάτες, αγρότες και φοιτητές, ο καθαυτό λαός. Μη στρέφετε λοιπόν τα όπλα σας εναντίον των αδελφών σας ετούτες τις άγιες µέρες».[12]  

Έτσι οι έλληνες φαντάροι έµαθαν ότι ήταν οι µέρες του Πάσχα από τους άθεους µπολσεβίκους!

Οι µαρτυρίες των φαντάρων

Οι µαρτυρίες των φαντάρων σκόρπισαν τις εκθέσεις των στρατηγών. Η µαχητικότητα και το φρόνηµα του Κόκκινου Στρατού είχαν εντυπωσιάσει τους έλληνες στρατιώτες:

«Ήµαστε οχυρωµένοι στα προχώµατα και οι Μπολσεβίκοι µας επιτέθηκαν µε άγριες κραυγές µέσα στα πυκνά πυρά µας, αδίστακτα. Έπεφταν σωρό οι φονευµένοι, αλλά οι υπόλοιποι συνέχιζαν την επίθεση αψηφώντας το θάνατο. Είναι πολλοί, λες και, όταν πέφτουν µαχόµενοι, το χώµα τους ανασταίνει. Η θέση µας είναι δύσκολη. Και ήταν αστεία η επαναλαµβανόµενη κουβέντα του διοικητή µας Γεωργίου Κονδύλη  “η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”».[13]

«Οι Μπολσεβίκοι έχουν το καλύτερο προτέρηµα του ανθρώπου: όταν υποχωρεί ο εχθρός, δεν τον χτυπούν ποτέ πισώπλατα».[14]

Αλλά δεν δίστασαν να γράψουν και για τον πανικόβλητο ελληνικό στρατό, που έτρεχε να σωθεί µε κάθε τρόπο:

«Απ το τροχάδι το πολί τους γελιούς Πετάξαν και στο καράβι εκί για να αράξουν… Μετέβισαν εις Οδισό κι ακόµι Τροµαγµένοι φανταζουµε τον φόβο τους που είχαν ι Καιµένοι…».[15]  

«Κε εµίς τρέχοµι, τρέχοµι! Όρες 8 ύταν οι Οδησός κε την πιραµε δια 4ρις όρας!».[16]

Και η τελευταία ατίµωση του «ένδοξου ελληνικού στρατού» ήταν όταν, στο δρόµο από την Οδησσό στη Ρουµανία, εγκατέλειπε τους τραυµατίες του στους «βάρβαρους µπολσεβίκους»:

«Πίσω τους ξεχνούσαν τους τραυµατίες και τους ανάπηρους, που δεν είχαν τρόπο να προχωρήσουν ανάµεσα στις ανατινάξεις. Ικέτευαν εκείνοι οι δυστυχισµένοι βοήθεια, δεν δίναµε σηµασία».[17]

Τι αξία µπορούσε να έχει ένας τέτοιος στρατός;

Σήµερα στην Ελλάδα όλοι οι µηχανισµοί προπαγάνδας επιζητούν είτε να θάψουν µέσα σε µια αδιαπέραστη οµίχλη και σιωπή την ουκρανική εκστρατεία, είτε να εξορκίσουν την αιµατοβαµµένη ιστορία του ελληνικού επεκτατισµού, προβάλλοντας πάνω στους γειτονικούς λαούς αλυτρωτικά και µεγαλοϊδεατικά σχέδια στα Βαλκάνια...

Πρέπει να αντισταθούµε! Έρχονται δύσκολες µέρες και νύκτες… και η εµπειρία του 1919 µας χρειάζονται.

Σηµειώσεις

1. Eric Toussaint: «Η Ρωσική επανάσταση, η αποκήρυξη των χρεών, ο πόλεµος και η ειρήνη», 2018 rproject.

2. RCP: «Our policy in creating the army», 1919.

3. Megan Trudell: «The Russian civil war», 2000, και Orlando Figes: «Τhe Red Army and mass mobilization», 1990.

4. Γ.Θ.Μαυρογορδάτος: «Η κοινωνική διαστρωµάτωση και ο εθνικός διχασµός», 1982, και Δ.Α.Σακκής: «Ο ελληνικός µεγαλοϊδεατισµός του ΙΘ΄ Αιώνα στην πολιτιστική του εκδοχή».

5. Κ.Παλούκης: «Σχέδιο ιστορίας για το προπολεµικό συνδικαλιστικό κίνηµα», 2010.

6. wikipedia.

7. Κ.Ξ.Νίδερ: «Η εκστρατεία της Ουκρανίας (1929-30)».

8. Elias Heiletz: «The slaughter of the Jews in the Ukraine in 1919», (1920 New York).

9. Κ.Αυγητίδης: «Η στρατιωτική επέµβαση των καπιταλιστικών χωρών στη Σοβιετική Ένωση και η Ελλάδα», 1999.

10. ό.π.

11. Χρ. Καραγιάννης: «Η ιστορία ενός στρατιώτη», 1977.

12. Σκούρτη Χρίστου: «Βιβλίον Βασάνον και Πιοιµάτων», 1995.

13. Χρ.Καραγιάννης: «Η ιστορία ενός στρατιώτη», 1977.

14. ό.π.

15. Σκούρτη Χρίστου: «Βιβλίον Βασανον και Πιοιµάτων», 1995.

16. Αλεξόπουλος Σωτήρης: «Το ηµερολόγιο του Εύζωνα Χρήστου Δ.Αλεξόπουλου».

17. Χρ. Καραγιάννης: «Η ιστορία ενός στρατιώτη», 1977.

Συντάκτης
Πανάγος Λίλλης