Ύστερα από σκληρές εσωκομματικές ίντριγκες και με δεδομένη την αναζήτηση πολιτικού και ιδεολογικού στίγματος, τέσσερις είναι τελικά οι υποψήφιοι για τη θέση του προέδρου της ΝΔ: οι Β. Μεϊμαράκης, Κυρ. Μητσοτάκης, Α. Τζιτζικώστας και ο Α. Γεωργιάδης, που κυριολεκτικά στο... «και πέντε» συγκέντρωσε τις απαιτούμενες υπογραφές.

Μετά την κωμική παρέλαση αρκετών υποψηφίων (που ακόμα και από τον δεξιό Τύπο αποδόθηκε με τον χαρακτηρισμό «Δελφινάριο») στην τελική κούρσα διαδοχής ως πρώτο φαβορί κατεβαίνει ο Μεϊμαράκης. Έχοντας, περίπου, καταφέρει να διατηρήσει τις δυνάμεις της ΝΔ στις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη, έχοντας την υποστήριξη του Κ. Καραμανλή, έχοντας ισχυρά ερείσματα στην ΚΟ και στον κομματικό μηχανισμό, από υπηρεσιακός πρόεδρος αναμένεται να βρεθεί και επίσημα στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Του πιστώνεται  ο ιδεολογικός επαναπροσανατολισμός της ΝΔ στον «κεντροδεξιό» χώρο, μετά την περίοδο της ακροδεξιάς μετατόπισης Σαμαρά. Επίσης, φαντάζει ως ο μοναδικός που μπορεί να εγγυηθεί την ενότητα όλων των «φυλών» της ΝΔ. Για αυτό επιμένει σε γοργές διαδικασίες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους υποψήφιους που θέλουν τις εκλογές στις 15 Νοεμβρίου ή λίγο νωρίτερα. 
Με πρώτη και καλύτερη την υπογραφή του Κων. Μητσοτάκη, ο Κυριάκος θα επιχειρήσει να εκφράσει το τμήμα των πιο ανοιχτά νεοφιλελεύθερων στη Δεξιά, αλλά και διάφορα κέντρα εξουσίας (και εκτός κόμματος), όπως άλλωστε παραδοσιακά κάνει η οικογένεια. Η Ντόρα, ενώ αρχικά εκδηλώθηκε υπέρ του Μεϊμαράκη, ερωτώμενη από δημοσιογράφους εάν θα στηρίξει τον Κυριάκο απάντησε «εννοείται», περιπλέκοντας τα πράγματα. Υποστηρικτές του η Όλγα Κεφαλογιάννη, ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, οι ευρωβουλευτές Μ. Σπυράκη, Γ. Κύρτσος και ο Κορκίδης της ΕΣΕΕ. Μια έκπληξη είναι η πιθανή συνεργασία της ομάδας Μητσοτάκη με την ομάδα Βορίδη, που φαίνεται δυσαρεστημένος με την υποψηφιότητα του Άδωνι Γεωργιάδη. 
Η ακροδεξιά συνιστώσα της ΝΔ, που υπερασπίζεται ανοιχτά το «έργο» Σαμαρά, κατηγορώντας τον Μεϊμαράκη για μετριοπαθή προεκλογικό λόγο, θα έχει τον δικό της υποψήφιο, αλλά χωρίς καθολική στήριξη από όλα τα στελέχη της. Η αναμενόμενη κάθοδος του Μ. Βορίδη δεν προχώρησε. Το ρόλο του «λαγού» ανέλαβε ο Α. Γεωργιάδης, που με περιπετειώδη τρόπο (αρχικά η υποψηφιότητά του αποκλείστηκε ως εκπρόθεσμη από την Εφορευτική Επιτροπή) θα είναι τελικά υποψήφιος. Οι σαμαρικοί επιμένουν στο αίτημα επιστροφής στη σκληρή Δεξιά, δηλαδή σε ένα μείγμα νεοφιλελευθερισμού στο οικονομικό πεδίο, αυταρχικής πολιτικής στο κράτος και έντονα ρατσιστικού λόγου, με στόχο να επαναπατρίσουν τους «παραδοσιακούς ψηφοφόρους» της Δεξιάς, που διέρρευσαν προς την Χρυσή Αυγή. 
Πάντως, δύο πρώην στενοί συνεργάτες του Αντ. Σαμαρά, η Α. Ασημακοπούλου και ο Ν. Μηταράκης, τάχθηκαν υπέρ της υποψηφιότητας του Τζιτζικώστα. Ο τελευταίος, αν και προέρχεται από το καραμανλικό στρατόπεδο συνομιλεί με τη σκληρή Δεξιά ενώ, ποντάρει στην ανάγκη «ανανέωσης» επιχειρώντας να εμφανιστεί ως αντι-Τσίπρας. Νεαρός σε ηλικία, «άφθαρτος» ως περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, πλασάρεται ως εκπρόσωπος της «νέας εποχής» για την παράταξη, κόντρα στις «βαρονίες», επιδιώκοντας έτσι να καλύψει το έλλειμμα πολιτικής πρότασης με αρκετή «επικοινωνία». Το ότι δεν είναι βουλευτής δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα σε ένα αστικό κόμμα, όμως η στήριξη του γραμματέα της ΝΔ, στελεχών της τοπικής αυτοδιοίκησης και της νεολαίας τον καθιστά υπολογίσιμο πόλο. 
Πέρα από τις μηχανορραφίες και τα παζάρια για τη νομή της κομματικής εξουσίας, είναι φανερή η κρίση προσανατολισμού της ΝΔ, που, παρά τα προβλήματά της, παραμένει το βασικό κόμμα της αστικής τάξης. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει καταλάβει τον «μεσαίο χώρο», τουλάχιστον για την ώρα, η μοναδική προοπτική που απομένει στη ΝΔ είναι ο ρόλος του συνεργάτη του Τσίπρα με στόχο να επιβληθεί το Μνημόνιο 3. Αυτός ο ρόλος δημιουργεί τις φυγόκεντρες τάσεις στη ΝΔ, που δυσκολεύεται να περιοριστεί ως συμπληρωματικός παίκτης. Όμως, όπως διδάσκει η πρόσφατη πολιτική εμπειρία, η άσκηση της μνημονιακής πολιτικής οδηγεί σε κρίση τον βασικό πολιτικό χώρο που την αναλαμβάνει. Η διαδικασία ανασύνταξης της Δεξιάς θα επιταχυνθεί με το ξεκίνημα της κρίσης του Τσίπρα. Το καθήκον της απάντησης στο κόμμα-κορμό του δεξιού συντηρητισμού στην Ελλάδα, θα πέσει και πάλι στις πλάτες όσων αναλάβουν την αντίσταση στα μνημόνια και τη λιτότητα.