Το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ. από τη Μεταπολίτευση ως το 1989

Φωτογραφία

Τα πολιτικά λάθη του Μίκη, μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο
 

Ημερ.Δημοσίευσης
Συντάκτης
Αντώνης Νταβανέλος

Ο  θάνατος του Μίκη προκάλεσε στον κόσμο της Αριστεράς ένα μίγμα συναισθημάτων, από την περηφάνια ως τη μελαγχολία και τη νοσταλγία. Δικαιολογημένα, γιατί η μουσική του Μίκη είχε ταυτιστεί με μεγάλες στιγμές του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς.
Ταυτόχρονα, οι μνήμες γύρισαν και στα μεγάλα πολιτικά λάθη του Μίκη. Επίσης δικαιολογημένα, γιατί κάποια από αυτά πόνεσαν ιδιαίτερα. 
Όμως τα λάθη του Μίκη δεν ήταν «ξεκάρφωτα». Έχοντας από το ’60 κατοχυρώσει μια αυτονομία απέναντι στους ηγετικούς κομματικούς μηχανισμούς, δεν είχε την υποχρέωση να τους ακολουθεί κατά γράμμα στα φτιασιδώματα της πολιτικής τους. Λειτουργώντας με μια έννοια σαν τον «τρελό του χωριού», έφτανε να φωνάζει δυνατά, να παίζει στη διαπασών, την πολιτική ενός ευρύτερου φάσματος της Αριστεράς, όπως αυτή πράγματι ήταν στον πυρήνα της. Και έχει σημασία να δούμε αυτήν τη σχέση των λαθών του Μίκη με τους στρατηγικούς προσανατολισμούς τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΚΚΕ εσ., σε κάθε περίοδο από τη Μεταπολίτευση και μετά. Γιατί τα συμπεράσματα που προκύπτουν δεν αφορούν κυρίως μια προσωπικότητα, όπως ο Μίκης, αλλά τον οργανωμένο κορμό των κομματικών δυνάμεων της Αριστεράς.
Καραμανλής ή τανκς;
Με αυτή τη βάναυση φράση, με αυτό το ψευτοδίλημμα, ο Μίκης ήρθε σε αντιπαράθεση με ένα γενικευμένο εργατικό και νεολαιίστικο ριζοσπαστισμό της περιόδου της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Πέταξε τη συκοφαντία περί «αριστεροχουντισμού» από νωρίς, ενάντια στην ισχυρή, τότε, ακροαριστερή πτέρυγα του φοιτητικού κινήματος. Σε αυτή τη στάση ο Μίκης δεν ήταν μόνος. Το ΚΚΕ, το ΚΚΕεσ. και ο Α. Παπανδρέου συναίνεσαν στον καραμανλικό ελιγμό, που είχε ως στόχο να εμπεδώσει την πρωτοκαθεδρία των εκλογικών-συστημικών διαδικασιών σε βάρος των κινηματικών.
Σύντομα φάνηκε ότι αυτή η στάση δεν στρεφόταν μόνο κατά της άκρας Αριστεράς στις σχολές. 
Στις 23 Ιούλη του ’75, πάνω στην πρώτη επέτειο της πτώσης της χούντας, η καραμανλική αστυνομία χτύπησε βάρβαρα μια μεγάλη απεργιακή διαδήλωση των οικοδόμων. Οι οικοδόμοι, ανακαλώντας τις μνήμες των Ιουλιανών, απάντησαν δεόντως. Την επόμενη μέρα ο «Ριζοσπάστης» κατήγγειλε τις «δυνάμεις της ανωμαλίας που αιματοκύλισαν την Αθήνα».
Δεν υπήρχε αμφιβολία για το στόχο της καταγγελίας. Δυστυχώς, ένα χρόνο μετά, τα πράγματα έγιναν σαφέστερα. 
Το Μάη του ’76, η κυβέρνηση Καραμανλή κατέβασε το νόμο 330, με στόχο να τσακίσει το γενικευμένο εργατικό ριζοσπαστισμό που είχε ως αιχμή τα εργοστασιακά σωματεία, που πολλαπλασιάζονταν λόγω της αμεσότητας της απεργιακής δράσης τους αλλά και της δημοκρατικής λειτουργίας τους. Η απάντηση ήταν γενική απεργία και γιγάντιες εργατικές αλλά και φοιτητικές διαδηλώσεις. Στις 25 Μάη, τη μέρα ψήφισης του ν. 330 στη Βουλή, οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας με τις διαβόητες «αύρες» προσπάθησαν να τσακίσουν τη μεγάλη εργατική διαδήλωση στην Ομόνοια. Ακολούθησαν μαζικότατες συγκρούσεις με οδοφράγματα και φωτιές που κράτησαν μέχρι την επομένη το πρωί. Η ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες: 
«Τα σημερινά έκτροπα και οι άλλες πολύμορφες εκδηλώσεις, που θυμίζουν παρόμοια γεγονότα της 23 Ιούλη της περασμένης χρονιάς, δείχνουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα οργανωμένο σχέδιο των σκοτεινών δυνάμεων της ανωμαλίας –εγχώριων και ξένων– που επιδιώκουν να στραγγαλίσουν τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού. Φασιστικά ή προβοκατόρικα στοιχεία βρήκαν την ευκαιρία με την κινητοποίηση ενάντια στο γνωστό αντεργατικό νομοσχέδιο και μπροστά στη μανία των αστυνομικών οργάνων να δράσουν ανενόχλητα, εμφανίζοντας τον εαυτό τους σαν απεργούς οικοδόμους… 
Το ΚΚΕ καταδικάζει κατηγορηματικά όλες τις προβοκατόρικες αυτές ενέργειες που αποσκοπούν στην ανωμαλία. Καλεί το λαό σε επαγρύπνηση και την κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της και να λάβει μέτρα ενάντια στα χουντοφασιστικά και προβοκατόρικα στοιχεία και όσους τα υποκινούν και τα υποθάλπτουν». (το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, 25/5/1976, οι υπογραμμίσεις δικές μου)
Η κυβέρνηση Καραμανλή ανταποκρίθηκε στην έκκληση. Οι συλληφθέντες στις 25/5/76 αντιμετώπισαν βαρύτατες κατηγορίες, αλλά και οι οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς αντιμετώπισαν τη πρώτη σοβαρή σκευωρία, με βάση τις κατηγορίες για «υποκίνηση και υπόθαλψη» δράσεων κατά της «ομαλότητας».
Βλέπουμε λοιπόν ότι το «Καραμανλής ή τανκς;» όπως και η χειρότερη θεωρία του «αριστεροχουντισμού» δεν αφορούσε μόνο τον Μίκη, αλλά και το ΚΚΕ εσ. και το ΚΚΕ. 
Είναι γνωστό ότι το ΚΚΕ εσ. θεωρούσε τότε (μετά το 1974!) ότι η «κυρίαρχη αντίθεση» στην ελληνική κοινωνία ήταν η σύγκρουση μεταξύ των δικτατορικών και δημοκρατικών δυνάμεων. Σε αυτή τη βάση ο Λεωνίδας Κύρκος διατύπωνε τη στρατηγική της «Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας» (ΕΑΔΕ), που χαιρέτιζε ως «αντικειμενικά» θετική την πορεία σταθεροποίησης της κυβέρνησης Καραμανλή, αγνοώντας ότι αυτή δεν συγκρούονταν πλέον με τις χουντικές δυνάμεις (που είχαν στοιχιστεί πίσω από τη ΝΔ) αλλά με την ανερχόμενη δύναμη και δράση του εργατικού και λαϊκού παράγοντα. Όπως ήταν φυσικό, το ΚΚΕ εσ. έχασε σταδιακά την επαφή με το ριζοσπαστισμό της περιόδου και μαζί έχασε την οργανωτική πρωτοκαθεδρία που αρχικά είχε έναντι του ΚΚΕ. 
Το ΚΚΕ πρόσεξε να κρύβει τον ανάλογο προσανατολισμό του πίσω από ένα πλήθος κούφιων τάχα μαρξιστικολενινιστικών δημαγωγιών με στόχο τη διεύρυνση της επιρροής του. Αυτή η προσοχή απέδιδε, αλλά δεν αρκούσε για να κρύβει την πραγματική πολιτική του Χαρίλαου Φλωράκη. Οι αλήθειες για τη στρατηγική του ΚΚΕ προέκυψαν με τον πιο αυθεντικό τρόπο, μέσω των αποφάσεων του 10ου συνεδρίου του, που πραγματοποιήθηκε νόμιμα το 1978. Εκεί το ΚΚΕ διατηρεί μια αναφορά στο σοσιαλιστικό χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα, αλλά για… αργότερα, αφού ολοκληρωθεί το «πρώτο στάδιο», αυτό της «αντιμονοπωλιακής» δημοκρατικής αλλαγής. Ως «αντιμονοπωλιακές» αναγνωρίζονται και ορισμένες αστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και το συνέδριο θέτει το καθήκον της δημιουργίας ενός «Αντιιμπεριαλιστικού – Αντιμονοπωλιακού – Δημοκρατικού Μετώπου» (ΑΑΔΜ). Έχοντας μέσω αυτού του σχήματος εγκαταστήσει το θεμιτό των συμμαχιών με αστικές δυνάμεις, η ηγεσία του ΚΚΕ είχε τη δυνατότητα να κινείται ελευθέρως μέσα στην «άλγεβρα» μεταξύ ΑΑΔΜ και «δημοκρατικών δυνάμεων». Στο κεφάλαιο των αποφάσεων με υπότιτλο «Δημοκρατική Συνεργασία», τονίζεται: «…Το ΚΚΕ δηλώνει έτοιμο να συνεργαστεί με όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις για τη διαμόρφωση ενός κοινού προγράμματος, που θα προωθήσει στο μέτρο του δυνατού την υπόθεση της εθνικής αυτοτέλειας, θα περιορίσει την ασυδοσία των μονοπωλίων, θα βελτιώσει τη θέση των εργαζομένων και θα εκδημοκρατίσει τη δημόσια ζωή… οι στόχοι της δημοκρατικής συνεργασίας δεν θα απαλλάξουν βέβαια τη χώρα από την κυριαρχία των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων. Ωστόσο η πραγματοποίησή της θα εξυπηρετούσε τα άμεσα συμφέροντα του λαού, θα αποτελούσε μια στροφή της πολιτικής κατάστασης προς την κατεύθυνση της προόδου και θα δημιουργούσε καλύτερες συνθήκες για τη δημιουργία του ΑΑΔΜ… (αποφάσεις 10ου συνεδρίου ΚΚΕ, υπογραμμίσεις δικές μου). 
Και στις δύο εκδοχές της, η έμφαση στην πολιτική της «δημοκρατικής συνεργασίας» δεν συντονιζόταν με την κατάσταση πνευμάτων που επικρατούσε στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στις γειτονιές και στις σχολές της πρώιμης Μεταπολίτευσης, όπου ήταν έντονη η πρόθεση της σύγκρουσης με την καραμανλική «δημοκρατία», για τη μεγιστοποίηση των κατακτήσεων των εργατών και της νεολαίας. Μια παρενέργεια αυτής της πολιτικής μυωπίας των ηγεσιών του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. ήταν ότι άφησε περιθώρια για την ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ (του βασικού υποψήφιου «συνεργάτη») που από κομπάρσος εξελίχθηκε σε πρωταγωνιστή. Η άρνηση του ΚΚΕ να κατανοήσει τη σημασία των εργοστασιακών σωματειακών έδωσε τη δυνατότητα στο ΠΑΣΟΚ να εγκαταστήσει, μέσω της ΟΒΕΣ (Ομοσπονδία Βιομηχανικών Εργοστασιακών Σωματείων) μια ισχυρή σοσιαλδημοκρατική βάση μέσα στο εργατικό κίνημα, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία. Ωρίμαζε έτσι μια ανατροπή πολιτικών συσχετισμών που πληρώθηκε ακριβά στην επόμενη περίοδο. 
Έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η πολιτική «μυωπία», δεν αφορά ως κατηγορία τα κίνητρα, τις προθέσεις, τη δράση χιλιάδων και χιλιάδων οργανωμένων μελών και των δύο κομμάτων. Ο Κ. Τζιαντζής έχει ισχυριστεί ότι στο αντιδικτατορικό κίνημα και στην πρώιμη Μεταπολίτευση, την Αριστερά τη διέτρεχαν, συγκρουόμενες, δύο ψυχές. Από τη μια, οι αναμνήσεις της «εδαΐτικης» ανάκαμψης από την ήττα του Εμφυλίου, με τις ιδέες της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της εθνικής αυτοτέλειας, της αντιμονοπωλιακής ανάπτυξης, της δημοκρατικής συνεργασίας κ.ο.κ. Από την άλλη, τα «ακούσματα» του Βιετνάμ και του Τσε, του παγκόσμιου Μάη του ’68 και του Νοέμβρη, της βουής των εργατικών αγώνων που πάσχιζαν να ξαναφέρουν στο κέντρο τον αγώνα για σοσιαλιστική απελευθέρωση. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι μαζικές οργανώσεις νεολαίας τόσο του ΚΚΕ εσ. όσο και του ΚΚΕ, με το στελεχικό δυναμικό που διαμορφώθηκε σε εκείνη την περίοδο, συγκρούστηκαν με τις κομματικές ηγεσίες τους, διασπάστηκαν, και τράβηξαν προς τα αριστερά. 
Από το «μορατόριουμ» στο 1989
Τα προβλήματα που ανέδειξαν οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. στο ζήτημα της αντιμετώπισης των κυβερνήσεων Καραμανλή μετά το 1974, αποδείχθηκαν μικρά μπροστά στα προβλήματα που ανέδειξαν στην αντιμετώπιση του ΠΑΣΟΚ. 
Το 11ο συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης ’82) υιοθέτησε την ανάλυση για το «μπλοκ της αλλαγής» (ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ-ΚΚΕεσ.) και έβαζε το στόχο της «Πραγματικής Αλλαγής», δηλαδή την πίεση πάνω στο ΠΑΣΟΚ για να υλοποιήσει «πραγματικά» το πρόγραμμά του. Αποτέλεσμα αυτών των επεξεργασιών ήταν το διαβόητο «μορατόριουμ», δηλαδή η πολιτική οργανωμένης ανοχής απέναντι στην κυβέρνηση Παπανδρέου, ακόμα και όταν αυτή άρχισε τις πρώτες επιθέσεις στο εργατικό κίνημα («προβληματικές» επιχειρήσεις, αντιαπεργιακό «άρθρο 4» κ.ο.κ.). Στα συνδικάτα οι ΠΑΣΚΕ-ΕΣΑΚ-ΑΕΜ συγκροτούσαν συμμαχία, ενώ στις σχολές οι ΠΑΣΠ-ΠΚΣ-ΔΑ αναλάμβαναν τη στήριξη του νόμου 1268/82 που περιλάμβανε τη «συνδιοίκηση» στα ΑΕΙ. Είναι περιττό να πούμε ότι αυτή η πολιτική ήταν βούτυρο στο ψωμί του Α. Παπανδρέου, που απολάμβανε όλα τα «ωφελήματα» από αυτή τη συμμαχική σχέση, χωρίς να παραχωρεί το παραμικρό, ενισχύοντας την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ μέσα στο «μπλοκ της Αλλαγής».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Α. Παπανδρέου επιχείρησε να «αξιοποιήσει» τον Μίκη, ορίζοντάς τον ως άτυπο «πρέσβη καλής θέλησης» της κυβέρνησής του απέναντι στη διεθνή κοινή γνώμη (με ιδιαίτερα καθήκοντα απεύθυνσης προς τον τουρκικό λαό…). Ο Τηλέμαχος Χυτήρης, στις αναμνήσεις του, αποδίδει στην εκρηκτικότητα και των δύο προσωπικοτήτων το γεγονός ότι αυτή η σχέση δεν κράτησε πολύ και δεν εξελίχθηκε (παρότι στον Μίκη αποδίδεται η πρόταση προς τον Παπανδρέου να φτιάξουν «κοινό κόμμα»). Ο Παπανδρέου, ενόψει των κρίσιμων εκλογών του 1985 προτίμησε, φυσιολογικά, την «αυτοδύναμη» λεηλασία στελεχών της «Εαμογενούς Αριστεράς», πετυχαίνοντας την εκλογική διεύρυνση του κόμματός του με εμβληματικές προσωπικότητες όπως ο Μ. Γλέζος, ο Αντ. Μπριλλάκης κ.ά. 
Αμέσως μετά την εκλογική νίκη του 1985, με αποτέλεσμα ξανά την αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ, τελείωσε ο μήνας του μέλιτος της Αλλαγής. Ο Παπανδρέου, έχοντας την ευθύνη της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού, εξαπέλυσε το «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» που επεξεργάστηκε ο Κ. Σημίτης. Το Σταθεροποιητικό Πρόγραμμα, μεταξύ των άλλων τεράστιων επιπτώσεών του, μετέτρεπε σε συντρίμμια τη γενική πολιτική του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. που είχαν διανύσει το μισό της κρίσιμης δεκαετίας του ’80 με την υπόσχεση προς τον κόσμο τους ότι λειτουργώντας ως αριστερό δεκανίκι του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια «πραγματική αλλαγή». 
Τη διέξοδο από αυτό το επικίνδυνο στρίμωγμα άνοιξε η εξέγερσης της εργατικής βάσης του… ΠΑΣΟΚ! Η ΠΑΣΚΕ διασπάστηκε και ένα μεγάλο τμήμα της (συμπαρασύροντας και ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη της) στράφηκε προς τον αγώνα για την ανατροπή του Σταθεροποιητικού Προγράμματος. Στη ΓΣΕΕ, στα Εργατικά Κέντρα, σε μεγάλες Ομοσπονδίες, συγκροτήθηκε απεργιακή πλειοψηφία και ακολούθησε ένα ιστορικής σημασίας εργατικό ξέσπασμα που οδήγησε στην ήττα (ή στο προσωρινό βάλτωμα) τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις. Οι διαγραμμένοι της ΠΑΣΚΕ συγκρότησαν πολιτική κίνηση (τη ΣΣΕΚ) και φυσιολογικά στράφηκαν προς την πλευρά του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. αναζητώντας πολιτική συμμαχία (στην πραγματικότητα αναζητώντας πολιτική ηγεσία…). 
Η ανικανότητα των ηγεσιών του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. να εκμεταλλευτούν αυτήν τη σπάνια ευκαιρία ήταν κυριολεκτικά παροιμιώδης. Όταν ο Παπανδρέου άρχισε τις πρώτες μανούβρες απαγκίστρωσης από το Σταθεροποιητικό, ο Χαρ. Φλωράκης έσπευσε πρώτος να σηκώσει τη λευκή σημαία –εν μέσω διαδοχικών απεργιών και μεγάλων συλλαλητηρίων– δηλώνοντας ότι «τα γιουρούσια της πρωτοπορίας δεν αρκούν για να αλλάξουν τον κόσμο». Το μήνυμα ήταν σαφές και ήταν ψυχρολουσία. 
Την στροφή ξανά προς την εκλογοκεντρική πολιτική σημαδεύει το 12ο συνέδριο του ΚΚΕ (1987), που άνοιξε το δρόμο για το «Κοινό Πόρισμα» ΚΚΕ-ΕΑΡ και τη δημιουργία του Συνασπισμού των δυνάμεων της Αριστεράς και της Προόδου. Η πολιτική απόφαση του 12ου συνεδρίου δηλώνει: «Μπροστά μας βρίσκονται δύο δρόμοι. Ο ένας είναι ο δρόμος του δικομματισμού… Ο άλλος είναι ο δρόμος της Αριστεράς…». Με βάση την κατεύθυνση αυτή αρχίζει σταδιακά η συγκρότηση του μετέπειτα ΣΥΝ, όπου εκτός από το ΚΚΕ και την ΕΑΡ παραβρίσκονται πασοκογενείς προσωπικότητες, με την κραυγαλέα απουσία στελεχών της Αριστεράς της ΠΑΣΚΕ που πρωτοστάτησαν στους αγώνες ενάντια στο Σταθεροποιητικό. Είναι καθαρό ότι ο Συνασπισμός συγκροτήθηκε ως «πλατφόρμα» με την προοπτική εκλογικής-κυβερνητικής συνεργασίας με το… ΠΑΣΟΚ. 
Οι θυελλώδεις εξελίξεις της εποχής, άλλαξαν άρδην και αυτή την πολιτική προοπτική. 
Η επερχόμενη διάλυση της ΕΣΣΔ εσωτερικευόταν από τον Λ. Κύρκο με τον καλπασμό εγκατάλειψης του «Κ», ενώ στο εσωτερικό του στελεχικού δυναμικού του ΚΚΕ, με την ελάττωση της πειθαρχίας στα «εικονίσματα». 
Δίπλα σε αυτή την ιστορική εξέλιξη, πρέπει να συνυπολογιστούν σημαντικές εσωτερικές εξελίξεις. Το ξέσπασμα του σκανδάλου Κοσκωτά αποκάλυπτε την εκτεταμένη διαφθορά που είχε προλάβει να αναπτυχθεί στο εσωτερικό της «Αλλαγής». Το πολιτικό σύστημα ενημερώθηκε για την ασθένεια του Α. Παπανδρέου και άνοιξε το ερώτημα του αν το ΠΑΣΟΚ θα επιβιώσει χωρίς τον ιστορικό αρχηγό του. 
Κάτω από αυτές τις εξελίξεις, ο Χ. Φλωράκης και ο Λ. Κύρκος στρέφονται αιφνιδιαστικά προς την κατεύθυνση της εθνικής ενότητας, με πρόσχημα την «κάθαρση» του ελληνικού καπιταλισμού, μια πολιτική που αφήνει για πρώτη φορά ανοιχτή την πιθανότητα συνεργασίας σε κυβερνητικό επίπεδο με τη… Δεξιά και μάλιστα υπό την επιθετικά νεοφιλελεύθερη ηγεσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Δυστυχώς, αυτή η προοπτική επιβεβαιώθηκε με την συγκυβέρνηση ΝΔ-Συνασπισμού υπό τον Τζανετάκη, που ακολούθησε η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Ζολώτα, για να φτάσει η ώρα της οριακής αυτοδυναμίας (με 151 βουλευτές) του Κ. Μητσοτάκη. Αυτή την πολιτική του ΚΚΕ την πλήρωσε ακριβά. Αρχικά με τη διάσπαση της ΚΝΕ (μετά τη δήλωση του Γ. Γράψα ότι «δεν θα πειθαρχήσουμε») και τη δημιουργία του ΝΑΡ. Στη συνέχεια, με τη διάσπαση του 1992, όπου τα στελέχη που είχαν πρωτοστατήσει στα προηγούμενα «ανανεωτικά» ανοίγματα του ΚΚΕ, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη νέα αιφνίδια στροφή προς τα «εικονίσματα», αυτά που είχαν ήδη αποκαθηλωθεί στη διαλυμένη πλέον ΕΣΣΔ. 
Το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του Μ. Θεοδωράκη, το ότι έφτασε να γίνει βουλευτής της ΝΔ και υπουργός του Μητσοτάκη, είναι έτσι τμήμα μιας ευρύτερης εκφυλιστικής πορείας της σταλινογενούς Αριστεράς. Με την οποία ο Μίκης, παρά τις επιμέρους ρήξεις του, δεν είχε πάψει ποτέ να «συνομιλεί».