Νέα από τον κόσμο
Αργεντινή
Μετά την υποχρεωτική απόσυρση του υπερνομοσχεδίου που επιχειρούσε «με ένα χτύπημα» να ξηλώσει όλες τις κοινωνικές προστασίες που υπάρχουν στην Αργεντινή, μια πρώτη ήττα υπέστη και το -αντίστοιχου περιεχομένου- «Προεδρικό Διάταγμα» του Μιλέι, που καταψηφίστηκε στη Γερουσία και πηγαίνει στην Κάτω Βουλή (αν ηττηθεί κι εκεί, παύει να ισχύει). Στην επανέναρξη των εργασιών του Κογκρέσου, ο Μιλέι υιοθέτησε έναν πιο διαπραγματευτικό τόνο, προτείνοντας να καταλήξουν τον Μάη σε ένα νέο «Συμβόλαιο» με τους περιφερειακούς κυβερνήτες –η αντίδραση των οποίων έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συντριβή των αρχικών σχεδίων του. Μένει να φανεί αν πρόκειται για στρατηγική στροφή του Μιλέι –προς τον διάλογο με την αστική, κεντρώα «φιλική αντιπολίτευση» – ή για τακτικό ελιγμό προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να ανακτήσει την πρωτοβουλία κινήσεων. Για να ρεφάρει το στραπάτσο που υπέστη το προφίλ του «τύπου με το αλυσοπρίονο», αναπληρώνει με νέες ιδεολογικές επιθέσεις στον φεμινισμό. Καταγγέλει τις «δολοφόνες με τα πράσινα μαντίλια» (το χρώμα που χρησιμοποιεί το κίνημα υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση), ενώ επέλεξε την 8η Μάρτη για να δημοσιοποιήσει ότι η «Αίθουσα των Γυναικών» στο προεδρικό μέγαρο, μετονομάζεται σε «Αίθουσα των Ηρώων» και θα διακοσμηθεί με πορτρέτα «μεγάλων αντρών» της αργεντίνικης ιστορίας. Ήταν μια ιδέα της αδερφής του Προέδρου, της οποίας η ψυχούλα δεν άντεχε –λέει– να συνεχίζεται αυτή η διάκριση κατά των αντρών. Η θητεία Μιλέι ξεκίνησε στραβά, αλλά θα συνεχίσει να επιχειρεί, είτε με ελιγμούς για να κερδίσει στήριξη από την αστική αντιπολίτευση, είτε με ιδεολογικές επιθέσεις για να διατηρεί συσπειρωμένη την αντιδραστική κοινωνική του βάση, προκειμένου να εξαπολύσει νέες επιθέσεις. Η τραγική κατάσταση της αργεντίνικης οικονομίας τον απειλεί ήδη, αλλά η μεγαλύτερη (και η μόνη πραγματική) απειλή για τον ίδιο βρίσκεται στο ξέσπασμα νέων κινητοποιήσεων, σαν τις μεγάλες απεργιακές διαδηλώσεις που συνέβαλαν στα πισωγυρίσματα που υπέστη αυτές τις πρώτες 100 μέρες της θητείας του…
Μιανμάρ
Πριν 3 χρόνια, ένα πραξικόπημα στη Μιανμάρ πυροδότησε ένα συγκλονιστικό παρατεταμένο κίνημα αντίστασης, με κομβικό το ρόλο των συνδικαλισμένων εργατριών, ευρύτερων εργατικών στρωμάτων και της νεολαίας. Καθώς η σκληρή καταστολή και τα οικονομικά αντίμετρα έκαναν όλο και πιο δύσκολη την δράση στις πόλεις, σημειώναμε ότι η κάμψη των κινητοποιήσεων συνοδευόταν από μια μαζική «διαφυγή στην ύπαιθρο», με χιλιάδες ακτιβιστές-στριες να αναζητούν προστασία (κι εκπαίδευση…) στα στρατόπεδα των διάφορων «μειονοτικών» ένοπλων κινημάτων ή να συγκροτούν τις δικές τους «Λαϊκές Αμυντικές Δυνάμεις». Ο γαλαξίας ενόπλων οργανώσεων δεν έχει ενοποιηθεί, ούτε συμφωνεί πολιτικά, με κάποιες να επιδιώκουν την διευρυμένη αυτονομία τους, αδιαφορώντας για το πολιτειακό ζήτημα, και άλλες να στηρίζουν τον στόχο ανατροπής της δικτατορίας. Παρόλα αυτά, από τον περασμένο Οκτώβρη, μια αιφνιδιαστική αντεπίθεση της «Συμμαχίας των Τριών Αδελφοτήτων» (αυτονομιστές), αξιοποιήθηκε και από άλλες ένοπλες ομάδες (αντιπολιτευτικές), με αποτέλεσμα ο κυβερνητικός στρατός να υποστεί ένα σερί από ήττες και απώλειες εδαφών. Ο επικεφαλής της δικτατορίας, Μιν Άουνγκ Χλάινγκ, παραμένει μισητός στον πληθυσμό, ενώ πλέον δέχεται κριτικές και από τους εθνικιστές («ο χειρότερος ηγέτης στην ιστορία του στρατού», σύμφωνα με στρατηγό της αεροπορίας). Σε αυτό το φόντο έγινε η φετινή Μέρα των Ενόπλων Δυνάμεων, με τον Μιν Άουνγκ Χλάινγκ να αναλώνει την ομιλία του για να περιγράψει τη «θλίψη» του για τους νέους «που παρασύρονται» σε ένοπλη δράση. Το καθεστώς ανακοίνωσε μια ακόμα παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και την ενεργοποίηση της υποχρεωτικής κατάταξης. Αυτό το μέτρο πυροδότησε ένα μαζικό κύμα εξόδου από τη χώρα. Άλλωστε είναι γνωστό ότι και η συνοχή του υπαρκτού στρατού, εξασφαλίζεται κυρίως από την ντεφάκτο αιχμαλωσία των οικογενειών των φαντάρων, που δυσκολεύει την λιποταξία. Η δικτατορία έχει αντέξει 3 χρόνια, αλλά κάθε άλλο παρά σταθερή δείχνει. Στη φωτό, χωρικοί υποδέχονται με τρόφιμα μαχητές του κομμουνιστικού PLA…
Ινδία
Πριν 33 χρόνια, το Σεπτέμβρη του 1990, ακροδεξιές ινδουϊστικές ομάδες ξεκίνησαν μια πολιτική καμπάνια για την οικοδόμηση Ινδουϊστικού ναού στο μέρος όπου βρισκόταν το Μπαμπρί Μαστζίντ, ενός τζαμιού του 16ου αιώνα. Το κόμμα BJP (Ινδικό Λαϊκό Κόμμα), το «μητρικό» του παρακρατικό κίνημα RSS (Εθνική Οργάνωση Εθελοντών) και οι σύμμαχοί τους κινητοποίησαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, πετυχαίνοντας τελικά την κατεδάφιση του τζαμιού το Δεκέμβρη του 1992, με την συμφωνία της τότε κυβέρνησης του Κόμματος του Κογκρέσου. Η καταστροφή προκάλεσε άγριες συγκρούσεις και βίαια επεισόδια στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν πάνω από 2.000 άνθρωποι, κυρίως Μουσουλμάνοι. Αυτή η θρησκευτική μάχη επέτρεψε στο BJP να χτίσει την πολιτική του δύναμη. Τριάντα τρία χρόνια μετά, το BJP είναι στην κυβέρνηση και ο Ναρέντρα Μόντι εγκαινίασε τον μισο-ολοκληρωμένο Ινδουϊστικό Ναό στη βόρεια πόλη Αγιόντια. Θεωρήθηκε –σωστά– ένα τελετουργικό «θριάμβου» της Χιντούτβα («ινδικότητα»), του ακροδεξιού κινήματος που εκφράζει ο Μόντι. Η τελετή ήταν η έναρξη της προεκλογικής περιόδου, που συνεχίστηκε με νέες πράξεις: Την ενεργοποίηση του ρατσιστικού Νόμου Τροποποίησης Υπηκοότητας, που είχε μπει στο συρτάρι με τις μεγάλες διαδηλώσεις του 2019, αλλά επανέρχεται σήμερα, δίνοντας προνομιακή πρόσβαση (στην υπηκοότητα) σε Ινδουϊστές από γειτονικές χώρες, αλλά όχι στο μεγάλο αριθμό Μουσουλμάνων που κατέφυγε τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα. Ένας άλλος νόμος, η «Εθνική Καταγραφή Πολιτών», που «καλεί τον πληθυσμό να αποδείξει ότι δικαιούται υπηκοότητα» βάζει στο στόχαστρο τους «παράνομους». Αλλά σε συνδυασμό με τις αυξημένες προστασίες του Νόμου Τροποποίησης, βάζει στο στόχαστρο τους Μουσουλμάνους. Και όχι μόνο τους μετανάστες/πρόσφυγες. Όπως εκατομμύρια άλλοι φτωχοί άνθρωποι, πολλοί γεννημένοι στην Ινδία στη Μουσουλμάνοι δεν διαθέτουν επίσημα έγγραφα. Η νέα νομοθεσία, αν εφαρμοστεί, απειλεί να δημιουργήσει στρατιές «παρανόμων», που θα ζουν υπό διαρκή απειλή, τόσο από το κράτος, όσο και από τις αποθρασυμένες πολιτοφυλακές των RSS…