Η γενική απαξίωση των ευρωηγεσιών στα μάτια του κόσμου έχει οδηγήσει στην αποχή των λαϊκών τάξεων από τις ευρωεκλογές σε πρωτοφανή, σε πλειοψηφικά επίπεδα. Αυτή τη φορά, όμως, το αποτέλεσμα θα έχει σημασία και πολιτικές συνέπειες.

Αφενός, η Ευρώπη θα συνεχίσει να τραντάζεται από την κρίση. Οι σοβαρότερες αστικές εφημερίδες τονίζουν ότι η «φωτεινή» οικονομική δυναμική εξαντλήθηκε (!) μέσα στο 2018, ότι το σύστημα μπαίνει σε κατηφόρα προς μια «νέα διεθνή ύφεση» σημαντικών διαστάσεων (με πολλούς να κάνουν αναλογίες με εκείνη του 2008…) και μεγάλους κινδύνους, αφού τα αποθέματα «παρέμβασης» έχουν λιγοστέψει επικινδύνως από τους χειρισμούς στην προηγούμενη δεκαετία. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και αστάθειας η ΕΕ θα έχει να πάρει σημαντικές αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα: Πώς θα χειριστούν τις αποκλίσεις μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων μεγάλων χωρών-μελών που έχουν ήδη αναδειχθεί (Brexit, Ιταλία κ.ο.κ.); Πώς θα χειριστούν τον εμπορικό και νομισματικό ανταγωνισμό που έχει πυροδοτήσει η στροφή του Τραμπ προς τον προστατευτισμό; Πώς θα χρηματοδοτήσουν την αποφασισμένη ενίσχυση του ευρωστρατού και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας;
Σε αυτά τα ερωτήματα προστίθεται το βάρος μεγάλων πολιτικών προκλήσεων.
Κατά τις δημοσκοπήσεις, είναι πιθανότατο ότι ο μεγάλος κερδισμένος των ευρωεκλογών θα είναι το ρεύμα του ακροδεξιού «ευρωσκεπτικισμού». Ο χώρος που συγκροτούν οι Λεπέν-Σαλβίνι (με τις οδηγίες των συμβούλων του Τραμπ και την ενίσχυση των φίλων του Πούτιν…) δείχνει ήδη τα δόντια του: Συστηματική υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων (12ωρο στην Αυστρία, συνταξιοδοτικό «μνημόνιο» στην Ουγγαρία κ.ο.κ.). Συνδυασμός των αντεργατικών αντιμεταρρυθμίσεων με πολιτικές προστατευτισμού και στροφή προς τον οικονομικό εθνικισμό. Πόλεμος ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ως μέθοδος για τη συγκρότηση ενός αντιδραστικού «στρατού» ενάντια στο εργατικό κίνημα, τα δημοκρατικά δικαιώματα και κάθε εκδοχή της Αριστεράς. Αυτό το ακραία αντιδραστικό ρεύμα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ως μια ιδιαίτερα επικίνδυνη πολεμική μηχανή στην υπηρεσία του κεφαλαίου (και όχι, βέβαια, ως «ασυνεπείς» αντιπάλους του ευρώ, αναγνωρίζοντάς τους μια κάποια ανύπαρκτη προοδευτικότητα…). 
Την ίδια στιγμή προκύπτει ξανά η πρόκληση από τα κάτω και από τα αριστερά. Η μαζική και επίμονη κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων αποδεικνύει ως ουτοπία την ελπίδα των κυρίαρχων τάξεων ότι θα μπορούσαν να «κεφαλαιοποιήσουν» ανενόχλητα τις ήττες μας της προηγούμενης περιόδου (ΣΥΡΙΖΑ, αραβικές εξεγέρσεις, Λατινική Αμερική). Οι σχεδιασμοί που προέβλεπαν μια μεγάλη ανάπαυλα στην ταξική πάλη, βρίσκονται αίφνης μπροστά σε μεγάλες κινητοποιήσεις του κόσμου σε μια χώρα με τη σημασία της Γαλλίας και μια επανεμφάνιση των μαζικών αγώνων σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σερβία, η Αλβανία κλπ. 
Το μαχαίρι της λιτότητας έχει φτάσει στο κόκκαλο του κόσμου μας, που ταυτόχρονα διαπιστώνει ότι η λαϊκή κυριαρχία (έννοια θεωρητικά κομβική για την αστική δημοκρατία) έχει γίνει κουρελόχαρτο στους σχεδιασμούς των μη-εκλεγμένων «σωμάτων» όπως η Κομισιόν, η ΕΚΤ κ.ά. Αυτός ο συνδυασμός επωάζει τον επόμενο κύκλο ανάπτυξης της ταξικής πάλης στο έδαφος όλης της ηπείρου. 
Το με τι αιτήματα μπορούν να υποστηριχθούν οι εργατικές/λαϊκές ανάγκες στις σύγχρονες συνθήκες, το με τι μορφές πάλης μπορούν να υποστηριχθούν αποτελεσματικά αυτά τα αιτήματα, το με τι κοινωνικές συμμαχίες έχει να παλέψει ο κόσμος μας και –τελικά- το με ποιες μορφές αυτός ο αγώνας μπορεί να περάσει στο πολιτικό πεδίο, γίνονται ερωτήματα καθοριστικής σημασίας για την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά.
Μέτωπο
Μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις συγκροτήθηκε το μέτωπο «Τώρα ο Λαός!» (Maintenant Le Peuple!). Συμμετέχουν η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζ.Λ. Μελανσόν, οι Ποδέμος από την Ισπανία, το Μπλόκο της Αριστεράς από την Πορτογαλία, η Κοκκινοπράσινη Συμμαχία Δανία), η Συμμαχία της Αριστεράς (Φινλανδία), το Κόμμα της Αριστεράς (Σουηδία), ενώ υποστήριξη έχει δηλώσει το Ποτέρε Αλ Πόπολο (Εξουσία στο Λαό, Ιταλία). 
Η διακήρυξή τους καθορίζεται από μια ισχυρή στρατηγική αντιλιτότητας, έχοντας ενσωματώσει τα κεντρικότερα αιτήματα των Κίτρινων Γιλέκων. Από μια ισχυρή υποστήριξη της λαϊκής κυριαρχίας, του δημοκρατικού δικαιώματος να αποφασίζουν οι ίδιοι οι λαοί για το μέλλον τους. Από τη δέσμευση για ανυπακοή/απειθαρχία στις ευρωπαϊκές Συνθήκες, προκειμένου να επιβληθούν τα αιτήματα της αντιλιτότητας και αφήνοντας ανοιχτό το «Σχέδιο Β» (της εξόδου από το ευρώ) εάν και εφόσον συναντήσουν τους εκβιασμούς που συνάντησε το ελληνικό κίνημα το 2015. Από μια σκληρή επίθεση στην ακροδεξιά, σε συνδυασμό με την υποστήριξη στους πρόσφυγες, στους μετανάστες και την καταγγελία της ισλαμοφοβίας. Από μια ανάδειξη των αντισεξιστικών αιτημάτων των γυναικών και των LGBTQ, όπως και των αιτημάτων κατά της απειλής της κλιματικής αλλαγής που έχουν γίνει κεντρικά στη Δυτική Ευρώπη. 
Πρόκειται για ένα μέτωπο σε ρήξη με το παράδειγμα ΣΥΡΙΖΑ (ο Μελανσόν έχει καταγγείλει με σαφή τρόπο την «κωλοτούμπα» του Αλ. Τσίπρα), αλλά και σε ρήξη με την πολιτική του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (που καθορίζεται από τη συμμαχία των ΣΥΡΙΖΑ-Linke-ΚΚ Γαλλίας). 
Πρόκειται για ένα μέτωπο που συγκεντρώνει ένα σημαντικό όγκο των υπαρκτών δυνάμεων της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, ένα μέτωπο οργανώσεων και κομμάτων σε διάκριση με την τάση για «πρωτοβουλίες προσωπικοτήτων» (Βαρουφάκης κ.ά.).
Πρόκειται για ένα μέτωπο που ασφαλώς δεν είναι ομογενοποιημένο. Μπορεί να διακρίνει κανείς την πιο «εθνική» ρητορική του Μελανσόν, ή την πιο «ευρω-ρεφορμιστική» ρητορική του Ιγκλέσιας των Ποδέμος. Ακριβώς γι’ αυτό, αναγνωρίζει την αυτονομία των συνιστωσών του, τη δυνατότητα να έχει ο καθένας μια ανεξάρτητη καμπάνια μέσα στη χώρα του, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποστήριξη των ενιαίων δεσμεύσεων της Διακήρυξης του μετώπου.
Στις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες, όπου απουσιάζει η ισχύς και η καθαρότητα ενός αυτόνομου πόλου της μαρξιστικής επαναστατικής Αριστεράς (πχ στη Γαλλία, όπου δεν είναι πλέον δεδομένο ότι το NPA θα κατορθώσει να κατέβει στις ευρωεκλογές…) η συγκρότηση αυτού του μετώπου είναι θετική εξέλιξη. Θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να ενισχυθεί και ταυτόχρονα να εξελιχθεί πολιτικά, να ξεκαθαρίσει τις θέσεις του σε ακόμα πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η ελληνική εμπειρία του 2015 αποδεικνύει ότι μια ειλικρινής και αποφασιστική σύγκρουση με την λιτότητα οδηγεί αναπόφευκτα στα καθήκοντα ρήξης με το ευρώ και την ΕΕ και ότι η προετοιμασία για μια τέτοια πολιτική είναι καθήκον που αρχίζει εδώ και τώρα.
Όμως η δέσμευση για σύγκρουση και ανυπακοή με τις Συνθήκες, μπορεί να γίνει δεκτή σαν βάση για τη συγκέντρωση δυνάμεων που δεν έχουν, ή δεν έχουν εξίσου δραματικά, αυτήν την εμπειρία. Στη Γαλλία, άλλωστε, όλα δείχνουν ότι στις ευρωεκλογές η Ανυπότακτη Γαλλία θα είναι το κύριο «όχημα» της ταυτόχρονης αντίθεσης και στον Μακρόν και στην Λεπέν.
Ελλάδα
Εδώ το πρόβλημα είναι η καθυστέρηση στις αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις και ο κίνδυνος για ένα διαλυτικό κατακερματισμό των δυνάμεων. 
Στη ΛΑΕ υπάρχουν, εκ της θέσης της, κεντρικές ευθύνες. Πρέπει να αποφευχθεί ένας πολιτικός και ένας «λειτουργικός» κίνδυνος. Αφενός, η απόσπαση της αντι-ευρώ πολιτικής από τη συγκεκριμένη ταξική πολιτική της αντιλιτότητας, η τάση για μια «εθνική» ρητορική που αναζητά ακροατήρια σε ένα κάποιο «πατριωτικό χώρο», υποτιμώντας τους κινδύνους της οργανωμένης ακροδεξιάς και του ελληνικού εθνικισμού. Αφετέρου, μια τάση για μια συντηρητική καμπάνια, προσωποκεντρική και ελεγχόμενη που θα υποτιμά τις αναγκαιότητες αλλά και τη δυναμική του πλουραλισμού, της ηλικιακής και κινηματικής ανανέωσης κ.ο.κ.
Δυστυχώς, τα προβλήματα οξύνονται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ένα πλειοψηφικό τμήμα σκληραίνει την αυτοαναφορική επιλογή του, και συγκρούεται με κάθε τάση για «άνοιγμα» και ευρύτερες συμμαχίες, χωρίς να διστάζει να φτάνει ακόμα και στη δημόσια καταγγελία άλλων τμημάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως φάνηκε στις επιλογές και στις διεργασίες για κάποιους κεντρικούς Δήμους (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς, Χανιά κ.ά.). Πρόκειται για μια τάση που μπορεί εύκολα να φτάσει σε ακραίους κατακερματισμούς, που θα λειτουργούν αρνητικά και θα συκοφαντούν τη δύσκολη προσπάθεια όλων.
Υπάρχει λίγος χρόνος για τις αναγκαίες αναθεωρήσεις. Η πείρα στο ελληνικό κίνημα θα επέτρεπε μια συνεργασία δυνάμεων σε μια πολιτική βάση αξιοπρεπή για τις εδώ αναγκαίες πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά επίσης πιο προωθητική για τις προσπάθειες σε ευρωπαϊκό πεδίο που ξεδιπλώνονται σε συνθήκες ακόμα πιο δυσμενείς. Ίσως αυτή η υπόμνηση των υποχρεώσεων που όλοι έχουμε απέναντι στους διεθνείς συντρόφους μας και τη ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη, να είναι βοηθητική για να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τα καθήκοντα και στην ίδια μας τη χώρα.
Από την πλευρά μας, επαναλαμβάνουμε ότι η πρόκληση αυτή, για ένα κοινό ευρωψηφοδέλτιο με καθαρή απέναντι στην ΕΕ αριστερή-εργατική πολιτική, αφορά κυρίως τις δυνάμεις της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των άλλων ρευμάτων που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015. Η άρνηση για μια τέτοια πρωτοβουλία δημιουργεί κενά που εξυπηρετούν άλλες, αντίπαλες όλων, δυνάμεις. 
Το πέρασμα του χρόνου πιέζει. Και αν όλοι και συλλογικά δεν αποδεικνύονται πρόθυμοι να προχωρήσουν, τότε μεγεθύνονται οι ευθύνες όσων τμημάτων κατανοούν αυτή την ανάγκη και οφείλουν να κάνουν βήματα μπροστά. Και τα βήματα αυτά επείγουν…