Η βομβιστική επίθεση στη Βοστόνη ξύπνησε μνήμες 11ης Σεπτέμβρη. Όχι η ίδια η επίθεση, γιατί οι διαφορές είναι πολλές –από τον αριθμό των θυμάτων μέχρι τους δράστες– αλλά μνήμες του κόσμου «μετά την 11/9», ο φόβος ότι για άλλη μια φορά ένα τραγικό γεγονός θα αξιοποιόταν από την αμερικανική κυβέρνηση για να προωθήσει μια δική της ατζέντα, που καμία σχέση δεν έχει με τη δικαίωση των θυμάτων.

Από τη μέρα της επίθεσης τα αμερικανικά ΜΜΕ έδωσαν ρεσιτάλ ρατσισμού και ισλαμοφοβίας. Ο πρώτος «ύποπτος» που ανακάλυψαν ήταν ένας τραυματισμένος Σαουδάραβας, θύμα της επίθεσης. Ο δεύτερος ήταν ένας «μελαμψός άντρας» που… έτρεχε μακριά από τις εκρήξεις.
Μέχρι σήμερα τα κίνητρα των αδερφών Τσαρνάγεφ είναι άγνωστα. Αυτό δεν εμποδίζει να παρουσιάζονται ως «ισλαμιστές εξτρεμιστές».
Αυτή η δημόσια συζήτηση προκαλεί θύματα. Τα ρατσιστικά κρούσματα στη Βοστόνη αυξήθηκαν τις τελευταίες μέρες με θύματα ρωσόφωνους, μουσουλμάνες που φοράνε μαντίλα, λατινοαμερικάνους που «μοιάζουν με τρομοκράτες». Στη Νέα Υόρκη δέχτηκε επίθεση ένας Μπαγκλαντεσιανός, στη Μάλντεν της Μασαχουσέτης μιας νεαρή Παλαιστίνια. Σε πολιτικό επίπεδο, οι Ρεπουμπλικάνοι ζητούν ανοιχτά την αστυνόμευση των «μουσουλμανικών κοινοτήτων» στις ΗΠΑ.
Για την ίδια την κυβέρνηση Ομπάμα η προτεραιότητα είναι άλλη. Με τη ρατσιστική, ισλαμοφοβική υστερία να τη βοηθά βέβαια, ο στόχος είναι η κλιμάκωση της καταστολής και η ενίσχυση του αντιδημοκρατικού «οπλοστασίου» που κληρονόμησε από την κυβέρνηση Μπους και τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία».
Η εβδομάδα του ανθρωποκυνηγητού ενάντια στους δύο δράστες αποκάλυψε το πρόσωπο του κατασταλτικού «τέρατος» που δημιουργήθηκε για να στραφεί, αν χρειαστεί, ενάντια σε κάθε «απειλή για τη δημόσια τάξη».
Όπως περιέγραψε, τις μέρες που η πόλη κηρύχθηκε σε «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», ο κάτοικος της Βοστόνης, Keegan O’ Brien: «Στο μεταξύ τα μεγάλα ΜΜΕ ήταν γεμάτα επαίνους για τους χιλιάδες αστυνομικούς και ομοσπονδιακούς πράκτορες που μετέτρεψαν την πόλη σε στρατόπεδο. Το να βλέπω βαριά οπλισμένους αστυνομικούς σε κάθε σταθμό και τα τανκς της ομάδας SWAT να κυκλοφορούν στους δρόμους της Βοστόνης θύμιζαν πιο πολύ εικόνες από το κατεχόμενο Ιράκ ή τα σημεία ελέγχου στη Γάζα, παρά τη δική μου πραγματικότητα».
Στον συλληφθέντα Τζοκάρ Τσαρνάγεφ ήδη αρνούνται θεμελιώδη δικαιώματα. Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές ζήτησαν να θεωρηθεί «εχθρικός μαχητής», ώστε να ανακριθεί «επί μακρόν, χωρίς δικηγόρο, εκτός ποινικού δικαστικού συστήματος».
Ο Μπάρακ Ομπάμα ήδη ενεργοποίησε μια νομική πρόβλεψη που επιτρέπει στην κυβέρνηση να στερεί σε υπόπτους τα δικαιώματά τους, αν κρίνει ότι υπάρχει κάποια «συνεχιζόμενη απειλή στη δημόσια ασφάλεια». Όλοι οι κυβερνητικοί συμφωνούν ότι δεν υπάρχει πλέον «συνεχιζόμενη απειλή», αλλά κανείς δεν κάνει κριτική στην απόφαση του Ομπάμα.
Αυτός ο κυνισμός και αυτή η «ευελιξία» του νομικού οπλοστασίου προειδοποιούν για το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η καταστολή. Το ότι αυτές οι αντιδημοκρατικές πρακτικές εφαρμόζονται σε έναν δράστη μιας αιματηρής επίθεσης ενάντια σε αθώους δεν πρέπει να ξεγελά.
Όπως έγραψε ο Glen Greenwald στον «Γκάρντιαν»: «Ο Τσαρνάγεφ είναι πιθανότατα ο πιο μισητός άνθρωπος στην Αμερική αυτή τη στιγμή. Ως αποτέλεσμα… ελάχιστοι θα νοιαστούν γι’ αυτά που του κάνουν… Αλλά πάντοτε έτσι καταργούνται τα δικαιώματα: Στοχοποιώντας πρώτα την πιο περιθωριοποιημένη ομάδα ή τον πιο μισητό άνθρωπο, με την προσδοκία ότι κανείς δεν θα διαμαρτυρηθεί, εξαιτίας του πόσο περιθωριοποιημένο ή πόσο μισητό είναι το θύμα. Όταν αυτές οι παραβιάσεις δικαιωμάτων αποκτήσουν συναίνεση, μετά θεσμοποιούνται μόνιμα και δεν έχει κανείς δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί, όταν εφαρμοστούν και σε άλλους, όπως θα γίνει αναπόφευκτα».
Τη ρατσιστική παράνοια, αλλά και την επιλεκτική στόχευση της τρομοϋστερίας ανέδειξε ο Erik Love στο Αλ Τζαζίρα: «Από τις 11/9 η μουσουλμανική αμερικανική τρομοκρατία έχει σκοτώσει 33 ανθρώπους, ενώ πολιτικά υποκινούμενες επιθέσεις από οπαδούς της λευκής ανωτερότητας και άλλους δεξιούς εξτρεμιστές έχουν σκοτώσει πάνω από 200 ανθρώπους… Γιατί λοιπόν τόσοι Αμερικανοί έχουν την παράλογη αντανακλαστική αντίδραση πως “μάλλον είναι οι μουσουλμάνοι;”».
Μπροστά σε τέτοιες τραγωδίες ο ανθρώπινος πόνος χρησιμοποιείται για να θεωρηθούν «ασεβείς» όσοι αναδεικνύουν την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Όμως αυτό απλά συγκαλύπτει τους πολιτικούς σχεδιασμούς των «από πάνω». Τα μαθήματα της 11ης Σεπτέμβρη παραμένουν φρέσκα  και τα είχε εξηγήσει ένα μέλος από τις «Οικογενειών για ένα Ειρηνικό Αύριο» –μια ομάδα συγγενών των θυμάτων που εναντιώθηκαν στον «πόλεμο στην τρομοκρατία»– το 2004:
«Από την πρώτη μέρα καταλάβαμε ότι οι επιθέσεις της 9/11 και οι θάνατοι των συγγενών μας θα αξιοποιούνταν, καθώς πηγαίναμε σε πόλεμο στο Αφγανιστάν. Έγινε καθαρό ότι υπήρχε χρησιμότητα σε αυτούς τους θανάτους και αυτή τη χρησιμότητα θα την εκμεταλλεύονταν».
Όσον αφορά τις ίδιες τις ΗΠΑ σήμερα, ευτυχώς είναι μια πολύ διαφορετική κοινωνία από αυτήν του 2001. Σε αντίθεση με την περίοδο μετά την 11η Σεπτέμβρη, οι έρευνες μετά την έκρηξη στη Βοστόνη έδειξαν πως η πλειοψηφία δεν θέλει να παραχωρήσει τις ελευθερίες της για να προστατευθεί από την τρομοκρατία.
Ενώ τα ΜΜΕ εστίαζαν σε μια χούφτα λευκούς φοιτητές που πανηγύριζαν το θάνατο και τη σύλληψη του ενός και του άλλου Τσαρνάγεφ, αγκαλιάζοντας αστυνομικούς και ανεμίζοντας την αστερόεσσα, το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό στην υπόλοιπη πόλη.
Πάνω από 600 άνθρωποι μαζεύτηκαν σε συγκέντρωση αλληλεγγύης στην Παλαιστίνια Heba Abolaban, που δέχτηκε ρατσιστική επίθεση στο Μάλντεν της Μασαχουσέτης. Στη Βοστόνη, εκτός από τις ρατσιστικές επιθέσεις, υπήρξε και η κινητοποίηση των τοπικών κοινοτήτων που με συγκινητικό τρόπο συνόδευε, προστατεύοντας, τα μέλη μειονοτήτων σε δημόσιες εμφανίσεις τους.
Το ζήτημα της αντίστασης στην τρομοϋστερία και γενικά στο δίλημμα «ελευθερία ή ασφάλεια» είναι σημαντικό. Πρέπει να θυμόμαστε ότι πάντοτε η κατάργηση των ελευθεριών γινόταν στο όνομα μιας –φαινομενικά πειστικής– «εθνικής απειλής». Αλλά πάντοτε είχε ως στόχο το λαϊκό κίνημα, τον «εχθρό-λαό». Στις ίδιες τις ΗΠΑ η νομοθεσία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στοχοποιούσε τους μετανάστες, τους αριστερούς και όσους εναντιώνονταν στον πόλεμο (ανάμεσά τους πολλοί συνδικαλιστές). Σε όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα, οι ιστορικές εμπειρίες είναι αντίστοιχες.
Ανάλογες είναι και οι προθέσεις των «από πάνω» μέσα στην πολιτική και οικονομική κρίση. Άλλωστε, ενώ η Βοστόνη μετατρεπόταν σε κατεχόμενη πόλη, ο Ν. Δένδιας επισκεπτόταν τις ΗΠΑ για να ανταλλάξει «τεχνογνωσία» σχετικά με την πάλη ενάντια στην «τρομοκρατία».