Γιατί η γερμανική ελίτ ρισκάρει την εκτεταμένη πολιτική αποσταθεροποίηση στην Ευρώπη και επενδύει στη «δημιουργική καταστροφή» της Ευρωζώνης;

Το τελευταίο επεισόδιο στο ελληνικό σίριαλ, με τις εξαγγελίες Τσίπρα και το σχεδόν αυτόματο πάγωμα των μέτρων για το χρέος από τον ESM, αποτελεί επιτομή της γερμανικής ακαμψίας στην ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Παρά το Brexit, παρά τη συντριβή Ρέντσι στο ιταλικό δημοψήφισμα, παρά τις αβεβαιότητες στις ευρωατλαντικές σχέσεις μετά τη νίκη Τραμπ, παρά τις εκλογικές προκλήσεις σε Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, παρά τη γενικευμένη αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού project από τα πληβειακά –και όχι μόνο– κοινωνικά στρώματα, παρά τα εμφανή ρήγματα στο ευρωπαϊκό «ιερατείο», παρ’ όλα αυτά, η γερμανική ελίτ δεν παραιτείται ούτε κατά ένα «και» από τη θεσμική επικυριαρχία της στην Ευρωζώνη και την ΕΕ. 
Τι σημαίνει αυτή η θεσμική επικυριαρχία, που διαπερνά κάθε νομικό κείμενο της ΕΕ από το Μάαστριχτ και εντεύθεν, το αποκάλυψε με απτό τρόπο το περιστατικό με το βέτο στον ESM: ακόμη κι αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, σ’ αυτό το ελάχιστο επικοινωνιακού χαρακτήρα βήμα με το εφάπαξ βοήθημα και τον ΦΠΑ στα νησιά, κατάφερνε να έχει την υποστήριξη ή την ανοχή σύσσωμης της Κομισιόν, της πλειοψηφίας των υπουργών στο Eurogroup, μιας ευδιάκριτης πλειοψηφίας στο Ευρωκοινοβούλιο, ακόμη και της ηγεσίας της ΕΚΤ, αρκούσε το γεγονός ότι η Γερμανία διαθέτει το 27% σε δικαιώματα ψήφου στον ESM, ώστε να μπλοκάρει ή να επιβάλει αποφάσεις που απαιτούν την ειδική πλειοψηφία 80%. Ουσιαστικά, κάθε απόφαση. 
Στην περίπτωση του ESM, η γερμανική ηγεσία διόρθωσε το «λάθος» που είχε κάνει παλιότερα με την ΕΚΤ, επιβάλλοντας την «ανεξαρτησία» της. Ο βαθμός «ανεξαρτησίας», που επέτρεψε εκεί, αποδείχθηκε υπερβολικός –με ένα σύστημα κυκλικής κατανομής 15 δικαιωμάτων ψήφου σε 19 χώρες-μετόχους, το οποίο περιορίζει το γερμανικό βέτο. Αυτή η «ανωμαλία» είναι μια σταθερή αιτία των επεισοδίων ρήξης μεταξύ ΕΚΤ και Βερολίνου, με επίκεντρο την επεκτατική νομισματική πολιτική της πρώτης. 
Η Ιταλία σε ακραία δοκιμασία
Η γερμανική ηγεσία δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να θυμίζει τη θεσμική της επικυριαρχία στην Ευρωζώνη. Μόλις προ ημερών, στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ πάγωσε το σχέδιο Κομισιόν για επιτάχυνση της τραπεζικής ένωσης, με την προώθηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού εγγύησης καταθέσεων. Στο κείμενο των συμπερασμάτων η σχετική αναφορά σχεδόν εξαφανίστηκε. Η γερμανική αντιπροσωπεία επέβαλε ότι η «μείωση των κινδύνων του χρηματοπιστωτικού τομέα» προηγείται του «επιμερισμού» τους. Πράγμα που σημαίνει ότι «ταμείο εγγύησης καταθέσεων» δεν θα υπάρξει, πριν οι ευρωτράπεζες «εξυγιάνουν» τα χαρτοφυλάκιά τους, ακόμη και με εφαρμογή του bail in, δηλαδή με κρατική διάσωση και «κούρεμα» ομολογιούχων, μετόχων, καταθετών. Με πρώτο πεδίο εφαρμογής τις ιταλικές τράπεζες. 
Τις μέρες αυτές, η Monte dei Paschi περνά απ’ αυτήν ακριβώς την υπαρξιακή δοκιμασία, επιχειρώντας ν’ αποφύγει το bail in με άντληση 5 δισ. από ιδιώτες. Μαζί της όμως περνά πολιτική δοκιμασία και η υπό προθεσμία νέα κυβέρνηση Τζεντιλόνι και όλο το ιταλικό πολιτικό σύστημα στη μετά το συντριπτικό «όχι» εποχή. Καθώς τα περισσότερα κόμματα είναι σε διάταξη μάχης για εκλογές, το να καταστεί κεντρικό διακύβευμά τους η κρατική διάσωση του ιταλικού τραπεζικού συστήματος –κόστους 95 δισ. ευρώ– με βάση τους κανόνες Φρανκφούρτης-Βρυξελλών και με κούρεμα χιλιάδων μικροομολογιούχων, μπορεί να μετατρέψει τις εκλογές σε δεύτερο «δημοψήφισμα» παραμονής ή εξόδου από την Ευρωζώνη. Κι υπάρχουν πλέον πολλές δυνάμεις, σ’ όλο το πολιτικό φάσμα, πρόθυμες να θέσουν ανοικτά ο δίλημμα αυτό.
Η παράδοξη 
γερμανική «απομόνωση» 

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ οι εξελίξεις που αποσταθεροποιούν κυβερνήσεις αρκετών χωρών, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, φέρουν τη σφραγίδα της γερμανικής ηγεσίας, προκύπτουν σε συνθήκες πρωτοφανούς απομόνωσής της. Στην ίδια τη Γερμανία φαίνεται μη αναστρέψιμο το διαζύγιο των σοσιαλδημοκρατών από τους χριστιανοδημοκράτες. Το κόμμα Μέρκελ-Σόιμπλε πλαγιοκοπείται από δεξιά και αριστερά και η ανακλαστική του αντίδραση είναι να μετατοπιστεί δεξιότερα. Η ένταση στις σχέσεις με την Κομισιόν και την ΕΚΤ είναι διαρκής, ενώ σε επίπεδο χωρών μόνο η Ολλανδία μένει σταθερή στη γραμμή Σόιμπλε, αλλά είναι αμφίβολο αν αυτό θα ισχύει τον Μάρτιο, οπότε θα γίνουν οι ολλανδικές εκλογές.
Στο Ευρωκοινοβούλιο η παραδοσιακή συμμαχία Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος-Σοσιαλδημοκρατών διερράγη οριστικά. Οι δεύτεροι επενδύουν στη νέα συμμαχία με τους Πράσινους και την Αριστερά, με καταλυτικό τον ρόλο του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ και μερικών ακόμη κομμάτων της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Το δεξιό ΕΛΚ, όπου οι Γερμανοί χριστιανοδημοκράτες έχουν ηγετικό ρόλο, δεν βρίσκει νέους συμμάχους, το Brexit έχει καταστήσει δυσκολότερη τη συνεννόηση με τους Συντηρητικούς-Μεταρρυθμιστές και με τους Φιλελεύθερους. Έχει και σοβαρά προβλήματα συνοχής, αφού σημαντικοί εταίροι όπως η γαλλική, η ισπανική και η ιταλική δεξιά αντιμετωπίζουν προκλήσεις επιβίωσης, οι οποίες επιβάλλουν αποστασιοποίηση ή και ρήξη με τη στρατηγική του Βερολίνου. Αν βάλει κανείς κάτω τον πολιτικό χάρτη της ΕΕ θα διαπιστώσει ότι ποτέ η γερμανική ηγεσία δεν είχε τόσο λίγους συμμάχους. 
Κι όμως, η γερμανική ελίτ, ή τουλάχιστον το τμήμα της που εκφράζουν οι Μέρκελ και Σόιμπλε, παραμένει χαρακτηριστικά ατάραχη στον κίνδυνο να προκαλέσει ντόμινο πολιτικής αποσταθεροποίησης στις χώρες της Ευρωζώνης και μιας νέας θεσμικής κρίσης ΕΕ. Ο Σόιμπλε, παρά τους 9 δύσκολους προεκλογικούς μήνες στη Γερμανία, μοιάζει να ρισκάρει επανάληψη του 2014, όταν θυσίασε τον πειθαρχημένο Σαμαρά, εξωθώντας τον στην προδιαγεγραμμένη εκλογική ήττα. Το επαναλαμβάνει με τον πειθαρχημένο ΣΥΡΙΖΑ, το έκανε ήδη με τον Ρέντσι. Δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να εκτονώσει την πίεση για «χαλάρωση της λιτότητας», ώστε να διευκολύνει τις πολιτικά παραπαίουσες φυλές του ευρωπαϊσμού. 
Το ευρωπαϊκό project 
και η «παγκόσμια Γερμανία» 

Γιατί άραγε; Έχουν χάσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Όχι. Όμως, η γερμανική ελίτ, ή τουλάχιστον ο πυρήνας της που καθορίζει σήμερα τη στρατηγική, βλέπει πια τον εαυτό της όχι κυρίως ως συνιστώσα του ευρωπαϊκού project, αλλά ως «παγκόσμια ηγεσία». Στους ακρωτηριασμούς που υφίσταται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βλέπει όχι τόσο μια απειλή, αλλά μια «δημιουργική καταστροφή», από την οποία μπορεί να αποσπάσει πρόσθετα οφέλη. Είναι χαρακτηριστική η εξώθηση προς ένα σκληρό Brexit, που θα αποδυναμώσει τη Βρετανία στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Και σ’ αυτή την ατμόσφαιρα «δημιουργικής καταστροφής» οι κανόνες του Μάαστριχτ και οι εξειδικεύσεις τους παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Η γερμανική ακαμψία στην τήρησή τους δεν είναι προϊόν «προτεσταντικού ψυχαναγκασμού», κατά τη συνήθη ερμηνεία, αλλά μια υπολογισμένη αποδυνάμωση μιας σειράς κρίκων στην ευρωπαϊκή αλυσίδα, ώστε να αναδειχθεί ο ανθεκτικός πυρήνας της πρώτης ταχύτητας χωρών, που θα επιβιώσουν γύρω από μια «παγκόσμια Γερμανία». Αυτό ήταν και παραμένει το «όραμα» της γερμανικής ελίτ, που συμπυκνώνει αρτιότερα ο Σόιμπλε. Μ’ αυτό το φίλτρο πρέπει να ερμηνεύονται οι «ανεξήγητες» κινήσεις της. Κι αυτό πιθανότατα θα εξελιχθεί σε διακύβευμα των γερμανικών εκλογών –η ευθύνη της μεγάλης, παγκόσμιας Γερμανίας. 
Φυσικά, αυτό το «όραμα» έχει τα ρίσκα του. Προϋποθέτει ότι άλλες «εθνικές» καπιταλιστικές ελίτ θα ακυρώσουν εαυτές και θα δεχθούν να γίνουν υποσύνολα της γερμανικής. Κι υπάρχουν πολλοί ακόμη παράγοντες στο διεθνές καπιταλιστικό στερέωμα –οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα– που μπορεί να καταστήσουν το σενάριο «δημιουργικής καταστροφής» της ΕΕ διόλου δημιουργικό για την ίδια τη γερμανική ελίτ.