Οι εκλογές στην Ολλανδία, μια κεντρική χώρα της ΕΕ, εκλαμβάνονται ως βαρόμετρο, αλλά και ως σήμα για τις εκλογικές τάσεις στην Ευρώπη, λίγους μήνες μετά το Brexit και τη νίκη Τραμπ στις ΗΠΑ, λίγους μήνες πριν τις κρίσιμες εκλογές σε Γαλλία και Γερμανία.

Με βάση το σκηνικό που είχε διαμορφωθεί, τα νέα από την κάλπη στις 15 Μάρτη δεν ήταν τόσο άσχημα. Η πολιτική κρίση επιβεβαιώθηκε, ενώ παρά την ανυπαρξία κοινωνικών αγώνων όλο το προηγούμενο διάστημα και τις σοβαρές αδυναμίες των δυνάμεων «στα αριστερά του δικομματισμού», η πλάστιγγα δεν έγειρε εντυπωσιακά προς τα ακροδεξιά, ενώ ανέδειξε κι ένα δυναμικό με σοβαρά αντιφασιστικά-αντιρατσιστικά αντανακλαστικά, σε μια Ολλανδία όπου ο ρατσισμός και η ισλαμοφοβία τείνουν να γίνουν η «κυρίαρχη» πολιτική άποψη.
Τα αποτελέσματα
Τα εκλογικά αποτελέσματα ήταν:
VVD (Λαϊκό Κόμμα Ελευθερίας και Δημοκρατίας –το δεξιό κόμμα του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε): 21,2% και 33 έδρες (από 26,6% το 2012).
PVV (Κόμμα Ελευθερίας –Ακροδεξιά): 13,1% και 20 έδρες (από 10,1%).
CDΑ (Δεξιά-Χριστιανοδημοκράτες): 12,6% και 19 έδρες (από 8,5%)
D-66 (σοσιαλφιλελεύθεροι): 12,1% και 19 έδρες (από 8%) .
Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP –Αριστερά): 9,3% και 14 έδρες (από 9,7%).
Πράσινη Αριστερά (GL –Πράσινοι, κεντροαριστερά): 9% και 14 έδρες (από 2,3%).
Εργατικό Κόμμα (Σοσιαλδημοκρατία): 5,6% και 9 έδρες (από 24,8%)!
Ακολούθησαν αρκετά άλλα μικρότερα κόμματα με έδρες στο κοινοβούλιο, χάρη στο αναλογικό εκλογικό σύστημα της Ολλανδίας.
Η πολιτική κρίση, που βαθαίνει σε όλη την ΕΕ, χτυπά και την Ολλανδία –χώρα συνώνυμο των «συναινέσεων». Τα δυο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού έχασαν μαζί 24,5% συγκριτικά με τα αποτελέσματα του 2012, ενώ ο ένας πυλώνας του παραδοσιακού δικομματισμού κατέρρευσε.
Το δεξιό κόμμα του προηγούμενου πρωθυπουργού Ρούτε (VVD), η μεγαλύτερη συνιστώσα της προηγούμενης κυβέρνησης, αν και λαβωμένο διατηρεί την πρώτη θέση, χάνοντας όμως 8 έδρες και περίπου 5 μονάδες, πληρώνοντας τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η ατζέντα που προώθησε (νόμος και τάξη, εθνικισμός, αντι-ισλαμική προπαγάνδα και κυρίως η αντιτουρκική στάση λίγες μέρες πριν τις εκλογές) συνέβαλε στην ελαχιστοποίηση των απωλειών από τα δεξιά προς το ακροδεξιό κόμμα Βίλντερς. Ο Ρούτε από θέση ισχύος (κυβερνητική) υλοποίησε την αντιτουρκική ισλαμοφοβική πολιτική του Βίλντερς. Με ψαλιδισμένες δυνάμεις, θα συνεχίσει να ηγείται για τρίτη συνεχόμενη «πολιτική σεζόν» στο τιμόνι της ολλανδικής κυβέρνησης.
Ο μεγάλος χαμένος είναι οι Εργατικοί, το άλλο –πρώην πλέον– μεγάλο κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού, που κατέρρευσε θεαματικά, χάνοντας πάνω από το 75% της δύναμής του, μένοντας στις 9 έδρες και στο 5,7% (από 38 έδρες) και κατρακυλώντας από τη 2η στην 8η θέση! Το μέγεθος της απώλειας εκλογικής-βουλευτικής δύναμης αποτελεί αρνητικό ρεκόρ στην ολλανδική ιστορία και ήδη πολλά ΜΜΕ διεθνώς μιλάνε για την «πασοκοποίηση» ενός κόμματος που στο πα-ρελθόν είχε αποδειχτεί «εφτάψυχο».
Ακροδεξιά
Η ακροδεξιά είχε άνοδο μόνο 3% και 4 έδρες, πολύ πίσω από τον Ρούτε. Οι θέσεις που πρόβαλε ήταν το «αντι-ΕΕ» και η σκληρή ισλαμοφοβία (κλείσιμο συνόρων, τζαμιών, μαζικές απελάσεις, απαγόρευση τζαμιού κλπ). Αυτές (πέρα από τον ρατσισμό, ακόμα και ένας κάποιος «ευρωσκεπτικισμός» έχει αποκτήσει διακομματική συναίνεση το τελευταίο διάστημα) σε μεγάλο βαθμό υιοθετούνταν από τον Ρούτε (που είχε την προτίμηση των αστών). Παρ’ όλα αυτά ο διεθνής άνεμος τον ευνοούσε, καθώς πολλές φορές η ακροδεξιά μετατόπιση της δεξιάς καταλήγει να ενισχύει τον «αυθεντικό» εκφραστή αυτών των ιδεών, ενώ είχε να ποντάρει και στο γεγονός ότι βρισκόταν στην αντιπολίτευση τα τελευταία χρόνια και φιλοδοξούσε να καρπωθεί μαζικά τη δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική.
Με αυτά ως δεδομένα και τη διεθνή συγκυρία, μάλλον αποτυχία είναι η καταγραφή ενός σκορ που δεν φτάνει καν την «κορύφωση» του 2010 (15,5% και 24 έδρες) και δεν ανακτά πλήρως το έδαφος που είχε χάσει, όταν στήριξε την κυβέρνηση και τα μέτρα λιτότητας το 2010-2012 και διατηρεί την ακροδεξιά στα «στάνταρ» που έχει κατακτήσει εδώ και χρόνια στην Ολλανδία.
Αλλά η κυριαρχία της ρατσιστικής και ισλαμοφοβικής ατζέντας στις εκλογές κι η υιοθέτησή της από τα περισσότερα «μεγάλα κόμματα» δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η ατζέντα αυτή μακροπρόθεσμα μπορεί να αποδειχθεί εφαλτήριο για νέα επόμενα πολιτικά-εκλογικά άλματα. Άλλωστε η μεγαλύτερη επιτυχία της σύγχρονης ακροδεξιάς είναι η τάση να υιοθετείται η ατζέντα της ακόμα κι αν αυτή δεν κυβερνά.
Αριστερά
Ένας άλλος λόγος όμως που λειτούργησε ως ανάχωμα στην Ακροδεξιά, που μας αφορά και πρέπει να σημειώσουμε, είναι η παρουσία μαζικής «αριστερόστροφης» διεξόδου.
Το αριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα με 9,2% κράτησε τις 14 από τις 15 έδρες του. Το Κόμμα «Πράσινη Αριστερά» (συσπείρωση πρώην κομουνιστογενών και οικολογικών δυνάμεων, καταγράφεται στους Ευρωπαίους Πράσινους και δεξιότερα του ΣΚ, με μια έννοια στο χώρο της κεντροαριστεράς, αλλά χωρίς προϊστορία συμμετοχής σε κυβέρνηση που την κατατάσσει «στα αριστερά του δικομματισμού») τετραπλασίασε τη δύναμή του, κάνοντας τους 4 βουλευτές 14. Ήταν η πολιτική δύναμη με τη μεγαλύτερη αύξηση.
Ο ηγέτης της Πράσινης Αριστεράς, Γιέσε Κλάβερ, 30 χρονών και παιδί μεταναστών, αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος κόντρα στην Ισλαμοφοβία και αμφισβήτησε στα ίσα την ατζέντα Βίλντερς. Ήταν πρώτη δύναμη εκλογικά στο πολυπολιτισμικό Άμστερνταμ και δημιούργησε μεγάλο ρεύμα υπέρ της στη νεολαία. Αν προστεθεί ένα 5% που πήραν αθροιστικά το (αριστερόστροφο οικονομικά και κοινωνι-κά) «Κόμμα για τα Ζώα» και το Denk (αντιρατσιστική διάσπαση των Εργατικών με ιδιαίτερο έρεισμα στις μεταναστευτικές κοινότητες), αναδεικνύεται ένα δυναμικό που –εγκαταλείποντας τη σοσιαλδημοκρατία– κινήθηκε «αριστερότερα», κυρίως με αντιρατσιστικά-αντιφασιστικά αντανακλαστικά, καθώς αυτό έγινε το επίδικο των φετινών εκλογών.
Μετεκλογικά, ο Βίλντερς δήλωσε ανοιχτός σε συνεργασίες, αλλά αυτό το αποκλείουν τα υπόλοιπα αστικά κόμματα. Το πιθανότερο είναι να αποκτήσει ρόλο αξιωματικής αντιπολίτευσης, με ό,τι προνόμια εξασφαλίζει κάθε πολιτική δύναμη από αυτή τη θέση. Έχει ως μαγιά τους πάνω από 1 εκατομμύριο ψήφους που πήρε, ενώ θα συνεχίσει να τροφοδοτείται από την οικονομική, την πολιτική και την προσφυγική κρίση. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά και ο ίδιος, που δήλωσε αμέσως μετά την παραδοχή της ήττας του ότι «η πατριωτική επανάσταση ήρθε για να μείνει, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, είμαι τμήμα ενός παγκόσμιου κινήματος». Άρα λοιπόν τα δύσκολα δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας.
Στα αριστερά του κατεστημένου βρίσκεται ένα σχεδόν 25% που μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να σταθούν στο ύψος τους οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που το εκφράζουν. 

(ολόκληρο στο Rproject.gr)